← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ηλίας Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης:2639/2012, 3/7/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ηλίας Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης:2639/2012, 3/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2639/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Ηλίας Ανδρέου Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 3 Ιουλίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον κατήγορο: κ. Π.. Πίτσιλλου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της συμπλοκής κατά παράβαση του άρθρου 89 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όταν στις 5.09.2010 στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου έλαβε μέρος σε συμπλοκή με τον Μενέλαο Καμιναρίδη σε δημόσιο χώρο. Η 2η κατηγορία αφορά το αδίκημα της επίθεσης και της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όταν ο κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην 1η κατηγορία, παράνομα επιτέθηκε στον Μενέλαο Καμιναρίδη και προξένησε σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο κ. Μενέλαος Καμιναρίδης (Μ.Κ.1) είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Υιοθέτησε την κατάθεση που είχε δώσει το πρωινό της 5.09.2010 στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας. Σημειώθηκε ως τεκμ. 1 και σε αυτή αναφέρει ότι εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στη δισκοθήκη CASTLE στην Αγία Νάπα. Είχε φύγει από την εν λόγω δισκοθήκη γύρω στις 02:30 για να μεταβεί στο σπίτι του. Καθώς περπατούσε μέσα στο σοκάκι μεταξύ των δισκοθηκών CASTLE και STARSKYS δέχθηκε ξαφνικά ένα κτύπημα στη δεξιά του πλευρά. Αμέσως είδε το πρόσωπο που τον κτύπησε και αντιλήφθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος τον οποίο και αναγνώρισε στο εδώλιο και ο οποίος γνώριζε ότι ήταν αστυνομικός. Στη συνέχεια τον άρπαξε από τον δεξιό του ώμο πολύ βίαια και απευθυνόμενος προς αυτόν του είπε κατά λέξη: ¨ Ότι έκαμα του τζιηρού σου, εννά σου κάμω τζαι σένα.¨ Τον ρώτησε τι εννοούσε. Τότε ένας άνδρας που ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο τον τράβηξε πίσω και ταυτόχρονα τον έσπρωξε προς τα πίσω. Στη συνέχεια στο μέρος έφτασαν δύο φρουροί ασφαλείας. Ο ένας που ήταν ο Κύπρος ο οποίος δούλευε στην ίδια δισκοθήκη που δούλευε και αυτός και ο άλλος της άλλης δισκοθήκης. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τους δύο φρουρούς ανέφερε ότι είχε αντιπαράθεση με τον πατέρα του και γυρίζοντας ξανά προς αυτόν επανέλαβε κατά λέξη: ¨ Ότι έπαθε ο τζιήρης σου θα πάθεις και εσύ.¨ Πριν από αυτό του είχε πει επίσης κατά λέξη: ¨Αν πεις λέξη είσαι υπό σύλληψη¨. Τότε ο ίδιος ανέφερε στον φρουρό ασφαλείας, τον Κύπρο: ¨Ακούεις τον τι κάμνει;¨ Ο Κύπρος τότε του είπε να πάει για ύπνο εφόσον σε λίγες ημέρες θα πήγαινε στην Αγγλία. Την ίδια ώρα που ο κατηγορούμενος τον τράβηξε από τον ώμο τον κτύπησε με το αριστερό του χέρι στο κεφάλι το οποίο ήταν στον γύψο ή σε γάζα. Ο κατηγορούμενος μετά από τα πιο πάνω γεγονότα μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας όπου υπέβαλε παράπονο από όπου παραπέμφθηκε στο νοσοκομείο για να εξεταστεί από κυβερνητικό ιατρό. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ανέφερε ότι αποδίδει το επεισόδιο σε κάποια αντιπαράθεση που είχε με τον πατέρα του που ήταν προϊστάμενος του κατηγορουμένου στην αστυνομία. Επέμεινε κατά την αντεξέταση του ότι πριν μπεί ο φίλος του κατηγορουμένου στη μέση και ενώ ο κατηγορούμενος τον είχε σπρώξει στον τοίχο του είχε κτυπήσει στο κεφάλι και στο χέρι. Το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ. Κωνσταντίνου Γιαννόπουλου (Τεκμ.2), ο οποίος εξέτασε τον παραπονούμενο στο νοσοκομείο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, σε αυτό αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨ .φέρει εκδορά διαστάσεως 2 επί 3 εκ. τριχωτού κεφαλής δεξιάς βρεγματικής χώρας, χωρίς ζάλη, χωρίς τάση για εμετό. Φέρει εκδορές εκτεταμένες στον δεξιό ώμο και στην δεξιά ωμοπλάτη και εκδορά στην ραχιαία επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου διάστασης 3 εκ. ¨ Ο Λοχ. 4727 Μ. Χ¨ Θεοδούλου (Μ.Κ.2), του Ο.Π.Ε. Αμμοχώστου, κατέγραψε κατάθεση σε σχέση με την εμπλοκή του στην υπόθεση. Σε αυτή αναφέρει: ¨Την 5.09.2010 και ώρα 03:00 ήταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας οπόταν είχε πάει εκεί ο Μενέλαος Καμιναρίδης και του κατάγγειλε ότι την ίδια ημέρα γύρω στις 02:45 ενώ περπατούσε στο σοκάκι που υπάρχει μεταξύ των δισκοθηκών " STRASKYS" και " CASTLE" του επιτέθηκε και τον κτύπησε ο Αστ. Ηλίας Ανδρέου. Την ίδια μέρα και ώρα 03:20 παρέπεμψε τον Καμιναρίδη για ιατρικές εξετάσεις στο νοσοκομείο Αμμοχώστου διότι όπως του ανέφερε πονούσε από τα κτυπήματα και ήθελε να επισκεφθεί πρώτα τον γιατρό και μετά θα επέστρεφε στο σταθμό για να προβεί στην κατάθεση του. Αμέσως μετά την αποχώρηση του Καμιναρίδη από τον Σταθμό και περί ώρα 03:25 προσήλθε στο σταθμό ο κατηγορούμενος Αστ. 2378 Ηλίας Ανδρέου και του κατάγγειλε ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο του επιτέθηκε ο Μενέλαος Καμιναρίδης, του ξέσχισε την φανέλα που φορούσε και τον εξύβρισε. Στην συνέχεια του παρέδωσε την σκισμένη του φανέλα την οποία έθεσε υπό την φύλαξη του ως τεκμήριο. Μαρτυρία που έλαβε από τον φρουρό ασφαλείας Κύπρο Νικολάου ο οποίος αντιλήφθηκε το συμβάν και μετέβηκε αμέσως στη σκηνή ήταν ότι είδε και τους δύο πιο πάνω να αλληλοσπρώχνονται και να αλληλοβρίζονται. Στις 8.09.2010 όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τις κατηγορίες που υπήρχαν εναντίον του και του επέστησε την προσοχή στο νόμο του απάντησε: ¨Λέγει ψέματα, εγώ με το ένα χέρι σπασμένο πως μπορούσα να τον κτυπήσω;¨ Όταν στην συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς του απάντησε :¨Δεν παραδέχομαι¨ (τεκμ. 4). Το ίδιο όταν την ίδια ημέρα είχε πληροφορήσει τον παραπονούμενο Μενέλαο Καμιναρίδη για τις κατηγορίες που υπήρχαν εναντίον του και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο του απάντησε:¨ Δεν παραδέχομαι τίποτε είναι όλα ψέματα¨. Στη συνέχεια όταν τον κατηγόρησε γραπτώς απάντησε: ¨Δεν παραδέχομαι τίποτε και φυσικά δεν το συζητώ ότι κάποιος συνάδελφος του, του τηλεφώνησε να κάνει την καταγγελία μετά που τον κατάγγειλα εγώ¨ (τεκμ. 5). Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι μετά που υπέβαλε το παράπονο του ο Καμιναρίδης για το οποίο γνώριζε μόνο ο ίδιος εφόσον σ΄αυτόν είχε γίνει, ο κατηγορούμενος είχε πάει σχεδόν αμέσως στον σταθμό και σίγουρα δεν υπήρχε χρόνος στο μεταξύ να είχε ειδοποιηθεί από κάποιον αστυνομικό για να πάει να κάμει και αυτός παράπονο. Δεν είχε προσέξει ή του είχε υποδείξει ο Καμιναρίδης οποιαδήποτε τραύματα στο σώμα του όταν ο τελευταίος μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό. Του είχε όμως αναφέρει ότι πονούσε γι΄αυτό και του έδωσε παραπεμπτικό για να μεταβεί στο νοσοκομείο. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κατάθεσε ενόρκως. Ανέφερε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν καμιά σχέση με όσα ανέφερε ο Μ.Κ.1 και ότι τα αληθινά γεγονότα είναι αυτά τα οποία κατέγραψε ο ίδιος στην κατάθεση του (τεκμ. 5), την οποία υιοθέτησε. Σε αυτή καταγράφει τα ακόλουθα: «Ενώ βρισκόταν στον Πρωταρά και κοιμόταν, γύρω στις 02:30 έλαβε μήνυμα από τον φίλο του Κώστα Παναγιωτίδη ο οποίος τον ρωτούσε κατά πόσο μπορούσε να μεταβεί στην Αγία Νάπα για να τον παραλάβει λόγω κάποιου προβλήματος που αντιμετώπιζε με το αυτοκίνητο του. Ντύθηκε πρόχειρα με κοντό και φανέλα και με παντόφλες και μετέβη στην Αγία Νάπα. Στάθμευσε έξω από την δισκοθήκη Titanic. Στη συνέχεια μαζί με το φίλο του ξεκίνησαν για να πάνε στο αυτοκίνητο του από ένα στενό μεταξύ των δισκοθηκών " STRASKYS" και " CASTLE". Κάποια στιγμή και ενώ περπατούσαν, ο φίλος του για κάποιο λόγο έμεινε λίγο πιο πίσω από τον ίδιο ενώ αυτός συνέχισε να βηματίζει. Ξαφνικά ένοιωσε ότι κάποιο άτομο τον άρπαξε από την φανέλα και τον τραβούσε. Με το τράβηγμα η φανέλα του σκίστηκε. Αναγνώρισε ότι αυτό το άτομο ήταν ο (Μελής) Μενέλαος Καμιναρίδης γιός του Ανδρέα Καμιναρίδη πρώην προϊστάμενου του στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Ταυτόχρονα ο Μελής με το ένα του χέρι τον άρπαξε από το λαιμό και του είπε :¨ρε μπάσταρτε για τζείνα που έκαμες του τζιηρού μου εγώ ενά σε μπερτέψω.¨ Πριν προλάβει να αντιδράσει ή να του απαντήσει, και ενώ το αριστερό του χέρι ήταν στον γύψο λόγω σπασίματος, είδε τον Κώστα Παναγιωτίδη να αρπάζει τον Μελή και να τον τραβά προς τα πίσω. Την ίδια στιγμή έφτασαν στο σημείο δύο φρουροί ασφαλείας ο Κύπρος και κάποιος Λάκης και μπήκαν στη μέση με σκοπό να σταματήσουν το συμβάν. Μόλις απελευθερώθηκε από τα χέρια του Καμιναρίδη του ανέφερε ότι ήταν υπό σύλληψη αλλά αυτός συνέχισε να προκαλεί και να του λέγει τη φράση:¨ Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Επειδή φοράς μια στολή δεν σε φοβάμαι. έλα ρε κτύπα με.¨ Στη συνέχεια είδε τον Κύπρο να κρατεί τον Καμιναρίδη και να τον οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση μέχρι που εξαφανίστηκε. Ο ίδιος στη συνέχεια αφού πήρε τον φίλο του τον Παναγιωτίδη στο σπίτι του στη περιοχή Κάππαρη πέρασε από το δικό του σπίτι στον Πρωταρά για να αλλάξει φανέλα και στη συνέχεια μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας για να καταγγείλει το γεγονός. Αποδίδει το επεισόδιο στο γεγονός ότι εκκρεμούσε υπόθεση εναντίον του πατέρα του παραπονούμενου Ανδρέα Καμιναρίδη, στην οποία ο ίδιος ήταν ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας και εξ αυτού του λόγου είχε και προηγουμένως άλλες προκλήσεις και πιέσεις από τον παραπονούμενο αλλά και από αλλού για να μη καταθέσει εναντίον του πατέρα του.» Αναφέρθηκε στα κτυπήματα που περιέγραψε ο παραπονούμενος ότι δήθεν δέχθηκε από αυτόν και τα οποία δεν συνάδουν με αυτά που αναφέρονται στο ιατρικό πιστοποιητικό. Ούτε οι αυτόπτες μάρτυρες του επεισοδίου δεν τον είχαν δει ποτέ να κτυπά τον παραπονούμενο. Από την ίδια την απάντηση που έδωσε ο παραπονούμενος όταν κατηγορήθηκε γραπτώς αποκαλύπτεται η σκευωρία εναντίον του και ότι ο παραπονούμενος προέβη σε μια ψευδή καταγγελία και δεν θα δίσταζε να προκαλέσει ο ίδιος στον εαυτό του κάποια τραύματα για να είναι πιο πειστική η εκδοχή του. Ήταν ο ίδιος που υπήρξε το θύμα της βίας που άσκησε πάνω του ο παραπονούμενος και όχι ο τελευταίος. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ήξερε κατά τον επίδικο χρόνο ότι ο παραπονούμενος εργαζόταν στην δισκοθήκη Castle στην Αγία Νάπα. Επέμεινε ότι δεν είχε αντιληφθεί από πριν στο σημείο όπου έγινε το επεισόδιο τον παραπονούμενο. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι ήταν αυτός που επιτέθηκε και προκάλεσε τραύματα στον παραπονούμενο και ότι ενεπλάκη σε συμπλοκή μαζί του επικαλούμενος και το σπασμένο αριστερό του χέρι που ήταν σε γύψο και επιμένοντας στη δική του εκδοχή. Ο λόγος που έθεσε υπό σύλληψη τον παραπονούμενο ήταν γιατί ενώ γνώριζε την ιδιότητα του, τού επιτέθηκε, του ξέσχισε τη φανέλα και τον έπιασε από το λαιμό. Ο κ. Κύπρος Νικολάου (Μ.Υ.1) είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία ως αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου και αυτή σημειώθηκε ως τεκμ. 6. Εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στην δισκοθήκη Castle στην Αγία Νάπα και ξημερώματα της 5.09.2010 γύρω στις 02:30 βρισκόταν στην είσοδο της δισκοθήκης. Κάποια στιγμή άκουσε δυνατές φωνές στο στενό σοκάκι ανάμεσα στις δισκοθήκες Castle και Starsκys.Πήγε αμέσως εκεί για να δει τι συνέβαινε και είδε τον Ηλία τον αστυνομικό, τον οποίο γνώριζε προσωπικά, να αλληλοσπρώχνεται με τον Μελή που εργαζόταν στην δισκοθήκη στην οποία εργαζόταν και ο ίδιος. Αμέσως μπήκε ανάμεσα τους για να τους χωρίσει και ύστερα τράβηξε πίσω τον Μελή για να σταματήσει ο καβγάς. Στη συνέχεια ο Μελής έφυγε από εκεί. Παρατήρησε ότι η φανέλα του Ηλία ήταν σκισμένη και κατά τη διάρκεια της φασαρίας άκουσε και τους δύο να αλληλοβρίζονται με τις φράσεις ¨είσαι κοπρόσκυλο¨ και άλλες φράσεις τις οποίες δεν θυμόταν. Δεν άκουσε κανέναν να απειλεί τον άλλον ούτε και τον Ηλία να λέγει στο Μελή ότι ήταν υπό σύλληψη. Είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος στο στενοσόκακο και του ίδιου η έγνοια ήταν να τους χωρίσει για να μη συνεχίσει ο καβγάς. Πίσω από τον Ηλία στεκόταν κάποιος άντρας που τον έλεγαν Κώστα. Δεν είχε προσέξει κάποιο τραύμα στον Μελή αλλά είχε προσέξει τα ρούχα του τσαλακωμένα. Ο λόγος που είχε παραμερίσει τον Μελή ήταν ότι ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει να κινείται προς το μέρος του ενώ ο Μελής επέμενε να συνεχίσει τον καβγά. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και έντεκα χρόνια καθώς ασχολείται με εκπαίδευση σκυλιών κάτι που κάμνει και ο ίδιος. Δεν θυμόταν κατά πόσο ο Μελής κρατούσε εκείνο το βράδυ κάτι στα χέρια του. Η προσπάθεια του και λόγω του επαγγέλματος του ήταν να σταματήσει τον καβγά. Ο κ. Κώστας Παναγιωτίδης (Μ.Κ.2), είχε δώσει και αυτός κατάθεση στην αστυνομία η οποία σημειώθηκε ως τεκμ. 7 και της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Αναφέρει σε αυτή ότι ήταν προσωπικός φίλος του κατηγορουμένου ο οποίος διέμενε στη περιοχή Κάππαρη του Παραλιμνίου και ότι κατά τις 02:30 της 5.09.2010 του είχε τηλεφωνήσει καθώς το αυτοκίνητο του είχε πάθει κάποια βλάβη για να πάει να τον παραλάβει από την Αγία Νάπα και να τον μεταφέρει στο σπίτι του στον Πρωταρά. Πράγματι ο κατηγορούμενος ανταποκρίθηκε θετικά και έτσι συναντήθηκαν σε ένα εικοσάλεπτο περίπου έξω από την δισκοθήκη Titanic όπου τον περίμενε. Ξεκίνησαν για το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και βρίσκονταν στο στενό δρομάκι έξω από τη δισκοθήκη Castle όπου αν και δεν υπήρχε οδικός φωτισμός εντούτοις υπήρχε αρκετή ορατότητα από τα φώτα των κέντρων αναψυχής. Μόλις εισήλθαν στο δρομάκι ο ίδιος σταμάτησε για να ανάψει τσιγάρο ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε την πορεία του. Ενώ αυτός βρισκόταν σε απόσταση 5-6 μέτρα από τον Ηλία είδε ένα πρόσωπο να επιτίθεται στον Ηλία, να τον πιάνει από τον λαιμό, να του σχίζει την φανέλα και να του φωνάζει: ¨Με τούτα που έκαμες του τζιηρού μου, ρε τρισκατάρατε εγώ εν να σε καταστρέψω.¨ Ο κατηγορούμενος του οποίου το αριστερό χέρι ήταν σε γύψο προσπαθούσε να τον απωθήσει. Αμέσως ο ίδιος εφόσον όλα αυτά έγινα τόσο ξαφνικά και γρήγορα έτρεξε και μπήκε ανάμεσα τους και με τα χέρια του τους έσπρωχνε και τους δύο μακριά τον έναν από τον άλλον. Το πρόσωπο εκείνο και ενώ βρισκόταν στη μέση τους εξακολουθούσε να επιτίθεται κατά του κατηγορουμένου και να του φωνάζει:¨ Ποιός είσαι ρε. επειδή φορείς στολή ρε μπάσταρτε.¨και αρκετά άλλα τα οποία δεν θυμόταν. Μαζεύτηκε αρκετός κόσμος στο σημείο και το άγνωστο εκείνο πρόσωπο αν και ο κατηγορούμενος του έλεγε να μη φωνάζει και να του λέγει επίσης ότι ήταν υπό σύλληψη στη συνέχεια διέφυγε. Είχε προσέξει τον Κύπρο που ήταν φρουρός ασφαλείας να τραβά πίσω αυτό το πρόσωπο και να προσπαθεί να τον ηρεμήσει και να τον διώχνει από τη σκηνή όπως και έγινε. Ο κατηγορούμενος του είχε πει στη συνέχεια ότι το πρόσωπο εκείνο ήταν ο Μελής και ήταν γιός του Καμιναρίδη που ήταν μάστρος του. Ο κατηγορούμενος ακολούθως τον μετέφερε στο σπίτι του και του είπε ότι θα επέστρεφε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας για να δώσει κατάθεση. Δεν είχε προσέξει τον κατηγορούμενο να χτυπά εκείνο το πρόσωπο ούτε και να τον προκαλεί λέγοντας του οτιδήποτε. Ο ίδιος αν και μπήκε ανάμεσα τους δεν κτυπήθηκε από κανένα. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας επέμεινε στη παριγραφή του επεισοδίου που είχε δώσει στην γραπτή του κατάθεση και αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν η φιλία του με τον κατηγορούμενο ο λόγος που τον ώθησε να προβεί σε αυτή. Ανέφερε ότι ορκίστηκε στο ευαγγέλιο και είπε την αλήθεια όπως και στην κατάθεση του στην αστυνομία. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κατηγορούμενος όταν του δόθηκε ο λόγος επανέλαβε ότι δεν είχε κανένα λόγο να επιτεθεί κατά του Μενέλαου Καμιναρίδη. Η καταγγελία στην οποία προέβη ο Καμιναρίδης ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι εναντίον του καθώς είχε μαρτυρήσει εναντίον του πατέρα του. Στις 5.09.2010 εκδικαζόταν η υπόθεση που είχε κινηθεί εναντίον του πατέρα του παραπονούμενου και ο ίδιος ήταν ο κυριότερος μάρτυρας κατηγορίας. Επομένως είχε κάθε λόγο ο παραπονούμενος να προκαλέσει επεισόδιο εναντίον του. Αναφέρθηκε στην ευσυνείδητη εκτέλεση των καθηκόντων του ως αστυνομικός και ότι προσπάθεια της οικογένειας Καμιναρίδη ήταν να τον διαβάλουν και να μειώσουν την αξιοπρέπεια του ως ανθρώπου και ως αστυνομικού. Επέμεινε ότι σε καμιά περίπτωση ο ίδιος επιτέθηκε ή προκάλεσε οποιοδήποτε από τα τραύματα που βρέθηκαν στο σώμα του παραπονούμενου τα οποία δεν συνάδουν ούτε με τη μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου τον οποίο θεωρεί ικανό να είχε προκαλέσει ο ίδιος τα τραύματα αυτά που βρέθηκαν στο σώμα του για να είναι πειστικός στην καταγγελία του. Η κα Πίτσιλλου ανέφερε ότι η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο έχει καθήκον να αξιολογήσει και να καταλήξει ποια από τις δύο εκδοχές θα αποδεχθεί. Εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο κάμει δεκτή την εκδοχή του παραπονούμενου και να απορρίψει αυτή του κατηγορουμένου. Ο Μ.Υ. 1 είπε πράγματι αυτά που είχε δει ενώ ο Μ.Υ.2 ήταν φανερό ότι κατέθεσε για να βοηθήσει τον φίλο του κατηγορούμενο. Επεσήμανε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε ως όφειλε στον παραπονούμενο τις θέσεις τις οποίες ο ίδιος προέβαλε στη δική του μαρτυρία. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους Μ.Κ. και τον κατηγορούμενο και τους δύο μάρτυρες που αυτός παρουσίασε να καταθέτουν ενώπιον του δικαστηρίου και εξέτασα τη μαρτυρία τους με μεγάλη προσοχή όπως και το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία των μαρτύρων με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος που είχαν στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν ή να γνωρίζουν τα διαδραματισθέντα ή τα γεγονότα γενικά που περιβάλλουν την υπόθεση, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Καρεκλά v. Κλεάνθους,

(1997)1 Β ΑΑΔ σελ. 1199, Αθανασίου και άλλων v. Κουνούνη,
(1997)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 614 στην οποία έγινε αναφορά στην Benmax v. Austin Motor Co Ltd
(1955)1 All E.R. 326 όπου επικροτήθηκε η απόφαση του δικαστή Thankerton στην Watt or Thomas v. Thomas
(1947)1 All E.R. 582 (H.L.) ως αυθεντία όπου εκτίθενται με σαφήνεια οι αρχές, την Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ σελ. 447 και την Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ σελ. 506 όπου λέχθηκε ότι: ¨Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Μέρος μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, δεν μπορεί να απορρίπτεται χωρίς την παροχή αιτιολογίας με μέτρο κρίσης το συμπέρασμα για την αξιοπιστία άλλου μάρτυρα το οποίο - συμπέρασμα - ήταν το αποτέλεσμα της έντονης πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι ο τελευταίος είπε την αλήθεια.¨ Λαμβάνω επίσης υπόψη και όσα αναφέρονται στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ.339 όπου ο έντιμος κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. αναφέρει για το ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης μιας μαρτυρίας τα ακόλουθα: ¨Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ΄αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά,
(2008)1(Α) ΑΑΔ σελ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ΄ ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Πιο πρόσφατα ακόμη στην Ανδρέας Γιάγκου Σάντη v. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.α. Πολ. Έφ. 78/2007, ημερ. 20.03.09, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους.¨ Σε σχέση δε με το πως αντικρίζεται μαρτυρία όταν υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές όπως εν προκειμένω, θα παραπέμψω στις ακόλουθες δύο αποφάσεις: Στην Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη,
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ σελ. 209 Έφεση Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου: ¨Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι η θεώρηση του συνόλου της μαρτυρίας και η αξιολόγηση της ως προς την αξιοπιστία της, ιδιαίτερα όταν, όπου συνήθως, υπάρχουν δύο εκδοχές ως προς τα γεγονότα. Καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι, αφού σχολιάσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία, να δικαιολογήσει τα ευρήματα του ως προς την αξιοπιστία του ενός ή του άλλου μάρτυρα ή μαρτύρων. ¨ Όπως δε λέχθηκε στην απόφαση Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρας,
(1992)1 ΑΑΔ 1056 στις σελ. 1061-1062: ¨Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων αποτελούν το θεμέλιο για την ανίχνευση των αληθών γεγονότων πάνω στα οποία θα θεμελιωθούν τα τελικά συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Παράλειψη εξαγωγής ευρημάτων αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αφήνει μετέωρη και ατεκμηρίωτη τη δικαστική απόφαση.¨ Θα έχω επομένως υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις πιο πάνω αρχές όπως αναδύονται από τη νομολογία μας σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης μιας μαρτυρίας. Θα λάβω επίσης υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από την ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής και τον κατηγορούμενο κατά τις τελικές τους εισηγήσεις όπου αναφέρθηκαν στη μαρτυρία και έδωσαν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και αν χρειαστεί για τη κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα. Θα πρέπει να πω ότι ο παραπονούμενος δεν μου προκάλεσε εντύπωση ανθρώπου ειλικρινούς. Οι ενέργειες που αποδίδει στον κατηγορούμενο τις οποίες περιέγραψε στην κατάθεση του στην αστυνομία και ενώπιον του δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει σε αυτόν τα τραύματα που υπέδειξε στο νοσοκομείο κάτι που δεν έκαμε και στον αστυνομικό στον οποίο υπέβαλε το παράπονο του και τα οποία αναγράφηκαν στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ. 2), Δέχθηκε, ισχυρίστηκε ξαφνικά ένα κτύπημα στη δεξιά του πλευρά, στη συνέχεια τον άρπαξε από δεξιό του ώμο πολύ βίαια. Αυτές ακριβώς οι ενέργειες που αποδίδει στον κατηγορούμενο δεν συνάδουν με το τραύμα στο κεφάλι και με τις εκτεταμένες εκδορές στον δεξιό ώμο και στην δεξιά ωμοπλάτη και την εκδορά στη ραχιαία επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου. Ας μη διαφεύγει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε το ένα του χέρι στον γύψο δεμένο γύρω από τον λαιμό του. Πέραν της αντίληψης που αποκόμισα από τον παραπονούμενο, για τους διάφορους λόγους στους οποίους θα αναφερθώ και στη συνέχεια, καταλήγω ότι η εκδοχή του κατηγορουμένου ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης συνάδει περισσότερο στους κανόνες της λογικής.
  1. Ο κατηγορούμενος δεν είχε κανένα λόγο να συμπεριφερθεί κατά τον τρόπο που του αποδίδει ο παραπονούμενος. Σε σχέση με τη φράση που του αποδίδει η οποία ήταν: ¨ότι έκαμα του τζιηρού σου, εννά σου κάμω τζαί εσένα¨, δεν μπορώ να της αποδώσω κάποιο νόημα. Ο παραπονούμενος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος που ήταν υφιστάμενος του πατέρα του είχε έρθει σε κάποια αντιπαράθεση με τον τελευταίο. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι εκείνο το διάστημα ήταν ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας σε υπόθεση όπου κατηγορούμενος ήταν ο πατέρας του παραπονούμενου. Επομένως δεν βλέπω πως θα μπορούσε να συνδεθεί η πιο πάνω φράση με τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος ανέφερε βέβαια στη δική του κατάθεση ότι του ασκούνταν ποικιλοτρόπως πιέσεις για να μην καταθέσει σε εκείνη την υπόθεση. Δεν θα ανέμενα όμως από ένα έμπειρο κατά τα άλλα αστυνομικό να έρθει σε αντιπαράθεση και να ασκήσει βία στον γιό του πρώην προϊσταμένου του χωρίς να έχει να κάμει κάτι με αυτόν. Εξάλλου ήταν μάρτυρας κατηγορίας και όχι κατηγορούμενος στην υπόθεση που εκδικαζόταν τότε.
  2. Τουναντίον ο ίδιος ο παραπονούμενος κρίνω ότι είχε λόγο να προβεί σε πράξεις που θα εξέθεταν τον κατηγορούμενο όπως εξάλλου ρητά το είχε πει στον κατηγορούμενο εκείνο το βράδυ λέγοντας του τη φράση: ¨Ρε μπάσταρτε για τζείνα που έκαμες του τζιηρού μου εγώ εννά σε μπερτέψω.¨ Η υπόθεση αντιλαμβάνομαι που εκκρεμούσε με κατηγορούμενο τον πατέρα του, έναν αξιωματικό της αστυνομίας, σίγουρα θα τον ενδιέφερε και θα του δημιουργούσε κάποια ένταση αλλά και σκέψεις για το πώς θα μπορούσε ο πατέρας του να αποφύγει εκείνη την κατηγορία.
  3. Η μαρτυρία των αυτοπτών μαρτύρων (Μ.Υ. 1 και 2) οι οποίοι κρίνω ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και οι οποίοι δεν είχαν κανένα λόγο να έρθουν στο Δικαστήριο και ενόρκως να πουν ψέματα, συνηγορούν απόλυτα υπέρ των θέσεων του κατηγορουμένου.
  4. Ο κατηγορούμενος έχοντας σπασμένο το αριστερό του χέρι σίγουρα θα είχε περιορισμούς ως προς τις κινήσεις του και δεν θα επιτίθετο σε αυτή την κατάσταση σε ένα αρτιμελή νέο.
  5. Ο κατηγορούμενος έχοντα την υπεύθυνη και ευαίσθητη θέση του αστυνομικού κρίνω ότι δεν είχε κανένα λόγο να επιτεθεί στον παραπονούμενο σε ένα δημόσιο μέρος όπου υπήρχε αρκετή κίνηση και να του απευθύνει ύβρεις στην παρουσία άλλων παρισταμένων όπως ήταν και οι φρουροί ασφαλείας των παρακείμενων δισκοθηκών. Αν είχε πει κάτι, όπως ανέφερε ο Μ.Υ.1, αυτό θα ήταν υπό συνθήκες έντασης που δημιουργήθηκαν στη σκηνή και τη σύγχυση που προκλήθηκε της στιγμής.
  6. Ο παραπονούμενος ήδη από τη στιγμή που κατηγορήθηκε γραπτώς φανερώνει τη πρόθεση του να αποδώσει κίνητρο στον κατηγορούμενο για την καταγγελία που έκαμε σε βάρος του με την απάντηση που έδωσε: ¨Δεν παραδέχομαι τίποτε και φυσικά δεν το συζητώ ότι κάποιος συνάδελφος του, του τηλεφώνησε να κάνει την καταγγελία μετά που τον κατάγγειλα εγώ.¨ Όπως ανέφερε όμως ο Λοχ. Μ. Χ¨Θεοδούλου (Μ.Κ.2), τον οποίο επίσης κρίνω ως ειλικρινή μάρτυρα, ήταν ο μόνος που γνώριζε για την καταγγελία που έκαμε ο παραπονούμενος και δεν παρασχέθη χρόνος για να ειδοποιηθεί ο κατηγορούμενος από οποιονδήποτε εφόσον άμεση ήταν και εκείνου η προσέλευση στον αστυνομικό σταθμό. Φάνηκε από την μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος μετά που έληξε το επεισόδιο μετέβη στο Παραλίμνι στη περιοχή Κάππαρη όπου μετέφερε τον φίλο του τον κ. Παναγιωτίδη, στη συνέχεια πέρασε από το δικό του σπίτι για να αλλάξει φανέλα και στη συνέχεια πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίας Νάπας όταν μόλις είχε φύγει ο παραπονούμενος, για το νοσοκομείο. Για όλα τα πιο πάνω ασφαλώς απαιτείτο κάποιος χρόνος και επομένως αυτό που θέλησε να υποβάλει ο παραπονούμενος, ότι η καταγγελία που έγινε εκ μέρους του κατηγορουμένου υπέκρυπτε σκοπιμότητα δεν μπορεί να ισχύει. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η εκδοχή του κατηγορουμένου είναι πειστική και την αποδέχομαι. Ο κατηγορούμενος θα πρέπει να πω ότι μου προκάλεσε καλή εντύπωση και ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Παρέθεσα πιο πάνω την μαρτυρία του κατά την καταγραφή της μαρτυρίας, τα γεγονότα όπως τα περιέγραψε καθίστανται ευρήματα μου. Επομένως, είναι η απόφαση μου ότι το επεισόδιο προκλήθηκε από τον παραπονούμενο και ως εκ τούτου ούτε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συμμετοχής του κατηγορουμένου σε συμπλοκή έχουν αποδειχθεί καθώς ό,τι έκαμε ο κατηγορούμενος ήταν να αμυνθεί στην απρόκλητη και ξαφνική επίθεση που δέχθηκε από τον παραπονούμενο χωρίς να έχει άλλη επιλογή . ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Ενόψει της κατάληξης μου να αποδεχθώ την εκδοχή του κατηγορουμένου για το πώς ξεκίνησε και εξελίχθηκε το επεισόδιο με το παραπονούμενο πρόσωπο καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και από τις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.