Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Mustafa Margilili, Αρ. Υπόθεσης: 7910/12, 5/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7910/12 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου - ν - Mustafa Margilili Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χ" Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Πιττάτζης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ν. Θωμά). Κατηγορούμενος: Παρών. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει Κατηγορία που αφορά το κακούργημα του βιασμού κατά παράβαση των Άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Κατηγορίας, αποδίδεται σε αυτόν ότι στις 2/8/2012, στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, ήλθε σε παράνομη συνουσία μετά θήλεως, δηλαδή με την Eline Christensen Strand, από τη Νορβηγία, χωρίς την συγκατάθεση αυτής. Ο Κατηγορούμενος έχει ήδη παραπεμφθεί από το παρόν Δικαστήριο σε απευθείας δίκη στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας-Αμμοχώστου που θα συνεδριάσει στη Λάρνακα στις 31/1/2013 και ώρα 9:00 π.μ. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Το αίτημα στηρίχτηκε στη θέση ότι υπάρχει κίνδυνος να μην προσέλθει ο Κατηγορούμενος στη δίκη. Η κα. Χ'' Μιχαήλ αναφέρθηκε στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης (καταθέτοντας σχετικά προς τούτο ως Τεκμήριο «1» το μαρτυρικό υλικό) και την ποινή που ενδεχομένως επιβληθεί. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος είναι Τουρκοκύπριος. Παρά το ότι διαμένει στις ελεύθερες περιοχές, ο κίνδυνος διαφυγής είναι μεγαλύτερος. Σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, η κα. Χ'' Μιχαήλ ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος διαμένει στις ελεύθερες περιοχές τα τελευταία χρόνια. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής αντιμετώπισε την ένσταση του Κατηγορουμένου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, κατ' αρχάς, διαφώνησε ότι το αδίκημα του βιασμού είναι από τα σοβαρότερα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, προσθέτοντας ότι οι ποινές που επιβάλλονται από τα Δικαστήρια για το εν λόγω αδίκημα δεν είναι μεγάλες. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι από το μαρτυρικό υλικό δεν προκύπτει πιθανότητα καταδίκης του πελάτη του. Αναφέρθηκε, επίσης, στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορομένου, ήτοι ότι αυτός είναι Κύπριος πολίτης, έχει κυπριακή ταυτότητα, διαβατήριο και είναι εγγεγραμμένος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, για δε αρκετά χρόνια διαμένει μόνιμα στις ελεύθερες περιοχές, όπου ενοικιάζει σπίτι, εργάζεται και παντρεύτηκε. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος εργάζεται σε νυκτερινό κέντρο με καθαρές μηνιαίες απολαβές εξ €1.500,00, η δε σύζυγός του, για την οποία ανέφερε ότι βρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου, εργάζεται ως υπάλληλος σε ταξιδιωτικό γραφείο με μηνιαίες απολαβές εξ €1.000,
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος και η σύζυγός του απέκτησαν δύο παιδιά, ηλικίας 3 ετών και 40 ημερών, τα οποία διαμένουν μαζί τους. Έχουν, επίσης, κάποιες καταθέσεις στην τράπεζα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος επί του παρόντος δεν έχει κάποια σχέση ή άλλο δεσμό παρά με την χώρα μας. Ήταν η εισήγηση, λοιπόν, του κ. Πιττάτζη ότι η παρουσία του Κατηγορουμένου στη δίκη του μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή των ακόλουθων όρων: 1) Να κατατεθεί ποσό που να μην υπερβαίνει τα €20.000,00 ως εγγύηση. 2) Ο Κατηγορούμενος να εμφανίζεται σε αστυνομικό σταθμό. 3) Το όνομα του Κατηγορουμένου να τοποθετηθεί στο «stop list». Θεμέλιο της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του αποτελούν τα Άρθρα 48, 157
(1)και 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Κατά την εξέταση αιτήματος κράτησης που γίνεται με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω Άρθρων, το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη πρωτίστως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του σεβασμού της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορουμένου. Βλ. Μιχάλης Ανδρέα Ψύλλας κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 731. Στην υπόθεση Rex v. Solomonides
(1935)C.L.R. XIV 127 υποδείχθηκε ότι ως θέμα αρχής ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596, η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης, η δε απόλυση αποτελεί την προέχουσα επιλογή. Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με αυτήν του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ. Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
- Η ερμηνεία που η νομολογία μας έδωσε στις ημεδαπές συνταγματικές διατάξεις είναι ταυτόσημη με την ερμηνεία που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δίδει σε αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ., επίσης, Νικήτα v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 195/2010, ημερομηνίας 18/2/
- Η απόλυση ή όχι κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βλ. Τσιάκκας κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164 και Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε πλούσια νομολογία, όπως Rodosthenous et.al. v. Police
(1961)C.L.R. 50, Papakleovoulou v. Police
(1978)2 C.L.R. 446, Κάννα κ.ά v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 444 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παφίτη
(1997)2 Α.Α.Δ. 404. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το ενδεχόμενο κράτησης εξετάζεται με αναφορά ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε από τους εξής κινδύνους: (α) Της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του, (β) της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος μετά την απόλυση του, και (γ) του επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω παράγοντες. Η ύπαρξη ενός εξ αυτών είναι αρκετή. Στην Ψύλλας (ανωτέρω) λέχθηκε ότι ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον όποτε διαφαίνεται ο κίνδυνος συνδρομής, μεμονωμένα ή σωρευτικά, των ως άνω αναφερομένων παραγόντων. Το ενδεχόμενο ύπαρξης του κινδύνου μη προσέλευσης κατηγορούμενου στο Δικαστήριο εξετάζεται με βάση τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία, όμως, δεν πρέπει να απομονώνεται. Παρά το γεγονός ότι όσο σοβαρή είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη, η σοβαρότητα από μόνη της δεν αποτελεί κριτήριο. (β) Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. (γ) Την ποινή που δυνατόν να επιβληθεί. (δ) Την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση, όπως και την εκδήλωση προθέσεως για το μέλλον. Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορούμενου, οι δεσμοί του με την Κύπρο κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί, όμως, αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου είναι στοιχείο που έχει ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει στην επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν πρέπει να αγνοείται. Σχετική καθοδήγηση προσφέρεται, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, Κρίνος Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 138, Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, Mariuta Iftime v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 51, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 503, Νικήτα (ανωτέρω), Δημητρίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 42/2011, ημερομηνίας 08/04/2011 και Μάριου Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση, 203/2012, ημερομηνίας 1/11/2012. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστόδουλος Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο και την καταδίκη των ενόχων.» Θα προχωρήσω, λοιπόν, να εξετάσω το ενδεχόμενο ύπαρξης κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορουμένου στη δίκη του. Ο πρώτος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, η οποία συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, διαλαμβάνει ότι όποιος διενεργεί το ποινικό αδίκημα του βιασμού, υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου. Συνεπώς, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι το εν λόγω κακούργημα είναι από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα. Ένα άλλο στοιχείο που προσθέτει στη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι οι συνθήκες διάπραξης αυτού, σύμφωνα, βεβαίως, με το μαρτυρικό υλικό στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ως διαβάζουμε στην πρώτη κατάθεση της Παραπονουμένης (κυανούν αρ. 1), η τελευταία φέρεται να βιάστηκε από άγνωστο σε αυτήν άντρα, ο οποίος της έκλεισε βίαια το στόμα με το χέρι του και κρατούσε μαχαίρι. Όπως αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τσαπατσάρης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η σοβαρότητα του αδικήματος αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπό την αίρεση πάντα, βεβαίως, της προσέγγισης ότι η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση με εγγύηση. Ο δεύτερος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης του Κατηγορουμένου χωρίς, βεβαίως, με την εξέτασή μου αυτή να προβαίνω με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα αδικήματα των Κατηγοριών, έργο που δεν ανήκει στο παρόν Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει αν παρουσιάστηκε ενώπιόν του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αλλά κατά πόσον υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του Κατηγορούμενου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιόν του, το οποίο εκτιμάται στην όψη του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο κατά πόσον η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία η οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή η απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο». Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 9, σελ. 15: «Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν κάνει διαπιστώσεις επί αμφισβητούμενων γεγονότων που αφορούν την ουσία των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε και αποφαίνεται επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, εκτός όπου εντοπίζεται οφθαλμοφανής πλάνη ή σημαντικό ψέμα του οποίου η επίδραση είναι καταλυτική του αποτελέσματος». Είχα την ευκαιρία στο χρόνο που διέρρευσε να εξετάσω με προσοχή το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου. Ειδικότερα, παραπέμπω στα εξής: 1). Τις δύο καταθέσεις της Παραπονουμένης (αρ. κυανούν 1 και 2), η οποία κατέγεται από την Νοβρηγία και βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές με τον αδελφό της. Σύμφωνα, λοιπόν, με την Παραπονουμένη, κατά τις πρωϊνές ώρες της Πέμπτης 2/8/2012, και ενώ αυτή επέστρεφε μόνη της με τα πόδια στο ξενοδοχείο, όπου διέμενε, την προσέγγισε κάποιος άγνωστος σε αυτήν άντρας που άρχισε να της μιλά και της είπε ότι θα την βοηθούσε να βρει το ξενοδοχείο της. Καθώς περπατούσαν μαζί, ο άγνωστος άντρας της έκλεισε βίαια το στόμα. Ακολούθως, της είπε να βγάλει το παντελόνι της και η Παραπονουμένη, η οποία τρόμαξε και σοκαρίστηκε επειδή ο άγνωστος άντρας κρατούσε μαχαίρι, έβγαλε το παντελόνι της και αυτός της αφαίρεσε το εσώρουχό της. Στη συνέχεια, την ξάπλωσε με τη βία στο έδαφος και έβαλε το πέος του μέσα στον κόλπο της και μετά στον πρωκτό της. Η Παραπονουμένη προσπαθούσε να αντιδράσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Ακολούθως, αυτός τη γύρισε με βία και έβαλε το πέος του στο στόμα της. Στη συνέχεια, αυτός της είπε να μείνει κάτω ξαπλωμένη και ότι κρατά μαχαίρι και έφυγε τρέχοντας. Σύμφωνα, επίσης, με τις εν λόγω καταθέσεις, μετά που η Παραπονουμένη έμεινε ξαπλωμένη για ένα λεπτό, φόρεσε το εσώρουχο και το παντελόνι της και έτρεξε προς το πλησιέστερο ξενοδοχείο, όπου τα άτομα εκεί κάλεσαν την αστυνομία. Σύμφωνα, επίσης, με την Παραπονουμένη ο άντρας που την βίασε μοιάζει με Κύπριο, είναι ηλικίας 27-30 ετών και έχει κοντά σκούρα μαλλιά. 2). Την κατάθεση του αδελφού της Παραπονουμένης (αρ. κυανούν 3), στην οποία, μεταξύ άλλων, καταγράφεται ότι, περί τις 6:00 π.μ. στις 2/8/2012, συνάντησε την Παραπονουμένη στον χώρο της υποδοχής του ξενοδοχείου, όπου διέμεναν, η οποία φαινόταν ταραγμένη, σοκαρισμένη, άρχισε να κλέει και του είπε ότι κάποιος την βίασε. 3). Τις καταθέσεις με αρ. κυανούν 4 και 5, σύμφωνα με τις οποίες η Παραπονουμένη, περί τις 4:00 π.μ. στις 2/8/2012, εισήλθε σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο στην Αγία Νάπα, όπου ανέφερε στους εκεί παρευρισκομένους ότι βιάστηκε από άγνωστο άντρα. Υπάλληλος του ξενοδοχείου τηλεφώνησε στην Αστυνομία, η οποία ήρθε στο χώρο και πήρε την Παραπονουμένη. 4). Την Ιατροδικαστική Έκθεση του Ιατροδικαστή, Νικόλα Χαραλάμπους (αρ. κυανούν 6), ο οποίος φέρεται να εξέτασε την Παραπονουμένη στις 2/8/2012 και μεταξύ των ωρών 11:45-12:45, στην οποία, μεταξύ άλλων, καταγράφεται ότι η Παραπονουμένη έφερε εκδορές και σχισμές στα γεννητικά όργανα και στον πρωκτό της. 5). Την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Ινστιτούτου Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου (αρ. κυανούν 10), στην οποία, μεταξύ άλλων, καταγράφεται ότι το ανδρικό γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το κοντό παντελόνι, τη μαύρη τελαντωτή μπλούζα και το γυναικείο εσώρουχο της Παραπονουμένης, ως και το κολπικό επίχρισμα που λήφθηκε από αυτήν, ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από τον Κατηγορούμενο. 6) Την κατάθεση του Α/Αστ. 2366, Δ. Λάντου, του Τ.Α.Ε. Αμμοχώστου (αρ. κυανούν 16), στην οποία, μεταξύ άλλων, καταγράφεται τί παρέλαβε και τί παρέδωσε στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Όσον αφορά στην εισήγηση του κ. Πιττάτζη, οφείλω να επαναλάβω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί πραγματικών ή και νομικών ζητημάτων. Χωρίς, λοιπόν, να προβαίνω σε οποιαδήποτε οριστική τελική διαπίστωση, δεν θεωρώ ότι τα ζητήματα που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου αποδυναμώνουν την ισχύ της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχή στο βαθμό που απαιτείται στο παρόν στάδιο. Χωρίς να παραβλέπω ότι με το υπάρχον μαρτυρικό υλικό η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία και ότι η μόνη μαρτυρία που υπάρχει εναντίον του Κατηγορουμένου είναι η φερόμενη παρουσία γενετικού υλικού στα ρούχα και εσώρουχο του φερόμενου θύματος, ως και στο κολπικό επίχρισμα που λήφθηκε από αυτήν, εντούτοις αυτά είναι ζητήματα που άπτονται της αξιολόγησης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, έργο το οποίο ανήκει στο Κακουργιοδικείο που θα εκδικάσει την υπόθεση. Βλ. Μάριου Χριστοδούλου (ανωτέρω). Όπως τονίζεται στη νομολογία μας, στο παρόν στάδιο δεν μπορούν να γίνονται εικασίες ως προς τον τρόπο που η προαναφερθείσα περιστατική μαρτυρία στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής θα αξιοποιηθεί ενώπιον του εκδικάζοντος Κακουργιοδικείου. Το εκδικάζον Δικαστήριο είναι αυτό, επίσης, που θα αξιολογήσει τις τυχόν επιπτώσεις στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής από την αναφορά της Παραπονουμένης ότι είχε σεξουαλική επαφή, με πρόσωπο που δεν κατονομάζεται, δύο ημέρες πριν τον φερόμενο βιασμό της. Γενικά, το Κακουργιοδικείο είναι αυτό που θα αξιολογήσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, τη βαρύτητά του και μέχρι πού μπορεί αυτό να οδηγήσει. Όπως τονίστηκε στην Νικήτα (ανωτέρω) «...το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος.» Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να προσεγγίζεται το μαρτυρικό υλικό, έχω ικανοποιηθεί, από την εξέταση του συνόλου του, ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, ότι μέχρι σήμερα η Παραπονουμένη δεν αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος συνελήφθηκε ως ύποπτος για την παρούσα υπόθεση στις 28/11/2012, σαν το φερόμενο δράστη. Όσον αφορά το ύψος της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση καταδίκης του στην Κατηγορία που του προσάπτεται, αναμένεται να επιβληθεί σε αυτόν (αναλόγως, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτού) ποινή φυλάκισης κάποιων ετών. Προς τούτο λαμβάνω δικαστική γνώση του μέσου όρου των ποινών που έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια σε ενόχους διάπραξης αδικημάτων παρόμοιας φύσης. Σε σχέση με τα υποκειμενικά δεδομένα της παρούσας, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω), σελ. 798: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υποδίκου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερές του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή τον υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του ..., είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Οι συνήθεις άλλοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούνται από στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και τους ευρύτερούς του δεσμούς με την χώρα στην οποία διώκεται ..., χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης.» Όσον αφορά, λοιπόν, τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν αμφισβήτησε την θέση του κ. Πιττάτζη ότι εδώ και αρκετά χρόνια ο Κατηγορούμενος διαμένει μόνιμα στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, χωρίς να έχει δεσμούς οπουδήποτε αλλού, ούτε και τις υπόλοιπες αναφορές του. Συνεπώς, λαμβάνω υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι ηλικίας 30 ετών και Τούρκος Κύπριος πολίτης και υπήκοος, διαμένει μόνιμα στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές εδώ και αρκετά χρόνια, όπου είναι αποκατεστημένος επαγγελματικά και δημιούργησε την τετραμελή οικογένειά του, με την οποία διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Περαιτέρω, εφόσον δεν έχει τεθεί ο,τιδήποτε ενώπιόν μου από το οποίο να προκύπτει κάτι διαφορετικό, λαμβάνω υπόψη ότι οι μόνοι οικογενειακοί, επαγγελματικοί και οικονομικοί δεσμοί του Κατηγορουμένου βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές. Η ιδιότητα του Κατηγορουμένου ως Τούρκου Κυπρίου δεν είναι, κατά την άποψή μου, ικανή, αφ' εαυτής, για να προσδώσει άλλη διάσταση στο ζήτημα της μη προσέλευσής του κατά τη δίκη του. Θεωρώ ότι τα περιστατικά της παρούσας διαφοροποιούνται σημαντικά από τα γεγονότα στις υποθέσεις Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 183 και Sener Erbekci v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 282, καθότι οι εκεί Τούρκοι Κύπριοι κατηγορούμενοι διέμεναν στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, τα αντικειμενικά δεδομένα της παρούσας, ως καταγράφονται ανωτέρω, με τα υποκειμενικά δεδομένα αυτής, δηλαδή τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, κρίνω ότι ο κίνδυνος μη προσέλευσης του Κατηγορουμένου στη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, είναι απομακρυσμένος. Έχοντας, λοιπόν, ικανοποιηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει λογική προσδοκία ότι ο Κατηγορούμενος θα προσέλθει στη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου σε περίπτωση που αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος και, συνεπώς, αυτός αφήνεται ελεύθερος υπό τους ακόλουθους όρους:
- Ο Κατηγορούμενος να καταθέσει το ποσό των €20.000,00 σε μετρητά ως εγγύηση για την παρουσία του στη δίκη του ενώπιον του Μονίμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας-Αμμοχώστου που θα συνεδριάσει στη Λάρνακα στις 31/1/2013 και ώρα 9:00 π.μ.
- Ο Κατηγορούμενος να παραδώσει στην αστυνομία το διαβατήριο και την ταυτότητά του, ως και οποιαδήποτε άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα έχει.
- Ο Κατηγορούμενος να παρουσιάζεται μία φορά την ημέρα, μεταξύ των ωρών 17:00 και 20:00, στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου.
- Το όνομα του Κατηγορουμένου να τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων, των οποίων η έξοδος απογορεύεται από την Κυπριακή Δημοκρατία (stop list). (Υπ.)............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο