← Κύπρος

Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Χάρης Φωτίου, Αρ. Υπόθεσης: 15236/11, 12/12/2012

Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Χάρης Φωτίου, Αρ. Υπόθεσης: 15236/11, 12/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15236/11 Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κατηγορούσα Αρχή v. Χάρης Φωτίου ( Α.Δ.Τ. 712983) από την Πάφο Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 12/12/2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αμαλία Χατζηγιάννη Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροοσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά την παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση των άρθρων 46

(9)και 20
(1)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι 2011 καθώς και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/2002). Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα στον έφορο Φ.Π.Α. ποσό Φ.Π.Α. ύψους € 2,557,37 σεντ που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για την φορολογική περίοδο από 1/12/2010 μέχρι 28/2/2011. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση των άρθρων 46
(9)και 20
(1)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι 2011 καθώς και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/2002). Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα στον έφορο Φ.Π.Α. ποσό Φ.Π.Α. ύψους € 1,439,34 σεντ που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για την φορολογική περίοδο από 1/6/2011 μέχρι 31/8/2011. Η τρίτη κατηγορία αφορά παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου από παράλειψη καταβολής οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α. που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος, κατά παράβαση των άρθρων 46
(9), 46(10Α)και 20
(1)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι 2011 καθώς και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/2002). Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει στον έφορο Φ.Π.Α. ποσό πρόσθετου φόρου συνολικού ύψους € 143,93 σεντ που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. για την φορολογική περίοδο από 1/6/2011 μέχρι 31/8/
  1. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι αποδέχεται το τεκμήριο 1 και για την αλήθεια του περιεχομένου του, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. και φέρει αριθμό 00712983D από τις 18/9/2008 μέχρι και σήμερα. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε η κα Μαρίνα Παντελή. Ανέφερε ότι είναι λειτουργός της υπηρεσίας Φ.Π.Α. στον τομέα μηχανογράφησης και στα πλαίσια των καθηκόντων της προβαίνει στον έλεγχο, τον χειρισμό και την επεξεργασία των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται στον έφορο Φ.Π.Α. ελέγχει τον οφειλόμενο φόρο, τον φόρο που βεβαιώθηκε καθώς και τον φόρο που καταβλήθηκε, ελέγχει αν ορθά επιβλήθηκε ο πρόσθετος φόρος, οι χρηματικές επιβαρύνσεις καθώς και οι τόκοι. Η ίδια ετοίμασε με βάση το μηχανογραφημένο σύστημα της υπηρεσίας Φ.Π.Α. το οποίο και κατονόμασε, πιστοποιητικό του εφόρου Φ.Π.Α. στο οποίο αναγράφονται οι οφειλόμενοι φόροι που προέκυψαν από φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν, ως επίσης καταγράφονται ο πρόσθετος φόρος ο οποίος μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί, καταθέτοντας ταυτόχρονα το τεκμήριο
  2. Έχει ετοιμάσει επίσης πιστό αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης για την περίοδο από 1/12/2010 μέχρι 28/2/2011 που αντιστοιχεί στην πρώτη κατηγορία, καταθέτοντας ταυτόχρονα το τεκμήριο 3, στο οποίο εμφαίνεται από την σφραγίδα πάνω δεξιά ότι έχει υποβληθεί στις 11/4/2011 και έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα και ο οφειλόμενος φόρος όπως φαίνεται στο τετράγωνο 5 είναι € 2,557,37 σεντ και για αυτήν την φορολογική δήλωση έγινε πληρωμή στις 12/4/2011 και ο οφειλόμενος φόρος σήμερα ανέρχεται στα € 274,30 σεντ. Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία κατέθεσε ως τεκμήριο 4 την φορολογική δήλωση για την περίοδο από 1/6/2011 μέχρι 31/8/2011 και όπως φαίνεται από την σχετική σφραγίδα έχει υποβληθεί στις 10/10/2011, έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα και όπως φαίνεται στο τετράγωνο 5 της φορολογικής δήλωσης ο οφειλόμενος φόρος ανέρχεται στα € 1,439,34 σεντ και αυτό το ποσό δεν καταβλήθηκε μέχρι και σήμερα. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία του πιστοποιητικού είναι ο πρόσθετος φόρος 10% επί του ποσού των € 1,439,34 σεντ που φαίνεται στην δεύτερη κατηγορία και το ποσό αυτό δεν καταβλήθηκε μέχρι και σήμερα. Κατέθεσε η μάρτυρας επίσης ως τεκμήριο 5 την σχετική απόδειξη πληρωμής που αφορά την πρώτη κατηγορία. Αντεξεταζόμενη και όταν ερωτήθηκε κατά πόσο διαφαίνεται οποιαδήποτε πρόθεση μη πληρωμής για την περίοδο από 1/12/2010 μέχρι 28/2/2011 ανέφερε ότι το μόνο που μπορεί να πει είναι ότι η πληρωμή έγινε μια μέρα αργότερα. Όταν ερωτήθηκε αναφορικά με την περίοδο από 1/6/2011 μέχρι 31/8/2011 εάν έχει υπόψην της μια επιστολή που στάληκε στον έφορο Φ.Π.Α. ημερομηνίας 10/10/2011, ανέφερε ότι δεν εμπίπτει στα καθήκοντα της και ότι είναι δημόσιος υπάλληλος στην υπηρεσία Φ.Π.Α η οποία είναι δημόσια υπηρεσία. Ερωτήθηκε αν τα έσοδα του Φ.Π.Α. μπαίνουν στο πάγιο ταμείο της Δημοκρατίας και απάντησε ότι μπαίνουν σε κάποιο ταμείο της Δημοκρατίας αλλά δεν ήξερε σε ποιο. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι στις 10/10/2011 με επιστολή του ο κατηγορούμενος εν΄ όψει του γεγονότος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία όφειλε στον ίδιο ποσά που υπερκάλυπταν το οφειλόμενο ποσό απέστειλε επιστολή στον έφορο Φ.Π.Α. που τον καλούσε να κάνει συμψηφισμό του οφειλόμενου ποσού, ανέφερε ότι υπάγεται στον τομέα μηχανογράφησης και γνωρίζει οτιδήποτε αφορά πληρωμή οφειλόμενων φόρων, τόκων, επιβαρύνσεων που αφορούν την υπηρεσία. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος με επιστολή του ημερομηνίας 20/10/2011 προς τον Γενικό Εισαγγελέα που κοινοποιήθηκε στον Πρωτοκολλητή και στον έφορο Φ.Π.Α. καλούσε τον Γενικό Εισαγγελέα να μην καταβληθεί στον κατηγορούμενο το ποσό των εξόδων της αγωγής με αριθμό 3344/2009 του Ε.Δ. Πάφου διότι το είχε συμψηφίσει με την προηγούμενη του επιστολή με το οφειλόμενο στο Φ.Π.Α. ποσό, ανέφερε ότι δεν το ξέρει και ότι στο τμήμα της θα ερχόταν κάτι που το οποίο θα αφορούσε πληρωμή και ότι αν κάποιος θα έπρεπε να κάνει κάποια ενέργεια είτε από τον κατηγορούμενο είτε από αλλού τότε δεν θα ερχόταν στο τμήμα της. Όταν ερωτήθηκε ποιο ήταν το άτομο το οποίο έλαβε την απόφαση για να ασκηθεί η ποινική δίωξη για την περίοδο από 1/12/2010 μέχρι 28/2/2011, ανέφερε ότι τις αποφάσεις για τις διώξεις τις παίρνει το τμήμα ποινικών διώξεων που υπάρχει στην υπηρεσία Φ.Π.Α. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αυτής, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως παραμείνει σιωπηλός και κάλεσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Ως Μ.Υ 1 κατέθεσε ο κ. Κώστας Νικολαίδης. Ανέφερε ότι είναι Διευθυντής Τελωνείων και Έφορος Φ.Π.Α. και προιστάμενος της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. και των υπαλλήλων που εργάζονται στην εν λόγω υπηρεσία. Για την τριμηνία από 1/6/2011 μέχρι 31/8/2011 δεν υπάρχουν στοιχεία στην υπηρεσία ότι εκδόθηκε κάποια επιταγή από τον κατηγορούμενο και δεν υπάρχουν στοιχεία για την πληρωμή αυτής της τριμηνίας για το ποσό των € 1,439,34 σεντ, ενώ σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι δεν έχει χειριστεί προσωπικά αυτές τις υποθέσεις αλλά την ανέθεσε σε αρμόδιους λειτουργούς και ο οποίος αρμόδιος λειτουργός του ανέφερε ότι δεν έχει γίνει πληρωμή. Εκκρεμεί πληρωμή συγκεκριμένου ποσού και συμβουλευόμενος ο μάρτυρας τα έγγραφα του, ανέφερε ότι για την τριμηνία από 1/6/2011 μέχρι 31/8/2011 δεν έχει γίνει πληρωμή και για την τριμηνία από 1/12/2010 μέχρι 28/2/2011 έγινε πληρωμή μετά την ημερομηνία που έπρεπε να πληρώσει ο κατηγορούμενος που από ότι θυμάται ήταν στις 12/4/2011, ήτοι 24 ώρες μετά την λήξη της προθεσμίας μέσω τραπέζης. Ο Έφορος Φ.Π.Α. διατηρεί λογαριασμούς σε πολλές τράπεζες και δεν φαίνεται από τα έγγραφα του σε ποια τράπεζα έχει γίνει η πληρωμή, παρά μόνο φαίνεται το εκπρόθεσμο της πληρωμής. Εξέφρασε άγνοια για το πότε μπήκαν τα χρήματα στον λογαριασμό του Φ.Π.Α. στην σχετική τράπεζα και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι τα χρήματα έχουν μπει εκπρόθεσμα σε αυτόν, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι αυτός ήταν και ο λόγος που ο κατηγορούμενος χρεώθηκε επιπρόσθετο φόρο € 255,73 σεντ. Ο ίδιος δεν έχει κοιτάξει για αυτό διότι δεν εμπίπτει στα καθήκοντα του αλλά στα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και για αυτό το θέμα υπάρχει απαντητική επιστολή ημερομηνίας 6/10/
  3. Απαντώντας σε σχετική υποθετική ερώτηση, ανέφερε ότι αν παραδωθεί μια επιταγή με προγενέστερη ημερομηνία, θα πιστωθεί ο λογαριασμός αν αυτό γίνει εμπρόθεσμα. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποια ήταν η τράπεζα που έγινε η σχετική πληρωμή διότι υπάρχει συνεργασία με όλες τις τράπεζες, λέγοντας ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει που έχει πληρώσει. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια 6 και 7 τις επιστολές με ημερομηνίες 10/10/2011 και 20/10/2011 αντίστοιχα και που αφορά την τριμηνία από 1/6/2011 μέχρι 31/8/
  4. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος συμψήφισε το οφειλόμενο ποσό με δικηγορικά έξοδα που του οφείλονταν, αλλά αυτό δεν έχει γίνει αποδεχτό. Αντεξεταζόμενος όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 5, ανέφερε ότι αυτό λήφθηκε στις 12/4/2011, αναφέροντας ότι η τράπεζα όταν λάβει πληρωμή είτε μετρητά είτε μέσω επιταγής επιβεβαιώνεται με σφραγίδα. Όταν μια τράπεζα σφραγίσει το έντυπο πληρωμής της υπηρεσίας όπως είναι το τεκμηρίο 5 με συγκεκριμένη ημερομηνία, αυτό υποδηλοί ότι είναι η ημερομηνία που αναφέρεται στο έγγραφο και στην συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται ξεκάθαρα ότι έχει καταβληθεί το ποσό στις 12/
  5. Από την εμπειρία του συνήθως η ημερομηνία πληρωμής είναι και η ημερομηνία που καταχωρείται και στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η 12/4 που είναι και η ημερομηνία που παραλήφθηκε από την Υπηρεσία Φ.Π.Α, όπως και η σφραγίδα και δεν μπορεί να υπάρχει απόκλιση σε περίπτωση που η τράπεζα σφραγίσει μια ημερομηνία ενώ ήθελε να παραλάβει το ποσό σε μια άλλη ημερομηνία. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 6, ανέφερε ότι η ημερομηνία που φαίνεται στο πάνω μέρος δεξιά είναι η 10/10/2011 και συμφώνησε ότι όσον αφορά την δεύτερη κατηγορία, το αδίκημα δυνάμει της νομοθεσίας διαπράττεται σε κάθε περίπτωση 40 μέρες από την τριμηνία, συμφώνησε ότι η ημερομηνία της επιστολής για συμψηφισμό είναι η ημερομηνία κατά την οποία είναι η τελευταία ημέρα μετά την οποία διαπράττεται το αδίκημα και συμφώνησε στο ότι ο κατηγορούμενος την έστειλε την ημέρα που εκπνέει η αιτούμενη από τον νόμο προθεσμία. Ανέφερε επίσης ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση εκείνη την ημέρα μια οποιαδήποτε υπηρεσία και ειδικά η Υπηρεσία Φ.Π.Α. να έχει διαβάσει την επιστολή και να είχε καταλήξει επί της ουσίας και να είχε απαντήσει στον κατηγορούμενο και να είχε αποδεχθεί το ποσό και να το είχε καταβάλει στο ταμείο αν το ταμείο ήταν κοινό ακόμα και αν το ταμείο ήταν εκείνο, ως επίσης δεν θα υπήρχε περίπτωση να καταβληθούν χρήματα εκείνην την ημέρα και να μην διαπραττόταν το συγκεκριμένο αδίκημα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα, ως προς την πρώτη και δεύτερη κατηγορία, η νομική βάση που την διέπει, είναι αυτή του άρθρου 46
(9)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95
(1)/2000 ως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και που προνοεί τα ακόλουθα: <<οποιονδήποτε πρόσωπο που παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωση του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος>>. Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 6 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95
(1)/2000 ως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και που προνοεί τα ακόλουθα: << Υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο με βάση τον παρόντα νόμο>> Επίσης τα άρθρα 17
(1)και 29
(2)της Κ.Δ.Π. 314/2001 προνοούν τα ακόλουθα: <<17.
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον ΄Εφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του Φ.Π.Α. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: 29
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον ΄Εφορο το ποσό Φ.Π.Α. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.>> Για να αποδείξει λοιπόν η κατηγορούσα αρχή την πρώτη και δεύτερη κατηγορία εις βάρος του κατηγορουμένου, θα πρέπει να προσκομίσει αξιόπιστη και αποδειχτικά αποδεχτή μαρτυρία, που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο κάτω συστατικά στοιχεία του αδικήματος που είναι: Α) ότι ο κατηγορούμενος είναι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο εν τη εννοία του άρθρου 6 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95
(1)/2000. Β) ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε φορολογική δήλωση για συγκεκριμένη περίοδο. Γ) ότι ο κατηγορούμενος στην φορολογική δήλωση, δηλώθηκε από την ίδια και φαίνεται ως καταβλητέος φόρος για συγκεκριμένη περίοδο. Δ) ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα το Φ.Π.Α. που δηλώθηκε, σύμφωνα με τους κανονισμούς, δηλαδή όχι αργότερα μετά την δέκατη μέρα του μήνα που ακολουθεί η φορολογική περίοδος, δηλαδή μετά το τέλος κάθε τριμήνου κάθε εγγεγραμμένο πρόσωπο είναι υποχρεωμένο μέσα σε 40 μέρες, να υποβάλλει την φορολογική δήλωση και να καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο, όπως ορίζουν τα άρθρα 17
(1)και 29
(2)των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμοί (Κ.Δ.Π. 314/2001 ). Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία, αναμφίβολα η νομική βάση που τις διέπει, είναι αυτή του άρθρου 46
(10)(Α) του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95
(1)/2000 ως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και που προνοεί τα ακόλουθα: <<Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος>>. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεχτή μαρτυρία, όχι μόνο τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως πιο πάνω αναφέρθησαν, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και η παράλειψη ή άρνηση καταβολής του πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η Μ.Κ. 1 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι η μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και δεν έχει περιπέσει σε υπερβολές ή στο ψεύδος για να βοηθήσει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ή για να βλάψει τον κατηγορούμενο. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και με πηγαίο τρόπο και ανέφερε στο Δικαστήριο όσα γνώριζε και που εμπίπταν στο πεδίο των γνώσεων και των καθηκόντων της και αποκάλυπτε την πηγή των γνώσεων της όπου αυτό ήταν αναγκαίο και δεν δίσταζε να αναφέρει ότι κάτι δεν το γνωρίζει εάν δεν ενέπιπτε στην σφαίρα των γνώσεων ή των καθηκόντων της. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης της και συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη στο σύνολο της. Ο Μ.Υ. 1 επίσης άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Σίγουρα ξενίζει η επιλογή κλήτευσης του επικεφαλή της Υπηρεσίας που διώκει τον κατηγορούμενο, εν τούτοις η μαρτυρία του θα εξετάζεται όπως εξετάζεται για τον κάθε ένα μάρτυρα ξεχωριστά. Ο μάρτυρας αν και στα αρχικά στάδια της μαρτυρίας του προφανώς από σύγχυση ανέφερε ότι δεν υπήρξε η σχετική πληρωμή που είναι παραδεχτό ότι έγινε, εν τούτοις στην πορεία και μόλις έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του το πνεύμα των ερωτήσεων, η μαρτυρία του ευθυγραμμίστηκε με την μαρτυρία της Μ.Κ. 1 και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η αξιοπιστία του έχει κλονιστεί. Η όλη του συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα έδειχνε την εικόνα του ατόμου που προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, διαφώτισε το Δικαστήριο με την μαρτυρία του στα θέματα που ερωτήθηκε, απαντούσε με ευθύτητα, πηγαί και άμεσο τρόπο χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές, το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα να βοηθήσει ή να βλάψει οποιαδήποτε πλευρά και το Δικαστήριο αποδέχεται τις θέσεις του εν λόγω μάρτυρα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την τεθείσα ενώπιον μου αξιολογηθείσα ως αληθή και αξιόπιστη μαρτυρία, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Α) Ο κατηγορούμενος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. και φέρει αριθμό 00712983D από τις 18/9/2008 μέχρι και σήμερα και είναι υποκείμενο σε φορολογία Φ.Π.Α. πρόσωπο. Β) Ο κατηγορούμενος υπέβαλε φορολογική δήλωση για την περίοδο από 1/12/2010 μέχρι 28/2/2011 στην οποία δηλώθηκε ως οφειλόμενος φόρος το ποσό των € 2,557,37 σεντ αλλά αυτή έγινε εκπρόθεσμα, ως επίσης και η πληρωμή του σχετικού φόρου έγινε εκπρόθεσμα, δηλαδή δεν έγινε όχι αργότερα μετά την δέκατη μέρα του μήνα που ακολουθεί η φορολογική περίοδος, δηλαδή μετά το τέλος κάθε τριμήνου που κάθε εγγεγραμμένο πρόσωπο είναι υποχρεωμένο μέσα σε 40 μέρες, να υποβάλλει την φορολογική δήλωση και να καταβάλλει τον οφειλόμενο φόρο, όπως ορίζουν τα άρθρα 17
(1)και 29
(2)των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμοί (Κ.Δ.Π. 314/2001 ), διότι η κατάθεση της φορολογικής δήλωσης και η καταβολή του οφειλόμενου φόρου έπρεπε να γίνουν το αργότερο μέχρι τις 10/4/2011, ενώ όπως αποδείχθηκε δια μέσου των τεκμηρίων 3 και 5 αυτά έγιναν στις 11/4/2011 και 12/4/2011 αντίστοιχα. Γ) Ο κατηγορούμενος υπέβαλε φορολογική δήλωση για την περίοδο από 1/6/2011 μέχρι 31/8/2011 στην οποία δηλώθηκε ως οφειλόμενος φόρος το ποσό των € 1,439,34 σεντ. Η φορολογική δήλωση έγινε μεν εμπρόθεσμα, διότι έγινε όχι αργότερα μετά την δέκατη μέρα του μήνα που ακολουθεί η φορολογική περίοδος, δηλαδή μετά το τέλος κάθε τριμήνου που κάθε εγγεγραμμένο πρόσωπο που είναι υποχρεωμένο μέσα σε 40 μέρες, και πιο συγκεκριμένα η δήλωση υποβλήθηκε την τελευταία ημέρα από την ταχθείσα από τον νόμο προθεσμία που ήταν η 10/10/2011, αλλά δεν έγινε η καταβολή του οφειλόμενου φόρου μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, ήτοι μέχρι τις 10/10/2011, αλλά ούτε μέχρι και σήμερα. Δ) Συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης, επεβλήθηκε στον κατηγορούμενο πρόσθετος φόρος ύψους € 143,93 σεντ ο οποίος δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα. Ο εν λόγω πρόσθετος φόρος είναι απόρροια και έννομη συνέπεια που πηγάζει απευθείας εκ του νόμου και συνεπώς δεν απαιτείται, ως είναι η εισήγηση της υπεράσπισης, γνωστοποίηση της εν λόγω επιβολής πρόσθετου τέλους. Επιπρόσθετα όμως, η επιβολή του ανάλογου τέλους ήταν και εκ των προτέρων γνωστή στον κατηγορούμενο, διότι στις φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τον ίδιο, αναγράφεται η ημερομηνία κατά την οποία μέχρι τότε είχε την υποχρέωση να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο και αναγραφόταν επί αυτών των δηλώσεων και η έννομη συνέπεια της μη καταβολής του οφειλόμενου φόρου και στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η επιβολή του πρόσθετου φόρου. Ούτε η εισήγηση της υπεράσπισης περί συμψηφισμού δύναται να γίνει αποδεχτή και ο λόγος είναι προφανής. Η σχετική νομοθεσία προβλέπει, υπό προυποθέσεις, συμψηφισμό ποσών μεταξύ Εφόρου Φ.Π.Α. και φορολογούμενου και όχι συμψηφισμό ποσών οφειλόμενων από την Κυπριακή Δημοκρατία προς πολίτη με ποσά οφειλόμενα από πολίτη προς τον Έφορο Φ.Π.Α, όπως ζήτησε και ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς, σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολογηθείσα μαρτυρία και τα εξαχθέντα ευρήματα και συμπεράσματα, η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων σε όλες τις κατηγορίες και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.