← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Νεόφυτος Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 18565/2012, 5/12/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Νεόφυτος Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 18565/2012, 5/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18565/2012 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής και Νεόφυτος Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου ----------------------- Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Σάββα Για τον κατηγορούμενο: κ. Κονναρής Κατηγορούμενος: παρών ----------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 5 κατηγορίες, η πρώτη αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, μια κατηγορία διάρρηξης κατοικίας κατά την διάρκεια της νύχτας κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, μια κατηγορία διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των ιδίων πιο πάνω άρθρων και δύο κατηγορίες κλοπής από κατοικία κατά παράβαση των άρθρων 255,266(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για πρώτη φορά χθες και ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες. Η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Το αίτημα της για την κράτηση του κατηγορούμενου στηρίχθηκε σε δύο λόγους, στην πιθανότητα μη προσέλευσης του στη δίκη και στην πιθανότητα διάπραξης, σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος, άλλων αδικημάτων. Το πιο πάνω αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου του κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να στηρίξει το αίτημα της, κάλεσε ως μάρτυρα τον Υπαστυνόμο Κ. Κλεάνθους υπεύθυνο του κλιμακίου Διαρρήξεων του ΤΑΕ Πάφου, ο οποίος αναφέρθηκε σε στοιχεία που αφορούν τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, στον τρόπο με τον οποίο συνελήφθηκε ενώ καταζητείτο καθώς και για στοιχεία που η αστυνομία έχει στην κατοχή της αναφορικά με άλλες διαρρήξεις τα οποία οδηγούν στην κατάληξη ότι ο κατηγορούμενος εμπλέκεται στην διάπραξη τους. Κατάθεσε επίσης, ως Τεκμήριο (Τεκμήριο Α) αντίγραφο κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 11272/2012 που εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Πάφου εναντίον του κατηγορούμενου και αφορά όμοια αδικήματα. Τα όσα ο πιο πάνω μάρτυρας ανάφερε στην κυρίως εξέταση του αλλά και στην αντεξέταση του, έχουν καταγραφεί στο πρακτικό που τηρήθηκε και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Το σύνολο της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο καθώς επίσης και τα όσα οι συνήγοροι αμφοτέρων των πλευρών έχουν αναφέρει τις αγορεύσεις τους. Σχετική αναφορά τόσο στην μαρτυρία όσο και στις θέσεις που έχουν διατυπωθεί ενώπιον μου γίνεται κατωτέρω. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου, επί του θέματος της κράτησης κατηγορούμενου, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157.1 της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και η απόλυση ή όχι του Κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ. κ. Λοϊζου & Πική, στη σελ 35 αναφέρεται ότι: «Θα πρέπει κάποιος να ξεκινά από το σημείο ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται σε απόλυση με εγγύηση εκτός αν υπάρχουν ικανοποιητικοί και πειστικοί λόγοι για το αντίθετο». (σε ελεύθερη μετάφραση) Στην υπόθεση Κάννας ν. Δημοκρατίας

(1998)2 ΑΑΔ 444 αναφέρθηκαν τα εξής: « Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επιβεβλημένη την κράτηση του κατηγορούμενου μέχρι την δίκη του. Η πιθανότητα: (α) μη προσέλευσης του στη δίκη, (β) διάπραξης του ίδιου ή άλλου εγκλήματος, και (γ) επηρεασμού μαρτύρων. Το πρώτο στοιχείο εξετάζεται στη βάση, και σε συσχετισμό με τη σοβαρότητα του εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και την πιθανότητα καταδίκης του.» Σύμφωνα με την νομολογία οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ή συνδυασμός τους είναι αρκετός για να δικαιολογήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 7). Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 ΑΑΔ 48 , αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Όλες οι πιο πάνω αρχές και παράγοντες επαναβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 159, στην οποία επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι εκτός αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι περί του αντιθέτου. Η νομολογία έχει συμπεριλάβει σε αυτούς τους λόγους και την πιθανότητα της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου κατά τη δίκη. Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του». Στην υπόθεση Θεοδωρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 139 , επισημάνθηκε, ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υπόδικου να αποφύγει τη δίκη του. Στην Ψύλλας ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 801, αναφέρθηκε ότι: «Ο κίνδυνος να μην παρουσιασθεί ένας Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύεται μόνο από τα στοιχεία που διαθέτει η Κατηγορούσα Αρχή, αλλά θεωρείται πως ελλοχεύει ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει». Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με τo ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Για όλα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, προβλέπονται πολυετής ποινές φυλάκισης. Για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης 7 ετών ενώ η ποινή φυλάκισης αυξάνεται σε 10 χρόνια αν το αδίκημα διαπράττεται κατά την διάρκεια της νύχτας και για το αδίκημα της κλοπής από κατοικία προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 ετών. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων, που προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο έχει θεωρηθεί ότι αυτός ο παράγοντας δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε από μόνος του να επενεργεί αυτόματα στην κρίση του δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορούμενου χωρίς να συνυπολογιστούν και άλλα σχετικά στοιχεία και δεδομένα (βλ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου ν. Αστυνομία και Ανδρέα Χρίστου ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 7812 και 7813 ημερ. 25.10.2004). Σε σωρεία αποφάσεων έχει τονιστεί ότι αδικήματα αυτής μορφής και φύσης είναι σοβαρά και επίσης ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήριο με αυστηρότητα (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν . Ανδρέου
(1994)2 ΑΑΔ 194, Dirazo v. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1992)1 ΑΑΔ 160, Παναγίδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 6239 ημερ. 18.4.1997) και τούτο γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη. Κατά συνέπεια είναι φανερό, ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αρχικά με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές είναι πολύ σοβαρά και ως τέτοια αντιμετωπίζονται και από τα Δικαστήρια. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυσή του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο». Με βάση την μαρτυρία του Υπαστυνόμου Κλεάνθους, υπάρχει επιστημονική μαρτυρία με την οποία ο κατηγορούμενος συνδέεται με την διάπραξη των αδικημάτων της υπόθεσης αυτής. Γενετικό υλικό του κατηγορούμενου ταυτίστηκε με αυτό που βρέθηκε από την αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, σύμφωνα με την έκθεση του Καριόλου. Η θέση αυτή του μάρτυρα, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ανέφερε όμως ο συνήγορος του κατηγορούμενου, πως με μόνη την πιο πάνω αναφορά του μάρτυρα, δεν μπορεί να διαφανεί πιθανότητα καταδίκης του αφού δεν παρουσιάστηκε η σχετική έκθεση στη διαδικασία, μειώνοντας επίσης με τα όσα ανάφερε και την δυναμική μιας τέτοιας μαρτυρίας ακόμα και αν υπάρχει. Κρίνω πως αποτελεί ικανοποιητικό στοιχείο η αναφορά και μόνο χωρίς ανάγκη παρουσίασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας της ίδιας της έκθεσης, από την στιγμή που μάλιστα δεν έχει αμφισβητηθεί η ύπαρξη της πιο πάνω επιστημονικής μαρτυρίας. Αυτό οδηγεί χωρίς περαιτέρω σχόλια στην διαπίστωση ότι υπάρχει σοβαρό και ορατό ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συνεπώς σε περίπτωση καταδίκης του πρώτου κατηγορουμένου, είναι απόλυτα πιθανό να επιβληθεί σε αυτόν ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια αφού η παρούσα υπόθεση δικάζεται συνοπτικά. Το Δικαστήριο μεταξύ των παραγόντων που θα λάβει υπόψη του σε σχέση με το ύψος της ποινής είναι σαφώς η σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης και η ποινή δεν μπορεί παρά να είναι και αποτρεπτική και αυστηρή. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τέτοιες οι οποίες ενισχύουν την πιθανότητα μη εμφάνισης του ενόψει βέβαια και της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Από την άλλη, ο συνήγορος του κατηγορούμενου επικαλείται ότι είναι τέτοιες οι προσωπικές του συνθήκες όπου αποκλείουν την πιθανότητα αυτή και τις θέσεις της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 109 στην σελ. 117, τονίστηκε: «Άλλοι παράγοντες είναι εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορούμενου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς με την χώρα εις την οποία διώκεται (βλ. Neumeister v. Austria A8 p.39
(1968). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωριστεί από την νομολογία μας. Ωστόσο όπως υπογραμμίστηκε στην Βασιλείου (πιο πάνω) δεν «υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Τα όσα, αναφέρθηκαν και δηλώθηκαν σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, κρίνω ότι είναι τέτοια, σε συνδυασμό και με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, αλλά και της πιθανότητας καταδίκης του, που δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να διαφύγει αλλά το ενδυναμώνουν. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών, άγαμος και άνεργος. Η αστυνομία κατέβαλε προηγουμένως προσπάθειες να τον εντοπίσει στο σπίτι της μητέρας του όπου συνήθιζε να διαμένει, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η μητέρα του ανέφερε στην αστυνομία, ότι τον έδιωξε από το σπίτι λόγω των προβλημάτων του με την αστυνομία και επίσης τα ίδια ανάφερε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην αστυνομία, λέγοντας τους επίσης, ότι διαμένει στο όχημα του όπου βρει. Καταλήγω στο σημείο αυτό αφού προέβηκα στις πιο πάνω διαπιστώσεις σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου, έχοντας λάβει παράλληλα υπόψη μου και τις προσωπικές του συνθήκες, ότι οι πιθανότητες και ο κίνδυνος να μην παρουσιαστεί στην δίκη του είναι ορατές. Παρά το ότι ο κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης και έχει την οικογένεια του, μητέρα, αδελφό και αδελφή στην Κύπρο, δεν θεωρώ ότι τούτο αποκλείει την πιθανότητα διαφυγής του ενόψει βέβαια των άλλων στοιχείων που αφορούν τις προσωπικές του συνθήκες. Αναφορικά με το θέμα της πιθανότητας διάπραξης του ιδίου ή άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος, ζήτημα που αποτέλεσε εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής και συνάντησε την αντίθετη εισήγηση της Υπεράσπισης έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 7264,7265 και 7266, ημερ. 26.04.2002 επιδοκιμάσθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Νικήτα, το εξής απόσπασμα από την σελ. 131 της απόφασης Σιακκαλής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, στο οποίο ο Δικαστής κ. Νικολαϊδης, που εξέδωσε την απόφαση, παρατήρησε ότι: «Η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Εκείνο που μετρά είναι αν με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα. Δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος». Στην πολιτική του δικαίου για την πρόληψη του εγκλήματος εντοπίζεται η προέλευση του κανόνα που επιτρέπει την κράτηση, όπου διαφαίνεται κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος. Όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο κίνδυνος αυτός πρέπει να είναι ευλογοφανής (plausible) (βλ.Clooth v. Belgium A225 para 40
(1991). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 6285 ημερ. 5.3.97, η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διαφόρων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και οι τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανείς πως μπορεί να αποδειχθεί μια πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων στο ιστορικό του ή σε άλλες διάφορες περιστάσεις..» Θα πρέπει να τονιστεί, ότι η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος δεν περιορίζεται κατ΄ ανάγκη σε παρόμοιο με το υπό εκδίκαση αδίκημα (βλ. Lefkios Rodosthenous and Another ν. The Police 1961 C.L.R. 50) Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου (πιο πάνω) αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Επίσης σύμφωνα με την νομολογία δεν είναι μόνο οι προηγούμενες καταδίκες ενός προσώπου, δηλαδή το ποινικό μητρώο του, που μπορούν να ληφθούν υπόψη και να αποτελέσουν την βάση για να στηριχθεί ένα δικαστήριο και να προβεί σε εύρημα ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος. Μεταξύ των συντεταγμένων που λαμβάνονται υπόψη όπως αναφέρεται στην Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130, είναι «εκτός από το ποινικό μητρώο και οι τάσεις που ο κατηγορούμενος επιδεικνύει». Στην υπόθεση Σιακκαλής αναφέρθηκε ότι στο Άρθρο 11.2(γ) του Συντάγματος επιτρέπεται η στέρηση της ελευθερίας ατόμου όχι μόνο προς τον σκοπό προσαγωγής του ενώπιον της αρμόδιας αρχής με την εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε αδίκημα, αλλά ακόμα και όταν η κράτηση του μπορεί να θεωρηθεί ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος ή απόδρασης. Η αναφορά στο Σύνταγμα στην ευλόγως αναγκαία κράτηση προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος δίνει ακριβώς και το μέτρο που θα πρέπει να χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές. Επίσης σύμφωνα με την Σιακαλλή «η κράτηση δεν αποτελεί τιμωρία, ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αφηρημένα για την πρόληψη διάπραξης άλλων αδικημάτων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ξεκινά πάντα από την αρχή ότι η ελευθερία του ατόμου είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά και ότι η κράτηση χωρίς την επιβολή ποινής αποτελεί μέτρο κατ΄ εξαίρεση. Η πιθανότητα διάπραξης άλλου αδικήματος είναι ένας από του παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά τη στάθμιση των πραγμάτων". Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στην υπόθεση Σιακαλλή είχε αφεθεί ελεύθερος αρχικά με όρους, στην συνέχεια όμως η Κατηγορούσα Αρχή διαφοροποίησε την θέση της και ζήτησε την κράτηση του, στηριζόμενη στο γεγονός ότι εναντίον του εξεταζόταν υπόθεση για πρόκληση βαρείας σωματικής βλάβης κατά το χρονικό διάστημα που τελούσε υπό τους όρους του διατάγματος του Δικαστηρίου και ανέμενε στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Το κακουργιοδικείο κατέληξε ότι η συμπεριφορά αυτή του δεύτερου κατηγορούμενου δεν μπορούσε να παραγνωριστεί και διέταξε την κράτηση του. Από τα ενώπιον μου στοιχεία έχει διαφανεί διάθεση και ροπή του κατηγορούμενου προς το έγκλημα. Αρχικά, με βάση το κατηγορητήριο, κατηγορείται για αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Νοέμβριο του 2011 (τέταρτη και πέμπτη κατηγορία) και για αδικήματα που διαπράχθηκαν τον Ιούλιο του 2012 (πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία). Στην υπόθεση 11271/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο Α) σύμφωνα με το κατηγορητήριο τα αδικήματα διαπράχθηκαν τέλη Ιουλίου 2012. Τα αδικήματα της υπόθεσης 11272/12 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο Α) σύμφωνα με το κατηγορητήριο διαπράχθηκαν στις 30.7.2012 ενώ τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκαν, σύμφωνα και πάλι με το κατηγορητήριο, στις 15.7.2012 δηλαδή απέχει χρονικά η διάπραξη τους 15 μόνο ημέρες. Επίσης εναντίον του κατηγορούμενου διερευνούνται και άλλες υποθέσεις και μάλιστα υπόθεση που σχετίζεται με αδικήματα που διαπράχθηκαν πολύ πρόσφατα στις 9.11.2012 στην Πάφο όπου εντοπίστηκε στις 26.11.2012 στο μέρος που είχαν τοποθετηθεί μετά την διάρρηξη οι 4 αμφορείς και παράλειψε να σταματήσει σε σήμα της αστυνομίας με αποτέλεσμα να ριχθούν πυροβολισμοί από την αστυνομία αλλά αυτός διέφυγε. Το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε η κράτηση του κατηγορούμενου στην υπόθεση 11272/2012 Ε.Δ. Πάφου αλλά στην παρούσα υπόθεση, θα μπορούσε να λεχθεί ότι λογικά τώρα ενισχύεται ακόμα περισσότερο η ανησυχία περί διάπραξης στο μέλλον άλλων αδικημάτων αφού το χρονικό διάστημα που απέχει μεταξύ της διάπραξης των αδικημάτων των δύο υποθέσεων είναι πολύ μικρό και πρόσφατα έχει συνδεθεί ο κατηγορούμενος με επιστημονική μαρτυρία αναφορικά με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης ενώ εναντίον του, εξετάζονται και άλλες υποθέσεις μεταξύ άλλων και η πιο πάνω πολύ πρόσφατη διάρρηξη. Ο αλλότριος σκοπός της κράτησης του κατηγορούμενου, όπως υποστήριξε ο συνήγορος του, δεν βρίσκει έρεισμα, ο μάρτυρας ήταν σαφής, κατηγορηματικός και εξήγησε γιατί η αστυνομία ζητά την κράτηση του κατηγορούμενου. Η αναφορά του μάρτυρα, σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του, ότι πιθανόν ο κατηγορούμενος να εμπλέκεται και σε άλλες υποθέσεις και να συνδεθεί επιστημονικά εφόσον αναμένει η αστυνομία τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων δεν αναιρούν ούτε αποδυναμώνουν τα όσα ανάφερε στο σύνολο τους και σχετίζονται με τους λόγους που ζητείται η κράτηση του και τους οποίους ανάλυσα πιο πάνω. Επίσης ο μάρτυρας δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για ληστεία και για υπόθεση που σχετίζεται με ναρκωτικά. Στην υπόθεση Σιακαλλή (πιο πάνω) λέχθηκαν επίσης τα εξής «Η σημασία που δίδεται στον παράγοντα της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος ουσιαστικά αντανακλά την προσπάθεια προστασίας του κοινωνικού συνόλου στις περιπτώσεις όπου η διάπραξη νέου αδικήματος από τον κατηγορούμενο είναι πιθανή.» Ενώπιον μου έχουν τεθεί επαρκεί στοιχεία τα οποία μου δημιουργούν ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει πιθανότητα διάπραξης ιδίων ή παρόμοιων ή άλλων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος. Από την άλλη ήταν εμφανής η κίνηση του κατηγορούμενου από τα όσα αναφέρθηκαν, για αποφυγή της σύλληψης του, όταν αναζητείτο από την αστυνομία στα πλαίσια της πρόσφατης διάρρηξης που είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Το γεγονός ότι παραδόθηκε μετά από λίγες στην αστυνομία δεν αναιρεί με οποιοδήποτε τρόπο τα πιο πάνω. Η θέση ότι φοβήθηκε για την σωματική του ακεραιότητα, ακόμα και να δεχτώ ότι δέχτηκε απειλές, δεν μπορεί να ευσταθεί. Τα όσα ο συνήγορος του υπέβαλε στον μάρτυρα, αφορούσαν χρονικό διάστημα μετά το πιο πάνω γεγονός δηλαδή στις 26.11.2012 που κλήθηκε από την αστυνομία να σταματήσει και δεν το έπραξε. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανέφερα προηγουμένως έχω ικανοποιηθεί υπό τις περιστάσεις ότι πρέπει να διατάξω την κράτηση του κατηγορούμενου, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, μέχρι την δίκη του. Και οι δύο λόγοι τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή έχει επικαλεστεί κρίνω ότι ικανοποιούνται. Κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την 22.1.2013 όπου η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 11:00 π.μ. Μ.Κ να κλητευτούν. (Υπ.) ........................................ Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.