← Κύπρος

Έπαρχος Πάφου ν. Χαράλαμπου Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 11863/11, 4/12/2012

Έπαρχος Πάφου ν. Χαράλαμπου Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 11863/11, 4/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11863/11 Έπαρχος Πάφου Κατηγορούσα αρχή εναντίον Χαράλαμπου Νικολάου Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4/12/2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στεφανία Φλωράκη Για τον κατηγορούμενο: κος Νεοκλής Ε. Νεοκλέους Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανυπακοής ή παράλειψης συμμόρφωσης σε Διάταγμα του Δικαστηρίου, κατά παράβαση του άρθρου 2, 3, 20

(1)
(2),
(3),
(4)και
(5)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96 και των τροποποιητικών αυτού Νόμων, των άρθρων 2, 3, 7, 83 και 84 (α) του περί Δήμων Νόμου (Ν. 111/85) και των τροποποιητικών αυτού νόμων και του Ν. 166/
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος από τον Αύγουστο του 2010 και μέχρι σήμερα στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου παρέλειψε να συμμορφωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/6/2010 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12313/2008 Ε.Δ. Πάφου και το οποίο διέτασσε την κατεδάφιση της παράνομης οικοδομής, ήτοι της κατοικίας που ανηγέρθηκε εντός του τεμαχίου με αρ. τεμ. 99 Φ./Σχ. 46/26 που βρίσκεται στο παλιό χωριό Πενταλιά της Επαρχίας Πάφου, με αναστολή εκτέλεσης δύο μηνών. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, δήλωσε ως παραδεχτά γεγονότα και έγγραφα με τα οποία συμφώνησε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, τα πιο κάτω: Α) Η κατοικία που αναφέρεται στο διάταγμα - τεκμήριο 2 - δεν έχει κατεδαφιστεί. Β) Η κατοικία που αναφέρεται στο διάταγμα - τεκμήριο 2 - ανήκει στον κατηγορούμενο . Σύμφωνα με τα τεκμήρια 1 έως 8 τα οποία κατατέθηκαν και που αμφότερες οι πλευρές αποδέχτηκαν και την αλήθεια του περιεχόμενου τους, ο κατηγορούμενος διατάχθηκε στις 28/6/2010 στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12313/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όπως κατεδαφίσει την οικία που βρίσκεται στο τεμάχιο 99, Φ/Σχ 46/26 στην παλιά κοινότητα Πενταλιάς, Επαρχίας Πάφου, εντός 2 μηνών από τις 28/6/2010, εκτός εάν στο μεταξύ εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Επίσης το Υπουργικό Συμβούλιο σε συνεδρία του στις 21/12/1994 αποφάσισε την μετακίνηση του χωριού Πενταλιά και όπως γίνουν οι αναγκαίες διευθετήσεις, επειδή καθίστατο επικίνδυνο ένεκα εδαφολογικών προβλημάτων και ασταθειών, ελλοχεύοντας ο κίνδυνος κατάρρευσης κτηρίων. Ο κατηγορούμενος απέστειλε στις 10/12/2008 επιστολή στον Έπαρχο Πάφου με την οποία ζητούσε άδεια επιδιόρθωσης της κατοικίας του στο πιο πάνω αναφερόμενο τεμάχιο, και ο Έπαρχος με απαντητική του επιστολή ημερομηνίας 14/5/2009, απέρριψε το αίτημα επειδή η κατοικία που υπήρχε στο πιο πάνω τεμάχιο δεν ήταν παλιά αλλά μια καινούργια λυόμενη για την οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση για εξασφάλιση άδειας. Επίσης ο Έπαρχος Πάφου με επιστολή του ημερομηνίας 27/9/2010 κάλεσε τον κατηγορούμενο όπως εντός ενός μηνός συμμορφωθεί με το πιο πάνω αναφερόμενο διάταγμα κατεδάφισης. Επίσης ο κατηγορούμενος με επιστολή του ημερομηνίας 12/10/2010 δια μέσου των δικηγόρων Ηλία & Ηλία Δ.Ε.Π.Ε. προς την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, ζήτησε την αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος λόγω της εκκρεμοδικίας της προσφυγής με αριθμό 98/10 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι σε θέση να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια προς εκτέλεση του εκδοθέντος διατάγματος διότι στερείται οικονομικών πόρων και εναλλακτικής κατοικίας η οποία να εξυπηρετεί τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε η κα Μαρία Θεμιστοκλέους. Στην γραπτή της δήλωση - τεκμήριο 10 - η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και κατέχει την θέση της βοηθού Επαρχιακού Επόπτη και ανάμεσα σε άλλες περιοχές της Πάφου τις οποίες έχει υπό την εποπτεία της, βρίσκεται και η κοινότητα Πενταλιά της Επαρχίας Πάφου. Ανάμεσα στα καθήκοντα της περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων, ο έλεγχος σε περιοχές που έχει υπό την εποπτεία της για παράνομες οικοδομές οι οποίες ανηγέρθηκαν ή ανεγείρονται, όπως επίσης και ο έλεγχος κάθε νέας οικοδομής που ανεγείρεται για το εάν αυτή ανεγείρεται μετά από την έκδοση των σχετικών αδειών που προβλέπει ο νόμος ή όχι. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και επίσης αντλεί πληροφορίες και από τους δύο σχετικούς φακέλλους που διατηρεί η Επαρχιακή Διοίκηση με αρ. Δ.Υ.Π 86/08 και Δ.Υπ. 18/
  2. Ο πρώτος αφορά την ποινική υπόθεση με αριθμό 12313/08 η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του ιδίου κατηγορουμένου για ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια και ο δεύτερος την παρούσα ποινική υπόθεση. Τον πρώτο φάκελλο άνοιξε και ενημέρωνε ο κ. Γιάννης Κωνσταντίνου ο οποίος ήταν βοηθός επαρχιακός επόπτης, αρμόδιος για την κοινότητα Πενταλιά κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τον δεύτερο φάκελλο άνοιξε και ενημέρωσε η κα Στέλλα Δαμιανού, βοηθός επαρχιακός επόπτης, η οποία βρίσκεται εκτός υπηρεσίας με άδεια ασθενείας λόγω εγκυμοσύνης και η μάρτυρας την αντικαθιστά. Εξετάζοντας τον πρώτο φάκελλο, η μάρτυρας διαπιστώνει το ιστορικό που προηγήθηκε της έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε στην παρουσία του κατηγορουμένου και έλαβε γνώση αυτού. Ο κατηγορούμενος από τις 29/8/2010, ημέρα κατά την οποία έληξε η περίοδος αναστολής της εκτέλεσης του Διατάγματος κατεδάφισης μέχρι σήμερα παρέλειψε να συμμορφωθεί με αυτό. Συγκεκριμένα η οικοδομή, ήτοι η κατοικία, την οποία ο κατηγορούμενος είχε ανεγείρει από τον Αύγουστο του 2008, εξακολουθεί να υφίσταται στο πιο πάνω τεμάχιο. Το γεγονός αυτό, η μάρτυρας το γνωρίζει ύστερα από μελέτη του δεύτερου σχετικού φακέλλου της υπηρεσίας της όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και από σημειώσεις της κας Δαμιανού, η κα Δαμιανού επισκέφθηκε προσωπικά την Πενταλιά για πρώτη φορά στις 23/6/2011 και έβγαλε φωτογραφίες της κατοικίας την οποία και περιέγραψε. Τελευταία φορά που η κα Δαμιανού επισκέφθηκε την Πενταλιά ήταν σύμφωνα με τις σημειώσεις της επί του σχετικού φακέλλου την Κυριακή 22/4/2012 όπου και σημειώνει ότι η κατοικία εξακολουθεί να υφίσταται στο πιο πάνω τεμάχιο και στην ίδια κατάσταση ως ήταν και στις 23/6/
  3. Η μάρτυρας ανέφερε ότι έχει και προσωπική γνώση για τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, διότι στις 3/10/2012 επισκέφθηκε προσωπικά την Πενταλιά υπό την ιδιότητα της ως βοηθός επαρχιακός επόπτης της κοινότητας και διαπίσωσε ότι η πιο πάνω κατοικία βρίσκεται εντός του εν λόγω τεμαχίου στην ίδια κατάσταση και έβγαλε και η ίδια σχετικές φωτογραφίες, αναφέροντας ότι αν συγκριθούν οι φωτογραφίες της κας Δαμιανού με αυτές της ιδίας, προκύπτει ότι πρόκειται για την ίδια οικοδομή, ως επίσης είναι η ίδια οικοδομή που φωτογράφησε ο κ. Κωνσταντίνου. Η μάρτυρας ανέφερε ότι από έρευνα που διενήργησε προσωπικά στα αρχεία της υπηρεσίας της, διαπίστωσε ότι μέχρι σήμερα ο κατηγορούμενος δεν έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής από τον Έπαρχο Πάφου η οποία να καλύπτει την κατοικία που αναφέρεται στο πιο πάνω διάταγμα και ούτε δύναται να εξασφαλίσει στο μέλλον διότι σύμφωνα με την Υπουργική απόφαση 41948 ημερομηνίας 21/12/1994, αποφασίστηκε η μεταστέγαση της κοινότητας Πενταλιάς λόγω σοβαρών κατολισθήσεων και αστάθειας του εδάφους που εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των κατοίκων και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε οικοδομική ανάπτυξη στην εν λόγω κοινότητα. Από περαιτέρω έρευνα που έκανε η μάρτυρας στον πρώτο φάκελλο, διαπίστωσε σχετική αλληλογραφία όπως περιγράφηκε πιο πάνω με ημερομηνίες 10/12/2008 και 14/5/
  4. Η μάρτυρας θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει σκοπό να κατεδαφίσει την εν λόγω κατοικία και είναι από πρόθεση και έχοντας πλήρη επίγνωση που συνεχίζει να παρακούει το πιο πάνω διάταγμα και αυτό το συμπεραίνει από διάφορα διαβήματα που ο κατηγορούμενος έχει κάνει και πιο συγκεκριμένα: Α) ο κατηγορούμενος θεωρεί άδικη και διαφωνεί με την Υπουργική απόφαση 41948 ημερομηνίας 21/12/1994 για μετακίνηση της κοινότητας Πενταλιάς και προς τούτο έχει καταχωρήσει μαζί με άλλους 31 απόδημους κατοίκους της κοινότητας την προσφυγή 98/2010 η οποία είναι ορισμένη για διευκρινήσεις στις 4/12/2012, ως έλαβε πληροφόρηση από δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση. Β) ο κατηγορούμενος έχει κάνει διαβήματα στον Γενικό Εισαγγελέα για να καταχωρήσει αναστολή της παρούσας ποινικής δίωξης. Γ) Από τις 13/7/2009, ένα χρόνο πριν εκδοθεί το Διάταγμα, έχει δημοσιευθεί άρθρο στην εφημερίδα <<Σημερινή>> με συνέντευξη του κατηγορουμένου, στο οποίο φαίνονται όλες οι απόψεις του κατηγορουμένου για την παρούσα υπόθεση και η πρόθεση του να παρακούσει σε οποιοδήποτε Διάταγμα τυχόν εκδίδετο για κατεδάφιση της κατοικίας, δεδομένης της αδικίας που νιώθει. Συνεχίζοντας προφορικά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι λόγω εσφαλμένης αντίληψης και ένεκα του τεκμηρίου 8 νόμιζε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριλαμβανόταν στους αιτητές στην πιο πάνω προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πράγμα που δεν συμβαίνει. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι τον κατηγορούμενο δεν τον γνωρίζει προσωπικά και είδε τον κατηγορούμενο για πρώτη φορά, την ημέρα που κατέθετε την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, ήτοι στις 16/10/
  5. Όταν ερωτήθηκε εάν γνωρίζει προσωπικά ότι ο κατηγορούμενος από πρόθεση παρακούει το διάταγμα, ανέφερε ότι αυτό το γνωρίζει μέσα από την μελέτη του φακέλλου. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο η μάρτυρας θεωρεί ηθελημένη παρακοή το γεγονός ότι εκκρεμεί η σχετική προσφυγή και επειδή ο κατηγορούμενος θεωρεί άδικη την υπουργική απόφαση, εξέφρασε την πίστη ότι ο κατηγορούμενος ηθελημένα παρακούει διότι θέλει να δείξει ότι δικαιούται να κτίσει, ενώ δεν δικαιούται να κτίσει και ούτε πρόκειται ο κατηγορούμενος να πάρει σχετική άδεια με βάση την υπουργική απόφαση. Η μάρτυρας απάντησε επίσης θετικά σε ερώτηση κατά πόσο θεωρεί ότι ο κατηγορούμενος ηθελημένα παρακούει το διάταγμα επειδή προσέφυγε στον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της παρούσας ποινικής διώξης, ως επίσης απάντησε θετικά σε υποβληθείσα ερώτηση αν θεωρεί ηθελημένη παρακοή το ότι ένα χρόνο πριν την έκδοση του Διατάγματος ο κατηγορούμενος εξέφρασε τις απόψεις του σε ένα ρεπορτάζ. Θετικά επίσης απάντησε σε υποβληθεία θέση ότι ο κατηγορούμενος ηθελημένα παρακούει το διάταγμα επειδή λόγω του αιτήματος του να τύχει αναστολής εκτέλεσης του Διατάγματος ένεκα της εκκρεμοδικίας της πιο πάνω προσφυγής η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  6. Η ίδια δεν έχει ρωτήσει καμιά φορά τηλεφωνικώς ή με γράμμα τον κατηγορούμενο γιατί παρακούει το Διάταγμα έτσι ώστε να της απαντήσει ότι δεν θα κατεδαφίσει την κατοικία. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι τα συμπεράσματα της περί ηθελημένης παρακοής του Διατάγματος είναι αυθαίρετα και δεν δείχνουν πρόθεση, διαφώνησε, λέγοντας ότι ακόμα και να εκδοθεί αναιρετική απόφαση ως προς την υπουργική απόφαση, και πάλι δεν υπάρχει άδεια οικοδομής. Ερωτώμενη επί του τεκμηρίου 9 και κατά πόσο είναι σίγουρη εάν τα λόγια που αναγράφονται ανήκουν στον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι υπάρχουν αποσιωποιητικά αλλά δεν ήταν παρούσα στην συνέντευξη στην οποία φαίνεται ότι μεταφέρονται αυτούσια τα λόγια του κατηγορουμένου. Σε υποβλήθείσα θέση ότι ο κατηγορούμενος εξέφρασε στην δημοσιογράφο το γεγονός ότι δεν του δίδεται άδεια, απάντησε ότι η δημοσιογράφος έπρεπε να προσέχει τι γράφει, επαναλαμβάνοντας ταυτόχρονα το ότι δεν πρόκειται να εκδοθεί τέτοια άδεια. Σε υποβληθείσα θέση ότι το περιεχόμενο της συνέντευξης - τεκμήριο 9 - δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα επειδή δεν ελέχθησαν τα λόγια από τον κατηγορούμενο προς την δημοσιογράφο, απάντησε ότι είτε θα έπρεπε να υπάρχει η ανάλογη απάντηση, είτε να ελεγχθεί από πριν το δημοσίευμα. Ανέφερε επίσης ότι δεν φαίνεται οποιαδήποτε επιστολή του κατηγορούμενου προς τον Έπαρχο ή την ίδια ότι δεν έχει πρόθεση ο κατηγορούμενος να μην συμμορφωθεί. Γνωρίζει μέσα από τους φακέλλους ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε επαφές με τον Έπαρχο και δεν έγινε κάτι τέτοιο διότι δεν μπορεί το κτίσμα να νομιμοποιηθεί, αν και σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας ανέφερε ότι αυτό το ξέρει από προσωπική της γνώση. Ανέφερε επίσης ότι φαίνεται δια μέσου του τεκμηρίου 7 ότι ο κατηγορούμενος έχει πρόθεση να μην συμμορφωθεί με το Διάταγμα, επειδή δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 27/9/2010 - τεκμήριο 7 - δια της οποίας του διδόταν ένας μήνας προθεσμία για συμμόρφωση με το Διάταγμα. Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ζήτησε προσωπική συνέντευξη με τον κατηγορούμενο και ότι σύμφωνα με τις εκθέσεις άλλων συναδέλφων της, φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί. Κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό το τεκμήριο 12 το οποίο είναι προγενέστερο του τεκμηρίου 7 διότι φέρει ημερομηνία 13/9/2010 και εκείνην την περίοδο δεν ήταν η μάρτυρας υπεύθυνη για την κοινότητα. Ερωτώμενη τι έχει να προσθέσει το τεκμήριο 12, ανέφερε ότι δεν υπάρχει πρόθεση και αποστέλλεται σχετική επιστολή όπως αναφέρει η κα Χριστοδούλου. Ερωτήθηκε κατά πόσο η κα Χριστοδούλου προέβη σε επιτόπια εξέταση, ανέφερε ότι δεν φαίνεται αλλά πιθανόν να έγινε, χωρίς να είναι σε θέση να απαντήσει σε σχετική υποβληθείσα θέση περί του αντιθέτου. Επανεξεταζόμενη, δίνοντας την δική της ερμηνεία επί του τεκμηρίου 8, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος όταν έλαβε το τεκμήριο 7, προσέφυγε στους δικηγόρους για να ζητήσει όπως μην προχωρήσει η ποινική δίωξη εναντίον του. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Χριστιάνα Χριστοδούλου. Ανέφερε ότι είναι Βοηθός Επαρχιακός Επόπτης στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου και ως προς τα καθήκοντα της έχει υπό την εποπτεία της την περιοχή Κελλοκεδάρων και που είναι 19 χωριά, ελέγχει παράπονα, αιτήματα πολιτών κοινοτικών συμβουλίων και παράνομες οικοδομές. Τον Σεπτέμβριο του 2010 ήταν Βοηθός Επαρχιακός Επόπτης στο διαμέρισμα/χωριό, ένα εκ των οποίων ήταν και η Πενταλιά και είχε τα ίδια καθήκοντα. Αναγνώρισε το τεκμήριο 12 ως συνταχθέν από αυτήν, λέγοντας ότι προέβη σε επιτόπια εξέταση 1 με 2 μέρες πριν από την σύνταξη του. Εξέλαβε το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί με το Διάταγμα, διότι προτού ληφθούν δικαστικά μέτρα για παρακοή διατάγματος, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο για να διαπιστώσει εάν είχε πρόθεση να συμμορφωθεί. Όταν μίλησε με τον κατηγορούμενο, της ανέφερε και χωρίς να θυμάται τα ακριβή λόγια, πως δεν θα προέβαινε στην κατεδάφιση της οικίας λόγω του ότι εκκρεμούσε η εκδίκαση της προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο με σκοπό να προσβάλουν την υπουργική απόφαση για μετακίνηση του χωριού Πενταλιάς και έτσι συμπέρανε ότι δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί. Μετά από αυτήν την επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο, η ίδια επικοινώνησε με τον δικηγόρο του κατηγορουμένου κ. Ηλία Ηλία τον οποίο έμαθε τόσο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και από τον φάκελλο, αν μπορούσε να την προμηθεύσει με την σχετική προσφυγή. Όταν έλαβε το αντίγραφο της προσφυγής, η μάρτυρας έκανε εισήγηση στον φάκελλο προς τον Βοηθό Έπαρχο όπως δώσουν προθεσμία μέχρι να εκδικαστεί η προσφυγή και να μην λάβουν δικαστικά μέτρα μέχρι να εκδικαστεί. Η μάρτυρας κατέθεσε τα τεκμήρια 13 και 14 τα οποία και ανέλυσε. Η μάρτυρας ανέφερε ότι προτού αποφασίσει την λήψη ή εισηγηθεί την λήψη δικαστικού μέτρου μιας δυσμενούς απόφασης εναντίον κάποιου πολίτη, όπως είναι και η παρούσα, παίρνει τηλέφωνο προηγουμένως τον παράνομο, κατά την έκφραση της, για να δει εάν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί. Εάν διαπιστώσει ότι έχει πρόθεση για συμμόρφωση, τότε εισηγείται να του δοθεί χρόνος για συμμόρφωση και τις περισσότερες φορές οι εισηγήσεις της εισακούονται. Η ίδια διαπιστώνει ότι υπάρχει πρόθεση για συμμόρφωση όταν ζητούν προθεσμία 1 - 2 μήνες λόγω προβλημάτων οικονομικών ή υγείας. Η μάρτυρας απαλλάγηκε από τα καθήκοντα της στην Πενταλιά στα τέλη Νοεμβρίου
  7. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι εισηγήθηκε παράταση συμμόρφωσης προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, αλλά το συμπέρασμα της ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν έδειξε πρόθεση για συμμόρφωση, αλλά η πρόθεση του ήταν να εκδικαστεί πρώτα η προσφυγή και μετά να δει ανάλογα με το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Εισηγήθηκε μεν την παράταση, αλλά ο κατηγορούμενος, χωρίς να θυμάται τα ακριβή λόγια του, δεν είχε πρόθεση να κατεδαφίσει την οικία διότι ήθελε να δει το αποτέλεσμα της προσφυγής. Δεν θυμόταν η μάρτυρας αν τηλεφώνησε στο κινητό ή σταθερό τηλέφωνο του κατηγορουμένου και εξ΄ όσων γνωρίζει από τα στοιχεία του φακέλλου, ο κατηγορούμενος διαμένει στην Λεμεσό. Έχει δει, διαβάσει και καταλάβει το τεκμήριο 8, το οποίο παρέλαβε μετά την επιτόπια εξέταση και διαβάζοντας το τεκμήριο 8, αντιλαμβάνεται ότι ο δικηγόρος ζητά αναστολή των μέτρων μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής, όπως της ζήτησε και ο κατηγορούμενος από το τηλέφωνο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου λέγοντας απλά ότι είναι αθώος και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση που διέπει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, είναι αυτή του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από το λεκτικό του άρθρου 20
(5)του Κεφ. 96 είναι τα ακόλουθα: 1. Η ύπαρξη διατάγματος, που εκδόθηκε, δυνάμει των εδαφίων
(3)ή (3Α) του άρθρου 20 του Κεφ. 96 και
  1. Η ανυπακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Για να επιτύχει η κατηγορούσα αρχή την στοιχειοθέτηση του δεύτερου συστατικού στοιχείου του αδικήματος θα πρέπει να αποδείξει:
  2. Ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του διατάγματος και
  3. Ότι με πρόθεση το καταστρατήγησε, δηλ. να αποδείξει την ένοχη διάνοια του (mens rea). Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι αναφορικά με το αδίκημα της παρακοής διατάγματος δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί η παρακοή ή η παράλειψη συμμόρφωσης αλλά πρέπει να αποδειχθεί και ότι αυτή ήταν ηθελημένη (βλ. Δήμος Έγκωμης ν. Πέτρου
(1997)2 ΑΑΔ 70). Στη Δήμος Έγκωμης v. Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris and Another ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του Καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση , κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της ανώμοτης δηλωσης, το ούτως ή άλλως καθήκον της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης αλλά και της απουσίας προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους της υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν δύναται να προσδώσει στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου οποιαδήποτε βαρύτητα. Στην παρούσα υπόθεση, αυτό που καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να αποφασίσει, είναι κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία, το συστατικό στοιχείο του αδικήματος και που είναι η ηθελημένη παρακοή του Δικαστικού Διατάγματος. Όλα τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως αναφέρθησαν και πιο πάνω, είναι παραδεχτά με βάση τα παραδεχτά γεγονότα και έγγραφα που αναγράφησαν πιο πάνω. Επίσης θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η εκκρεμοδικία της προσφυγής με αριθμό 98/10 στην οποία ο κατηγορούμενος δεν είναι αιτητής, αν δικαιολογεί την μη συμμόρφωση του κατηγορουμένου με το Δικαστικό Διάταγμα και κατά πόσο η πρόθεση συμμόρφωσης του κατηγορουμένου εξαρτάται ή συνδέεται με την παράταση που δίδει οποιαδήποτε αρχή για να συμμορφωθεί με αυτό. Σε αυτήν λοιπόν την βάση, το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τις μαρτυρίες αμφοτέρων των μαρτύρων κατηγορίας, για να εξάξει το Δικαστήριο τα δικά του συμπεράσματα. Αμφότερες οι μάρτυρες κατηγορίας άφησαν θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Διέκρινα μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι οι μάρτυρες δεν ήταν προκατειλημμένες και ούτε επεδίωκαν πάση θυσία την καταδίκη του κατηγορουμένου. Απαντούσαν με ευθύτητα, αμεσότητα και με πηγαίο τρόπο και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια τους να βοηθήσουν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής προσφεύγοντας στην υπερβολή, στην ασάφεια ή στο ψεύδος. Δεν έχουν περιπέσει σε αντιφάσεις, η αξιοπιστία τους δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, παρέθεσαν με σαφήνεια και πληρότητα όσα γεγονότα περιήλθαν στην γνώση τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και αποκάλυπταν την πηγή των γνώσεων τους όταν αυτό δεν ήταν προιόν της άμεσης εμπλοκής τους. Το Δικαστήριο αποδέχεται τις μαρτυρίες τους στο σύνολο τους, με μερικές εξαιρέσεις ως προς τα συμπεράσματα τους αναφορικά με την πρόθεση του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί με το Δικαστικό Διάταγμα, το Δικαστήριο θα δεχθεί μέρος μόνο της μαρτυρίας τους για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση - συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί με το Δικαστικό Διάταγμα με μόνο το γεγονός ότι αποτάθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης. Ο λόγος είναι βεβαίως προφανής. Από την στιγμή που δεν ελέγχεται Δικαστικά η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για αναστολή ή όχι μιας ποινικής δίωξης, δεν πρέπει να υπάρξει οποιοδήποτε συμπέρασμα και μάλιστα εις βάρος ενός κατηγορουμένου για την ενέργεια του να αποταθεί στον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής δίωξης και την αρνητική απάντηση από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ούτως η άλλως η αναστολή ποινικής δίωξης δεν σημαίνει ότι αθωώνεται ο κατηγορούμενος και ούτως αποκλείει την κατηγορούσα αρχή από του να επανέλθει με νέα ποινική δίωξη. Επίσης το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση - συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί με το Δικαστικό Διάταγμα με βάση το περιεχόμενο του δημοσιεύματος - τεκμήριο
  2. Και εδώ ο λόγος είναι προφανής. Το επίδικο δημοσίευμα είναι προγενέστερο της έκδοσης του επίδικου Δικαστικού Διατάγματος και συνεπώς εκτός αντικειμένου και ουσιώδη χρόνου. Το χρονικό σημείο που θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο ο κατηγορουμένος ηθελημένα δεν συμμορφώθηκε με αυτό, είναι από την ημέρα που έληξε η αναστολή εκτέλεσης του Δικαστικού Διατάγματος, ήτοι από τις 29/8/2010 και εντεύθεν. Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο αισθάνεται την ανάγκη, να τονίσει προς πάσα κατεύθυνση, είτε αυτή είναι η δημόσια διοίκηση, είτε είναι η κοινωνία εν γένει, ότι οποιαδήποτε αναστολή στην εκτέλεση Δικαστικών Διαταγμάτων, είτε παράταση συμμόρφωσης με Δικαστικές αποφάσεις ή Διατάγματα, δίδονται αποκλειστικά από την ίδια την ανεξάρτητη και αμερόληπτη Δικαστική Εξουσία και μόνο. Συνεπώς η πρόθεση συμμόρφωσης ή όχι με Δικαστικό Διάταγμα κρίνεται αυτοτελώς και όχι κατά το δοκούν, σκοπούς, κριτήρια, εκτιμήσεις ή επιθυμίες της διοίκησης ή των καλουμένων προς συμμόρφωση ατόμων με Δικαστικά Διατάγματα. Διαφορετικά οι Δικαστικές Αποφάσεις δεν θα εφαρμόζονταν λόγω επιρροών άλλης εξουσίας προς την Δικαστική Εξουσία, κατά παράβαση της αρχής της τριπλής διάκρισης των εξουσιών, ως επίσης θα καθιστούσε την εφαρμογή των Δικαστικών Αποφάσεων αναποτελεσματική, με ολέθριες συνέπειες στην έννομη τάξη και κατ΄ επέκταση στην κοινωνία. Συνεπώς οι παρατάσεις που δίδονταν από την Επαρχιακή Διοίκηση προς τον κατηγορούμενο για συμμόρφωση πέραν από αυτήν που διδόταν με το επίδικο Δικαστικό Διάταγμα, ουδεμία αποδεικτική ή άλλη βαρύτητα έχουν. Δεν δύναται η δημόσια διοίκηση να επικαλείται την παρακοή ενός Δικαστικού Διατάγματος και να το βγάζει από την φαρέτρα των όπλων της για να επιδιώξει την τιμωρία του παρανομούντος, όταν αισθάνεται ότι πρέπει να διωχθεί, είτε να πράττει το αντίθετο δίδοντας παρατάσεις για συμμόρφωση. Οι παρατάσεις που δίδονται με αυτόν τον τρόπο, μόνο συνενοχή στην διάπραξη του αδικήματος της παρακοής διατάγματος μπορεί να σημαίνει και τίποτα άλλο, δείχνοντας έτσι την ανοχή στην ανυπακοή, αλλά και την υποτίμηση της προς την Δικαστική Εξουσία διότι θεωρεί το Δικαστικό Διάταγμα ως κτήμα της, πράγμα βεβαίως απαράδεχτο. Το Δικαστήριο όμως αποδέχεται την θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί με το Δικαστικό Διάταγμα, επειδή αναμένει το αποτέλεσμα της προσφυγής με αριθμό 98/
  3. Ο λόγος είναι πάλι προφανής. Το Δικαστικό Διάταγμα ημερομηνίας 28/6/2010 δεν αναστέλλεται με μόνη την καταχώρηση της πιο πάνω προσφυγής, διότι ο κατηγορούμενος δεν είναι καν αιτητής στην εν λόγω προσφυγή. Αλλά ακόμα και να ήταν αιτητής, το Δικαστικό Διάταγμα υπήρχε και έπρεπε να εφαρμοστεί διότι ήταν εκτελεστό και δεν δόθηκε οποιαδήποτε αναστολή από την Δικαστική Εξουσία. Ακόμα και να επιτύχει η πιο πάνω προσφυγή, ουδόλως καθιστά άνευ αντικειμένου το εν λόγω Δικαστικό Διάταγμα, διότι δεν έχει εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής, ως είναι το ξεκάθαρο λεκτικό του Δικαστικού Διατάγματος που επιτάσσει την κατεδάφιση της κατοικίας εκτός εάν εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής, πράγμα που δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, το Δικαστικό Διάταγμα ημερομηνίας 28/6/2010 και η ισχύς και εκτελεστότητα του, δεν εξαρτάται από την ανάκληση ή όχι της υπουργικής απόφασης, αλλά μόνο από την εξασφάλιση της άδειας οικοδομής και μόνο και για το χρονικό διάστημα που ορίζει το Δικαστικό Διάταγμα και μόνο. Ούτε δικαιολογεί την μη συμμόρφωση του κατηγορουμένου με το Δικαστικό Διάταγμα επειδή επιδιώκεται η ανάκληση της πιο πάνω υπουργικής απόφασης για μετακίνηση του χωριού Πενταλιά, διότι όλες οι πράξεις της διοίκησης τεκμαίρονται ότι είναι νόμιμες, φέρουσες το μαχητό τεκμήριο της νομιμότητας και συνεπώς μέχρι την ανάκληση τους είναι εφαρμοστέες εκτός ανακληθούν από την αρχή που την εξέδωσε ή ακυρωθούν ή ανασταλούν από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της Αναθεωρητικής του Δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Όπως φαίνεται επίσης μέσα από το τεκμήριο 8 το οποίο κατατέθηκε και για την αλήθεια του περιεχομένου του και η οποία επιστολή φέρει ημερομηνία 12/10/2010, δηλαδή ημερομηνία μετά την εκπνοή της αναστολής του Δικαστικού Διατάγματος και συνεπώς ο κατηγορούμενος όφειλε ήδη να συμμορφωθεί με αυτό, επικαλείται πέραν της εκκρεμοδικίας της προσφυγής 98/10, γεγονός το οποίο έχει ήδη αξιολογηθεί, και την οικονομική αδυναμία να συμμορφωθεί, ως επίσης και την μη εναλλακτική κατοικία. Από τα πιο πάνω, εξάγεται βεβαίως ένα και μόνο συμπέρασμα, ήτοι ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία πρόθεση να συμμορφωθεί με το Δικαστικό Διάταγμα. Δεν αποτελεί και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει η οικονομική αδυναμία δικαιολογία για να μην υπάρχει συμμόρφωση με Δικαστικά Διατάγματα, διότι αυτό θα οδηγούσε στο άτοπο αλλά και επικίνδυνο φαινόμενο να είναι υπόχρεοι προς συμμόρφωση μόνο οι οικονομικά ευκατάστατοι, έξω δηλαδή από κάθε έννοια και πνεύμα Δικαίου και κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Ο νόμος στην παρούσα περίπτωση δεν έχει εισάξει ως νόμιμη υπεράσπιση την οικονομική αδυναμία για να μην υπάρχει συμμόρφωση προς Δικαστικό Διάταγμα. Ούτε βεβαίως η απουσία εναλλακτικής κατοικίας μπορεί να αποτελέσει νόμιμη δικαιολογία για να μην υπάρχει συμμόρφωση με Δικαστικό Διάταγμα, διότι αυτό θα οδηγούσε σε επιβράβευση της παρανομίας και κατάφορη παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης εις βάρος των υπολοίπων που ανεγείρουν την κατοικία τους ή οποιαδήποτε άλλη οικοδομή μετά από εξασφάλιση της απαιτούμενης άδειας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα, αλλά και την αξιολογηθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Α) Ο κατηγορούμενος διατάχθηκε στις 28/6/2010 στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 12313/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όπως κατεδαφίσει την οικία που βρίσκεται στο τεμάχιο 99, Φ/Σχ 46/26 στην παλιά κοινότητα Πενταλιάς, Επαρχίας Πάφου, εντός 2 μηνών από τις 28/6/2010, εκτός εάν στο μεταξύ εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την έκδοση του Δικαστικού Διατάγματος και είχε γνώση αυτού. Η κατοικία που αναφέρεται στο Διάταγμα ανήκει στον κατηγορούμενο, δεν έχει κατεδαφιστεί και δεν έχει εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής μέχρι σήμερα από την αρμόδια αρχή. Β) Το Υπουργικό Συμβούλιο με συνεδρία του στις 21/12/1994 αποφάσισε την μετακίνηση του χωριού Πενταλιά και όπως γίνουν οι αναγκαίες διευθετήσεις, επειδή καθίστατο επικίνδυνο ένεκα εδαφολογικών προβλημάτων και ασταθειών, ελλοχεύοντας ο κίνδυνος κατάρρευσης κτηρίων. Γ) Ο κατηγορούμενος απέστειλε στις 10/12/2008 επιστολή στον Έπαρχο Πάφου με την οποία ζητούσε άδεια επιδιόρθωσης της κατοικίας του στο πιο πάνω αναφερόμενο τεμάχιο, και ο Έπαρχος με απαντητική του επιστολή ημερομηνίας 14/5/2009, απέρριψε το αίτημα επειδή η κατοικία που υπήρχε στο πιο πάνω τεμάχιο δεν ήταν παλιά αλλά μια καινούργια λυόμενη για την οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση για εξασφάλιση άδειας. Επίσης ο Έπαρχος Πάφου με επιστολή του ημερομηνίας 27/9/2010 κάλεσε τον κατηγορούμενο όπως εντός ενός μηνός συμμορφωθεί με το πιο πάνω αναφερόμενο διάταγμα κατεδάφισης. Δ) Ο κατηγορούμενος με επιστολή του ημερομηνίας 12/10/2010 δια μέσου των δικηγόρων Ηλία & Ηλία Δ.Ε.Π.Ε. προς την Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, ζήτησε την αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος λόγω της εκκρεμοδικίας της προσφυγής με αριθμό 98/10 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι σε θέση να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια προς εκτέλεση του εκδοθέντος διατάγματος διότι στερείται οικονομικών πόρων και εναλλακτικής κατοικίας η οποία να εξυπηρετεί τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του. Ε) Ο κατηγορούμενος ηθελημένα από τις 29/8/2010 παρακούει το Δικαστικό Διάταγμα διότι όπως αξιολογήθηκε η μαρτυρία πιο πάνω, αποτελούν και αποδεικνύουν ηθελημένη παρακοή στο Δικαστικό Διάταγμα η επίκληση της εκκρεμοδικίας της προσφυγής με αριθμό 98/10, η επίκληση της οικονομικής αδυναμίας και η επίκληση της μη ύπαρξη εναλλακτικής κατοικίας, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως αυτά αναφέρθησαν πιο πάνω και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.