← Κύπρος

Θέμης Θεμιστοκλέους ν. Γεωργίας Φουρνίδου, Αρ. Υπόθεσης: 6024/10, 21/12/2012

Θέμης Θεμιστοκλέους ν. Γεωργίας Φουρνίδου, Αρ. Υπόθεσης: 6024/10, 21/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6024/10 Θέμης Θεμιστοκλέους από την Αργάκα, Πάφος εναντίον Γεωργίας Φουρνίδου, Λύκειο - Γυμνάσιο Πόλις Χρυσοχούς Ημερομηνία: 21.12.2012 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κ Σ. Ζανούππας Για την Κατηγορούμενη: κα Β. Πρωτοπαπά Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση των Άρθρων 20,29 και 305 (Α)

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος η Κατηγορούμενη κατά ή περί την 15.4.2010, και/ή πρωτύτερα και/ή μεταγενέστερα στην Πάφο της επαρχίας Πάφου, άνευ εύλογου αιτίας προκάλεσε την μη εξόφληση (STOP PAYMENT) της εκδοθείσας από αυτήν επιταγής υπ' αριθμό 17102649 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως Κύπρου (Σ.Τ.Ε.Λ.Μ.Ε.Κ.) Λτδ για το ποσό των €5000,00 η οποία ήταν εξαργυρωτέα την 15.4.2010 για λογαριασμό του Θέμη Θεμιστοκλέους. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν δυο μάρτυρες συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η Κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Κατατέθηκαν δε συνολικά 2 τεκμήρια. Δηλώθηκε τέλος ως παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη στις 12.4.2010, η Κατηγορούμενη έδωσε οδηγίες στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή όπως αυτή μην εξαργυρωθεί λόγω αθέτησης συμφωνίας. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της, αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ.29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Αξιολόγηση μαρτυρίας Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο Μακάριος Παναγιώτου. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν ξεκάθαρο ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο είχε μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον Θέμη Θεμιστοκλέους να αποδείξει την υπόθεση του. Ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποκρύψει την αληθινή πορεία των πραγμάτων και τα οποία αφορούσαν την επίδικη επιταγή. Όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε προς τον Θέμη Θεμιστοκλέους, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να μάθει γιατί αυτή ανακλήθηκε ή έστω δεν πληρώθηκε από τον Ανδρέα Κλεάνθους παρόλο που ο ίδιος την πλήρωσε σε μετρητά. Ο μάρτυρας ήταν καθ΄ όλα αναξιόπιστος και σε κανένα σημείο δεν θα μπορούσα να στηριχθώ στην μαρτυρία του. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να κάνω δεκτή ούτε και την θέση του, ότι η Κατηγορούμενη τον διαβεβαίωνε ότι θα πληρώσει την επίδικη επιταγή. Ως μάρτυρας κατηγορίας 2 κατέθεσε ο Θέμης Θεμιστοκλέους. Ο μάρτυρας αυτός ήταν το πρόσωπο το οποίο έλαβε την επιταγή από τον Μακάριο Παναγιώτου (Μ.Κ.1) και όταν πήγε στην τράπεζα για να την εξαργυρώσει, διαπίστωσε ότι η επιταγή είχε ανακληθεί από τον εκδότη της, δηλαδή την Κατηγορούμενη. Αμέσως όμως αυτός, επέστρεψε στον Μ.Κ.1 ο οποίος τον πλήρωσε αμέσως με το ποσό των €5000. Η μοναδική ενέργεια αυτού του μάρτυρα ήταν να παρουσιάσει την επιταγή στην τράπεζα, αυτή να μην πληρωθεί και να επιστρέψει στον Μ.Κ.1 ο οποίος του την πλήρωσε. Δήλωσε δε, ότι την υπόθεση αυτή την καταχώρησε για να πληρωθεί ο Μακάριος Παναγιώτου και όχι ο ίδιος, αφού ο ίδιος δεν είχε πλέον οικονομική απαίτηση από την Κατηγορούμενη. Ο μάρτυρας αυτός δεν μου καλή εντύπωση. Φάνηκε στο Δικαστήριο ότι ο σκοπός της παρουσίας του ήταν αλλότριος, δηλαδή ότι μαρτύρησε με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του Μ.Κ.1 και όχι το δικό του. Οι απαντήσεις του δεν ήταν σαφείς, αξιόπιστες και ως εκ τούτου ούτε σε αυτό το μάρτυρα μπορώ να βασιστώ για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Η μαρτυρία του περιστρεφόταν με γνώμονα πάντοτε να βοηθήσει τον Μ.Κ.1 να εισπράξει το ποσό των €5000, αφού ο ίδιος το είχε ήδη λάβει από τον ίδιο. Από την άλλη η Κατηγορούμενη μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση. Ήταν σαφής, ειλικρινής και τις απαντήσεις της τις έδινε με ξεκάθαρο τρόπο θέλοντας να δείξει στο Δικαστήριο τις συνθήκες όχι μόνο παράδοσης της επιταγής προς τον Ανδρέα Κλεάνθους αλλά και ανάκλησης αυτής από την ίδια. Ήταν η θέση της, την οποία ανέφερε στο Δικαστήριο ότι την επιταγή αυτή την έδωσε στον Ανδρέα Κλεάνθους με σκοπό αυτός να της παραδώσει κάποια αρχαία αντικείμενα, αντίκες για τον κήπο της αλλά και για την συλλογή της. Επίσης ανέφερε κατά την μαρτυρία της ότι με τον Ανδρέα Κλεάνθους είχαν πολλές συναλλαγές και στο παρελθόν και πάντοτε λειτουργούσαν με αυτό τον τρόπο. Όταν όμως ο καιρός περνούσε και ο Ανδρέας Κλεάνθους δεν τηρούσε τη συμφωνία που είχαν κάνει, η ίδια ανησύχησε και αφού δεν τύγχανε οποιασδήποτε ενημέρωσης από τον τελευταίο, προέβη σε ανάκληση της επιταγής από την τράπεζα της. Ήταν επίσης η θέση της, ότι ο λόγος που προέβη σε ανάκληση της επιταγής ήταν η αθέτηση της συμφωνίας που είχε κάνει με τον Ανδρέα Κλεάνθους από τον ίδιο. Η Κατηγορούμενη ουδέποτε είχε σχέση, ούτε με τον Μ.Κ.1 ούτε με τον Μ.Κ.2., ο οποίος ανεγράφη τελικά επί της επιταγής ως δικαιούχος. Εν' όψει των ανωτέρω δέχομαι την μαρτυρία της Κατηγορούμενης ως αληθινή, αξιόπιστη και σαφή. Αν η ίδια υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις αλλά και σε κάποια σημεία με την μαρτυρία της δεν με έπεισε, αυτά δεν αφορούν ουσιώδη θέματα και δεν μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία της σε βαθμό που να απορρίψω την μαρτυρία της. Δέχομαι δηλαδή ότι η Κατηγορούμενη ακριβώς λόγω της συμπεριφοράς του Ανδρέα Κλεάνθους δηλαδή της αθέτησης της συμφωνίας που είχαν συνάψει μεταξύ τους, θεώρησε υπό τις περιστάσεις ορθότερο να δώσει τις σχετικές οδηγίες προς την τράπεζα της, οι οποίες κατατέθηκαν και σαν τεκμήριο στο Δικαστήριο. Συνεπεία της ανάκλησης της επιταγής από την Κατηγορούμενη ήταν η σύνταξη και η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης από τον παραπονούμενο. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική πτυχή και συμπεράσματα. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton ν. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 και Sener Erbekci ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοίζου (βλέπε πιο πάνω) επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97, καθορίζεται ότι εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη. Όπως έχει προαναφερθεί η Κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της ανάκλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Το εν λόγω αδίκημα διέπεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων το οποίο προνοεί τα εξής: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από τον ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10,000,00) ή και στις δυο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον Κατηγορούμενο εφόσον κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο Κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής». Το πρώτο συστατικό στοιχείο του πιο πάνω αδικήματος είναι η έκδοση επιταγής. Το ότι το τεκμήριο 1 είναι επιταγή εντός της έννοιας του νόμου δεν έχει αμφισβητηθεί. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά και ουσιώδη γνωρίσματα που θα πρέπει να διαθέτει ένα έγγραφο για να θεωρείται επιταγή σύμφωνα με το άρθρο 74Γ
(6)του Κεφ. 262 καθότι υπάρχει σ' αυτό ο αύξων αριθμός επιταγής, το όνομα του πιστωτικού οργανισμού που διαθέτει το λογαριασμό στον οποίον θα χρεωνόταν η επιταγή, ο αριθμός λογαριασμού της Κατηγορούμενης καθώς και το ποσό της επιταγής το οποίο έχει αναγραφεί από την Κατηγορούμενη. Είναι άνευ σημασίας ότι η επιταγή συμπληρώθηκε με μεταχρονολογημένη ημερομηνία. Ο ορισμός πλέον της επιταγής ο οποίος εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα με το Ν. 164(Ι)/03καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από τον ορισμό της επιταγής που παρέχεται μέσα από το άρθρο 4 του Κεφ. 154 αλλά και από την νομολογία η οποία ξεκαθάρισε το θέμα αυτό. Σχετική επ' αυτού είναι η υπόθεση Eurofreight Logistics Ltd ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ.29. Είναι κοινή παραδεκτή θέση ότι η Κατηγορούμενη συμπλήρωσε την ημερομηνία στην επιταγή καθώς και το ποσό σ' αυτή τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς αλλά άφησε κενό το χώρο που αφορά το όνομα του δικαιούχου. Μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία αποδείχτηκε πως ο παραπονούμενος σημείωσε το όνομα του στη θέση του δικαιούχου όταν ο Μ.Κ.1 του παρέδωσε την επίδικη επιταγή. Σε σχέση με το θέμα αυτό παραπέμπω στον ορισμό επιταγή που παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο Κεφ. 154 (άρθρο 4) που αποτελεί την κατ΄εξοχήν νομοθεσία η οποία ρυθμίζει και προδιαγράφει τα όρια διάπραξης του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη μπορεί να μην γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή προοριζόταν για τρίτο άτομο. Στοιχεία όμως όπως η μη μετατροπή της επίδικης επιταγής σε μη μεταβιβάσιμο έγγραφο, το να μη συμπληρώσει η ίδια όλα τα στοιχεία της επίδικης επιταγής αλλά και η μη καταγγελία στην αστυνομία για κλοπή της είναι παράγοντες που συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη έδωσε εν λευκώ εξουσιοδότηση στον Ανδρέα Κλεάνθους και αυτός με τη σειρά του στον Μ.Κ.1 και στην συνέχεια στον Μ.Κ.2 χωρίς να σημειώσει το όνομα του ως δικαιούχου στην επίδικη επιταγή στα πλαίσια εξόφλησης του χρέους. Δεν είναι απαραίτητο τέτοια εξουσιοδότηση να δίδεται γραπτώς. Τέτοια εξουσιοδότηση δύναται να προκύψει μέσα από λέξεις, στάση και συμπεριφορά. Το Δικαστήριο συνεπώς κρίνει ότι η συμπλήρωση της επίδικης επιταγής δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Κεφ. 154. Το θέμα της συμπλήρωσης δεν εμποδίζει από το να θεωρείται η επίδικη επιταγή εκδομένη εντός της έννοιας του νόμου. Ούτε και την καθιστά άκυρη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το Δικαστήριο κρίνει και αποδέχεται ότι η Κατηγορούμενη έκδωσε μια καθ΄ όλα έγκυρη επιταγή η οποία δόθηκε στον παραπονούμενο μέσω του Μ.Κ.1. Επομένως το πρώτο συστατικό στοιχείο του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154 πληρείται. Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο ήτοι αυτό της πρόκλησης μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, αρκεί να αναφέρω ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι η Κατηγορούμενη προχώρησε και έδωσε γραπτές οδηγίες στην τράπεζα για ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής υπογράφοντας σχετικό έντυπο. Εξάλλου αυτό αποδεικνύεται και από σχετική τραπεζική σφραγίδα η οποία υπάρχει στο τεκμήριο 1 και αποκαλύπτει την ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής από την Κατηγορούμενη ως εκδότη της φέροντας ταυτόχρονα και την υπογραφή του αρμόδιου τραπεζικού υπαλλήλου. Η δε σφραγίδα αυτή σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Συνεπώς τεκμηριώνεται και αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με το τρίτο συστατικό στοιχείο παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη προχώρησε σε ανάκληση της επίδικης επιταγής. Κατά συνέπεια στοιχειοθετείται και το τελευταίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αυτού. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής. Εμμέσως πλην σαφώς η Κατηγορούμενη αμφισβητεί κάτι τέτοιο αφού προέβαλε τη θέση ότι η επιταγή εκδόθηκε μόνο για να εκπληρωθεί η συμβατική σχέση που είχε η ίδια με τον Ανδρέα Κλεάνθους και σε καμία περίπτωση δεν είχε σχέση ούτε με τον Μ.Κ.1 αλλά ούτε και με τον Μ.Κ.2. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1 Α.Α.Δ 296, τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29 παράγραφος 1 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος επί επιταγής εξετάστηκαν σε πάρα πολλές υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου εις τις οποίες επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη
(1999)2 Α.Α.Δ 102, ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής μέσα στην έννοια του νόμου δηλαδή, το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Τομάζου ν. Σαββίδη, Ποιν. Έφ. 181/07 ημερ. 21.12.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούμενη έκδωσε υπέγραψε και έδωσε την επίδικη επιταγή στον Ανδρέα Κλεάνθους με τον οποίο είχαν συμφωνήσει να της φέρει αρχαία αντικείμενα αντίκες. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη συμπλήρωσε μεταχρονολογημένη ημερομηνία στην εν λόγω επιταγή καθώς και το ποσό τόσο ολογράφως όσο και αριθμητικώς. Αυτή η επιταγή κατέληξε με τον τρόπο που αναφέρθηκε πιο πάνω στον Μ.Κ.
  2. Στην βάση αυτών το Δικαστήριο καταλήγει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι δόθηκε αξία σε αυτήν με τον παραπονούμενο να διαθέτει αγώγιμο δικαίωμα. Κάτω από αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο βρίσκει και αποδέχεται ότι ο παραπονούμενος είναι νομιμοποιημένος κομιστής της επίδικης επιταγής εντός της έννοιας του άρθρου 29
(1)(Β) του Κεφ. 262, αφού νομίμως το τεκμήριο 1 περιήλθε στην κατοχή του. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Από τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό εκδίκαση αδικήματος πληρούνται, τότε το βάρος ύπαρξης της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» όπως αυτή παρέχεται μέσα από το άρθρο 305Α
(2)πέφτει στους ώμους της Κατηγορουμένης, η οποία καλείται να αποδείξει με την προσκόμιση μαρτυρίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τι συνιστά «εύλογη αιτία» στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd ν. Χρήστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another ν. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε, ότι η ίδια φράση είχε στην Αγγλική νομολογία συσχετισθεί με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην Αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honesty» (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2)ότι δηλαδή πρέπει ο Κατηγορούμενος να δείξει, ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά, έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του Εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδάφιο 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση είναι θέση της υπεράσπισης ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια της Κατηγορούμενης να ανακαλέσει την πληρωμή της επίδικης επιταγής προβάλλοντας ως λόγο ανάκλησης την αθέτηση συμφωνίας από τον Ανδρέα Κλεάνθους. Το Δικαστήριο αποδέχτηκε τη δικαιολογία αυτή για τους λόγους που αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης. Ωστόσο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο πραγματικός λόγος που η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε είναι επειδή ο Ανδρέας Κλεάνθους αθέτησε την υπόσχεση που έδωσε στην Κατηγορούμενη ότι θα της έφερνε αρχαία αντικείμενα-αντίκες. Αυτό όπως αναφέρθηκε πιο πάνω επαληθεύεται από το τεκμήριο 2 το οποίο αναφέρει «αθέτηση συμφωνίας». Εξετάζοντας τον πραγματικό λόγο ανάκλησης κάτω από τον μανδύα των περιστατικών και γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι αυτός αποτελεί εύλογη αιτία πρόκλησης της μη εξόφλησης της επίδικης επιταγής. Το ότι ο Ανδρέας Κλεάνθους δεν τήρησε την υπόσχεση που έδωσε στην Κατηγορούμενη της έδινε το δικαίωμα να προκαλέσει την μη εξόφληση της επίδικης επιταγής. Έχω πειστεί ότι η Κατηγορούμενη πίστευε ειλικρινά ότι είχε δικαίωμα να προβεί σε ανάκληση της επιταγής. Η πεποίθηση του πέραν του ότι ήταν ειλικρινής ήταν και εύλογη με βάση τα γεγονότα και την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και συνθέτουν την υπόθεση. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η Κατηγορούμενη απέδειξε με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων εύλογη αιτία για την ανάκληση της εν λόγω επιταγής. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της Κατηγορούμενης με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε. Από την άλλη όμως, η ενέργεια της Κατηγορούμενης να ανακαλέσει την πληρωμή του τεκμηρίου 1, κρίνεται καλόπιστη και ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούμενη απέδειξε επιτυχώς στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την ύπαρξη εύλογης αιτίας σύμφωνα με την οποίαν η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε μετά που η ίδια έδωσε οδηγίες στην τράπεζα επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, ήτοι του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως Κύπρου (Σ.Τ.Ε.Λ.Μ.Ε.Κ.). Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την υπόθεση αυτή όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούμενης και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής. (Υπ.) ........... Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη,Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.