ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6286/11, 13/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6286/11 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένης ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13/12/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ευαγγελία Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κος Χάρης Σαββίδης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τελικά τρεις κατηγορίες, αφού απαλλάγηκε σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας από άλλες δύο κατηγορίες λόγω παραγραφής τους, ήτοι στις κατηγορίες 2 και 3. Στην πρώτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 19 και 20 Α του περί Μηχ. Οχημάτων και Τροχαίας Κιν. Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους νόμους 166/87, 80
(1)/2000 και την ΚΔΠ 312/
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 21/3/2010 στην Λεωφόρο Δημοκρατίας στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVD 499 αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά τον δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμενόταν να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Στην τέταρτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία των απερίσκεπτων και αμελών πράξεων, κατά παράβαση του άρθρου 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τον έχει τροποποιήσει ο νόμος 166/87 και η ΚΔΠ 312/
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής KVD 499 με αλόγιστο τρόπο και αμελή ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο. Στην πέμπτη κατηγορία, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3,
(1)
(4)και 23 του νόμου που προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των θυμάτων 119
(1)/
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, συμπεριφέρθηκε στην πρώην σύζυγο του Έφη Ιωαννίδη από την Λεμεσό κατά τέτοιο τρόπο που της προκάλεσε ψυχική βλάβη. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Επειδή κατά το στάδιο της εξέτασης κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα αδικήματα που αφορούσαν την εξύβριση έχουν παραγραφεί και ο κατηγορούμενος πλέον δεν αντιμετωπίζει τις σχετικές κατηγορίες, η μαρτυρία που τέθηκε για αυτά τα θέματα αναπόφευκτα αγνοείται και δεν αξιολογείται διότι δεν είναι πλέον επίδικα ζητήματα, ως επίσης θα αγνοηθεί η μαρτυρία που προσκομίστηκε και που αφορά μη επίδικους χρόνους και γεγονότα και που άπτονταν τις σχέσεις μεταξύ του κατηγορουμένου και των παιδιών και της Μ.Κ.
- Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1142 κ. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίας εξέτασης του, προβαίνοντας σε σχετική διόρθωση ως προς την ημερομηνία, λέγοντας ότι η ημερομηνία είναι 21/3/ και όχι 20/3/. Σύμφωνα με την κατάθεση του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι τοποθετημένος στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου και είναι αποσπασμένος στην τροχαία Πάφου. Στις 22/3/2010 και ώρα 22:20 προσήλθε στον σταθμο της τροχαίας Πάφου ο Θανάσης Αθανασίου και η Έφη Ιωαννίδου από την Λεμεσό και κατάγγειλαν ότι στις 21/3/2010 και περί ώρα 15:10 ενώ βρίσκονταν στην Πάφο και ο πρώτος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. KUH 227 στην Λεωφ. Δημοκρατίας στην Πάφο και κατευθύνονταν προς τον τερματικό κόμβο των Κονιών, ο Παναγιώτης Χριστοδούλου, πρώην σύζυγος της Έφης Ιωάννου, τους καταδίωξε με το αυτοκίνητο του KVD 499 κορνάροντας τους επανειλημμένα. Επίσης στην συνέχεια όταν εισήλθαν στον αυτοκινητόδρομο Πάφου - Λεμεσού με κατεύθυνση προς την Λεμεσό, τους ανέκοπτε την πορεία και οδηγούσε το αυτοκίνητο του επικίνδυνα προς το δικό τους και τους παρενοχλούσε και ύβριζε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η λανθασμένη αναγραφή ημερομηνίας οφείλεται προφανώς σε λάθος είτε δικό του είτε της Έφης Ιωαννίδου, χωρίς να θυμάται επακριβώς την προέλευση του λάθους, αλλά εξέφρασε την βεβαιότητα ότι το περιστατικό έγινε μέρα Κυριακή, παραπέμποντας ουσιαστικά στην κατάθεση του αναφορικά με την ορολογία ΄΄καταδίωξε΄΄ και ΄΄παρενοχλούσε΄΄ λέγοντας ότι ανέγραψε στην κατάθεση του ότι του είχαν αναφέρει οι παραπονούμενοι. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η κα Έφη Ιωαννίδου η οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την κατάθεση της που έδωσε στην αστυνομία και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, προβαίνοντας και αυτή με την σειρά της σε διόρθωση ως προς την ημερομηνία που έγινε το περιστατικό, ήτοι ανέφερε και ανέγραψε ότι το περιστατικό έγινε στις 21/3/2010 και όχι στις 20/3/
- Στην κατάθεση της ανέφερε ότι ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο με τον οποίον απέκτησαν δύο παιδιά, την Άντρεα και τον Μιχάλη που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 14 και 12 χρονών αντίστοιχα και σήμερα είναι αρραβωνιασμένη με τον Μ.Κ. 4 Θανάση Αθανασίου. Την Κυριακή 21/3/2010 και ώρα 15:00 ξεκίνησαν για να φύγουν από το ξενοδοχείο όπου διέμεναν και να επιστρέψουν προς την Λεμεσό. Κατευθύνθηκαν προς τον κυκλικό κόμβο του γηπέδου και μετά από εκεί προς τον αυτοκινητόδρομο Πάφου Λεμεσού. Η ίδια ήταν συνοδηγός στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θανάσης Αθανασίου με αρ. KUH 227 και τα παιδιά ήταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Στον πρώτο σταθμό βενζίνης που βρήκαν πριν τον κυκλικό κόμβο, ο Θανάσης εισήλθε για να βάλει βενζίνη και όταν εισήλθε ξανά στον δρόμο και πριν ευθυγραμμίσει το αυτοκίνητο, άκουσαν την σειρήνα του αυτοκινήτου κάπως νευρικά και ο γιος της είπε ΄΄Παναγία μου εν ο παπάς΄΄ και φοβήθηκε. Οι ίδιοι συνέχισαν την πορεία τους κανονικά και ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμό KVD 499 και τους ανέκοπτε την πορεία, οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα και κατά κάποιο τρόπο προσπαθούσε να τους υποχρεώσει να σταματήσουν, είχε ανοικτό το παράθυρο ο κατηγορούμενος και χρησιμοποιούσε συνεχώς την σειρήνα του αυτοκινήτου του. Στα φώτα πριν τον κυκλικό κόμβο, ο κατηγορούμενος σταμάτησε μπροστά τους ενώ τα φώτα ήταν πράσινα και οι ίδιοι έφυγαν από τα δεξιά του κατηγορούμενου και μετά αφού οι ίδιοι πήραν κανονικά την πορεία τους προς την Λεμεσό, ο κατηγορούμενος ήταν συνεχώς από πίσω ή δίπλα τους με το αυτοκίνητο, τους πλεύριζε, χρησιμοποιούσε την σειρήνα του αυτοκινήτου και φώναζε να κατεβάσουν τα μωρά κάτω. Σε ένα σημείο του δρόμου συνάντησαν κώνους και η αριστερή λωρίδα ήταν κλειστή και ο κατηγορούμενος δεν τους άφηνε να μπουν στην δεξιά λωρίδα και προσπαθούσε να τους ρίξει δεξιά, τα δε παιδιά έχουν τρομοκρατηθεί. Ο κατηγορούμενος την τελευταία στιγμή μπήκε μπροστά και τον ακολούθησαν. Ακολούθως βρήκαν την έξοδο προς Γεροσκήπου και ο Θανάσης έκανε σήμα για να πάει αριστερά και τότε ο κατηγορούμενος χωρίς να κάνει σήμα, μπήκε μπροστά τους, μετά έδειξαν ότι θα πάρουν δεξιά κατεύθυνση και ο κατηγορούμενος και πάλι μπήκε δεξιά μπροστά τους. Μετά από αυτό ο Θανάσης έστριψε δεξιά και κατευθύνθηκε προς Γεροσκήπου και πίσω ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος συνέχισε να τους ακολουθεί σε πάρα πολύ κοντινή απόσταση και τότε η μάρτυρας τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο να σταματήσει τις πιο πάνω πράξεις διότι κινδύνευαν όλοι οι επιβαίνοντες, αλλά και επειδή η μάρτυρας κινδύνευε να παρουσιάσει κάποιο πρόβλημα με οποιαδήποτε απότομη κίνηση συνεπεία των οκτώ προηγούμενων εγχειρήσεων που έκανε στον σπόνδυλο, ενώ ο κατηγορούμενος συνέχιζε να φωνάζει και να απαιτεί να κατεβάσουν τα παιδιά κάτω. Τότε η μάρτυρας ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι θα τον καταγγείλουν στην αστυνομία και στο αλτ του δρόμου στο κέντρο της Γεροσκήπου, έστριψαν δεξιά προς Πάφο και ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και από εκεί πήγαν ξανά στον κυκλικό κόμβο του γηπέδου και μετά προς τον αυτοκινητόδρομο προς Λεμεσό. Δεν τηλεφώνησαν στην αστυνομία εκείνην την ημέρα διότι δεν ήθελε να το πράξουν μπροστά στα παιδιά και την ίδια ημέρα κατάγγειλαν το περιστατικό στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Πάφου και εκεί τους ζήτησαν όπως καταγγείλουν το περιστατικό στην τροχαία Πάφου. Στη συνέχεια της κύριας εξέτασης της, η μάρτυρας ανέφερε ότι μετά το πέρας της εκδήλωσης για την οποία ήρθαν στην Πάφο, πήγαν στο ξενοδοχείο για να πάρουν τα πράγματα και να φύγουν, κατά την διάρκεια της εκδήλωσης όμως ήταν παρών και ο κατηγορούμενος και η μάρτυρας όταν τον είχε δει, του έστειλε μήνυμα παρακαλώντας τον να μην κάνει οποιαδήποτε πράξη ή επεισόδιο λόγω του ευέξαπτου χαρακτήρα του. Περιέγραψε την οικογενειακή κατάσταση που υπήρχε πριν το διαζύγιο της με τον κατηγορούμενο, λέγοντας ότι υπήρχε γενικά ένα κλίμα έντασης και τρομοκρατίας. Αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, ανέφερε ότι όλοι ήταν σοκαρισμένοι και απαγοητευμένοι από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Μετά το περιστατικό επέστρεψαν στο σπίτι τους στην Λεμεσό, ήταν ακόμα όλοι σοκαρισμένοι, τα παιδιά πήγαν στο δωμάτιο τους και κρύφτηκαν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τους, κατά την έκφραση της πάντα, διότι σίγουρα έζησαν μια πολύ άσχημη εμπειρία. Αντεξεταζόμενη αναφέρθηκε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την καταθέση της στην αστυνομία, λέγοντας ότι ήταν σοκαρισμένη από το περιστατικό και παρόλο που πριν την υπογράψει της είχε διαβαστεί, εν τούτοις δεν πρόσεξε το λάθος που έγινε στην ημερομηνία. Κατά την εκδήλωση του Κ.Ο.Τ. δεν ήρθε σε οποιαδήποτε λεκτική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο πέραν του γραπτού μηνύματος που του απέστειλε και με το οποίο τον παρακαλούσε να μην γίνει κάποιο θερμό επεισόδιο. Θεώρησε μη φυσιολογικό το περιστατικό που έγινε στον δρόμο και για το οποίο υπήρξαν και μάρτυρες συμπεριλαμβανομένης και μιας γυναίκας η οποία τρόμαξε από την χρήση σειρήνας από τον κατηγορούμενο, λέγοντας όμως ότι κατά την εκδήλωση δεν έκανε ο κατηγορούμενος οποιαδήποτε πράξη βίας ή αντιπαράθεσης. Στην συνέχεια η μάρτυρας αναφέρθηκε για τα προβλήματα υγείας που ανιμετωπίζει στον σπόνδυλο και τις εγχειρίσεις που έκανε στην Κύπρο και το εξωτερικό και τις πράξεις επί αυτού του θέματος από τον κατηγορούμενο, ο δε αρραβωνιατικός της γνώριζε για τα εν λόγω προβλήματα υγείας. Κατά την ώρα του περιστατικού ο κατηγορούμενος δεν τους έκανε νεύμα για να σταματήσουν αλλά με τον τρόπο που οδηγούσε, τους πλεύριζε συνέχεια, χρησιμοποιούσε την σειρήνα του, ήταν συνεχώς σε κοντινή απόσταση και μπροστά τους χρησιμοποιούσε απότομα τα φρένα του. Δεν ζήτησε από τον αρραβωνιαστικό της να σταματήσει παρόλα τα προβλήματα υγείας που είχε η ίδια, διότι δεν ήξερε τι θα γινόταν λόγω της ΄΄λυσσας΄΄ κατά την έκφραση της που είχε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος άλλαζε συνεχώς λωρίδα κυκλοφορίας, στα φανάρια ήταν δεξιά τους, σταμάτησε μπροστά τους, ήταν πράσινο και προσπάθησαν να διαφύγουν και ο κατηγορούμενος ήταν στην δεξιά λωρίδα και φώναζε, στα φώτα ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα απότομα σαν να ήθελε να κτυπήσουν στον κατηγορούμενο και να τους αναγκάσει να σταματήσουν. Την επόμενη του συμβάντος και όταν έχουν μεταβεί με τον Θανάση για την σχετική καταγγελία στην Πάφο, τα παιδιά ήταν στο σπίτι με την μητέρα της μάρτυρος και αυτός ήταν ο λόγος που πήγαν η ώρα 11 το βράδυ για να καταγγείλουν το περιστατικό, είχε βάλει τα παιδιά για ύπνο και κάλεσε την μητέρα της για να μείνει μαζί τους, αρνούμενη σχετική υποβολή ότι εκείνην την ημέρα και ώρα τα παιδιά ήταν με τον κατηγορούμενο, διευκρινίζοντας ότι τα παιδιά δεν γνωρίζουν και ούτε θέλει να γνωρίζουν την παρούσα Δικαστική διελκυστίνδα, προσπαθώντας να προστατέψουν την ψυχολογία των παιδιών. Τα παιδιά είδαν όμως τον πατέρα τους την Δευτέρα λόγω και της συνήθειας και αφού προηγουμένως τα ρώτησε και η κόρη δεν απάντησε αλλά ο γιος είπε να πάνε, αλλά δεν έμειναν το βράδυ μαζί του, τονίζοντας όμως ότι τα παιδιά ήταν τρομοκρατημένα και τα πήρε ο ίδιος ο κατηγορούμενος από το σχολείο. Όταν έγινε το περιστατικό και ο γιος της άκουσε την σειρήνα, είπε αυθόρμητα την φράση ΄΄α Παναγία μου εν ο παπάς΄΄ και όλοι ήταν σοκαρισμένοι, εκφράζοντας την βεβαιότητα της ότι αυτή η έκφραση δεν έχει λεχθεί από χαρά ή από ντροπή που ο πατέρας τους θα τους έβλεπε για πρώτη φορά με τον Θανάση και τα δύο παιδιά έσκυψαν χαμηλά στα καθίσματα τους για να μην δουν τον κατηγορούμενο και η μάρτυρας τους μιλούσε για να μην φοβούνται και λέγοντας τους ότι είναι άλλη μια κρίση του κατηγορουμένου και θα του τηλεφωνούσε για να ηρεμήσει. Εξέφρασε την άποψη ότι το όλο περιστατικό ήταν μια πράξη βίας, την επόμενη ημέρα η ίδια πήγε στο σχολείο, όπως και τα παιδιά και αυτό δεν σημαίνει κατά την ίδια ότι δεν το σκεφτόταν και ότι δεν το έχει συζητήσει, η ίδια δεν θα άφηνε τα καθηκοντα της, ήθελε να προχωρήσει και ούτε έκλαψε μπροστά στους μαθητές της. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι την εικόνα του τρομαγμένου παιδιού την διαμόρφωσε η ίδια, ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως σκοπό να εξευτελίσει τον κατηγορούμενο, ότι εκμεταλλεύτηκε το τυχαίο γεγονός που ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την σειρήνα του επειδή είδε τα παιδιά του και ότι έχει χειραγωγήσει και τον άλλο παραπονούμενο, ήτοι τον Θανάση Αθανασιου για να κάνει την ίδια καταγγελία, ως επίσης και για το ψευδές των κατηγοριών που βαρύνουν τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο αστυφύλακας 2846 Κωνσταντίνος Τσαγγάρης. Ανέφερε ότι υπηρετεί στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και ο οποίος κατέθεσε ως τεκμήριο 3 την κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με την κατάθεση του, στις 21/6/2010 και μεταξύ των ωρών 19:40 και 20:20 στην οδό Βαβυλώνος 10 Δ στην Λεμεσό, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Παναγιώτη Χριστοδούλου Δ.Τ. 692488 σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση εναντίον οδήγησης του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KVD 499 αλόγιστα και επικίνδυνα καθώς και για δημόσια εξύβριση και αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο, έδωσε μια κατάθεση την οποία κατέγραψε και αφού την διάβασε ως ορθή την υπόγραψε στην παρουσία του, την κατέθεσε δε ως τεκμήριο 4 και έκανε σχετική διόρθωση ως προς την ημερομηνία του συμβάντος. Στην συνέχεια και ώρα 20:35 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε γραπώς την προσοχή του στον νόμο απάντησε << δεν παραδέχομαι>> και κατέθεσε ως τεκμήριο 5 την γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου, επί της οποίας και πάλι προέβη στην σχετική διόρθωση ως προς την ημερομηνία του συμβάντος. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε ως προς την ημερομηνία και ώρα λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου και ότι έχει δει πριν την κατάθεση της παραπονούμενης, αλλά δεν θυμόταν για τον άλλον παραπονούμενο, αμφότερους δε τους παραπονούμενους δεν τους γνωρίζει και κατηγόρησε τον κατηγορούμενο με βάση τις καταταθέσεις των παραπονουμένων. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο κ. Θανάσης Αθανασίου ο οποίος κατέθεσε ως τεκμήριο 6 την κατάθεση του και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και αφού προηγουμένως προέβη σε σχετικές διορθώσεις ως προς τις ημερομηνίες. Στην κατάθεση του και αυτός ο μάρτυρας ανέφερε τις ενέργειες που έκανε ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα ότι πλεύριζε το αυτοκίνητο τους, χρησιμοποιούσε την σειρήνα του αυτοκινήτου του, ήταν πολύ κοντά από πίσω του με το αυτοκίνητο του, τους παρεμπόδιζε, σε κάποια σημεία μπήκε μπροστά τους, μέχρι του σημείου που κατάφερε να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια του περιστατικού και ως προς την ψυχολογία της αρραβωνιαστικιάς του, ήτοι της Μ.Κ. 2, ανέφερε ότι ήταν μια πάρα πολύ δύσκολη ατμόσφαιρα, ένιωσε και ο ίδιος μια ψυχική βία διότι δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοιες καταστάσεις, φοβήθηκε για την σωματική του ακεραιότητα και τα δύο παιδιά του κατηγορούμενου κατά το περιστατικό ξάπλωσαν κάτω στο κάθισμα και ο μικρός φώναζε ΄΄ ο πάπας μου είναι΄΄. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι έπραξε αυτό που θεωρούσε σωστό για να προστατέψει τον ίδιο και τους συνεπιβαίνοντες του τηρώντας τους κανονισμούς τροχαίας κίνησης και για να μην συμβεί οποιοδήποτε θερμό επεισόδιο εάν σταματούσε και ευτυχώς κατά τον ίδιο δεν υπήρχε κόκκινο αλλά πράσινο φως στα φανάρια και άλλαξε λωρίδα. Αναφέρθηκε στις ενέργειες του κατηγορουμένου κατά το επίδικο περιστατικό, αλλά και στην αποστολή γραπτού μηνύματος από την αρραβωνιαστικιά του προς τον κατηγορούμενο όπως μην προβεί σε οποιοδήποτε επεισόδιο κατά την διάρκεια εκδήλωσης του Κ.Ο.Τ. Απέδωσε ουσιαστικά σε λάθος την λάθος αναγραφή ημερομηνιών χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το λάθος. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνωρίζει τα δικά του τα παιδιά και εξέφρασε τον φόβο ότι μπορεί ο κατηγορούμενος να κάνει κακό και στα δικά του παιδιά επειδή μπορούσε να ήταν ο ίδιος με τα παιδιά του κάποια στιγμή οπουδήποτε. Ανέφερε ότι κατά την διάρκεια της εκδήλωσης, ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε οποιοδήποτε θερμό επεισόδιο και ούτε θα μπορούσε να το πράξει λόγω και της παρουσίας κόσμου και συναδέλφων αμφοτέρων των πλευρών. Την καταγγελία στην αστυνομία την έκαναν την Δευτέρα το βράδυ, διότι την ημέρα είναι τα παιδιά στο σπίτι και η μητέρα τους δεν ήθελε να τα αφήσει μόνα τους το βράδυ και έφυγαν όταν η μητέρα της Μ.Κ. 2 ήρθε στο σπίτι να προσέχει τα παιδιά και αυτό εξηγεί το αργό της ώρας όταν ήρθαν στην Πάφο. Εξέφρασε την γνώμη ότι το μεσημέρι της ίδιας ημέρας όπου έγινε η καταγγελία, τα παιδιά ήταν στο σπίτι του κατηγορούμενου για λίγη ώρες όπου και έφαγαν, ως ήταν και η σχετική συμφωνία μεταξύ των γονιών των παιδιών. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι έχει σκηνοθετήσει μαζί με την Μ.Κ. 2 την εικόνα των τρομαγμένων παιδιών, λέγοντας ότι ο ίδιος αλλά και τα παιδιά έχουν φοβηθεί και τρομοκρατηθεί και ήθελε να αποφύγει τον κατηγορούμενο και να γλυτώσει εν΄ όψει της σύγχυσης και του φόβου. Δεν πήγε εκείνην την ημέρα στην αστυνομία διότι δεν ήθελε να υποβάλει τα παιδιά σε τέτοια δοκιμασία και αυτός ήταν ο λόγος που έγινε αργότερα η καταγγελία σε Λεμεσό και η από κει παραπομπή τους στην τροχαία Πάφου. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι εκμεταλλεύτηκε το τυχαίο γεγονός να βρίσκεται ο κατηγορούμενος στο ίδιο σημείο του δρόμου και να κορνάρει για να χαιρετήσει τα παιδιά του, για σκοπούς σκηνοθέτησης της καταδίωξης και του τρόμου που βίωσαν για να διασύρουν τον κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια του όλου περιστατικού, η Μ.Κ. 2 ήταν τρομοκρατημένη όπως και τα παιδιά και ο Μιχάλης σίγουρα είπε την φράση την οποία ανέφερε και η πιο πάνω μάρτυρας, αλλά δεν θυμόταν τι είπε η Άντρια η οποία όμως ήταν κάτω στο κάθισμα, λέγοντας ότι ήταν φόβος και όχι ντροπή που τους έβλεπε μαζί ο κατηγορούμενος. Σήκωσαν τα κεφάλια τους τα παιδιά όταν τους είπαν ότι ο κατηγορούμενος έφυγε. Όταν επέστρεψαν πίσω στην Λεμεσό στο σπίτι, η Μ.Κ. 2 προσπάθησε να ησυχάσει τα παιδιά και μετά σιγά - σιγά πήγαν στο δωμάτιο τους από την συνήθεια τους και να ασχολούνται με τα δικά τους πράγματα όπως είναι οι υπολογιστές. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι έχει χειραγωγηθεί από την Μ.Κ. 2 στο να προβεί στην καταγγελία που αφορά η παρούσα υπόθεση και στο τι ακριβώς να πει. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης του πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, με εξαίρεση βεβαίως στις κατηγορίες όπου αυτές έχουν παραγραφεί, και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομάις Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στις σχέσεις μεταξύ αυτού και των παιδιών και της πρώην συζύγου του. Κατά την ημέρα του συμβάντος, επιβεβαίωσε την λήψη του γραπτού μηνύματος από την Μ.Κ.2 με το οποίο του ζητούσε να μην προβεί σε κάποιο θερμό επεισόδιο. Όταν ολοκληρώθηκε η πιο πάνω αναφερθείσα εκδήλωση και στον δρόμο ενώ πήγαινε στο σπίτι των γονιών του στα Κούκλια, είδε εντελώς τυχαία μπροστά του το αυτοκίνητο του Μ.Κ.4 και αντιλήφθηκε ότι μέσα σε αυτό βρίσκονταν τα παιδιά του. Είδε τον γιο του ο οποίος γύρισε πίσω και τον είδε διότι ήρθαν σχεδόν δίπλα - δίπλα και χρησιμοποίησε την σειρήνα του, μάλλον μόλις αντιλήφθηκε τον γιο του γύρισε και τον είδε και μετά όταν προχώρησε λίγο το αυτοκίνητο και ήρθαν σχεδόν δίπλα, χρησιμοποίησε ξανά την σειρήνα του για να τους χαιρετήσει. Αμέσως ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στην Μ.Κ.2 και της ζήτησε όπως σταματήσουν και του δώσουν τα παιδιά επειδή ήταν και η ημέρα που έπρεπε να ήταν μαζί του, για να δουν τον παππού και την γιαγιά, ήτοι τους γονείς του όπου θα τους επισκεπτόταν, ενώ η Μ.Κ. 2 αρνήθηκε λέγοντας του να αφήσει ήσυχους την ίδια και τα παιδιά. Έπειτα ο κατηγορούμενος προχώρησε ξανά και αφού πέρασαν τον κυκλικό κόμβο των Κονιών, εκεί χρησιμοποίησε ξανά την σειρήνα του και χαιρέτησε τα παιδιά του, ήρθαν πλαί - πλάι με το αυτοκίνητο του Μ.Κ. 4, τηλεφώνησε ξανά στην Μ.Κ. 2 η οποία του έκλεισε το τηλέφωνο και τότε ο Μ.Κ. 4 ανέπτυξε ταχύτητα και έκανε ελιγμούς δεξιά και αριστερά και μετά έφυγε και ο κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του για τα Κούκλια. Την πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την σειρήνα του και τον αντιλήφθηκαν τα παιδιά του, εξέφρασε την άποψη ότι η μητέρα τους αφού του έκλεισε το τηλέφωνο, πρέπει να ζήτησε από τα παιδιά να σκύψουν διότι δεν έβλεπε τα παιδιά του μέσα στο αυτοκίνητο. Την επόμενη μέρα του συμβάντος, την Δευτέρα, ο κατηγορούμενος πήρε τα παιδιά του κανονικά από το σχολείο, έφαγαν μαζί, και ενώ έπρεπε να ήταν μαζί του μέχρι τις 7:30 μ.μ. τα παιδιά του ζήτησαν να δουν μια ταινία και έμειναν μαζί του μέχρι τις 9:30 μ.μ. περίπου. Η κόρη του του ανέφερε ότι δεν του απαντούσαν στο τηλέφωνο και δεν του έλεγαν σε ποιο ξενοδοχείο έμεναν επειδή δεν τους το επέτρεπε η μητέρα τους και στο αυτοκίνητο η ίδια η μητέρα τους ζήτησε να σκύψουν και κοιμήθηκαν. Απέδωσε ο κατηγορούμενος το γεγονός της επίδικης καταγγελίας στην εχθρική στάση της Μ.Κ. 2 και στο ότι θέλει η ίδια να δημιουργεί προβλήματα, ο δε Μ.Κ. 4 κατάγγειλε τον κατηγορούμενο κατόπιν οδηγιών της Μ.Κ. 2 όπως πιστεύει ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ξέρει για ποιον λόγο η Μ.Κ.2 του απέστειλε το γραπτό μήνυμα, εκπλάγηκε όταν την είδε στην σχετική και αναρωτήθηκε που ήταν τα παιδιά του. Μετά το τέλος της πιο πάνω εκδήλωσης και αφού ο κατηγορούμενος γευμάτισε, έφυγε με κατεύθυνση προς τα Κούκλια, πήρε τον δρόμο της διπλής κατεύθυνσης που περνά από τον κυκλικό κόμβο της Γεροσκήπου, περνώντας τα φώτα μετά το Debenhams μετά ο δρόμος είχε ουρά και σταμάτησε ο κατηγορούμενος και ο Θανάσης στην δεξιά και αριστερή λωρίδα αντίστοιχα, είδε το αυτοκίνητο του Θανάση και ήξερε τα νούμερα του, αντιλήφθηκε ότι ήταν τα παιδιά του στο αυτοκίνητο και κόρναρε και ο γιος του γύρισε πίσω και τον είδε. Κόρναρε για να χαιρετήσει τα παιδιά του, ο κατηγορούμενος ήταν λίγο πιο πίσω, και στην συνέχεια ο Θανάσης ξεκίνησε, κινήθηκαν οι λωρίδες και πέρασαν τον κυκλικό κόμβο Κονιών και όταν εισήλθαν στον αυτοκινητόδρομο , τηλεφώνησε στην Μ.Κ. 2 και της ζήτησε να σταματήσει και να της δωσει τα παιδιά επειδή ήταν η μέρα που έπρεπε να ήταν μαζί τα παιδιά και για να δουν τους γονείς του κατηγορουμένου. Ακολούθησε το όχημα του Θανάση και σε σχέση με το αυτοκίνητο του Θανάση μετά τα φώτα ο κατηγορούμενος ήταν από πίσω του στην δεξιά όμως λωρίδα και ο Θανάσης στην αριστερή και όταν κινήθηκε η ουρά τότε ο κατηγορούμενος ήταν ακριβώς πίσω από τον Θανάση. Δίπλα από το αυτοκίνητο του Θανάση ο κατηγορούμενος βρέθηκε στον αυτοκινητόδρομο και τότε ήταν που τηλεφώνησε στην Μ.Κ.2 αλλά αυτή του έκλεισε το αυτοκίνητο. Δεν θεώρησε ο κατηγορούμενος ότι με τον τρόπο που οδηγούσε και συμπεριφερόταν ότι έθετε σε κίνδυνο την ζωή των επιβαινόντων, ήτοι των παιδιών του και των Μ.Κ. 2 και 4, αφού οδηγούσε κανονικά και χρησιμοποιούσε το τηλέφωνο νόμιμα. Ανέφερε ότι στην κατάθεση του ήθελε να πει και άλλα πιο πολλά πράγματα ενώ οι αστυνομικοί του ανέφεραν ότι δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλές λεπτομέρειες. Δεν αποδέχτηκε ο κατηγορούμενος την θέση ότι ο Θανάσης αναγκάστηκε να κάνει τους ελιγμούς συνεπεία της οδικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και ότι συνεπεία αυτής έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές των πιο πάνω προσώπων, ως επίσης αρνήθηκε την θέση ότι προέβη στις πιο πάνω ενέργειες επειδή νευρίασε, λέγοντας ότι αυτό θα το έκαμνε κατά την διάρκεια της εκδήλωσης και όχι στον δρόμο όπου τους συνάντησε τυχαία. Ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αρνήθηκε την θέση ότι είχε προκαλέσει φόβο στα παιδιά του και στην Μ.Κ. 2 διότι την επόμενη ημέρα πήρε τα παιδιά του από το σχολείο και να παιρνούσε την ημέρα μαζί τους και εν γνώσει της Μ.Κ.2. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος ως προς την πρώτη κατηγορία, το άρθρο 7
(1)του Νόμου 86/72 δεν καθορίζει τι συνιστά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει ως θέμα πραγματικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, όπως η φύση, η κατάσταση και χρήση της οδού, ο όγκος της τροχαίας που υπάρχει στο δεδομένο χρόνο ή που λογικά θα αναμένετο να υπάρχει. Το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου προνοεί: «Πας όστις, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού, αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως δια το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον, ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος ...» Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving . Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί και λέχθηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό που το Δικαστήριο αναζητά, είναι αν η συγκεκριμένη οδήγηση είναι επικίνδυνη. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης, Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673). Στην αγγλική υπόθεση Trentham v. Rowlands
(1974)RTR 164 αποφασίστηκε ότι συνιστούσε ενδεχομένως επικίνδυνη οδηγηση και συνεπώς επικίνδυνη οδήγηση για ένα οδηγό να προσπερνά άλλο κινούμενος με ελιγμό στις εσωτερικές λωρίδες, ενώ σε απόσταση 300 - 400 υάρδων ο δρόμος ήταν καθαρός και με ταχύτητα 70 μ.α.ω. Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα δεν πρέπει να εμποδιστεί από το να το πράξει. Είναι επίσης, σαφώς νομολογημένο, ότι στο αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea ) (βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. Rep. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 QB 24). Ενώ αυτό υποδηλοί, ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα, δεν σημαίνει, ότι το αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Αναφορικά με την έννοια της αλόγιστης πράξης, αυτή δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220 και σαν τέτοια ορίσθηκε η πράξη η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Η 4η κατηγορία στηρίζεται όπως έχει λεχθεί στο Π.Κ. 236 (α) το οποίο για να στοιχειοθετηθεί θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος:
- i)Οδηγεί όχημα σε δημόσια διάβαση.
- ii)Κατά τρόπο τόσο βεβιασμένο και αμελή ώστε θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο. Το άρθρο 236 είναι το πρώτο από σειρά άρθρων ενός ευρύτερου κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα με τον τίτλο «Εγκληματική απερισκεψία και αμέλεια». Εκτενής ανάλυση της νομολογίας σε σχέση με την ποινική αμέλεια, γίνεται στην υπόθεση Μαυρομάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69. Ειδικότερα σε σχέση με το άρθρο 236, έχει λεχθεί ότι από το περιεχόμενο του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται σε αυτό. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα. «παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Negligence & Recklessness) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless & Negligent Acts στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο) εντούτοις από το περιεχόμενο του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R114, 131, 134)» Και όπως εξηγείται στην ίδια απόφαση : «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει. Ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για τεκμηρίωση αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 236 του Κεφ. 154, αποκλείει την υπαίτιο αμέλεια. Η αμέλεια του άρθρου αυτού συνιστάται στη βεβιασμένη ή αμελή πράξη και είναι σοβαρότερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για την αστική ευθύνη (civil negligence) ή την ποινική ευθύνη του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, (Ν. 86/72). Ο βαθμός αμέλειας, σύμφωνα με τη νομολογία μας αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας και συναρτάται απόλυτα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και συναρτάται πάντοτε με τη συμπεριφορά του μέσου εύλογου ανθρώπου. Ο απαιτούμενος βαθμός αμέλειας του Άρθρου 236, είναι ο ίδιος με αυτόν του Άρθρου 210 (πριν από την τροποποίησή του), μικρότερος όμως όπως έχει μετά την τροποποίηση του αλλά ψηλότερος από αυτόν που προνοείται στο Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972.» Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω απόφαση, ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για τεκμηρίωση αδικήματος του άρθρου 236, αποκλείει την υπαίτιο αμέλεια και είναι ο ίδιος με αυτό που απαιτείται για απόδειξη αδικήματος δυνάμει του άρθρου 210 πριν από την τροποποίηση του. Περαιτέρω γίνεται μια εις βάθος ανάλυση της έννοιας της Ποινικής Αμέλειας όπως καθορίζεται σε διάφορες ποινικές διατάξεις. Αποφασίστηκε ότι η ποινική αμέλεια που απαιτείται για απόδειξη ευθύνης δυνάμει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται από για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του άρθρου 205 αλλά μεγαλύτερου βαθμού για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης δυνάμει του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου. Στο έγκυρο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη (Επανεκτύπωση 1998) δίδεται η ακόλουθη ερμηνεία της λέξης βεβιασμένη πράξη: ¨Βεβιασμένος - η - ο ¨ αυτός που γίνεται βιαστικά, χωρίς προηγούμενη σκέψη και σχεδιασμό. Δίδει ως παραδείγματα ¨Μην κάνεις βιασμένες ενέργειες! Σκέψου πρώτα και μετά αποφάσισε, στην πολιτική δεν πρέπει να κάνει κανείς βεβιασμένες κινήσεις, οι βεβιασμένες αποφάσεις οδηγούν πάντα σε αποτυχία. Συνώνυμες: Βιαστικός, πρόχειρος, σπασμωδικός. Αντίθετες: Μελετημένος, σχεδιασμένος, προγραμματισμένος.¨ Αναφορικά ως προς τον τρόπο οδήγησης, στο σύγγραμμα του Archbold Criminal Practice 2002, στην παράγραφο 32-52, επεξηγεί τον συγκεκριμένο όρο και αναφέρει τ΄ ακόλουθα: «Whether a person was driving carelessly raises only a question of fact. If the defendant was not exercising the degree of care and attention that a reasonable competent and prudent driver would exercise in the circumstances, he should be convicted. If the circumstances show that his conduct was not inconsistent with that of a reasonably prudent driver he should be acquitted. » Οπόταν, το κατά πόσο κάποιος οδηγούσε με αλόγιστο, βεβιασμένο ή αμελή τρόπο είναι θέμα των περιβάλλουσων συνθηκών Το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας, εδράζεται στο άρθρο 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε το οποίο έχει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ ΙΙ - Έννοια Βίας 3.
(1).Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και την βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς την συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ... ... ... .... .
(3). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
(4). Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού που τιμωρείται εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του νόμου «μέλος της οικογένειας» συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων άνδρα και γυναίκα που έχουν συνάψει γάμο, ανεξαρτήτως αν αυτός υφίσταται καθώς και τους γονείς και τα παιδιά τους όπως και οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο διαμένει μαζί τους. Όσον αφορά την έννοια της σωματικής βλάβης, παρότι δεν υπάρχει ακριβής ορισμός στον σχετικό νόμο, κρίνω ότι αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί με την έννοια που της αποδίδεται από τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που αφορούν αδικήματα επίθεσης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Π.Κ., «σωματική βλάβη» σημαίνει, σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Όσον αφορά την έννοια της «πραγματικής σωματικής βλάβης», αυτή σύμφωνα με την νομολογία προκύπτει αν έχουμε οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Το άρθρο 3
(1)του περί Βίας στην Οικογένεια προνοεί τα ακόλουθα: «Βία, για σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού εκτός από την οικογενειακή σχέση των εμπλεκομένων η οποία θα πρέπει να αποδεικνύεται αν αμφισβητείται είναι ίδια με αυτά του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως η νομολογία που διέπει και το πιο πάνω άρθρο είναι σχετική για το πώς αντικρίζονται και ενδοοικογενειακά αδικήματα αυτής της φύσης όπου ενυπάρχει το στοιχείο της επίθεσης. Εκείνο που τα διαφοροποιεί, κατά την άποψη μου είναι το ύψος των προβλεπόμενων ποινών όπου για αδικήματα βίας στην οικογένεια προνοείται μεγαλύτερη ποινή. Η έννοια της σωματικής βλάβης καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 στο οποίο προνοείται: ¨Σωματική βλάβη¨ σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή.¨ Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη δίδονται οι έννοιες των λέξεων Ψυχικό τραύμα ως κάθε τραυματική εμπειρία: η απάνθρωπη συμπεριφορά και της Ηθικής βλάβης: ως η διατάραξη του εσωτερικού κόσμου προσώπου λόγω σωματικού ή ψυχικού πόνου (λ.χ. η προσβολή της τιμής, της προσωπικότητας, του ονόματος κ.λπ.) ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton ν. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Οι Μ.Κ.1 και 3 άφησαν θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Παρέθεσαν με σαφήνεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην γνώση τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μέλη της αστυνομικής δύναμης και δεν διέκρινα οποιαδήποτε προκατάληψη εις βάρος ή υπέρ οποιουδήποτε προσώπου. Έδωσαν την εικόνα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτέλεσαν τα καθήκοντα τους και έλαβαν τις σχετικές καταθέσεις στις οποίες κατέγραψαν όσα τους ανέφεραν τα εμπλεκόμενα μέρη. Το Δικαστήριο έχει πεπειστεί και για το καλόπιστο λάθος και τις εξηγήσεις που δόθησαν ως προς την ημερομηνία αναγραφής του επίδικου συμβάντος, όχι μόνο από τον Μ.Κ. 1 αλλά και από τους Μ.Κ 2 και 4, που ούτως ή άλλως δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση η ημερομηνία που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, αλλά η ποινική ευθύνη. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι οι Μ.Κ. 1 και 3 προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια και η αξιοπιστία τους δεν έχει κλονιστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται τις μαρτυρίες τους στο σύνολο τους ως αληθείς και αξιόπιστες. Αναμφίβολα, οι μάρτυρες - κλειδιά στην παρούσα υπόθεση, είναι από την μια πλευρά οι Μ.Κ. 2 και 4 και από την άλλη πλευρά ο κατηγορούμενος, οι οποίοι έδωσαν διαφορετική εκτίμηση και εκδοχή ως προς τα διαδραματισθέντα. Το Δικαστήριο παρακολούθησε με εξαιρετικά πάρα πολλή προσοχή τους εν λόγω μάρτυρες όταν έδιδαν μαρτυρία κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης διότι ήταν οι πρωταγωνιστές των συμβάντων και θα είχαν κάθε λόγο να πείσουν για την εκδοχή τους. Μέσα λοιπόν από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διέκρινα ότι οι Μ.Κ. 2 και 4, είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Μικροαντιφάσεις στις μεταξύ τους μαρτυρίες, όπως π.χ. την ακριβή έκφραση που είπε ο γιος του κατηγορουμένου και της Μ.Κ. 2, είναι επουσιώδεις και δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία τους. Η αξιοπιστία τους δεν κλονίστηκε, αλλά απεναντίας ενισχύθηκε κατά την αντεξέταση τους. Απαντούσαν με ευθύτητα και αμεσότητα, με πηγαίο και αυθόρμητο τρόπο και έδωσαν μια πλήρη εικόνα των όσων έχουν διαδραματισθεί και δεν έχω διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια υπερβολής η προσφυγής προς το ψεύδος. Έδωσαν λεπτομερείς και επαρκείς, ως επίσης και πειστικές εξηγήσεις αναφορικά με την λανθασμένη αναγραφή στις καταθέσεις τους ως προς το επίδικο συμβάν, που ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε η ημερομηνία αλλά η ποινική ευθύνη. Το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιοδήποτε προσχεδιασμό και προγραμματισμό στο τι θα λεχθεί στις καταθέσεις τους, διότι είναι φυσιολογικό και αναμενόμενο να μην θέλουν να καταθέσουν στην αστυνομία την ίδια ημέρα λόγω της παρουσίας των παιδιών και της μη πρόθεσης των Μ.Κ. 2 και 4 να τους υποβάλουν σε τέτοια ταλαιπωρία μεταφέροντας τους στην αστυνομία, αλλά και επειδή είναι λογικό να έρθουν στην Πάφο αργά το βράδυ της ημέρας όπου ήρθαν, αφού έκαναν τις διευθετήσεις για την φύλαξη των παιδιών. Αυτό όμως το οποίο δεν δύναται να γίνει αποδεχτό από το Δικαστήριο, είναι ο ισχυρισμός και η θέση ότι έχει διαπραχθεί το αδίκημα της πέμπτης κατηγορίας για τους εξής λόγους: Α) Δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε τρίτη ανεξάρτητη μαρτυρία και μάλιστα εμπειρογνώμονα αναφορικά με την ψυχική βλάβη της Μ.Κ. 2. Β) Μέσα από το όλο πλέγμα της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συνέχισαν την ίδια ημέρα αλλά και την επόμενη ημέρα την καθημερινότητα και τις συνήθειες τους, όπως π.χ. μετάβαση στο σχολείο και στην δουλειά, την ασχολεία των παιδιών με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αλλά και επίσκεψη των παιδιών στον κατηγορούμενο ο οποίος τα έχει παραλάβει από το σχολείο εν γνώσει της Μ.Κ.2 και συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί ότι έχει προκληθεί οποιαδήποτε ψυχική βλάβη από το τροχαίο συμβάν που έλαβε χώρα. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται τις μαρτυρίες των Μ.Κ.2 και 4 ως αληθείς και αξιόπιστες, με εξαίρεση το μέρος που αφορά την ψυχική βλάβη και αναστάτωση. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
- Αναπόφευκτα λοιπόν, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πέμπτη κατηγορία που αντιμετωπίζει επειδη δεν έχει αποδειχθεί η απαραίτητη ψυχική βλάβη και αναστάτωση. Αναφορικά όμως με την μαρτυρία του κατηγορούμενου, το Δικαστήριο δεν έχει πεπειστεί για την φιλαλήθεια του κατηγορουμένου και δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να αποποιηθεί κάθε ευθύνης και να εκμηδενίσει την σοβαρότητα και επικινδυνότητα των πράξεων του σε τέτοιο βαθμό, που θεώρησε ως λογική αλλά και επιβεβλημένη την απαίτηση του και μάλιστα μετά από την ομολογουμένως και παραδεχτή και από τις δύο πλευρές τυχαία συνάντηση στον δρόμο των πρωταγωνιστών του επίδικου συμβάντος, όπως σταματήσουν το αυτοκίνητο οι Μ.Κ. 2 και 4 στην μέση του δρόμου και να κατεβούν τα παιδιά του για να τα μεταφέρει στον παππού και την γιαγιά τους από την στιγμή που ήταν καθ΄ οδόν για το σπίτι τους στην Λεμεσό. Η όλη του οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, όπως αυτή περιγράφηκε από τους Μ.Κ. 2 και 4 και που κρίθηκε ως αληθή και αξιόπιστη, ήταν επιεικώς απαράδεχτη, αλλά και επικίνδυνη και θρασυτάτη. Συνεπώς το Δικαστήριο απορρίπτει την εκδοχή του κατηγορουμένου ως αναληθή και αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βαση λοιπόν την πιο πάνω αξιολογηθείσα ως αληθή και αξιόπιστη μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Ο κατηγορούμενος κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρθμούς εγγραφής KVD 499, πλεύριζε επικίνδυνα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KUH 227 που οδηγούσε ο Θανάσης Αθανασίου με συνεπιβάτες την Έφη Ιωαννίδου, πρώην σύζυγο του κατηγορουμένου και τα παιδιά της που απέκτησε με τον κατηγορούμενο, τους ανέκοπτε την ελεύθερη πορεία που είχαν στην λωρίδα κυκλοφορίας που τηρούσαν, χρησιμοποιούσε την σειρήνα του αυτοκινήτου του χωρίς λόγο, παρεμπόδιζε την ελεύθερη διέλευση τους, χρησιμοποιούσε χαμηλή ταχύτητα όταν προπορευόταν με κίνδυνο πρόσκρουσης των δύο οχημάτων και πρόκλησης ζημιάς στα δύο οχήματα, αλλά και σωματικής βλάβης στους επιβαίνοντες του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KUH
- Η εν λόγω οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου και γενικά όλες οι πιο πάνω πράξεις, ήταν αλόγιστες, αμελείς, απερίσκεπτες και επικίνδυνες, λαμβανομένου υπ΄ όψη και των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγιναν αλλά και της τροχαίας κίνησης που υπήρχε στον δρόμο, όπως ήταν η ύπαρξη άλλων οχημάτων αλλά και κόνων που περιόριζαν τις λωρίδες κυκλοφορίας από δύο σε μια. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή, με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα που εξήχθησαν με βάση της αξιολογηθείσα μαρτυρία, πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της πρώτης και τέταρτης κατηγορίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τις κατηγορίες 1 και 4 και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτές, αλλά η κατηγορούσα αρχή απέτυχε, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πέμπτη κατηγορία και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πέμπτη κατηγορία. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο