Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Φλώρος Λουκά, Αρ. Υπόθεσης:252/2011, 26/4/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (Το οποίο συνεδριάζει στο Παραλίμνι) Ενώπιον:- Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:252/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Φλώρος Λουκά Κατηγορουμένου ------- Ημερομηνία: 26 Απριλίου, 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίτσιλλου Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Πελεκάνος Κατηγορούμενος παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες για αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά. Στην κατηγορία 1 αντιμετωπίζει το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α σε άλλο πρόσωπο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 28.09.2009 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου προμήθευσε άλλο άγνωστο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α΄ δηλαδή 58.3624 γραμμάρια κοκαϊνης. Στην κατηγορία 2 αντιμετωπίζει το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α όταν στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία είχε στη κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α δηλαδή 58.3624 γραμμάρια κοκαϊνης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Στην κατηγορία 3 αντιμετωπίζει το αδίκημα της κατοχής του ίδιου πιο πάνω ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Στην κατηγορία 4 αντιμετωπίζει το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β όταν κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία είχε στη κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β΄ δηλαδή 0,4507 γραμμάρια κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Σημειώνω ότι την τελευταία κατηγορία ο κατηγορούμενος την παραδέχθηκε πριν τις τελικές αγορεύσεις. Επομένως η παρούσα απόφαση μου αφορά τις τρεις πρώτες κατηγορίες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Το μεγαλύτερο μέρος του μαρτυρικού υλικού κατατέθηκε εκ συμφώνου εφόσον δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά παρουσιάζονται μέσα από τις καταθέσεις των αστυνομικών της Υ.ΚΑ.Ν. Αμμοχώστου, οι οποίοι μετά από πληροφορίες εξασφάλισαν δικαστικό ένταλμα έρευνας και ερεύνησαν το διαμέρισμα του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα να βρεθούν εκεί οι συγκεκριμένες ναρκωτικές ουσίες όπως περιγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών βλ. τεκμ. 1,13, 14 και
- Ο Αστ. 2825 Κ. Γιωργή (Μ.Κ.1) ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και κατάθεσε όλο το μαρτυρικό υλικό που έχει στη διάθεση της η αστυνομία. Από τη μαρτυρία του προέκυψε ότι κατά την έρευνα που διεξήχθη στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου δεν είχε βρεθεί οτιδήποτε το οποίο να συνηγορεί υπέρ της εξαγωγής συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος εμπορευόταν ναρκωτικές ουσίες ούτε και υπήρχε τέτοια πληροφόρηση της Υ.ΚΑ.Ν. Εκείνο το οποίο θέτει προς προβληματισμό η υπεράσπιση είναι η ασάφεια όπως προκύπτει από την μαρτυρία και όπως αυτή επίσης προέκυψε και από την ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική μαρτυρία της κ. Κατερίνας Κονάρη, χημικού 1ης τάξης του εργαστηρίου δικανικής χημείας και τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους (Μ.Κ.2), η οποία επίσης κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την πραγματική ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης που ανιχνεύτηκε στην άσπρη σκόνη που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου και αν η άσπρη σκόνη βάρους 58,3624 γρ. ήταν καθαρή κοκαΐνη στην έννοια του νόμου. Η προβολή αυτού του ζητήματος δεν έγινε τυχαία εφόσον η πραγματική ποσότητα αυτής της ουσίας θα πρέπει να συσχετιστεί με το τεκμήριο που δημιουργεί ο νόμος σε σχέση με τη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία και επί του οποίου βασίζεται το αδίκημα της κατηγορίας
- Σύμφωνα με το άρθρο 30 Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/1977), το οποίο καθορίζει ότι: ¨Εφόσον ήθελε αποδειχθεί ότι πρόσωπο καλλιέργησε ή κατείχε ή μετέφερε ελεγχόμενο φάρμακο ή ουσία, που αναφέρεται στην πρώτη στήλη, θεωρείται ότι καλλιέργησε ή κατείχε ή μετέφερε το ελεγχόμενο φάρμακο ή την ουσία με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο.¨ Σε σχέση δε ειδικότερα με την κοκαΐνη ή παράγωγα αυτής παράνομη κατοχή ή μεταφορά 10 ή περισσότερων γραμμαρίων εμπίπτει στη πιο πάνω ρύθμιση. Σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους (τεκμ. 8) η μια από τις δύο ουσίες που βρέθηκαν στη κατοχή του κατηγορουμένου προσδιορίζεται ως άσπρη σκόνη βάρους 58,3624 γρ. η οποία βέβαια στα αποτελέσματα της εξέτασης προσδιορίζεται ως κοκαΐνη. Η αναφορά αυτή έδωσε έρεισμα στον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου να αποταθεί με επιστολή του στο Γενικό Χημείο ( τεκμ. 9), και να ζητήσει διευκρινήσεις για τα ακόλουθα θέματα: ¨
- Κατά πόσο αυτή η άσπρη σκόνη είναι στο σύνολο της δηλαδή 100% κοκαΐνη ή κατά πόσο υπάρχουν και άλλα συστατικά.
- Εάν υπάρχουν άλλα συστατικά ποια είναι και ποιο είναι το καθαρό βάρος τους.
- Ποια είναι η καθαρή ποσότητα κοκαΐνης στην εν λόγω άσπρη σκόνη ή κατά πόσο μπορεί να προσδιοριστεί η ποσοστιαία μονάδα κοκαΐνης.
- Σε περίπτωση όπου όντως η εν λόγω άσπρη σκόνη δεν είναι 100% κοκαΐνη, κατά πόσο υπάρχουν οι μέθοδοι να απαντηθούν τα πιο πάνω ερωτήματα ή κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα να γίνουν οι πιο πάνω αναλύσεις από ιδιωτικό χημείο με έξοδα του κατηγορουμένου.¨ Καταγράφω στη συνέχεια την απάντηση του Γενικού Χημείου του Κράτους την οποία υπογράφει η κα Κατερίνα Κονάρη (τεκμ. 10), η οποία ήταν και η μάρτυρας που κατάθεσε και ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας στην ουσία τις ίδιες απόψεις: ¨
- Το τεκμήριο Αρ. Γ.Χ. 13810/09 είναι άσπρη σκόνη συνολικού βάρους 58,3624 γρ.. Η σκόνη είναι κοκαΐνη η οποία περιέχει benzocaine.
- Το εργαστήριο δε διεξάγει ποσοτικούς προσδιορισμούς στις ελεγχόμενες ουσίες ελεγχόμενων ουσιών διότι δεν υπάρχει ποσοτικό όριο κάτω από το οποίο η χρήση/κατοχή δε θεωρείται ποινικό αδίκημα. Επίσης, οι ουσίες αυτές πωλούνται και χρησιμοποιούνται ως έχουν, χωρίς να προηγείται διαχωρισμός της καθαρής ελεγχόμενης ουσίας από τα τυχών αραιωτικά που συνυπάρχουν. Ως εκ τούτου η εμπορία / χρήση / κατοχή αφορά το συνολικό βάρος της ανευρεθείσας ποσότητας και όχι της απόλυτα καθαρής ελεγχόμενης ουσίας.
- Ο ποσοτικός προσδιορισμός σε ελεγχόμενες ουσίες γίνεται μόνο όταν ζητηθεί από το δικαστήριο σε μεμονωμένες περιπτώσεις όπου π.χ. η σύγκριση δύο δειγμάτων είναι αναγκαία. Ο προσδιορισμός αυτός επιβάλλει τη χρήση άλλης πιο χρονοβόρας ανάλυσης.
- Στην Κύπρο δεν υπάρχουν ιδιωτικά χημεία που έχουν τον εξοπλισμό και την εμπειρογνωμοσύνη να διεξάγουν αυτές τις αναλύσεις. Το εργαστήριο δικανικής χημείας και τοξικολογίας του Γενικού Χημείου είναι διαπιστευμένο με το ISO 17025 για τις αναλύσεις ναρκωτικών ως το επίσημο εργαστήριο του Κράτους γι΄αυτές τις αναλύσεις. Ως εκ τούτου η σύγκριση των αποτελεσμάτων του είναι δυνατό να διεξαχθεί μόνο σε αντίστοιχα επίσημα διαπιστευμένα εργαστήρια των άλλων κρατών μελών ή άλλων τρίτων χωρών.¨ Παραθέτω από την κατάθεση της κας Κατερίνας Κονάρη, χημικού 1ης τάξης στο εργαστήριο δικανικής χημείας και τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, της οποίας τα προσόντα δεν αμφισβητήθηκαν, τα πιο κάτω αποσπάσματα τα οποία κρίνω ως καθοριστικά προς επίλυση του επίδικου ζητήματος: ¨Ε. Αυτό το βάρος το οποίο αναφέρετε στην έκθεση σας, μιλώ για την άσπρη σκόνη που σας έδειξα προηγουμένως, πως καταλήγετε σε αυτό το βάρος, σε αυτή την ποσότητα; Α. Το βάρος του αναφερόμενου είναι το συνολικό βάρος της άσπρης σκόνης και οι αναλύσεις έδειξαν την παρουσία κοκαΐνης. Ε. Όταν λέτε παρουσία κοκαΐνης ; Α. Είναι κοκαΐνη μαζί με κάποιο αραιωτικό το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν βενζοκαίνη. Ε. Τι είναι αυτή η βενζοκαίνη; Α. Είναι ένα από τα αραιωτικά που χρησιμοποιούμε για την κοκαΐνη . Η κοκαΐνη όπως όλα τα ναρκωτικά δεν είναι 100% καθαρή. Ακόμα και η κοκαΐνη που παράγεται στην Νότιο Αμερική δεν είναι καθαρή π.χ. στην Αγγλία μιλούμε για αρχική καθαρότητα γύρω στο 70% αλλά συνήθως στην αλυσίδα προμηθειών πώλησης κ.λπ. γίνεται μια αραίωση.¨ Και στη συνέχεια: ¨Ε. Εργαστηριακά υπάρχει δυνατότητα να διαχωριστεί; Α. Ναι, πολύ πολύ δύσκολη διαδικασία. Μπορεί να προσδιοριστεί ο ποσοτικός προσδιορισμός δηλαδή με κάποιο πολύ δύσκολο τρόπο να χωριστούν οι δύο ουσίες και να ζυγιστεί η κοκαΐνη, κάτι που δεν γίνεται σε καμιά χώρα ή μπορεί με άλλη διαδικασία να προσδιοριστεί ποσοτικά δηλαδή να πεις είναι 70, είναι 30%. Άλλη διαδικασία εκείνη.¨ Κατά το στάδιο δε της αντεξέτασης της σημαντικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα: ¨Ε. Στην απάντηση σας (Τεκμ. 10) λέτε ότι στην σκόνη αυτή που είναι βάρους 58,. μου λέτε ότι περιέχεται και βενζοκαϊνη. Συμφωνείτε ότι πρόκειται για ένα τοπικό αναισθητικό το οποίο αγοράζουμε από το φαρμακείο; Α. Ναι Ε. Δεν είναι απαγορευμένη ουσία η βενζοκαϊνη; Α. Όχι. ...... ...... Ε. Κατά την άποψη σας στη Κύπρο δεν χρειάζεται ποσοτικός προσδιορισμός της κοκαΐνης; Α. Πιστεύω δεν χρειάζεται διότι δεν πρόκειται ο χρήστης να χωρίσει την κοκαΐνη και να την πωλήσει ως έχει.¨ Και στην τελευταία ερώτηση δόθηκε η ακόλουθη απάντηση: ¨Ε. Σας έχω ρωτήσει ως χημικός. Δεν θέλω τη θέση σας τι πιστεύετε ότι γίνεται στο εμπόριο. 58,. γρ. άσπρης σκόνης είναι 58,. γρ. κοκαΐνης; Α. Όχι.¨ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου με τη συμπλήρωση της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή υπέβαλε εισήγηση σε σχέση με τις κατηγορίες 1,2 και 3 εφόσον ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε το αδίκημα της κατηγορίας
- Εισηγήθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε καμιά μαρτυρία σε σχέση με την κατηγορία 1 από την οποία θα πρέπει να αθωωθεί χωρίς άλλο ο κατηγορούμενος. Εισηγήθηκε σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3 ότι λανθασμένα η κα Κατερίνα Κονάρη (Μ.Κ.2) ανέφερε ότι στο νόμο μας δεν υπάρχει ποσοτικός προσδιορισμός για τις ναρκωτικές ουσίες εφόσον στο άρθρο 30 Α γίνεται ένας τέτοιος ποσοτικός προσδιορισμός και μάλιστα η κατηγορία 3 βασίζεται σε αυτόν τον ποσοτικό προσδιορισμό. Από τη στιγμή που η κα Κονάρη δεν έχει προσδιορίσει ποσοτικά την κοκαΐνη που ανιχνεύτηκε στην άσπρη σκόνη δεν αποδεικνύεται αυτή η κατηγορία. Πρόκειται για μια ναρκωτική ουσία η οποία δεν βρέθηκε στη φυσική της κατάσταση αλλά πρόκειται για παράγωγο της εφόσον έχουμε ανάμιξη της με μη απαγορευμένη ουσία. Λόγω της απουσίας της επενέργειας του τεκμηρίου αναπόφευκτη είναι η αθώωση του κατηγορουμένου από την κατηγορία
- Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ήταν χρήστης αυτής της ουσίας και τίποτε δεν βρέθηκε κατά την έρευνα που να φανερώνει ότι αυτός την εμπορευόταν κιόλας. Παρέπεμψε σε σχετική νομολογία για το ζήτημα αυτό. Εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει την τροποποίηση της κατηγορίας 3 θα επηρεάζονταν αρνητικά τα συμφέροντα του κατηγορουμένου και έτσι εισηγήθηκε όπως ο κατηγορούμενος αθωωθεί από αυτό το στάδιο από τις τρεις πρώτες κατηγορίες. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε με παραπομπή σε αγγλικές και αμερικάνικες αποφάσεις ότι για να διατάξει το Δικαστήριο τον ποσοτικό διαχωρισμό τέτοιας ουσίας θα πρέπει αυτή να ξεπερνά τα 500 γραμμάρια. Ακόμα και για το πώς αντιμετωπίζονται περιπτώσεις καθαρής ουσίας ή μείγματος της από αγγλικές και αμερικανικές αποφάσεις. Εισηγήθηκε ότι η ποσότητα της κοκαΐνης όπως αυτή βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου οδηγεί στη διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας
- Ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για να δώσει εξηγήσεις τι ήθελε μια τόσο μεγάλη ποσότητα αυτής της ναρκωτικής ουσίας. Διερωτήθηκε αν ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα διαχωρισμού της ουσίας που βρέθηκε στην κατοχή του. Στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος θα έκαμνε χρήση όλης αυτής της ποσότητας που χαρακτηρίζεται από το Γενικό Χημείο του Κράτους ως κοκαΐνη. Παραδέχθηκε ότι για την κατηγορία 1 δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ: Οι αρχές οι οποίες διέπουν το εκ πρώτης όψεως στάδιο είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην υπόθεση αυτή, ο Δικαστής όπως ήταν τότε κ. Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνον όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. The Police v. Kallenos,
(1980). 1JSC σελ. 145, απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε) Δεν παραγνωρίζω τα όσα λέχθηκαν μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σωτηριάδης v. Δημοκρατίας,
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λoίζoυ v. Αστυνομίας,
(1989)2 ΑΑΔ 363 ότι δηλαδή: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.¨ Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χρήσιμη είναι η αναφορά και στην αγγλική απόφαση στην υπόθεση R v. Calbraith,
(1981)2 All E.R. 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση σε μετάφραση: ¨Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση:
(1)Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία - ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση,
(2)η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία˙ (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...¨ Σε περίπτωση που το δικαστήριο καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία έχοντας αποφασίσει ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος δεν προσέλθει να καταθέσει και δεν παρουσιάσει μάρτυρες δεν θα σημαίνει ότι το Δικαστήριο κατ΄ ανάγκη θα τον καταδικάσει. Γιατί είναι μόνο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει σε βάθος την μαρτυρία και την αξιοπιστία των μαρτύρων και αν έχει λογική αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου θα τον αθωώσει έστω και αν προηγουμένως το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η μαρτυρία της κατηγορίας δημιουργούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Αν πάλι ο κατηγορούμενος έρθει και καταθέσει ή παρουσιάσει μάρτυρες ή και τα δύο και η μαρτυρία αυτή είναι αξιόπιστη, πάλι το Δικαστήριο θα ζυγίσει τη μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας και ανεξάρτητα από την αξιοπιστία ή όχι των μαρτύρων της υπεράσπισης θεωρεί την μαρτυρία που δόθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας ως αναξιόπιστη και ως τέτοια που να μη μπορεί να στηριχθεί πάνω της με τόση βεβαιότητα ώστε να μπορεί να καταδικάσει, οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Αν φυσικά ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες του ανατρέψουν με αξιόπιστη μαρτυρία τα όσα είπαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ή έστω αν δώσουν ένα διαφορετικό χρώμα στη μαρτυρία της κατηγορίας που να συμβιβάζεται με την αθωότητα του κατηγορουμένου, ή αν η μαρτυρία είναι τέτοια που να δημιουργεί στο Δικαστήριο λογική αμφιβολία, το Δικαστήριο πάλι οφείλει να αθωώσει τον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Εισαγγελέας v. Κουννίδης,
(1993)2 ΑΑΔ 82 τονίστηκε ότι: ¨Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου στο στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο στην κατηγορία.¨ Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία για την κατηγορία 1 όπως ήταν και η παραδοχή της ευπαιδεύτου συνηγόρου που την εκπροσωπεί. Κατά την άποψη μου δεν έχει παρουσιαστεί πειστική και σαφής μαρτυρία σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και 3 καθώς είναι φανερό και από τη μαρτυρία της κ. Κατερίνας Κονάρη (Μ.Κ.2), ότι η άσπρη σκόνη που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου δεν ήταν καθαρή κοκαΐνη αλλά σε αυτή υπήρχε άλλη ουσία η βενζοκαϊνη η οποία δεν είναι απαγορευμένη. Επομένως ελλείψει σαφούς μαρτυρίας περί της ακριβούς ποσότητας της κοκαΐνης που περιέχεται στην άσπρη σκόνη δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω συνέχεια στην υπόθεση εφόσον οι κατηγορίες 2 και 3 πάσχουν από αοριστία. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Σωτηριάδης v. Δημοκρατίας,
(1990)2 ΑΑΔ σελ. 102 και Λoίζoυ v. Αστυνομίας,
(1989)2 ΑΑΔ 363: ¨Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.¨ Ο κατηγορούμενος αθωώνεται από αυτό το στάδιο από τις κατηγορίες 1,2 και 3. Κρίνω όμως ότι η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία η οποία μου επιτρέπει να προσχωρήσω με προσθήκη νέας κατηγορίας καθώς πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία μας (βλ. Leonidou v. The Police,
(1987), 2 C.L.R. 96 και Κυριάκου v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. στη σελ. 458 ότι δηλαδή: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. (β) είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (γ) με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. (δ) η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατηγορουμένου δεν με βρίσκει σύμφωνο σε σχέση με τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος εξάλλου με το χειρισμό της υπόθεσης του μέχρι στιγμής δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι βρέθηκε στη κατοχή του συγκεκριμένη ποσότητα άσπρης σκόνης ούτε και ότι εντός αυτής ανιχνεύτηκε κοκαΐνη την οποία όμως το Γενικό Χημείο του Κράτους δεν προσδιόρισε ποσοτικά σύμφωνα με τη μαρτυρία της κας Κατερίνας Κονάρη. Δεν υποβλήθηκε σε κανένα από τους δύο μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ότι δεν υπήρχε καμιά ποσότητα κοκαΐνης μέσα σε αυτή την άσπρη σκόνη, η γραμμή της υπεράσπισης δεν είχε περιοριστεί ως προς αυτό το ζήτημα. Η δυνατότητα της προσθήκης κατηγορίας από το Δικαστήριο απορρέει από τα άρθρα 83, 84 και 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. (βλ. επίσης Issa and Another v. Republic,
(1989), 2 C.L.R. 39). Για το ζήτημα τροποποίησης ενός κατηγορητηρίου βλέπε επίσης και το σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus σελ. 71 των κ.κ. Λοϊζου και Πική. Ο κατηγορούμενος καλείται να απαντήσει στη νέα κατηγορία με αριθμό 5 η οποία έχει ως ακολούθως: Έκθεση Αδικήματος Κατηγορία 5 Κατοχή άγνωστης ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α κατά παράβαση των άρθρων 2,3,6
(1)
(2),30,31 38 και παραγράφου 1 του Μέρους 1 του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 67/83, Νόμου 20
(1)/92 και Κ.Δ.Π. 139/79,277/86 και 4/96 και Νόμος 91
(1)/2003. . Λεπτομέρειες του Αδικήματος Ο κατηγορούμενος την 28.09.2009 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου είχε στην κατοχή του άγνωστη ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α δηλαδή κοκαΐνη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. (Υπ.) .......................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο