← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Μάρκος Χατζηαλή, Aρ. Υπόθεσης 15859/2009, 14/12/2012

Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Μάρκος Χατζηαλή, Aρ. Υπόθεσης 15859/2009, 14/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2012:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης 15859/2009 Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου Κατηγορούσας Αρχής - και - Μάρκος Χατζηαλή Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14.12.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρ. Περγαντή Για τον κατηγορούμενο: Για κ. Γιαλελή κ. Ν. Νικήτα Κατηγορούμενος : Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος του άρθρου 371 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 292(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, το αδίκημα της απόπειρας απαγωγής κατά παράβαση των άρθρων 247, 250, 366 και 20 του Ποινικού Κώδικα, το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές και βίας κατά παράβαση των άρθρων 290 και 20 του Ποινικού Κώδικα, επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα και το αδίκημα της κακόβουλης ζημίας κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα. Για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ενόρκως μαρτύρησαν οι πιο κάτω: Η Γ/Αστ. 3025 Ελενα Παρπέρη (M.K.1) Mohammad Alawagla (M.K.2) Mustafa Alawagla (M.K.3) Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τον απαλλάξει σε αυτό το στάδιο. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι η μαρτυρία δεν είναι αρκετή για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία και επί αυτού του σημείου, επικαλέστηκε σημεία από την μαρτυρία του παραπονούμενου σε σχέση τον λόγο που όπως ισχυρίστηκε επισυνέβηκαν τα γεγονότα που περίγραψε στο Δικαστήριο δηλαδή το κίνητρο του κατηγορούμενου. Ο κ. Γιαλαλή αναφέρθηκε σε τέσσερεις διαφορετικές απαντήσεις/εκδοχές του Μ.Κ. 2 καθώς και στην εκδοχή του Μ.Κ.3, όπως του την εξήγησε το αδελφός του (Μ.Κ.2), προσθέτοντας έτσι, σύμφωνα με τον κ. Γιαλελή, πέντε διαφορετικές εκδοχές που σύμφωνα με τους Μ.Κ.2 και 3 οδήγησαν στα γεγονότα που επισυνέβηκαν την 14η Απριλίου 2008. Επίσης, αναφέρθηκε στην μαρτυρία της Μ.Κ.1, εξεταστή της υπόθεσης, η οποία ερωτηθείσα σχετικά είπε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου αναφορικά με τα αδικήματα που κατηγορείται. Περαιτέρω, αναφέρθηκε και σε αντιφατικότητα που παρουσιάζεται μεταξύ της κατάθεσης του θείου του παραπονούμενου και του παραπονούμενου. Αντίθετη επί του θέματος υπήρξε η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, η κ. Περγαντή εισηγήθηκε ότι, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να τον καλέσει σε απολογία, επίσης τόνισε, ότι το δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν θα αξιολογήσει την μαρτυρία καθότι είναι αυτό που έχει κληθεί να πράξει με την εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Είναι θεμελιωμένο ότι μια κατηγορία απορρίπτεται στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής αν δεν έχει αποδειχθεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο της κατηγορίας ή αν η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασίσει σε αυτή, την καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51) Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης το ορθό κριτήριο δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή του Κατηγορούμενου αλλά κατά πόσο, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε να τον βρει ένοχο (Κουννίδη ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 820) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, στις σελίδες 144 και 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: Όπως ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» υποδηλώνει η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. To Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 του υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορούσα Αρχή έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι σε αυτή τη έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του κατηγορούμενου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες του νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 στην σελ 196 λέχθηκαν τα εξής: «Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο, όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί». Το αποδεικτικό βάρος της απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο αυτό συνίσταται στη δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης (βλέπε σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Loizou & Piki, σελ .11 και 176) Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες, που υπάρχουν, στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλέπε Police ν Kallenos
(1980)J.S.C σελ 145). Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλέπε Shaban Bin Hussein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. σελ 1626). Όπως τονίσθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Σωτηριάδης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363: « Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ΄ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι, κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Χρήσιμη ανάλυση του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» γίνεται και στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R 250. Η υπόθεση R. V. Calbraith
(1981)2 All E.R. σελ 124 έχει διευκρινίσει και καθιερώσει το κριτήριο της αντικειμενικής αδυναμίας καταδίκης από την κρινόμενη ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα της μαρτυρίας σαν θέμα νομικής κρίσης (βλέπε επίσης και Fulcher
(1995)2 Cr. App.R.σελ. 251). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δηλαδή ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενοψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Συμπερασματικά το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο περιορίζεται στην αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ΄επέκταση εάν αντικειμενικά η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά το αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο δεν θα πρέπει να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω να εξετάσω την υπάρχουσα μαρτυρία, αντικειμενικά, χωρίς να υπεισέρχεται στην κρίση μου ο παράγοντας αξιοπιστία, γιατί κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τις πιο πάνω αρχές. Οι μάρτυρες κατηγορίας δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί ότι τα γεγονότα επισυνέβηκαν όπως αυτοί τα περίγραψαν, δηλαδή ότι στις 14.4.2008 εισήλθαν στην οικία του Μ.Κ.2 όπου εκεί βρισκόταν και ο Μ.Κ.1 και η σύζυγος του Μ.Κ.2, με την βία 10 περίπου πρόσωπα Συριακής καταγωγής και τους επιτέθηκαν. Ο κατηγορούμενος, και αυτή είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, δεν ήταν ένα από τα πιο πάνω πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, του ζητήθηκε από τα πιο πάνω πρόσωπα, να πάει μαζί τους για να συναντήσει κάποιο ABOU KHALIL που σύμφωνα επίσης με τον Μ.Κ.2 αυτός ο ABOU KHALIL είναι ο κατηγορούμενος. Επίσης είναι η θέση του Μ.Κ.2, ότι κατά την διάρκεια που τα πιο πάνω πρόσωπα βρίσκονταν στο σπίτι του, μιλούσαν συνεχώς στο τηλέφωνο με τον ABOU KHALIL ο οποίος τους έδινε οδηγίες τι να κάνουν αλλά δεν άκουγε τι έλεγαν μεταξύ τους. Είναι η θέση του, ότι τον πήρε επίσης τηλέφωνο και αυτόν ο ABOU KHALIL σε κάποια στιγμή και του είπε ότι αν δεν πάει με το καλό θα τον πάρει με το ζόρι και ότι θα τον στείλει από εκεί που ήρθε. Σε ότι αφορά τον Μ.Κ.3, αδελφό του Μ.Κ.2, αυτός δεν είδε σε κανένα στάδιο προηγουμένως τον κατηγορούμενο και όσα γνωρίζει αναφορικά με αυτόν του τα έχει αναφέρει ο αδελφός του (Μ.Κ.2), ενώ για πρώτη φορά είδε το πρόσωπο του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Το Τεκμήριο 2, που είναι η κάρτα SIM του τηλεφώνου του κατηγορούμενου, η οποία παραδόθηκε από τον ίδιο στην Μ.Κ.1, εξετάστηκε από τον Ε/A 5378 Σ. Λαπήθιο η έκθεση του οποίου έχει κατατεθεί εκ συμφώνου ως τεκμήριο και δηλώθηκε παραδεχτό το περιεχόμενο της (Τεκμήριο 14). Από την μαρτυρία αυτή, δεν προκύπτει οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί στοιχείο σημαντικό για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αφού το μόνο που επιβεβαιώνει είναι ότι η κάρτα ανήκει στον αριθμό κλήσης 99393539. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της, αλλά μόνο σε αντικειμενική θεώρηση της, όπως το επιβάλλουν οι αρχές που ανάλυσα πιο πάνω, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261, λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H Zakakioti (Disco) Ltd ν. Kalavas & Associates Ltd κ.α
(1999)2 ΑΑΔ 523). Στο σύγγραμμα Blackstones' Criminal Practice 2000 σελ. 70 παρα. Α.5.2 αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, (α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddart C.J στην υπόθεση Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 455 στην σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στην διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of am offence, he must at least Know the essential matters which constitute that offence»). Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Camble
(1959)1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και την γνώση των περιστάσεων..» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of means rea, that is to say of intention t aid as well as of knowledge of the circumstances»)» Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού, έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται στην Αγγλική νομολογία και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης.» Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω όσον αφορά τον συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια, όπως καθορίζει η νομολογία. Ενώπιον μου, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για θετική ενθάρρυνση του κατηγορούμενου στα πιο πάνω πρόσωπα για την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Το ότι ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι μιλούσαν συνεχώς μαζί με τον ABOU KHALIL τα πρόσωπα που εισήλθαν στο σπίτι του εκείνη την ημέρα και λάμβαναν οδηγίες, αναιρείται στη συνέχεια από τον ίδιο εξουδετερώνοντας την θέση αυτή του αφού προσθέτει ότι δεν άκουγε τι έλεγαν μεταξύ τους και συνεπώς ήταν αδύνατο έτσι να ξέρει και με ποιον μιλούσαν στο τηλέφωνο. Η εκδοχή ότι τον πήρε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος τηλέφωνο και του ζήτησε να πάει μαζί τους, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα πρόσωπα εκείνα είχαν παροτρυνθεί από τον κατηγορούμενο να φερθούν με τον τρόπο που φέρθηκαν. Το τηλέφωνο του Μ.Κ.2 δεν έχει εξεταστεί από την αστυνομία, τούτο θα ήταν κατά την άποψη μου εφικτό, έτσι ώστε να διαπιστωθεί ότι πράγματι ο Μ.Κ.2 δέχτηκε κλήση στο τηλέφωνο του από τον κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο, τούτο επίσης δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14. Συνεπώς είναι η κατάληξη μου ότι δεν έχει αποδειχτεί με βάση την μαρτυρία που η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε συνεργεία για σκοπούς του άρθρου 20 στη βάση της οποίας ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει όλες τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Συνεπακόλουθα, με το πιο πάνω σκεπτικό στο σύνολο του, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ο κατηγορούμενος αθωώνεται σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. (Υπ.)......... Κ. Κουνίδου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.