Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κλεοπάτρας Κωνσταντινίδου, Αρ.Υπόθεσης:2300/2012, 16/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης:2300/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου -ν- Κλεοπάτρας Κωνσταντινίδου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χ" Μιχαήλ. Η Κατηγορουμένη εμφανίζεται προσωπικά. Κατηγορουμένη: Παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει κατηγορία για οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας κατά παράβαση του Άρθρου 6
(2)και
(3)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, κατηγορείται ότι στις 21/2/2012 στην οδό Αγίας Θέκλας στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KZG695 με ταχύτητα 66 χ.α.ώ., ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χ.α.ώ. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, ενώ η Κατηγορουμένη, όταν κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή της, κατέθεσε η ίδια ενόρκως, χωρίς να καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Αστυφύλακας 2167, Σωτήρης Φλουρής (Μ.Κ.1), ο οποίος ανέφερε, κατ' αρχάς, ότι στις 21/2/2012 υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, Έκθεση Γεγονότων της υπόθεσης που ετοίμασε ο ίδιος (Τεκμήριο «1»). Στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι στις 21/2/2012 και ώρα 0925 στην οδό Αγίας Θέκλας στην Αγιά Νάπα διαπίστωσε, με την βοήθεια ταχυμέτρου τύπου Laser UL με αρ. 003655, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου KZG695 (στο εξής «το Αυτοκίνητο») που ταξίδευε από την Αγία Θέκλα στην Αγία Νάπα έτρεχε με ταχύτητα 66 χ.α.ώ. αντί 50 χ.α.ώ. Ο ίδιος ανέκοψε το Αυτοκίνητο και, αφού διαπίστωσε την ταυτότητα της Κατηγορουμένης, ήτοι της Κλεοπάτρας Κωνσταντινίδου, τα στοιχεία της οποίας καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, την πληροφόρησε για το αδίκημα, της επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτή απάντησε «Αν κατεβώ κάτω εν ηξέρω τι εν να γίνει». Στη συνέχεια την πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί για το αδίκημα και, αφού της επέστησε την προσοχή στο νόμο, αυτή απάντησε «Τίποτε». Στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται, επίσης, ότι η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και η θέση του ραντάρ ήταν στην οδό Αγίας Θέκλας στην Αγία Νάπα. Η απόσταση που στοχεύτηκε το Αυτοκίνητο με το ταχύμετρο από το σημείο ελέγχου ήταν 218 μέτρα. Το μέρος που καταγγέλθηκε η Κατηγορουμένη βρίσκεται εντός κατοικημένης περιοχής και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ώ., στο δε δρόμο υπήρχε πινακίδα ένδειξης του ορίου ταχύτητας. Τέλος καταγράφεται ότι η ένδειξη «ΥΠΕΔΕΙΧΘΗ» στην Κατηγορουμένη. Μετά την ανάγνωση του Τεκμηρίου 1, ο Μ.Κ.1 υπεβλήθη σε διάφορες ερωτήσεις από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Μεταξύ άλλων, αναγνώρισε την Κατηγορουμένη στην αίθουσα του Δικαστηρίου ως την οδηγό του Αυτοκινήτου. Ανέφερε ότι το ραντάρ υπεδείχθη στην Κατηγορουμένη τόσο από τον ίδιο όσο και τον συνάδελφό του, Πιέρο Ζαμπούνη. Πριν βγουν για έλεγχο διενήργησαν τους τους τρεις απαιτούμενους ελέγχους για να διαπιστώσουν ότι το ραντάρ ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση, τους οποίους και επεξήγησε. Ανέφερε, επίσης, ότι έβγαλαν εξώδικο. Σχετικά κατέθεσε, ως Τεκμήριο «2», αντίγραφο εγγράφου με τίτλο «Ανακριτικός Φάκελος Αρ. 2 Α», ημερομηνίας 5/4/2012, τον οποίο ανέφερε ότι ετοίμασε ο ίδιος, όπου, μεταξύ άλλων, καταγράφεται ο αριθμός εξωδίκου που εκδόθηκε στην Κατηγορουμένη. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι την Κατηγορουμένη ανέκοψε ο ίδιος μαζί με τον συνάδελφο που ήταν μαζί του, ο οποίος (συνάδελφος) πήγε πρώτος κοντά σε αυτήν και της έδειξε το ραντάρ. Σε υποβολή ότι όταν η Κατηγορουμένη ζήτησε από τον συνάδελφό του να της δείξει το ραντάρ, ο εν λόγω συνάδελφος έφυγε και πήγε προς το μέρος του Μ.Κ.1, και μετά πήγε ο τελευταίος στο μέρος που ήταν η Κατηγορουμένη, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο συνάδελφός του βρισκόταν κοντά της όταν πήγε και ο ίδιος εκεί και πως της έδειξε και αυτός το ραντάρ. Ετέθη στον Μ.Κ.1 ότι τις προηγούμενες φορές που εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο ο ίδιος ανέφερε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να της υποδείξει το ραντάρ, και αυτός απάντησε ότι ρωτήθηκε από το Δικαστήριο για τα γεγονότα, τα ανέφερε, και ακολούθως ορίστηκε η υπόθεση σε άλλη ημερομηνία. Στη συνέχεια, αρνήθηκε ότι δεν υπέδειξε στην Κατηγορουμένη το ραντάρ, ως και ότι η Κατηγορουμένη κατέβηκε από το Αυτοκίνητο και του έδωσε την ταυτότητά της, λέγοντας ότι η Κατηγορουμένη του έδωσε την ταυτότητα από το παράθυρο. Ανέφερε, επίσης, ότι η Αστυνομία δεν είναι υπόχρεη να δείχνει το ραντάρ σε οποιοδήποτε. Σε περίπτωση που δεν έδειχναν το ραντάρ στην Κατηγορουμένη, τότε θα έγραφαν ότι η ένδειξη δεν υπεδείχθη. Επέμενε ότι έδωσε το εξώδικο στην Κατηγορουμένη μαζί με την ταυτότητά της, ως και ότι της επέδειξε την ένδειξη στο ταχύμετρο. Σε υποβολή ότι ούτε αυτός ούτε και ο συνάδελφός του επέδειξε το ραντάρ στην Κατηγορουμένη, ο Μ.Κ.1 απάντησε «Εγώ το έδειξα». Ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Αστυφύλακας 423, Πιέρος Ζαπούνης (Μ.Κ.2) που υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου, όπου υπηρετούσε και στις 21/2/
- Την εν λόγω ημερομηνία ήταν καθήκον από τις 7:00 π.μ. μέχρι τις 7:00 μ.μ. Ανέλαβε καθήκοντα στην οδό Αγίας Θέκλας, η οποία είναι παράλληλη του κυρίου δρόμου, μαζί με τον Μ.Κ.
- Ανέφερε οτι στις 9:25 π.μ., ο Μ.Κ.1 κρατούσε το ραντάρ και διενεργούσε έλεγχο τροχαίας. Η τροχαία κίνηση την συγκεκριμένη ώρα ήταν πολύ αραιή. Εκείνη την στιγμή, ο Μ.Κ.1 του είπε να σταματήσει ένα από τα αυτοκίνητα που περνούσαν γιατί τρέχει 66 αντί 50 χ.α.ώ. Έτσι, ο Μ.Κ.2 σταμάτησε το Αυτοκίνητο, το οποίο είχε κατεύθυνση από την Αγία Θέκλα προς την Αγία Νάπα. Ο Μ.Κ.2 πήγε στο μέρος που σταμάτησε το Αυτοκίνητο και ο Μ.Κ.1 του είπε να πάρει το ραντάρ μαζί του. Όταν έφτασε κοντά στην Κατηγορουμένη, ο Μ.Κ.2 ανέφερε σε αυτή για την υπέρβαση και της επέδειξε το ραντάρ. Μετά από ένα λεπτό ήρθε στο χώρο και ο Μ.Κ.1, ο οποίος είχε πάει να πάρει το μηχάνημα για το εξώδικο, και ο οποίος (Μ.Κ.1) υπέδειξε εκ νέου το ραντάρ στην Κατηγορουμένη. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε, επίσης, ότι είδε τον Μ.Κ.1 να εκδίδει και να παραδίδει εξώδικο στην Κατηγορουμένη. Ανέφερε, επίσης, ότι η Κατηγορουμένη δεν τους μιλούσε σωστά. Ο ίδιος μετά έφυγε από το μέρος και πήγε στο αυτοκίνητο της τροχαίας. Ο Μ.Κ.1 παρέμεινε στον χώρο που βρισκόταν η Κατηγορουμένη και είχε έντονη συζήτηση με αυτήν. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ερωτήθη, κατ' αρχάς, κατά πόσον πέρασαν δύο διπλοκάμπινα από τον δρόμο πριν σταματήσουν την Κατηγορουμένη, και απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι ήταν αραιή η κίνηση. Δεν ετίθετο θέμα να στόχευσαν άλλο αυτοκίνητο. Του ετέθη ότι το σπίτι της Κατηγορουμένης βρίσκεται 200 μέτρα από τον χώρο που την σταμάτησαν και πως είχαν περάσει δύο διπλοκάμπινα που της έκαναν σήμα και έτσι αυτή πήγε κάτω από 50 χιλιόμετρα και ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι την συγκεκριμένη ώρα δεν ήταν ώρα αιχμής. Επέμενε ότι επέδειξαν στην Κατηγορουμένη το ραντάρ, κάτι που συνηθίζουν με όλους τους πολίτες και πως αυτή τους είπε ότι δεν λογαριάζω κανένα μηχάνημα. Δεν δέχθηκε ότι η Κατηγορουμένη τους μιλούσε με καλό τρόπο, λέγοντας ότι ο τρόπος της ήταν ο πιο προκλητικός τρόπος ομιλίας που συνάντησε στα 15 χρόνια που δουλεύει στην αστυνομία. Αρνήθηκε ότι η Κατηγορουμένη τους παρακάλεσε 4 φορές να της δείξουν το μηχάνημα και προσέθεσε ότι η Κατηγορουμένη έφυγε από τον χώρο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τέλος, ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 έβγαλε το εξώδικο στην παρουσία του ιδίου. Ως τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε ο Αστυφύλακας 505, Μιχάλης Κυπριανού (Μ.Κ.3), ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Δ' του Αρχηγείου Αστυνομίας στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε, ως Έγγραφο «Α», γραπτή έκθεση που ετοίμασε, το οποίο κατετέθη ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στο Έγγραφο Α καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι το Τμήμα Δ΄ είναι το Τμήμα Επιστημονικής και Τεχνικής Στήριξης που διαθέτει η Αστυνομία. Ο ίδιος εργάζεται στο Τμήμα αυτό από τον Μάρτιο του 1997 και κύρια καθήκοντά του είναι η συντήρηση και επιδιόρθωση διαφόρων ηλεκτρικών συσκευών που διαθέτει η Αστυνομία, όπως τα ταχύμετρα τύπου Laser. Καταγράφεται, επίσης, η εκπαίδευση που ο Μ.Κ.3 έτυχε για τα την συντήρηση και επιδιόρθωση τριών συγκεκριμένων μοντέλων συσκευών ταχυμέτρων τύπου Laser, ως και του ειδικού εξοπλισμού που εγκαταστάθηκε στο εν λόγω Τμήμα για την ρύθμιση των σκοπευτικών και του γενικού ελέγχου των συσκευών. Ακολούθως, στο Έγγραφο Α καταγράφεται πώς εργάζονται τα ταχύμετρα, τα χαρακτηριστικά τους, ως και οι τρεις απαραίτητοι έλεγχοι που πρέπει να διενεργήσει ο χειριστής για την ορθή λειτουργία του μηχανήματος. Μετά τους εν λόγω ελέγχους, ο χειριστής μπορεί να πάρει μετρήσεις, οι οποίες είναι ορθές. Σύμφωνα με το Έγγραφο Α, εάν για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει βλάβη στα πιο πάνω ταχύμετρα, δεν θα εμφανιστεί ταχύτητα, ούτε απόσταση, αλλά μόνο το γράμμα Ε, το οποίο αποτελεί το ακρωνύμιο της λέξης Error, και κάποιος αριθμός που αντιστοιχεί με μια συγκεκριμένη βλάβη. Σε καμιά περίπτωση δεν θα εμφανιστεί λανθασμένη ταχύτητα. Κατά την αντεξέτασή του, η Κατηγορουμένη ανέφερε στον Μ.Κ.3 ότι η ίδια δεν αμφισβητεί την ορθότητα της μηχανής. Η Κατηγορουμένη στη δική της ένορκη μαρτυρία ανέφερε κατ΄αρχάς ότι κατάγεται από την Αγιά Νάπα και διαμένει στην Αγία Θέκλα. Ακολούθως, είπε ότι δεν είχε κάποιο λόγο να έρθει σε αντιπαράθεση με τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
- Κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήρια «3» και «4», δύο Πιστοποιητικά Πληρωμής Εξώδικου Προστίμου, ημερομηνίας 1/6/2009 και 1/7/2009 σε σχέση με δύο τροχαίες παραβάσεις που διέπραξε η ίδια στο παρελθόν και για τις οποίες καταγγέλθηκε. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «5», ειδοποίηση προσφοράς πληρωμής εξωδίκου που της εκδόθηκε στις 24/5/2012, και ως Τεκμήριο «6» κατάσταση πληρωμής του Τεκμηρίου
- Κατέθεσε τα εν λόγω τεκμήρια για να καταδείξει, ως ανέφερε, πως όταν καταγγέλλεται για κάποια τροχαία παράβαση που πράγματι διαπράττει, τότε πληρώνει τα εξώδικα που της εκδίδονται. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν έτρεχε, δεν της επέδειξαν το μηχάνημα και δεν μίλησε με επιθετικά λόγια. Ακολούθως, ανέφερε ότι στις 21/2/2012 ξεκίνησε να πάει δουλειά γύρω στις 9:20-9:25 π.μ. περίπου. Πριν τα 200 μέτρα της είχαν κάνει σήμα δύο διπλοκάμπινα αυτοκίνητα, όπως η σχετική νοοτροπία των Κυπρίων, ως είπε, και γνώριζε ότι είχε αστυνομία. Πρίν φτάσει στο σημείο που ήταν οι σταματημένοι οι αστυνομικοί, είχε πάει και πιο κάτω από 50 χιλιόμετρα που είναι το όριο ταχύτητας. Ξαφνικά είδε τον ένα αστυνομικό να της κάνει σήμα. Αυτή σταμάτησε και ήρθε κοντά της ο ένας από αυτούς και της είπε ότι υπερέβηκε το όριο ταχύτητας και αυτή του είπε πως αποκλείεται να έγινε κάτι τέτοιο. Η Κατηγορουμένη τότε τον παρακάλεσε να της δείξει το μηχάνημα, αλλά αυτός δεν της το έδειξε και αυτός άρχισε να απομακρύνεται. Η Κατηγορουμένη του είπε ξανά να της δείξει το μηχάνημα, αλλά αυτός πήγε στο μέρος που βρισκόταν ο άλλος αστυνομικός και κάτι έλεγαν μεταξύ τους. Μετά, ήρθε ο δεύτερος αστυνομικός κοντά της, τη ρώτησε αν το αμφισβητεί και αυτή του είπε να της δείξουν το ταχύμετρο. Ούτε, όμως, αυτός της το έδειξε. Τότε ο δεύτερος αστυνομικός πήγε μπροστά από το Αυτοκίνητο και άρχισε να γράφει. Της ζήτησε την ταυτότητά της και η Κατηγορουμένη κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τον ρώτησε για ποιόν λόγο την γράφει. Του έδωσε την ταυτότητά της και του είπε ότι δεν συμφωνεί μαζί του. Μετά πήρε την ταυτότητά της και του είπε πως θα τα πουν στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την Κατηγορουμένη, ο Μ.Κ.1 δεν της είπε να περιμένει για το εξώδικο. Η ίδια μπήκε στο Αυτοκίνητο, είπε «Καλημέρα» και έφυγε. Κατά την αντεξέτασή της, η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι κατέθεσε τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 για να δείξει ότι, όταν είναι ένοχη, πληρώνει, προσθέτοντας πως δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν υπερβαίνει το όριο ταχύτητας. Δεν γνώριζε από προηγουμένως τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, αλλά δεν είναι σε θέση να γνωρίζει γιατί την κατήγγειλαν. Ερωτηθείσα σε πόση απόσταση είδε τους αστυνομικούς, η Κατηγορουμένη απάντησε ότι το σπίτι της απέχει 200 μέτρα από το σημείο που αυτοί βρίσκονταν. Μπήκε στο αυτοκίνητό της και ξεκίνησε, όπως είπε. Δεν πρόλαβε καν να αναπτύξει ταχύτητα. Σε ερώτηση πώς είναι δυνατόν να της έκαναν σήμα αυτοί που είπε, η Κατηγορουμένη απάντησε ότι 218 χιλιόμετρα είναι αρκετά για να ξεκινήσει το αυτοκίνητο. Σε ερώτηση κατά πόσον τα διπλοκάμπινα είναι πολύ πιο πριν που της έκανε σήμα, η Κατηγορουμένη απάντησε ότι λέει την αλήθεια. Ακολούθως, αρνήθηκε σειρά υποβολών που της έγιναν σε σχέση με την θέση της Κατηγορούσας Αρχής και επέμενε στην εκδοχή της. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η Κατηγορουμένη προσπάθησε να πείσει για τον καλό της χαρακτήρα, αλλά αυτό που έδειξε είναι ότι δεν επιδεικνύει και την καλύτερη οδική συμπεριφορά. Ζήτησε από το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως αξίοπιστη τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και να απορρίψει την μαρτυρία της Κατηγορουμένης για τους λόγους που εξήγησε. Στην αντίπερα όχθη, η Κατηγορουμένη ανέφερε ουσιαστικά ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως τα εξέθεσε η ίδια. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, ο οποίος, ως διεφάνη κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατέθεσε για μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Θα ήθελα να επισημάνω από την αρχή ότι, αφού εξέτασα τα προσόντα, την εκπαίδευση, την εμπειρία και το επάγγελμα του μάρτυρα, τον θεωρώ εμπειρογνώμονα έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας. Βλ. Evangelou and another v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Όπως έχει συναφώς νομολογηθεί, ο εμπειρογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. Βλ. Vassiliko Cement Works v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Constantinides ν. Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 663, Νικολάου ν. Σταύρου
(1982)1 Α.Α.Δ 746. Σε τέτοια περίπτωση, ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Βλ. Pouris v. R
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R.1. Εμπειρογνώμονας μπορεί να καταθέσει τη γνώμη του, με βάση τη γενική πείρα που διαθέτει, χωρίς να παραβιάζεται ο εξ ακοής κανόνας. Βλ. Καουρής ν. Δημητρίου κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτές παραμένουν χωρίς αντεξέταση. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται στο Δικαστήριο με σκοπό την παρουσίαση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι εμπειρογνώμονες εργάστηκαν, ώστε το ίδιο το Δικαστήριο να μπορέσει να εξαγάγει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά θα αποτελέσουν την ανεξάρτητη κρίση του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία αφενός, βοηθούμενο όμως και από την επιστημονική άποψη των εμπειρογνωμόνων αφετέρου. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω είτε εν μέρει είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματά του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης, όπως των συνηθισμένων μαρτύρων επί γεγονότων. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε με απλότητα, αμεσότητα, και με τρόπο κατανοητό, επεξηγηματικό και πειστικό τον τρόπο λειτουργίας και τα χαρακτηριστικά των τριών μοντέλων ταχυμέτρων τύπου Laser που διαθέτει και χρησιμοποιεί η αστυνομική δύναμη κατά την διενέργεια ελέγχων της ταχύτητας μηχανοκινήτων οχημάτων στους κυπριακούς δρόμους, ως και τους τρεις απαραίτητους ελέγχους που ο χειριστής ταχυμέτρου θα πρέπει να διενεργήσει, προτού προβεί σε μετρήσεις ταχύτητας, ώστε να βεβαιωθεί για την ορθή λειτουργία του ταχυμέτρου. Ως ανέφερε στη μαρτυρία του, μετά την διεξαγωγή των εν λόγω απαραίτητων τριών ελέγχων, ο χειριστής μπορεί να πάρει μετρήσεις, οι οποίες είναι ορθές. Εάν για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει βλάβη στα ταχύμετρα, δεν θα εμφανιστεί ταχύτητα, ούτε απόσταση, αλλά μόνο το γράμμα E, το οποίο σημαίνει λάθος και κάποιος αριθμός που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη βλάβη. Σε καμιά περίπτωση δεν θα εμφανιστεί λανθασμένη ταχύτητα. Καθοδηγούμενη από τις αρχές που διέπουν την προσέγγιση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, έχω ικανοποιηθεί περί της αλήθειας και της ορθότητας της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, την οποία και αποδέχομαι στην ολότητά της. Τα όσα δε περιέχονται στο Έγγραφο Α σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας, τα χαρακτηριστικά και την ορθότητα των μετρήσεων που ένας χειριστής ταχυμέτρου τύπου Laser μπορεί να πάρει σε σχέση με την ταχύτητα κινούμενου στόχου, το οποίο κινείται τουλάχιστον σε απόσταση 610 μέτρων από το ταχύμετρο, νοουμένου, βεβαίως, ότι ο χειριστής θα έχει διενεργήσει προηγουμένως τους τρεις απαραίτητους ελέγχους για την ορθή λειτουργία του μηχανήματος, αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τον Μ.Κ.1 οφείλω να αναφέρω εξ αρχής ότι αυτός μου προξένησε μέτρια εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Σε σχέση με τα γεγονότα, για τα οποία υπήρξε έντονη διαφωνία και αμφισβήτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, δηλαδή τα όσα διαδραματίστηκαν μετά που αυτός κατ' ισχυρισμόν διαπίστωσε μέσω του ταχυμέτρου τύπου Laser ότι ο οδηγός του Αυτοκινήτου έτρεχε με ταχύτητα 66 χ.α.ώ, ο Μ.Κ.1 δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι είπε την αλήθεια. Η μαρτυρία του επί του προκειμένου δεν ήταν συνεπής καθόλη την ένορκη κατάθεσή του, δεν συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια, ούτε και με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Επίσης, αυτός απέφυγε να απαντήσει με αμεσότητα στις διάφορες ερωτήσεις που του ετίθεντο κατά την αντεξέταση. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε, σε αρμονία με το Τεκμήριο 1, το οποίο ο ίδιος ετοίμασε και κατέθεσε, ότι αυτός είναι που ανέκοψε το Αυτοκίνητο, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι το Αυτοκίνητο ανέκοψε τόσο ο ίδιος όσο και ο Μ.Κ.2, σε αντίθεση, όμως, με όσα κατάθεσε ο Μ.Κ.2, ότι δηλαδή είναι ο τελευταίος που έκανε σήμα στην Κατηγορουμένη να σταματήσει καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.
- Αντίφαση παρατηρείται, επίσης, στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και
- Ο Μ.Κ.1 επιχείρησε, με την κατάθεση του Τεκμηρίου 2, να ενισχύσει την εκδοχή του ότι πράγματι εξέδωσε και παρέδωσε στην Κατηγορουμένη ειδοποίηση προσφοράς ευκαιρίας πληρωμής εξωδίκου (στο εξής «το Εξώδικο»). Το πρώτο ερώτημα που ευλόγως γεννάται και παρέμεινε αναπάντητο είναι γιατί δεν κατέγραψε και στην Έκθεση Γεγονότων, Τεκμήριο 1, ότι εξέδωσε και παρέδωσε στην Κατηγορουμένη το Εδώδικο, ως επίσης, γιατί δεν κατέγραψε στην Έκθεση Γεγονότων ότι είναι με τον Μ.Κ.2 που ανέκοψε το Αυτοκίνητο ή την όποια εμπλοκή του Μ.Κ.2 στο επίδικο συμβάν. Το δεύτερο ερώτημα που ευλόγως γεννάται και δημιουργεί, επίσης, αμφιβολίες σε σχέση με την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 είναι γιατί δεν έγραψε και στο Τεκμήριο 2 την κατ' ισχυρισμόν απάντηση που του έδωσε η Κατηγορουμένη όταν την πληροφόρησε για το αδίκημα, ήτοι «Αν κατεβώ κάτω εν ηξέρω τί εν να γίνει,» παρά μόνο περιορίστηκε να γράψει ότι απάντησε «ΤΊΠΟΤΕ.» Παρά το ότι ομολογουμένως δεν είναι δυνατόν να αναμένεται να καταγράφεται από τους αστυνομικούς κατά την διερεύνηση όλων των τροχαίων αδικημάτων το πλήρες κείμενο της συνομιλίας τους με τους πολίτες που καταγγέλλουν, εντούτοις στα περιστατικά της παρούσας και ενόψει του ότι ήταν εμφανές εξ αρχής ότι η Κατηγορουμένη αμφισβητούσε έντονα την παράβαση, θα αναμένετο από τον Μ.Κ.1 να έγραφε και στο Τεκμήριο 2 την εν λόγω απάντηση της Κατηγορουμένης, κάτι που δεν έπραξε. Ερωτηματικά, επίσης, και αμφιβολίες σε σχέση με την αξιοπιστία του δημιουργούνται και από το ότι στο Τεκμήριο 2 έγραψε τον εαυτό του ως το μοναδικό μάρτυρα της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 απέφυγε, επίσης, να απαντήσει κατά την αντεξέτασή του κατά πόσον σε κάποια προηγούμενη ημερομηνία που ήταν παρών στο Δικαστήριο, εξ όσων αντιλαμβάνομαι σε προγενέστερη ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση για Ακρόαση ενώπιον διαφορετικής σύνθεσης του Δικαστηρίου οπόταν και αναβλήθηκε, ανέφερε ή όχι στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να υποδείξει στην Κατηγορουμένη την ένδειξη του ταχυμέτρου. Η απάντηση επί του προκειμένου ήταν απλή. Είτε είπε είτε δεν είπε κάτι τέτοιο. Αντ' αυτού, ο Μ.Κ.1 επέλεξε να απαντήσει με γενικόλογα, ότι δηλαδή ερωτήθη από το Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και απάντησε. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 δεν ήταν, επίσης, συνεπής με την δεύτερη εκδοχή που έδωσε κατά την κυρίως εξέταση, ήτοι ότι το ταχύμετρο επεδείχθη στην Κατηγορουμένη τόσο από τον ίδιο όσο και τον Μ.Κ.
- Σε σχετική μάλιστα υποβολή που του έγινε από την Κατηγορουμένη αυτός δεν επέμενε ότι το ταχύμετρο επεδείχθη στην Κατηγορουμένη και από τον Μ.Κ.
- Το γεγονός, μάλιστα, ότι στο ίδιο το Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1 κατέγραψε με κεφαλαία γράμματα στις παρατηρήσεις του ότι η ένδειξη «ΥΠΕΔΕΙΧΘΗ» στην Κατηγορουμένη, ενώ τα υπόλοιπα γράμματα στις 4 παρατηρήσεις είναι με μικρούς χαρακτήρες, καταδεικνύει, κατά την άποψή μου, ότι υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος για τον οποίο αυτός επέλεξε να τονίσει με την χρήση των κεφαλαίων γραμμάτων τούτο, ήτοι ότι κατά το επίδικο συμβάν η Κατηγορουμένη ανέδειξε έντονα το ότι δεν της επεδείχθη το ταχύμετρο. Ο Μ.Κ.1, όμως, αρνήθηκε ότι υπήρξε τέτοια αμφισβήτηση από την Κατηγορουμένη. Παρά τα ανωτέρω, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με τρόπο θετικό και ακριβή σε σχέση με τον έλεγχο που διενήργησε με το περί ου ο λόγος ταχύμετρο σε σχέση με την ταχύτητα του εν κινήσει Αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης στον συγκεκριμένο χρόνο και τόπο και τους τρεις απαραίτητους ελέγχους που διενεργήθηκαν προηγουμένως για να διαπιστωθεί κατά πόσον το ταχύμετρο λειτουργούσε ορθά, γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Η Κατηγορουμένη αμφισβήτησε έντονα την ένδειξη που ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι εμφανίστηκε στην οθόνη του ταχυμέτρου σε σχέση με την ταχύτητα του Αυτοκινήτου που αυτό κλείδωσε, ουσιαστικά γιατί ουδείς των Μ.Κ.1 και 2 επέδειξε σε αυτήν το ταχύμετρο. Όσον αφορά την εκδοχή της ότι αυτή δεν έτρεχε πέραν του επιτρεπομένου ορίου θα επανέλθω. Παρά το ότι, όμως, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, δεν αποδέχτηκα την μαρτυρία του Μ.Κ.1 σε σχέση με το αν επεδείχθη ή όχι στην Κατηγορουμένη το ταχύμετρο, ο Μ.Κ.1 δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι ικανός να δημιουργήσει μια στημένη καταγγελία. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι ο Μ.Κ.1 είχε οποιοδήποτε λόγο να μην πει την αλήθεια αναφορικά με την ένδειξη που παρουσιάστηκε στην οθόνη του ταχυμέτρου όταν κλείδωσε την ταχύτητα του Αυτοκινήτου σε απόσταση 218 μέτρων από το πρώτο. Όπως έχει τονιστεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190, σελ. 192, το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι επιβάλλεται διαφορετική βαρύτητα σε διάφορα μέρη κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Πέραν των όσων αναφέρω ανωτέρω, για να επεξηγήσω περαιτέρω την πιο πάνω επιλογή μου, ήτοι να αποδεχθώ μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και να απορρίψω άλλο μέρος αυτής, θεωρώ ότι ο Μ.Κ.1 δεν έδειξε την ένδειξη του ταχυμέτρου στην Κατηγορουμένη γιατί προφανώς δεν του άρεσε το γεγονός ότι αυτή αμφισβήτησε το ότι έτρεχε 66 χ.α.ώ. Στο Δικαστήριο επιχείρησε, όμως, να προβάλει την εκδοχή ότι το ταχύμετρο επεδείχθη στην Κατηγορουμένη θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό θα αποδυναμώσει την όποια δύναμη της μαρτυρίας της Κατηγορουμένης, η οποία θα προέβαλλε την μη επίδειξη του ταχυμέτρου ως λόγο για να κλονίσει την αξιοπιστία του. Παρά το ότι η επιλογή αυτή του Μ.Κ.1 είναι κατακριτέα, εντούτοις επαναλαμβάνω ότι δεν μου έδωσε την εντύπωση αστυφύλακα που είναι ικανός να δημιουργήσει μια ανύπαρκτη υπόθεση. Επίσης, στην προκειμένη περίπτωση δεν ετέθη από την Κατηγορουμένη ότι η κίνηση στον δρόμο ήταν τέτοια που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν αμφιβολίες αναφορικά με το αν πράγματι είναι το Αυτοκίνητο που στόχευσε ο Μ.Κ.1 με το ταχύμετρο. Με την αποδοχή, λοιπόν, της μαρτυρίας του Μ.Κ.3, ως καταγράφεται ανωτέρω, σε συνδυασμό με την αποδοχή του προαναφερθέντος μέρους της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, αποδέχομαι ότι είναι την ταχύτητα του Αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης που στόχευσε και κλείδωσε ο Μ.Κ.1, μέσω του εν λογω ταχυμέτρου, σε απόσταση 218 μέτρων από το ταχύμετρο, ότι η ένδειξη στο ταχύμετρο ανέγραψε ως την ταχύτητα του εν κινήσει Αυτοκινήτου 66 χ.α.ώ. και ότι το εν λόγω ταχύμετρο κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε ορθά και δεν υπήρχε περίπτωση να εμφανιστεί λανθασμένη ταχύτητα. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, αποδέχομαι, επίσης, τα ακόλουθα ως ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, τα οποία, ως διαφένη κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, αποτελούν κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο γεγονότων:
- Ότι οδηγός του Αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο στις 21/2/2012 και ώρα 09:25 στην οδό Αγίας Θέκλας στην Αγία Νάπα, ήταν η Κατηγορουμένη.
- Ότι η τροχαία κίνηση την πιο πάνω ημερομηνία και ώρα στην προαναφερθείσα οδό ήταν αραιή.
- Ότι στην προαναφερθείσα οδό υπήρχε την πιο πάνω ημερομηνία και ώρα πινακίδα ένδειξης του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, ήτοι 50 χ.α.ώ. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, πέραν των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, απορρίπτω το υπόλοιπο αμφισβητούμενο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Όσον αφορά τον Μ.Κ.2, οφείλω να παρατηρήσω ότι και αυτός μου προξένησε μέτρια εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρά το ότι αποδέχομαι το μη αμφισβητούμενο από την υπεράσπιση γεγονός ότι είναι αυτός που ανέκοψε το Αυτοκίνητο καθ' υπόδειξη του Μ.Κ.1, εντούτοις η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων της υπόθεσης γεγονότων δεν ήταν συνεπής, χαρακτηριζόταν από υπερβολή, αυτός δε απέφυγε να απαντήσει ευθέως σε ερωτήσεις που του ετέθηκαν κατά την αντεξέταση. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Η προσπάθειά του να παρουσιάσει την Κατηγορουμένη σαν πρόσωπο που αδιαφορεί και αγνοεί τους πάντες και τα πάντα προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την αναφορά του ότι ο τρόπος ομιλίας της ήταν ο πιο προκλητικός που συνάντησε όσο χρονικό διάστημα υπηρετεί στην αστυνομική δύναμη, το ότι, όταν της επέδειξαν το ραντάρ, αυτή τους ανέφερε ότι δεν λογαριάζει κανένα μηχάνημα, ως και το ότι η Κατηγορούμενη έφυγε από την σκηνή με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Εδώ γεννάται, όμως, το εξής εύλογο ερώτημα: γιατί δεν ανέφερε αυτά στην ένορκη κατάθεσή του ο Μ.Κ.1 ή έστω γιατί δεν κατέγραψε τούτα στο Τεκμήριο 1; Ο Μ.Κ.2 προσπάθησε να πείσει ότι βρισκόταν στο χώρο που είχε σταματήσει το Αυτοκίνητο η Κατηγορουμένη μέχρι και την στιγμή που ο Μ.Κ.1 εξέδωσε και παρέδωσε το Εξώδικο στην Κατηγορουμένη, κάτι το οποίο ανέφερε ότι είδε επειδή έγινε στην παρουσία του, ότι έφυγε από το μέρος και πήγε στο αυτοκίνητο της αστυνομίας μετά την παράδοση του Εξωδίκου, ως και ότι μετά που έφυγε αυτός, παρέμεινε στο χώρο η Κατηγορουμένη με τον Μ.Κ.1, οι οποίοι συζητούσαν έντονα. Σε κανένα, όμως, σημείο της μαρτυρίας του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είχε τέτοια έντονη συζήτηση ή έστω κάποια συζήτηση με την Κατηγορουμένη μετά που της επέδωσε το Εξώδικο. Είναι εμφανές ότι ο Μ.Κ.2 επιχείρησε να τοποθετήσει τον εαυτό του στο χώρο που βρισκόταν το Αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης μέχρι και την στιγμή που κατ' ισχυρισμόν παρεδόθη σε αυτήν το Εξώδικο στην προσπάθειά του να επιβεβαιώσει την εκδοχή του συναδέλφου του, Μ.Κ.
- Και, ως είναι αναμενόμενο, στην προσπάθειά του αυτή κατέφυγε σε υπερβολές. Αίσθηση προκάλεσε, επίσης, η απάντηση του Μ.Κ.2 σε ερώτηση της Κατηγορουμένης κατά πόσον θυμάται ότι λίγο πριν ανακόψουν το Αυτοκίνητό της πέρασαν από το δρόμο δύο διπλοκάμπινα. Απάντησε ότι η συγκεκριμένη ώρα δεν ήταν ώρα αιχμής. Ο Μ.Κ.2, όμως, δεν είναι αυτό που ερωτήθη. Ουδόλως ενδιαφέρει αν ήταν ώρα αιχμής ή όχι στο ερώτημα αν πέρασαν δύο αυτοκίνητα. Η εν λόγω αποφυγή του Μ.Κ.2 να απαντήσει ευθέως στην ερώτηση που του ετέθη από την υπεράσπιση κρίνω ότι είναι ενδεικτική της επιλογής του να μην αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Εχοντας παρακολουθήσει, λοιπόν, την όλη συμπεριφορά του Μ.Κ.2 ενώ κατέθετε και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Έρχομαι τώρα στην ίδια τη μαρτυρία της Κατηγορουμένης, την οποία παρακολούθησα με περισσή προσοχή ενώ κατέθετε ενόρκως. Η Κατηγορουμένη μου έκανε γενικά καλή εντύπωση, αλλά δεν με έπεισε ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Αυτή κατέθεσε με απλότητα, αμεσότητα, φυσικότητα, συνέπεια και πειστικότητα, η οποία ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της, σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα μετά το χρονικό σημείο που ανεκόπη το Αυτοκίνητό της από τον Μ.Κ.
- Η συνέπεια της εκδοχής της διεφάνη και από τη στάση που τήρησε κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.1 και 2, δηλαδή τις ερωτήσεις που τους υπέβαλλε και υποβολές που έθετε, οι οποίες βρίσκονται σε αρμονία με την επί του προκειμένου ένορκη εκδοχή της. Συνεπώς αποδέχομαι την επί του προκειμένου μαρτυρία της ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Δεν έπεισε, όμως, η Κατηγορουμένη ότι ήταν σίγουρη ότι δεν οδηγούσε το Αυτοκίνητό της κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο με ταχύτητα πέραν των 50 χ.α.ώ. Παρά το ότι αποδέχομαι ότι το σπίτι της βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το σημείο που ανεκόπη από τον Μ.Κ.2, εντούτοις, ενόψει και της αποδοχής του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, την οποία ειρήσθω εν παρόδω η Κατηγορούμενη δεν αμφισβήτησε, ότι δηλαδή η απόσταση που στοχεύτηκε το Αυτοκίνητο με το ταχύμετρο από το σημείο ελέγχου ήταν 218 μέτρα, δεν μπορώ να αποδεχθώ την θέση της ότι το σπίτι της βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων από το σημείο που βρίσκονταν οι Μ.Κ.1 και
- Περαιτέρω, η Κατηγορουμένη δεν επεξήγησε με τρόπο αντιληπτό πού βρισκόταν ακριβώς όταν της έκαναν «σήμα» τα δύο διπλοκάμπινα περί της ύπαρξης στο δρόμο αστυνομικών που διενεργούσαν έλεγχο ταχύτητας. Επίσης, παρά το ότι κατά την αντεξέτασή της επιχείρησε να προβάλει για πρώτη φορά τη θέση ότι δεν πρόλαβε καν να αναπτύξει ταχύτητα πριν την προειδοποιήσουν τα δύο εξ αντιθέτου ερχόμενα οχήματα, εντούτοις από την θέση που προέβαλε τόσο κατά την αντεξέταση των Μ.Κ.1 και 2 όσο και την αναφορά της κατά την κυρίως εξέτασή της, ότι δηλαδή πριν φτάσει στο σημείο που ήταν σταματημένοι οι Μ.Κ.1 και 2 «είχα πάει και πιο κάτω και από 50 χ.α.ώ.», μπορεί με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα για το τί πραγματικά έλαβε χώρα. Οτι δηλαδή, όταν της έκαναν «σήμα» τα δύο διπλοκάμπινα, η Κατηγορουμένη οδηγούσε με ταχύτητα πέραν των 50 χ.α.ώ., εξ ου και αυτή αμέσως επιχείρησε να ελαττώσει ταχύτητα προτού στοχευτεί το Αυτοκίνητο από το ταχύμετρο της τροχαίας, κάτι, όμως, που δεν πέτυχε καθότι στο μεταξύ ο Μ.Κ.1 κλείδωσε την ταχύτητα του Αυτοκινήτου σε απόσταση 218 μέτρων από το ταχύμετρο. Θεωρώ ότι η Κατηγορουμένη ειλικρινά πίστευε πως είχε προλάβει να ελαττώσει σε τέτοιο βαθμό την ταχύτητά της έτσι ώστε να μην διαπιστωθεί ή όποια υπέρβαση από την τροχαία, πλην όμως φαίνεται ότι δεν υπολόγισε καλά την εμβέλεια του ταχυμέτρου. Η εν λόγω πεποίθηση της Κατηγορουμένης ήταν και ο λόγος που αυτή ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι αποκλείεται να οδηγούσε με ταχύτητα 66 χ.α.ώ, πεποίθηση που ενισχύθηκε από την πεισματική άρνηση των Μ.Κ.1 και 2 να της επιδείξουν την ένδειξη του ταχυμέτρου. Συνεπώς, με τις διαφοροποιήσεις και διευκρινίσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι ως αληθή τη μαρτυρία της Κατηγορουμένης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα, θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η Κατηγορουμένη. Νομική πτυχή και συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφοβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 6
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), προνοεί τα ακόλουθα: «Τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμόδια αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν· το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί· η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμόδια αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.» Περαιτέρω, το εδάφιο
(3)του Άρθρου 6 του Νόμου διαλαμβάνει πως: «
(3)Πας όστις οδηγεί μηχανικίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητας όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας επτακοσίας πεντήκοντα λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Στα περιστατικά της παρούσας, η Κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε το καθορισμένο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο και χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, έχει ήδη αποτελέσει εύρημά μου, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ότι στον επίδικο δρόμο υπήρχε κατά τον επίδικο χρόνο πινακίδα ένδειξης του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, ήτοι 50 χ.α.ώ. Παρά το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από την αρμόδια αρχή, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση επενεργεί το τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) έτσι που το γεγονός ότι υπήρχε τοποθετημένη κατά μήκος του δρόμου πινακίδα που έδειχνε ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χ.α.ώ., δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίστηκε από αρμόδια αρχή. Βλ. την υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας
(2001)2 Α.Α.Δ. 789. Τούτου δοθέντος και με δεδομένο ότι η Κατηγορουμένη δεν αμφισβήτησε το ανώτατο όριο ταχύτητας, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας που ήταν ορισμένο από την αρμόδια αρχή στον επίδικο δρόμο και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 50 χ.α.ώ. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού ν. Γιωργαλλά
(2003)2 Α.Α.Δ. 298, όπου έγινε μια ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας σε σχέση με την έννοια του όρου «πραγματική μαρτυρία» (real evidence), με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην The Statute of Liberty [1968] 2 All E.R. 195, οι ενδείξεις μηχανήματος ή συσκευής, η οποία λειτουργεί μόνη της χωρίς την ανθρώπινη επέμβαση και οι οποίες καταγράφονται μηχανικά, αποτελούν πραγματική και όχι εξ ακοής μαρτυρία για να αποδειχθεί το γεγονός για το οποίο χρησιμοποιείται. Στην υπόθεση Πετράκης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 455, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι το κατά πόσο ο εκεί μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής επέδειξε ή όχι το ταχύμετρο στον εκεί κατηγορούμενο είναι επουσιώδες, είτε προς απόδειξη της ενοχής του εκεί κατηγορουμένου, είτε προς την αξιοπιστία του μάρτυρα, αν και θα ήταν χρήσιμο το ταχύμετρο να επιδεικνύεται πάντοτε για σκοπούς επιβεβαίωσης. Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας, υπό το φως των ευρημάτων στα οποία προβαίνω ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και της Κατηγορουμένης, δεν κέκτηται όποιας σημασίας για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το ότι δεν επεδείχθη το ταχύμετρο στην Κατηγορουμένη. Υπό το φως, λοιπόν, των ευρημάτων στα οποία προβαίνω ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ως και στο παρόν μέρος της απόφασής μου, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας. Προτού ολοκληρώσω, επιθυμώ να τονίσω την υπόδειξη στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στην Πετράκης (ανωτέρω), ήτοι παρά το ότι η επίδειξη του ταχυμέτρου είναι επουσιώδης προς την απόδειξη της ενοχής κατηγορουμένου, εντούτοις κρίνεται χρήσιμο να επιδεικνύεται πάντοτε το ταχύμετρο για σκοπούς επιβεβαίωσης. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, επίσης, ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τα μέλη της αστυνομικής δύναμης, η οποία είναι απαραίτητη σε μια ευνομούμενη πολιτεία, κλονίζεται με τέτοιου είδους συμπεριφορές. Δεν θα διστάσω, μάλιστα, να πω ότι η παρούσα ποινική δίωξη, ως και η ακροαματική διαδικασία, θα αποφεύγονταν σε περίπτωση που επιδεικνύονταν στην Κατηγορουμένη η ένδειξη του ταχυμέτρου. Καταληκτικά, η Κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο