Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Σάλικο Κοσμίδης κ.α., Aρ. Υπόθεσης 9886/2009, 11/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 9886/2009 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και -
- Σάλικο Κοσμίδης
- Ηλίας Κοσμίδης
- Αλέξανδρος Κελασίδης
- Λουκάς Κεσίδης Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 11.12.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τους κατηγορούμενους: κ. Χ. Φωτίου Κατηγορούμενοι : Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού τέσσερεις κατηγορίες για επίθεση κατά αστυνομικών οργάνων τήρησης της τάξης κατά την δέουσα εκτέλεση που καθήκοντος τους κατά παράβαση του άρθρου 244(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα καθώς και τέσσερεις κατηγορίες για επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αντίστοιχων κατηγοριών, όλοι οι κατηγορούμενοι στις 13.7.2008, επιτέθηκαν κατά των Αστυνομικών 5398 Κ. Αντωνίου, 5479 Κ. Νικολάου, 2719 Λ. Λοίζου και 1888 Χ. Λαμπριανίδη της Τροχαίας Πάφου και τους προκάλεσαν πραγματικές σωματικές βλάβες. Επίσης όλοι αντιμετωπίζουν από κοινού και την κατηγορία της αντίστασης κατά της νόμιμης σύλληψης κατά παράβαση του άρθρου 244(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα ενώ οι κατηγορούμενοι 1,3 και 4 και την κατηγορία της εσκεμμένης παρακώλησης οργάνου τήρησης της τάξης στη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ακόμη 5 κατηγορίες που αφορούν τροχαίες παραβάσεις. Συγκεκριμένα την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, την κατηγορία της αποφυγής παροχής ικανοποιητικού δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση αλκοόλης, μη συμμόρφωση με σήμα αστυνομικού με στολή, αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση και μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε και κατέθεσαν ενόρκως οι τέσσερεις αστυνομικοί που σύμφωνα με την εκδοχή της έχουν υποστεί επίθεση από τους κατηγορούμενους (Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4), η Μάρω Σβανά (Μ.Κ.5) γιατρός των Πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και ο Αστ. 3778 Αντώνης Σοφρωνίου (Μ.Κ.6). Στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν ως τεκμήρια από τους Μ.Κ. τα ακολούθα: 1) Οι γραπτές καταθέσεις των Μ.Κ.1 - Μ.Κ.4 (Τεκμήρια 1, 2, 3 και 5 αντίστοιχα) - οι οποίες αποτέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. 2) Έντυπο Αστ. 94 (Τεκμήριο 4) 3) Ιατρικά πιστοποιητικά των Μ.Κ.1 - Μ.Κ.4 (Τεκμήρια 6 μέχρι 9) 4) Γραπτές καταθέσεις του Μ.Κ. 6 (Τεκμήρια 10 και 15) 5) Γραπτές κατηγορίες κατηγορούμενων 1 - 4 (Τεκμήρια 11 μέχρι 14) Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την μαρτυρία που προσκόμισε, είναι ότι, στις 13.7.2008 και ώρα 220, ενώ οι Αστυνομικοί 5398 Κ. Αντωνίου, 5479 Κ. Νικολάου, 2719 Λ. Λοίζου και 1888 Χ. Λαμπριανίδης της Τροχαίας Πάφου βρίσκονταν στην Λεωφόρο Τάφοι των Βασιλέων και διενεργούσαν έλεγχο για αλκοόλ από η ώρα 0215, o Αστ. 1888 Χ. Λαμπριανίδης έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HYZ 616, το οποίο διαπιστώθηκε αργότερα ότι οδηγούσε ο Ηλίας Κοσμίδη δεύτερος κατηγορούμενος, να σταματήσει για έλεγχο. Ο οδηγός του πιο πάνω οχήματος, αντί να συμμορφωθεί με το σήμα του αστυνομικού, ανάπτυξε ταχύτητα και δεν σταμάτησε. Όλοι οι αστυνομικοί αμέσως, εισήλθαν στο περιπολικό της αστυνομίας και αφού άναψαν τους φάρους και τη σειρήνα του περιπολικού ακολούθησαν το πιο πάνω όχημα το οποίο ο οδηγός του οδηγούσε επικίνδυνα, με ταχύτητα και πέρασε τρία φανάρια με κόκκινο, αυτό της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων με την διασταύρωση της οδού Αδαμάντιου Κοραή, αυτό της διασταύρωσης της Λεωφόρου Τάφοι των Βασιλέων με την Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου και αυτό της Λεωφόρου Αγίων Αναργύρων με την οδό Αγαπήνορως, όπου και έστριψε. Σε κάποιο σημείο της οδού Αγαπήνορως, έξω από το Mr Chicken, έγινε κατορθωτή η ανακοπή του οχήματος. Ο Αστ. 1888 Χ. Λαμπριανίδης πλησίασε τον οδηγό του οχήματος για έλεγχο αλκοόλης αλλά αυτός αντιδρούσε και αρνείτο να δώσει δείγμα. Τότε ο Αστ. 1888 Χ. Λαμπριανίδης, τον πληροφόρησε ότι θα συλληφθεί για όλες τις τροχαίες παραβάσεις που είχε διαπράξει. Σε εκείνο το χρονικό σημείο, ο κατηγορούμενος 2, κατέβηκε από το όχημα του ύβριζε τους αστυνομικούς και επιτέθηκε στον Αστ. 1888 Χ. Λαμπριανίδη χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορά μέρη του σώματος του. Τότε επενέβηκαν και οι άλλοι τρεις αστυνομικοί που ήταν στο μέρος και «χρησιμοποιώντας την ανάλογη υπό τις περιστάσεις βία» προσπάθησαν να τον συλλάβουν. Κατά τον χρόνο που γινόταν προσπάθεια σύλληψης του δεύτερου κατηγορούμενου, επενέβηκαν οι συνεπιβάτες του οχήματος, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 και ακόμη ένας φίλος τους, που βρέθηκε στο μέρος ο τέταρτος κατηγορούμενος και όλοι επιτέθηκαν στους αστυνομικούς, τους ύβριζαν και τους εμπόδιζαν από το να συλλάβουν τον δεύτερο κατηγορούμενο. Χρησιμοποιήθηκε έτσι η «αναγκαία υπό τις περιστάσεις βία» από τους αστυνομικούς, ώστε να συλληφθούν και τα άλλα πρόσωπα που τους επιτέθηκαν και τους παρεμπόδιζαν στην σύλληψη του κατηγορούμενου
- Για να καταστεί δυνατή η σύλληψη των κατηγορούμενων χρησιμοποιήθηκε και σπρέι πιπεριού. Μετά την σύλληψη των τεσσάρων κατηγορούμενων, όλοι τους οδηγήθηκαν στην Τροχαία Πάφου. Στον οδηγό του οχήματος, κατηγορούμενο 2, έγινε προκαταρτική εξέταση αλκοόλης με ένδειξη 114mg, ενώ αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής για τελική εξέταση. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στην ΑΔΕ Πάφου και τέθηκαν υπό κράτηση. Η υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει ότι ο κατηγορούμενος 2, το βράδυ της 13ης Ιουλίου 2008 ήταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HYZ 616 και ότι είχε ως επιβάτες στο όχημα του τους κατηγορούμενους 1 και 3, ούτε ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε διανύσει με το όχημα του την διαδρομή που οι μάρτυρες κατηγορίες έχουν περιγράψει. Μέσα όμως από τις διάφορες υποβολές και γενικά την αντεξέταση των αστυνομικών, έχει αμφισβητηθεί ο τρόπος με τον οποίο περίγραψαν οι αστυνομικοί ότι οδήγησε το όχημα του ο δεύτερος κατηγορούμενος μέχρι το σημείο που σταμάτησε στην οδό Αγαπήνορως, ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών στο μέρος που υποστήριξαν ότι του έγινε σήμα αρχικά για να σταματήσει αλλά ούτε και καθ' όλη την διαδρομή που ακολούθησε στη συνέχεια και ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ευθύς μόλις αντιλήφθηκε το όχημα της αστυνομίας σταμάτησε το όχημα του στην οδό Αγαπήνορως. Επίσης έγιναν υποβολές προς τους μάρτυρες ως προς την συμπεριφορά που επέδειξαν εκείνο το βράδυ έναντι των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 αλλά και του κατηγορούμενου 4 όταν το όχημα του κατηγορούμενου 2 σταμάτησε στην πιο πάνω οδό. Δέχτηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικοί, υποβολές ότι εκείνο το βράδυ μετά που το όχημα του κατηγορούμενου 2 σταμάτησε, αφού αντιλήφθηκε το περιπολικό της αστυνομίας στην οδό Αγαπήνορως, ότι οι αστυνομικοί τους ξυλοκόπησαν άγρια και ότι έγινε χρήση και ρόπαλου εναντίον τους. Σε ότι αφορά τον τέταρτο κατηγορούμενο, μέσω των υποβολών, η υπεράσπιση πρόβαλε την θέση, ότι οι αστυνομικοί εκείνο το βράδυ είχαν χτυπήσει και ένα ηλικιωμένο πρόσωπο το οποίο επέμβηκε και τους έκανε παρατήρηση για την συμπεριφορά τους έναντι των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 και επειδή ο κατηγορούμενος 4 είπε στους αστυνομικούς να σταματήσουν να χτυπούν τον ηλικιωμένο κύριο οι αστυνομικοί τον χτύπησαν και αυτόν. Όταν οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλλουν την υπεράσπισης τους και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτι δήλωση, βασικά τα όσα ανάφερε ο κατηγορούμενος 3, υιοθέτησαν και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι. Όλοι έχουν υιοθετήσει τα πλαίσια της ανώμοτης δήλωσης τους το περιεχόμενο των καταθέσεων που έδωσαν στους ποινικούς ανακριτές. Η υπεράσπιση ως μάρτυρα υπεράσπισης κάλεσε τον ποινικό ανακριτή Ονησίφορο Ιωάννου (Μ.Υ.1), ο οποίος κατάθεσε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο το πόρισμα του (Τεκμήριο 16) και μαρτύρησε σε σχέση με τις δικές του ενέργειες μετά τον διορισμό του ως ποινικό ανακριτής για την διερεύνηση του παραπόνου των κατηγορούμενων που υποβλήθηκε στην Ανεξάρτητη αρχή διερεύνησης ισχυρισμών και παραπόνων κατά της αστυνομίας. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: Στην παρούσα υπόθεση ως ποινική υπόθεση, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της κατηγορούσας αρχής είναι να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν αυτές είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 AAΔ 71) . Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου,
(2002)2 AAΔ 246, επισημάνθηκαν τα εξής: « Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και τον Μ.Υ.1 που κατάθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή αντιπαραβάλλοντας την επίσης και με σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, και με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Οι καταθέσεις που έχουν δώσει οι κατηγορούμενοι στους ποινικούς ανακριτές τις οποίες έχουν υιοθετήσει ο καθένας τους ως την ανώμοτη δήλωση του δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Στο πόρισμα του Μ.Υ.1, γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο των καταθέσεων που έχουν δώσει στα πλαίσια της διερεύνησης του παραπόνου τους. Στις σελ. 11 μέχρι και 17 του πορίσματος (Τεκμήριο 16) γίνεται αναφορά στους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων όπως αυτές φαίνεται να έχουν διατυπωθεί στις καταθέσεις που τους λήφθηκαν, στις 28.8.2008, από τους ποινικούς ανακριτές. Αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου, παραπέμπω στην υπόθεση R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R.
- Τα ακόλουθα έχουν λεχθεί από τον Λόρδο Shaw (από το σύγγραμμα του Κακογιάννη, σελ. 253, σε μετάφραση του συγγραφέα): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. Δεν μπορεί ν΄ αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδειγμένα με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους μπορεί όμως να κάνει τους ενόρκους να δουν τα αποδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν απ΄ αυτά με διαφορετικό φως.» Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς των κατηγορημένων που διατυπώθηκαν μέσω των διάφορων υποβολών που έχουν γίνει στους μάρτυρες κατηγορίας τους παραπονούμενους κατά την διάρκεια της αντεξέτασης τους, τους οποίους έχουν απορρίψει πιο πάνω μάρτυρες στο σύνολο τους, θα πρέπει να πω, ότι αυτοί παρέμειναν στο επίπεδο των υποβολών χωρίς μαρτυρία που να τους υποστηρίξει. Η δε μαρτυρία του Μ.Υ.1, δεν αφορά εκ των πραγμάτων, γεγονότα που αυτός ήταν σε θέση να γνωρίζει από προσωπική γνώση ή αντίληψη. Ότι αναφέρει στο πόρισμα προέρχεται από δηλώσεις άλλων προσώπων και οι οποίες έγιναν στα πλαίσια της διερεύνησης του παραπόνου των κατηγορούμενων ώστε ο ίδιος να διατυπώσει γνώμη. Καταλήγει ο Μ.Υ.1 στο πόρισμα που διατυπώνοντας παρατηρήσεις ως προς τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης από μέρους της αστυνομίας. Η όποια γνώμη ο Μ.Υ.1 έχει εκφέρει και την καταγράφει στο πόρισμα του δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο. Ο Μ.Υ.1 έχει επιτελέσει συγκεκριμένο έργο για συγκεκριμένο σκοπό και έχει κάνει τις εισηγήσεις του και σίγουρα το τι στον ίδιο έχει αναφερθεί από άλλα πρόσωπα δεν μπορεί να γίνε αποδεκτό ως μαρτυρία ενόψει του ότι τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπάρχουν όμως κάποια στοιχεία που προέρχονται μέσα από το πόρισμα του Μ.Υ.1 και την μαρτυρία του τα οποία θεωρώ ότι θα πρέπει να τα λάβω υπόψη μου, αυτά όμως δεν αφορούν γνώμη του Μ.Υ.
- Ποια είναι αυτά τα στοιχεία, γίνεται αναφορά στη συνέχεια ως επίσης και γιατί τα αποδέχομαι. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται αποκλειστικά στην μαρτυρία αστυνομικών παραπονούμενων. Η κατηγορούσα Αρχή εισηγείται ότι η μαρτυρία τους θα πρέπει να κριθεί ως αξιόπιστη μαρτυρία. Αντίθετα, ο συνήγορος των κατηγορούμενων, υποστηρίζει ότι η αξιοπιστία των αστυνομικών έχει πληγεί από την αντεξέταση και επίσης ότι έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση και από τον ανεξάρτητο ανακριτή που διορίστηκε για να εξετάσει το παράνομο των κατηγορουμένων. Επίσης ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγείται ότι δεν υπήρξε δίκαιη διερεύνηση και δίκαιη δίκη για τους κατηγορούμενους αφού μεταξύ άλλων δεν έχει αποκαλύψει μαρτυρικό υλικό που είχε στην διάθεση της η Κατηγορούσα Αρχή ούτε στην υπεράσπιση ούτε στο Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το πρώτο σκέλος των όσων εισηγήθηκε ο συνήγορος των κατηγορούμενων, που σχετίζονται με τις θέσεις, την εκτίμηση και την γνώμη του ποινικού ανακριτή η απάντηση του Δικαστηρίου δίδεται πιο πάνω χωρίς ανάγκη επανάληψης. Επί αυτού του σημείου θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι κάθε αντίφαση που οδηγεί στην απόρριψη της μαρτυρίας (βλ. Χαράλαμπος Αγαθοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 316). Οι αντιφάσεις για να έχουν αυτό το αποτέλεσμα θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία σε βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη και άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία κατά τα άλλα είναι πειστική. Οι αντιφάσεις πρέπει να αξιολογηθούν μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και μόνο αν είναι ουσιαστικές μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Το γεγονός ότι οι Αστυνομικοί εκείνο το βράδυ, είχαν, όπως αυτό προκύπτει από την μαρτυρία τους, το περιπολικό της αστυνομίας σταματημένο και διενεργούσαν έλεγχο για αλκοόλ ευρισκόμενοι έξω από το περιπολικό, στην οδό Τάφοι των Βασιλέων, δεν είχαν κανένα λόγο πιστεύω να εισέλθουν στο όχημα τους και να ακολουθήσουν το όχημα του κατηγορούμενου
- Τούτο έγινε, δηλαδή να εισέλθουν στο περιπολικό και να ακολουθήσουν το όχημα του κατηγορούμενου 2 και αποδέχομαι στην μαρτυρία τους επί του προκειμένου, γιατί έγινε σήμα στο οδηγό του οχήματος HYZ 616 να σταματήσει για έλεγχο και αυτός δεν συμμορφώθηκε. Οι μάρτυρες αστυνομικοί έχουν περιγράψει στο Δικαστήριο με σταθερό τρόπο όλοι τους την πορεία του οχήματος του κατηγορούμενου 2 και την οδική συμπεριφορά του. Δεν έχω εντοπίσει αντιφάσεις στην μαρτυρία τους. Θεωρώ απόλυτα λογικό αλλά και φυσιολογικό να περιγράψουν την οδική συμπεριφορά του οδηγού του οχήματος που ακολούθησαν, όλοι με τον ίδιο τρόπο, τόσο στην μαρτυρία τους όσο και στις καταθέσεις τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ τους. Όλοι οι αστυνομικοί βρίσκονταν στο ίδιο όχημα, σκοπός τους ήταν η ανακοπή του οχήματος που είχε γίνει προηγουμένως σήμα στον οδηγό του να σταματήσει, το όχημα βρισκόταν μπροστά τους και το αντίκριζαν όλοι από το ίδιο οπτικό πεδίο. Η θέση που υποβλήθηκε στον Μ.Κ.2, ότι δεν έγιναν οι αστυνομικοί αντιληπτοί από τον κατηγορούμενο 2, στο σημείο που ήταν σταματημένοι και διενεργούσαν έλεγχο δεν αμφισβητεί παράλληλα ότι έγινε πράγματι σήμα στον οδηγό του οχήματος ΗΥΖ 616 να σταματήσει. Ο Μ.Κ.2 ανάφερε και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι έκανε σήμα ευδιάκριτο με φανό στον οδηγό του οχήματος ΗΥΖ 616 να σταματήσει. Το ότι ο κατηγορούμενος 2 αντιλήφθηκε την ύπαρξη των αστυνομικών αλλά και το σήμα του Μ.Κ.2 να σταματήσει, συμπεραίνεται από την όλη συμπεριφορά του μέχρι το σημείο που ανακόπηκε το όχημα του από την αστυνομία. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ότι έγινε χρήση του φάρου, της σειρήνας και των μεγάφωνων του περιπολικού πριν από το σημείο της ανακοπής. Συνεπώς για όσα διαδραματίστηκαν μέχρι εκείνο το σημείο είμαι βέβαιη ότι έχουν πει την αλήθεια οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Σε σχέση με τα όσα διαδραματίστηκαν στην οδό Αγαπήνορως έξω από το Mr Chicken μετά την ανακοπή του οχήματος του κατηγορούμενο 2, εντός του οποίου ήταν και οι κατηγορούμενοι 1 και 3, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτό το στάδιο στην ιατρική μαρτυρία. Η Μ.Κ.5 είναι η ιατρός η οποία εξέτασε τους παραπονούμενους και κατάγραψε τα ευρήματα της στα Τεκμήρια 6 μέχρι και
- Η Μ.Κ.5, ήταν μια ανεξάρτητη μάρτυρας. Η μαρτυρία της ενόψει της καλής εντύπωση που μου δημιούργησε, η γνώμη της και τα συμπεράσματα της γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Να σημειωθεί ότι η μάρτυρας αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αναφορικά με τα τραύματα που έχει διαπιστώσει ότι έφεραν οι παραπονούμενοι κατά τον χρόνο της εξέτασης τους. Οι ερωτήσεις που της τέθηκαν σχετίζονταν με την αναγκαιότητα περίθαλψης των συγκεκριμένων τραυμάτων καθώς και άλλου διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις. Αποδέχομαι την μαρτυρία της. Συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι παραπονούμενοι έφεραν τραύματα όπως αυτά αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά (Τεκμήρια 6,7,8 και 9). Το ερώτημα που τίθεται και θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν αυτά τα τραύματα προκλήθηκαν από τους κατηγορούμενους μέσα στα πλαίσια της έννοιας επίθεσης ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι άσκησαν παράνομη βία εναντίον των παραπονουμένων. Το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης δημιουργείται εφόσον αποδειχθεί ότι κάποιο πρόσωπο ασκεί βία εναντίον κάποιου άλλου προσώπου παράνομα, είτε με πρόθεση είτε απερίσκεπτα και ως αποτέλεσμα προκαλείται πραγματική σωματική βλάβη. Τα τραύματα των παραπονούμενων, σύμφωνα με τους ιδίους τους παραπονούμενος, ήταν το αποτέλεσμα της επίθεσης, την αντίστασης και της προσπάθειας παρεμπόδισης στο έργο τους από τους κατηγορούμενους. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, και είναι αυτό επί αυτού του σημείου είναι που λέω ότι μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του Μ.Υ1, και τούτο γιατί η μαρτυρία δεν αφορά γεγονότα αλλά διαπιστώσεις που έγιναν από ανεξάρτητα πρόσωπα ήτοι από δύο ιατρούς που εξέτασαν τους κατηγορούμενους 1 και
- Ο κατηγορούμενος 2 εξετάστηκε από την γιατρό Άντρη Χ¨Μιτσή η οποία εντόπισε διάφορες εκχυμώσεις στο σώμα του, το Κ.39 στο οποίο όμως κάνει αναφορά ο Μ.Υ.1 στο Τεκμήριο 16, δεν έχει παρουσιαστεί στο δικαστήριο ώστε να διαπιστωθεί που αυτές οι εκχυμώσεις εντοπίζονται στο σώμα του. Οι πιο πάνω εκχυμώσεις εντοπίστηκαν στο σώμα του κατηγορούμενου 2, μετά από εξέταση που του έγινε από την πιο πάνω γιατρό στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 13.7.2008 και ώρα
- Επίσης το Γενικό Νοσοκομείο επισκέφθηκε και ο κατηγορούμενος 1 στις 13.7.2008 και ώρα 2130 όπου ο δρ. Νεκτάριος Σιδηρόπουλος διαπίστωσε αιμάτωμα αριστερού οφθαλμού περικογχικά. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, εξετάστηκαν δηλαδή την ίδια ημέρα με το περιστατικό που αναφέρθηκαν οι παραπονούμενοι και μετά την απόλυση τους. Οι παραπονούμενοι τόσο στις καταθέσεις τους όσο και ενώπιον του δικαστηρίου δεν έχουν εξηγήσει ποια ήταν η εύλογη υπό τις περιστάσεις βία που χρησιμοποιήθηκε εκείνο το βράδυ ώστε να καταστεί δυνατή η σύλληψη των κατηγορούμενων. Η δε χρήση του σπρέι δεν έχει εξηγηθεί πως ακριβώς έγινε και κάτω από ποιες συνθήκες κρίθηκε απαραίτητη η χρήση του, πως χρησιμοποιήθηκε, από ποιους και εναντίον ποιων. Σε ότι αφορά την διαπίστωση για την ύπαρξη τραύματος στο μάτι του κατηγορούμενου 1, φαίνεται να υπήρχε διαθέσιμη μαρτυρία από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής η οποία όμως δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Ο Μ.Υ.1, όπως υποστήριξε, έλαβε κατάθεση από αστυνομικό, τον Αστ. 1020 Κ. Σεργίου (βλ. Τεκμήριο 15 σελ 26) ο οποίος πρόσεξε ότι ο Σάλικο Κοσμίδης, κατηγορούμενος 2, είχε κατά τον χρόνο της κράτησης και απόλυσης του μαυρισμένα μάτια. Ο Μ.Κ. 6, σύμφωνα με την κατάθεση του (Τεκμήριο 10) και όπως αυτό προκύπτει και από το Τεκμήριο 12 που είναι η γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου 1, Σάλικο Κοσμίδη, τον κατηγόρησε γραπτώς στις 13.7.2008 και μεταξύ των ωρών 1820 μέχρι
- Στην κατάθεση που ο Μ.Κ.6 έδωσε στον ποινικό ανακριτή (Τεκμήριο 15), την οποία έχει υιοθετήσει κατά την κυρίως εξέτασης του, αναφέρει ότι δεν έχει διαπιστώσει οποιοσδήποτε από τους τέσσερεις κατηγορούμενους να έφερε εμφανή σημεία κακώσεων, πληγών. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.6 δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση ώστε να μπορώ να καταλήξω ότι αυτά που έχει πει ανταποκρίνονται στην αλήθεια ή και όχι. Παρουσιάζει συνεπώς η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχή κενό στο σημείο αυτό. Η διαφορά της παρούσας υπόθεση με την υπόθεση Πέγκερος, που επικαλέστηκε o κ. Φωτίου, έγκειται στο ότι η παρούσα δικάζεται συνοπτικά. Στην υπόθεση R v. Oliva
(1965)Vol. 49 Cr. App.R.298, (αναφορά στην υπόθεση Oliva γίνεται και στην Πέγκερος), αποφασίστηκε ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να καλέσει ως μάρτυρα κάθε πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε κατάθεση και του οποίου η μαρτυρία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή έστω και αν το περιεχόμενο της μαρτυρίας που συγκρούεται με την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Επίσης όπως έχει αποφασιστεί Γενικός Εισαγγελέας ν Σάββας Σάββα
(1998)2 ΑΑΔ το γεγονός της αναγραφής στο κατηγορητήριο μίας συνοπτικής δίκης των ονομάτων κατηγορίας αποτελεί πρωτοβουλία που δεν επάγεται υποχρέωση κλήσης τους. Η κατηγορούσα αρχή επίσης δεν έχει υποχρέωση να καλέσει ως μάρτυρες όλα τα πρόσωπα από τα οποία λήφθηκαν καταθέσεις. Στην υπόθεση Πέγκερος, το ζήτημα που συζητήθηκε αφορούσε στο ασφαλές της τελικής ετυμηγορίας όταν διαπιστώνονται κενά τα οποία θα μπορούσαν να πληρωθούν αν η κατηγορούσα αρχή καλούσε διαθέσιμο ουσιώδη μάρτυρα. Εδώ, το κενό που εντοπίζω, είναι τέτοιο που σχετίζεται με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και δεν μπορεί να συμπληρωθεί ή δικαιολογηθεί κατά τρόπο θα τύγχαναν εφαρμογής τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6682 ημερ. 18.10.1998. Με βάση την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου είναι η κατάληξη μου ότι δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια ότι στον ουσιαστικό χρόνο οι παραπονούμενοι χτυπήθηκαν από τους κατηγορούμενους μέσα στα πλαίσια της έννοιας της επίθεσης. Συνεπεία των πιο πάνω διαπιστώσεων όλες οι σχετικές κατηγορίες με την συμπεριφορά των κατηγορουμένων μετά την ανακοπή του οχήματος του δεύτερου κατηγορούμενου κρίνω ότι δεν έχουν αποδεχτεί στην βάση της μαρτυρίας που η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε και για αυτό οι κατηγορούμενοι δικαιούνται σε αθώωση. Τούτο από την μια γιατί υπάρχει τέτοιο κενό στη μαρτυρία τέτοιο που δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα, από την άλλη, η μαρτυρία των αστυνομικών παραπονούμενων δεν έχει αποκρυσταλλώσει με επάρκεια την συμπεριφορά των κατηγορούμενων. Στην βάση όμως της μαρτυρία που έχω αποδεχτεί αποτελεί εύρημα μου ότι τα γεγονότα μέχρι το σημείο της ανακοπής του οχήματος του κατηγορούμενου 2 από το περιπολικό της αστυνομίας, έχουν γίνει όπως πιο πάνω περιγράφονται και αποτελούν την εκδοχή της κατηγορούσας Αρχής χωρίς ανάγκη επανάληψης τους. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Ν. 86/72 (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο ώστε η ικανότητα προς ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη) η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει: α) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος β) ότι ο οδηγός του βρισκόταν υπό την επήρεια από οινοπνευματώδη ποτών γ) ότι η επήρεια αυτή καθιστούσε την ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση ελαττωμένη. Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 AAΔ 115, στην οποία γίνεται αναφορά σε τέτοια οδήγηση, κατ΄ έφεση κρίθηκε ότι με επάρκεια αποδείχθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητο του, το ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα σε συνδυασμό με την μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος και την συμπεριφορά του, αποδείκνυαν πως η ικανότητα του για να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος. Στην κρινόμενη περίπτωση, σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης μετά που μεταφέρθηκε στον σταθμό το αποτέλεσμα της οποίας ήταν 114mg%, όριο που υπερέβαινε το καθοριζόμενο υπό του νόμου όριο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όταν δε ανακόπηκε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 2 από την αστυνομία στην οδό Αγαπήνορως, σύμφωνα και πάλι με τον Μ.Κ.2, ο κατηγορούμενος 2 μύριζε έντονα αλκοόλ και τα μάτια του ήταν κόκκινα. Συνεπώς αποτελεί εύρημα μου, ότι ο κατηγορούμενος 2, την 13.7.2008 ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΥΖ 616 στην οδό Τάφοι των Βασιλέων, Αγ. Αναργύρων και Αγαπήνορως τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Η δε η ικανότητα του ασφαλή οδήγηση, κρίνω ενόψει του ποσοστού που της αλκοόλης που ανιχνεύτηκε σε αυτόν κατά προκαταρτική εξέταση, πως δεν μπορεί παρά να ήταν ελαττωμένη. Συνεπώς καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την σχετική κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου (κατηγορία 11). Το άρθρο 7
(4)του Νόμου 174/86 διαλαμβάνει ως εξής: Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβεί εις τον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος τεχνικός εξοπλισμός προς διενέργεια τελικής εξετάσεως ή αρνείται ή αποφεύγει δι΄οιουδήποτε τρόπο να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτου ζητηθεί παρ΄αυτού δυνάμει του παρόντος νόμου, είναι ένοχος αδικήματος. 8.-
(1)Δια τους σκοπούς του εδαφίου
(5)του άρθρου 6 και του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, εύλογος αιτία δια την οποία πρόσωπον δυνάται να αρνηθή να παράσχη δείγμα εκπνοής θεωρείται η αιτία η οποία έχει σχέσιν με ιατρικούς λόγους, πιστοποιουμένη δι΄ ενυπόγραφου βεβαιώσεως ιατρικού λειτουργού. Η τοιαύτη βεβαίωσης επιδεικνύεται προς τον αστυνομικό κατά τον χρόνον κατά τον οποίον ζητείται η υπό του προσώπου τούτου παροχή δείγματος εκπνοής ή, το βραδύτερον, εντός τριών ημερών από του χρόνου τούτου εις τον πλησιέστερο προς την κατοικία του αστυνομικόν σταθμόν.
(2)Εάν το πρόσωπο το οποίον αρνήθη ή απέφυγε να παράσχη δείγμα εκπνοής δυνάμει του εδαφίου
(1)δεν δυνηθή να προσκομίση την δυνάμει του αυτού εδαφίου προνοούμενη ιατρικήν βεβαίωσιν εντός του ούτω καθοριζόμενου χρονικού διαστήματος, θα τεκμαίρεται ότι τούτο ηρνήθη ή απέφυγε να παράσχη δείγμα εκπνοής άνευ ευλόγου αιτίας Στην υπό κρίση περίπτωση, σύμφωνα με τον μάρτυρα αλλά και με όσα επιβεβαιώνονται και από το τεκμήριο 4, διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής με αποτέλεσμα το έντυπο της μηχανής που εκδόθηκε κατά τον τελικό έλεγχο να φέρει ένδειξη μη ικανοποιητικό δείγμα. Ο κατηγορούμενος 2, δεν έχει με οποιοδήποτε τρόπο ανατρέψει το τεκμήριο που θέτει ο νόμος. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος βρίσκω ότι απόφυγε άνευ εύλογου αιτίας να παράσχει δείγμα εκπνοής κατά την διενέργεια της τελικής εξέτασης έτσι που η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει και την σχετική κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει (κατηγορία 12). Αναφορικά με το αδίκημα της 14η κατηγορίας κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα εξής Αναφορικά με την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης, σχετική είναι η υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All ER 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (βλ. R. v. Galdwell
(1981)1 All ER 961). Στις υποθέσεις R. v. Galdwell
(1981)1 All ER 961 και R. v. Reid
(1992)3 All E.R. 673 στις σελίδες 694 και 695 λέχθηκαν τα εξής: (Σε μετάφραση) «Κατά τη συνήθη ή γραμματική της έννοια η λέξη «απερίσκεπτη» συμπεριλαμβάνει και το απρόσεκτο σε κίνδυνο (άθελο). Δεν βλέπω κανένα λόγο να αποδοθεί στη λέξη πιο περιοριστική ερμηνεία στο νόμο. Τουναντίον, κατά τη δική μου κρίση υπάρχουν σαφείς λόγοι γιατί ένας κατηγορούμενος που οδηγά ένα αυτοκίνητο όχι απλώς απρόσεκτα αλλά και επικίνδυνα, παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο που εμπεριέχει η πράξη του, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ενεργεί απερίσκεπτα. Ένα μηχανοκίνητο όχημα είναι θανάσιμο όργανο, ικανό να προκαλέσει θάνατο ή σοβαρά τραύματα καθ΄όλη τη διάρκεια που οδηγά. Το καθήκον επιμέλειας (δηλαδή να αποφεύγεται ο κίνδυνος) αποτελεί μέρος των καθηκόντων οποιουδήποτε οδηγού. Εάν οδηγά κατά τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο, σε παραγνώριση του κινδύνου ή των περιστάσεων που καθιστούν τον κίνδυνο εμφανή, τότε παραβιάζει σε μεγάλο βαθμό αυτά τα καθήκοντα. Η απαιτούμενη πρόθεση σε τέτοια περίπτωση ικανοποιείται, όχι διότι ο συνετός άνθρωπος θα αναγνωρίζει τον κίνδυνο και δεν θα διακινδύνευε, αλλά διότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να οδηγήσει με τέτοιο τρόπο, παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρής ζημιάς αποτελεί απερίσκεπτη πράξη δηλαδή οδηγά απερίσκεπτα.» Παραδείγματα για το τι συνιστά επικίνδυνη οδήγηση, έχουν καταγραφεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην υπόθεση Baner v. Williams
(1956)54 LGR 197, αποφασίστηκε ότι η οδήγηση μοτοσικλέτας σε κατοικημένη περιοχή με πυκνή τροχαία με ταχύτητα 64 ΜΑΩ συνιστούσε επικίνδυνη οδήγηση. Στην υπόθεση Squire v. Metropolitan Police Commissioner
(1957)Gr.L.R 817, επικίνδυνη οδήγηση θεωρήθηκε η ενέργεια οδηγού να προσπεράσει δύο λωρίδες οχημάτων όταν από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόντουσαν άλλα οχήματα. Στην υπόθεση Panayiotou v. Mavros
(1970)1 CLR 215, λέχθηκε ότι αναμένεται από ένα λογικό οδηγό να χρησιμοποιεί το δρόμο και να ασκεί τα δικαιώματα του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην επεμβαίνει σε δικαιώματα των άλλων. Με τα δεδομένα της υπόθεσης, έχοντας κατά νου τα όσα έχουν λεχθεί από την νομολογία ως προς την έννοια της αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, σε συσχετικό πάντα με την οδήγηση του κατηγορούμενου 2, την οποία πιο πάνω έχω περιγράψει, βρίσκω ότι και αλόγιστη και απερίσκεπτη και επικίνδυνη μπορεί να χαρακτηριστεί. Καθίσταται φανερό ότι ο κατηγορούμενος 2 σε παραγνώριση του κινδύνου και των περιστάσεων που καθιστούσαν τον κίνδυνο εμφανή, αποφάσισε να οδηγήσει με τον τρόπο που οδήγησε το όχημα του, σε ένα δρόμους με τροχαία κίνηση αγνοώντας τους κινδύνους που αυτή η ενέργεια εμπεριέκλειε. Συγκεκριμένα αυτός οδηγούσε στον δρόμο με μεγάλη ταχύτητα, ζικ - ζακ, παρέλειψε να σταματήσει σε 3 φωτεινούς σηματοδότες περνώντας με κόκκινο δύο διασταυρώσεις ενώ στην τρίτη περίπτωση έστριψε δεξιά και όλα αυτά ενώ τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ. Η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει και την 14η κατηγορία εναντίον του δεύτερου κατηγορούμενου. Στη βάση των πιο πάνω που αναφέρονται και σχετίζονται με την συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2 η οποία αποδεικνύεται από την μαρτυρία των αστυνομικών, καταλήγω σε εύρημα ότι αυτός και παρέλειψε να σταματήσει σε τρεις φωτεινούς σηματοδότες, περνώντας με κόκκινο ενώ όφειλε να σταματήσει και επίσης ότι παρέλειψε να σταματήσει αρχικά στο σήμα που του έγινε από τον αστυνομικό Μ.Κ.2, που μαζί με τους 3 άλλους αστυνομικούς διενεργούσαν έλεγχο αλκοόλ στην οδό Τάφοι των Βασιλέων στις 13.7.2008 και ώρα 220 και ο οποίος Μ.Κ.2, σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί, φορούσε κατάλληλη ενδυμασία. Οι κατηγορίες 13 και 15 έχουν αποδειχτεί. Συνεπώς όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται στις κατηγορίες 1 μέχρι και 10 ενώ ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 11 μέχρι και 15. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο