Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κωνσταντίνου Σπάταλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:4881/2011, 22/2/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ) Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4881/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν -
- Κωνσταντίνου Σπάταλου
- Ανδρέα Σπάταλου Κατηγορουμένων ------- Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Κατηγορούμενοι παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 1η κατηγορία το αδίκημα της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος στις 26.10.2009 και ώρα 15:30 στην οδό Αγίας Σοφίας στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς κυκλοφορίας BAD 737 (πετρέλαιο) για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας η οποία να τελούσε σε ισχύ από τις 31.12.
- Ο 2ος κατηγορούμενος στη δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίτρεψης χρήσης του πιο πάνω μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο όπως αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τρείς μάρτυρες (Μ.Κ.) και κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά επτά έγγραφα τα οποία συνίστανται σε καταθέσεις που λήφθηκαν από πρόσωπα που ενεπλάκησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη διερεύνηση των αδικημάτων. Ο Υπ/μος Γ. Πεχλιβάνης (Μ.Κ.1), του Τμήματος Τροχαίας του Αρχηγείου αναφέρει στην κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 ότι είχε πάρει κατάθεση την 11.02.2011 από τον Χριστάκη Κύζα σε σχέση με οδήγηση του αυτοκινήτου που περιγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος από τον κατηγορούμενο 1 στις 26.10.2009 στην οδό Αγίας Σοφίας στο Παραλίμνι. Ο ίδιος μάρτυρας όταν πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 στις 6.04.2011 ότι θα τον κατάγγελλε ότι επέτρεψε να οδηγηθεί το πιο πάνω όχημα από τον κατηγορούμενο , 1 χωρίς αυτό να διαθέτει άδεια κυκλοφορίας, αυτός του έδωσε την ακόλουθη απάντηση: ¨Δεν παραδέχομαι την κατηγορία που μου απαγγέλλετε για τον λόγο ότι είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ο Κωνσταντίνος Σπάταλος ουδέποτε οδήγησε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Το εν λόγω αυτοκίνητο λόγω του ότι δεν είχε άδεια κυκλοφορίας μεταφέρθηκε με το ρυμουλκό του Νίκου Καρατζιά στη Λάρνακα από τη Λευκωσία για να πωληθεί. Παρέμεινε εκεί για λίγο καιρό και στη συνέχεια όπως μου είπε ο Καρατζιάς, το μετέφερε και πάλι με ρυμουλκό του στο γκαράζ του Λούκα στο Παραλίμνι για να το δει κάποιος που ενδιαφερόταν να αγοράσει τέτοιου τύπου αυτοκίνητο.¨ Όταν δε ο ίδιος μάρτυρας στις 19.04.2011 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 για το αδίκημα που διέπραξε και ότι θα καταγγελθεί και του επέστησε την προσοχή στο νόμο αυτός απάντησε: ¨Δεν οδήγησα το συγκεκριμένο αυτοκίνητο σε καμιά περίπτωση.¨ Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ότι για το πιο πάνω όχημα δεν είχε εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας από 31.12.2007 μέχρι και την 26.10.2009 ημερομηνία για την οποία έγιναν οι κατηγορίες. Παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ως εξεταστής της υπόθεσης δεν διερεύνησε περαιτέρω τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο κατηγορούμενος 2 όταν τον κατηγόρησε. Ανέφερε ότι είχε υποβληθεί γραπτό παράπονο εκ μέρους του κ. Χριστάκη Κύζα για αγοραπωλησία αυτοκινήτου που έκαμε του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και επειδή εμπλεκόταν ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος είναι αστυνομικός δόθηκαν οδηγίες από τον Αρχηγό Αστυνομίας για να γίνει διερεύνηση της υπόθεσης από την Δ.Ε.Π. (Διεύθυνση Επαγγελματικών Προτύπων). Είχε αναλάβει την διερεύνηση της υπόθεσης ο Λοχ. 28 Γ. Ανδρέου του Δ.Ε.Π. Αρχηγείου ο οποίος όταν διαπίστωσε ότι είχαν διαπραχθεί στο σύνολο τους τροχαία αδικήματα ο Αρχηγός έδωσε οδηγίες να διερευνηθούν αυτά από το τμήμα του. Ταυτόχρονα είχε διοριστεί και αξιωματικός της αστυνομίας για διερεύνηση τυχόν πειθαρχικών αδικημάτων εκ μέρους του κατηγορουμένου
- Εξήγησε περαιτέρω ότι μετά από μελέτη της αλληλογραφίας την οποία παρέλαβε από τον Λοχ. Ανδρέου έκρινε σκόπιμο να πάρει κατάθεση από τον κ. Κύζα που ήταν ο παραπονούμενος σε σχέση με την οδήγηση του επίδικου οχήματος. Αυτός στη κατάθεση του πράγματι ανέφερε ότι ενώ βρισκόταν στο γκαράζ του Λούκα Μάμα στην οδό Αγίας Σοφίας στο Παραλίμνι, όπου ανέμενε τον κατηγορούμενο 1 να μεταφέρει εκεί το όχημα για να το δει, αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο 1 να το οδηγεί και να το μεταφέρει στο γκαράς. Αξιολογώντας περαιτέρω και την κατάθεση του κ. Λούκα Μάμα ο οποίος του ανέφερε ότι ο κ. Κύζας και ο κατηγορούμενος 1 συναντήθηκαν σε προκαθορισμένο ραντεβού στο γκαράζ του, θεώρησε ότι αυτή ήταν ενισχυτική μαρτυρία στα όσα ο κ. Κύζας ισχυριζόταν και έτσι δεν προχώρησε να διερευνήσει και τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου
- Παρέπεμψε σε συγκεκριμένο απόσπασμα της κατάθεσης του κ. Λούκα Μάμα από το οποίο συμπέρανε ότι το όχημα στο γκαράζ του το είχε μεταφέρει ο κατηγορούμενος
- Ο κ. Χριστάκης Κύζας (Μ.Κ.2) είχε δώσει στην αστυνομία τέσσερις συνολικά καταθέσεις στις οποίες αναφέρεται στην ανταλλαγή του αυτοκινήτου του με το επίδικο, πράξη που έγινε με τον κατηγορούμενο 1 στον οποίο καταλογίζει διάφορες πράξεις και ενέργειες οι οποίες δεν αφορούν τη παρούσα υπόθεση. Οι καταθέσεις του τις οποίες υιοθέτησε και ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως σημειώθηκαν ως τεκμ. 2,3,4 και
- Η κατάθεση του με ημερομηνία 11.02.2011 η οποία σημειώθηκε ως τεκμ. 5 είναι και η σχετική με τα επίδικα αδικήματα. Βέβαια, κάποια αναφορά γίνεται και στην κατάθεση του τεκμ. 2, όπου στη δεύτερη σελίδα αναφέρει τη φράση: ¨Μαζί του - εννοώντας τον κατηγορούμενο 1 - είχε φέρει ένα Mercedes με αριθμό εγγραφής BAD 737 και μου είπε να το δω και εάν μου αρέσει να τα κανονίσουμε¨. Στην κατάθεση του τεκμ. 5 συμπληρωματικά των όσων είχε αναφέρει στις προηγούμενες αναφέρει: ¨ Θα ήθελα να αναφέρω ότι το αυτοκίνητο BAD 737, που μου πώλησε ο Σπάταλος τον είδα να το οδηγά στις 26.10.2009 η ώρα 15:30 το απόγευμα ενώ εγώ βρισκόμουν εντός του γκαράζ του Μάμα του μηχανικού στην οδό Αγίας Σοφίας αρ. 5 και μπήκε οδηγώντας στο γκαράζ για να κάμουμε την συμφωνία που είχαμε. Μέσα στο αυτοκίνητο ήταν μόνος του. Αμέσως μετά τη συμφωνία που εκάμαμεν πήρε το αυτοκίνητο CAZ 019 και το οδήγησε φεύγοντας.¨ Αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο 1 ενώ τον κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι δεν τον γνώριζε. Στην αντεξέταση του δικαιολόγησε το γεγονός ότι δεν είχε αναφέρει στις τρεις πρώτες καταθέσεις του ότι ο κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το επίδικο όχημα και το έφερε στο γκαράζ του Μάμα κάτι που είπε μόλις στη τέταρτη κατάθεση του καθώς στις τρεις πρώτες δεν είχε ερωτηθεί από τους αστυνομικούς που του πήραν κατάθεση γι΄αυτό το ζήτημα. Εξήγησε ότι όταν είχε φτάσει στο γκαράζ ο κατηγορούμενος 1, ο ίδιος καθόταν μέσα στο γραφείο του γκαράζ σε απόσταση 10 μέτρων περίπου από την είσοδο του γκαράζ. Από το σημείο που καθόταν έβλεπε τον δρόμο και τον είχε δει να στρίβει από τον δρόμο για να μπει στο γκαράζ. Ανέφερε αρχικά ότι ποτέ δεν είχε παρουσιαστεί σε Δικαστήριο αντιμετωπίζοντας κάποια κατηγορία και στη συνέχεια όταν του αναφέρθηκε συγκεκριμένη υπόθεση παραδέχθηκε ότι πράγματι το 1981 είχε αντιμετωπίσει κατηγορία απάτης και είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης ενός χρόνου. Σε υποβολή ότι ποτέ δεν είχε δει τον κατηγορούμενο 1 να οδηγεί το επίδικο όχημα εφόσον αυτό είχε μεταφερθεί στο συγκεκριμένο γκαράζ με ρυμουλκό, επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι τον είχε δει. Σε υποβολή ότι είναι εκδικητικά που έδωσε την 4η κατάθεση του, ανέφερε ότι δεν είχε ξαναδεί τον κατηγορούμενο
- Ο κ. Λούκας Μάμας (Μ.Κ.3), είχε δώσει κατάθεση στις 22.07.2010 η οποία σημειώθηκε ως τεκμ.
- Σε αυτή αναφέρει για ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση ότι είναι μηχανικός και ιδιοκτήτης γκαράζ και ότι γνώριζε τον κ. Κύζα ο οποίος ήταν πελάτης του. Ο τελευταίος του είχε αναφέρει ότι επιθυμούσε να ανταλλάξει το όχημα του Mercedes με άλλο. Αναφέρει ότι εκείνο το διάστημα από ό,τι θυμόταν είχε δει κάποιο όχημα Mercedes αποθηκευμένο κάπου στη Λάρνακα ότι πωλείτο και σημείωσε τον αριθμό τηλεφώνου του ιδιοκτήτη του και επικοινώνησε μαζί του και διευθέτησε να το φέρει στο γκαράζ του για να το δει αυτός που ενδιαφερόταν γι΄αυτό όπως και έγινε. Ο ίδιος ήλεγξε το όχημα αυτό και συμβούλεψε τον κ. Κύζα να το αγοράσει όπως και έγινε με την ανταλλαγή οχημάτων Αναγνώρισε στο εδώλιο τον κατηγορούμενο, 1 ενώ τον κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι δεν τον γνώριζε. Ανέφερε επίσης ότι το αυτοκίνητο που είχε πάρει με την ανταλλαγή ο κ. Κύζας το είχε ελέγξει την προηγούμενη καθώς αυτό είχε μεταφερθεί από πριν και ήταν σταθμευμένο μέσα στο χώρο στάθμευσης του γκαράζ του. Δεν είχε δει τον κατηγορούμενο 1 να μεταφέρει το όχημα αυτό στο γκαράζ του και ούτε γνώριζε πως αυτό μεταφέρθηκε εκεί. Ο ίδιος δεν είχε αναμιχθεί στην ανταλλαγή που έγινε των δύο οχημάτων. Δεν απέκλεισε το όχημα αυτό να είχε μεταφερθεί εκεί με ρυμουλκό και ανέφερε ότι στο γκαράζ του μεταφέρουν αυτοκίνητα καθημερινά 10 - 15 ρυμουλκά και έτσι δεν μπορεί να θυμάται λεπτομέρειες. Περιέγραψε ότι μπροστά από το γκαράζ του υπάρχει δρόμος ασφαλτωμένος ο οποίος είναι αδιέξοδος και από τον οποίο δεν περνούν άλλα αυτοκίνητα πλην αυτά που έρχονται για το γκαράζ του και μπροστά από το γκαράζ του υπάρχει χώρος δικός του που συνδέεται με το χώρο στάθμευσης του γκαράζ. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι από εκεί που καθόταν ο κ Κύζας πριν έρθει στο γκαράζ του ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε οπτική επαφή με τον δημόσιο δρόμο εφόσον το γραφείο του βρίσκεται σε μια γωνιά του γκαράζ. Εκ συμφώνου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμ. 7 η κατάθεση του κατηγορουμένου 1 ως η κατάθεση που έδωσε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι κατηγορούμενοι με τη συμπλήρωση της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή υπέβαλαν εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες εκ πρώτης όψεως εναντίον τους και κάλεσαν το Δικαστήριο να τους αθωώσει από αυτό το στάδιο. Βασικά σημεία της εισήγησης τους ήταν η αντιφατικότητα που παρουσιάζει η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και η μη αντικειμενική εξέταση της υπόθεσης εκ μέρους του ανακριτή της υπόθεσης εφόσον δεν ήλεγξε τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο κατηγορούμενος 2 όταν τον κατηγόρησε. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε όπως κληθούν σε απολογία οι κατηγορούμενοι καθώς η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοια που αντικειμενικά εξεταζόμενη θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή ο Δικαστής όπως ήταν τότε του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σωτηριάδης v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λoίζoυ v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.¨ Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία - ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση,
(2)η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία˙ (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη, πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που αν δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Εισαγγελέας v. Κουννίδης
(1993)2 ΑΑΔ 82 τονίστηκε ότι: ¨Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις τα στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.¨ Ξεκινώντας την ανάλυση των συμπερασμάτων μου θα έλεγα ότι δε έγινε ολοκληρωμένη διερεύνηση της υπόθεσης εφόσον ο Υπ/μος Πεχλιβάνης (Μ.Κ.1), όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, δεν θεώρησε ότι έπρεπε να διερευνήσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων και ειδικότερα αυτούς του κατηγορουμένου 2 που έδωσε ως απάντηση στη γραπτή του κατηγορία. Θεώρησε ως ενισχυτική μαρτυρία στα όσα ο κ. Κύζας (Μ.Κ.2) καταμαρτυρούσε στον κατηγορούμενο 1 αυτά τα οποία ανέφερε στη κατάθεση του ο κ. Λ. Μάμας στις 22.07.
- Εξετάζοντας όμως την κατάθεση αυτή (τεκμ. 6) πουθενά δεν βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι την επίδικη ημερομηνία ο κατηγορούμενος 1 είχε μεταφέρει το επίδικο όχημα στο γκαράζ του. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας αυτός αναφέρει στην κατάθεση του τα εξής από τα οποία ο κ. Πεχλιβάνης εξήγαγε το συμπέρασμα ότι αυτά ενίσχυαν τα όσα ο κ. Κύζας ανέφερε στη δική του τέταρτη κατάθεση (τεκμ. 5): ¨Του είπα - εννοούσε του κατηγορούμενου 1 - ότι υπήρχε κάποιος πελάτης μου που ενδιαφερόταν να αγοράσει το αυτοκίνητο και κλείσαμε ραντεβού και συναντήθηκαν και οι δύο στο γκαράζ μου. Είδα τη μηχανή του αυτοκινήτου του Mercedes που έφερε ο Σπάταλος και του οποίου τους αριθμούς εγγραφής δεν θυμάμαι, ήταν καλή και είπα του Κύζα να το αγοράσει και ανταλλάξουν αυτοκίνητα μεταξύ τους.¨ Κρίνω ότι τα πιο πάνω δεν συνιστούν καθόλου ενισχυτική μαρτυρία στα όσα ο κ. Κύζας ανέφερε στη δική του κατάθεση τεκμ.
- Ο κ. Μάμας δεν αναφέρεται πουθενά για το πότε κλείστηκε το ραντεβού των δύο, πότε είδε ο ίδιος το αυτοκίνητο κι το ήλεγξε από μηχανικής απόψεως και πότε αυτό μεταφέρθηκε στο γκαράζ του. Όταν λέγει ότι: ¨είδα τη μηχανή του αυτοκινήτου . που έφερε ο Σπάταλος.¨ δεν προσδιορίζει πότε και πως έγινε αυτό. Ο κ. Μάμας (Μ.Κ.3) εξάλλου στη προφορική του μαρτυρία ακόμα και από το στάδιο της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι το επίδικο όχημα είχε μεταφερθεί στο γκαράζ του άγνωστο σε αυτόν πως και το είχε ελέγξει την προηγούμενη της συμφωνίας του κατηγορουμένου 1 με τον κ. Κύζα. Δεν απέκλεισε επίσης αυτό να είχε μεταφερθεί με ρυμουλκό αφού τέτοια διαδικασία ακολουθείται καθημερινά στο γκαράζ του για πολλά αυτοκίνητα. Επομένως υπάρχει διάσταση στην ίδια τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής πάνω σε αυτό το ουσιώδες ζήτημα για τη στοιχειοθέτηση των συγκεκριμένων αδικημάτων. Ο κ. Πεχλιβάνης όφειλε να είχε διερευνήσει τότε που ήταν ακόμα νωπά τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων για μια αντικειμενική εκ μέρους της αστυνομίας διερεύνηση τουλάχιστον των συγκεκριμένων αδικημάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Πέραν των πιο πάνω ο κ. Μάμας (Μ.Κ.3), διέψευσε τον κ. Κύζα σε σχέση με το κατά πόσο από εκεί που καθόταν το γραφείο του είχε οπτική επαφή με τον δρόμο καθώς είναι γωνιακό και ότι μπορούσε να είχε αντιληφθεί τον κατηγορούμενο 1 να οδηγεί το επίδικο όχημα από εκεί που βρισκόταν όπως ανέφερε. Επίσης τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη διαμόρφωση των χώρων του γκαράζ του (χώρος στάθμευσης, αδιέξοδος δρόμος, χώρος μπροστά από την είσοδο του γκαράζ μέχρι και τον δημόσιο δρόμο, το ότι ο χώρος στάθμευσης επικοινωνεί με την είσοδο του γκαράζ χωρίς κατ΄ανάγκη να χρησιμοποιηθεί ο δημόσιος δρόμος κατά την οδήγηση ενός μηχανοκινήτου οχήματος από τον ένα χώρο στον άλλο). Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τα όσα διαφαίνονται από τις καταθέσεις του κ. Κύζα (Μ.Κ.2) σε σχέση με οικονομική διαφορά που προέκυψε ανάμεσα στον ίδιο και τον κατηγορούμενο 1 σε σχέση με τη συναλλαγή - ανταλλαγή οχημάτων τους και τον χρόνο - οκτώ και πλέον μήνες μετά την 1η κατάθεση του και αφού μεσολαβούν και άλλες δύο - που αυτός αποφασίζει με συμπληρωματική κατάθεση να καταλογίσει αυτή τη συγκεκριμένη ενέργεια στον κατηγορούμενο 1 γνωρίζοντας μάλιστα την ιδιότητα του, το γεγονός ότι σε υποβολή ότι έκαμε την καταγγελία εκδικητικά προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου 1 απάντησε ότι δεν τον γνώριζε κατά τρόπο που δεν παραδεχόταν την ύπαρξη οικονομικής διαφοράς μεταξύ τους, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής είναι εκτός από αδύνατη στις λεπτομέρειες της προς απόδειξη των κατηγοριών πέρα από κάθε αμφιβολία είναι και αντιφατική και ταυτόχρονα αντινομική. Ενόψει των πιο πάνω δεν είμαι διατεθειμένος να καλέσω σε απολογία τον κατηγορούμενο 1 για τη διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας και εφόσον αυτή είναι η κατάληξη μου γι΄αυτόν και λόγω της φύσης του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 και της αλληλεξάρτησης του με αυτό της 1ης κατηγορίας, ως αναπόδραστη συνέπεια καθίσταται και η απαλλαγή του κατηγορουμένου 2 από την 2η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αθωώνονται από αυτό το στάδιο. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο