← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ντέννη Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 6516/12, 8/10/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Ντέννη Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 6516/12, 8/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6516/12 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγορούσα Αρχή - ν - Ντέννη Ιωάννου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χ" Μιχαήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αγγελίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Ιωαννίδης). Κατηγορούμενος: Παρών. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 4 Κατηγορίες που αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα:

  1. Κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (Κατηγορία 1).
  2. Χρήση εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια (Κατηγορία 2).
  3. Απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες (Κατηγορία 3).
  4. Απόπειρα καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες (Κατηγορία 4). Ο Κατηγορούμενος έχει ήδη παραπεμφθεί από το παρόν Δικαστήριο σε απευθείας δίκη στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας-Αμμοχώστου που θα συνεδριάσει στη Λάρνακα στις 10/1/2013 και ώρα 9:00 π.μ. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Το αίτημα στηρίχτηκε στη θέση ότι υπάρχει κίνδυνος να μην προσέλθει ο Κατηγορούμενος στη δίκη. Η κα. Χ'' Μιχαήλ αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης (καταθέτοντας σχετικά προς τούτο ως Τεκμήριο «1» το μαρτυρικό υλικό) και τις ποινές που ενδεχομένως επιβληθούν. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής αντιμετώπισε την ένσταση του Κατηγορουμένου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, παρά το ότι δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, εισηγήθηκε ότι από το μαρτυρικό υλικό δεν προκύπτει πιθανότητα καταδίκης του πελάτη του, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό, οι ιδιοκτήτες των οικιών που έπαθαν ζημιές δεν υποψιάζονται οποιοδήποτε, ότι το περιστατικό που αναφέρεται στην κατάθεση του Μάμα Ελευθερίου, και το οποίο δημιούργησε υποψίες στον μάρτυρα, έλαβε χώρα τον Μάιο του 2012, ενώ τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορουμένος στην παρούσα κατ' ισχυρισμόν έλαβαν χώρα στις 5/4/
  5. Σχολίασε, επίσης, αρνητικά το τελικό συμπέρασμα της έκθεσης του ινστιτούτου γενετικής και νευρολογίας. Αναφέρθηκε, επίσης, στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, ήτοι ότι αυτός είναι Κύπριος υπήκοος, διαμένει μόνιμα στην Κύπρο και είναι ιδιοκτήτης και εκπαιδευτής σκύλων. Δεν είναι παντρεμένος, αλλά διαμένει με τον πατέρα του, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο Κατηγορούμενος, επίσης, έχει 4 αδέλφια, αλλά μόνο αυτός διαμένει με τον πατέρα τους. Ζήτησε, επίσης, να ληφεί ιδιαίτερα υπόψη ότι, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό, στις 2/10/2012 ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε οικειοθελώς στην Άστυνομία, μετά που ειδοποιήθηκε σχετικά. Διευκρίνισε ότι η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 5/4/
  6. Στις 26/7/2012 ο Κατηγορούμενος κλήθηκε ως ύποπτος, αλλά ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος. Έκτοτε βρίσκεται στην Κύπρο και στις 2/10/2012, όταν παρουσιάστηκε οικειοθελώς στην αστυνομία, συνελήφθη εκ νέου ως ύποπτος και έκτοτε βρίσκεται υπό κράτηση ως ύποπτος. Εισηγήθηκε, επίσης, πως το ότι δεν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του πελάτη του σε περίπτωση απόλυσης, προκύπτει και από το ότι το προ ολίγων ημερών αίτημα της Αστυνομίας για την προσωποκράτηση του πελάτη του, ως τότε υπόπτου, δεν στηρίχτηκε στην κίνδυνο διαφυγής του, παρά μόνο στον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων και καταστροφής τεκμηρίων. Εισηγήθηκε, λοιπόν, ότι η παρουσία του Κατηγορούμενου στη δίκη του μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή των ακόλουθων όρων: 1) Να υπογραφεί εγγύηση για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο με δύο αξιόχρεους εγγυητές. 2) Ο Κατηγορούμενος να εμφανίζεται καθημερινώς σε αστυνομικό σταθμό. 3) Ο Κατηγορούμενος να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Τέλος, ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι τις 10/1/2012 είναι μακρύς. Θεμέλιο της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, αποτελούν τα Άρθρα 48, 157

(1)και 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Κατά την εξέταση αιτήματος κράτησης που γίνεται με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω Άρθρων, το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη πρωτίστως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του σεβασμού της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορούμενου. Βλ. Μιχάλης Ανδρέα Ψύλλας κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 731. Στην υπόθεση Rex v. Solomonides
(1935)C.L.R. XIV 127 υποδείχθηκε ότι ως θέμα αρχής ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596, η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης, η δε απόλυση αποτελεί την προέχουσα επιλογή. Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με αυτήν του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ. Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
  1. Η ερμηνεία που η νομολογία μας έδωσε στις ημεδαπές συνταγματικές διατάξεις είναι ταυτόσημη με την ερμηνεία που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δίδει σε αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ., επίσης, Νικήτα v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 195/2010, ημερομηνίας 18/2/
  2. Η απόλυση ή όχι κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βλ. Τσιάκκας κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164 και Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε πλούσια νομολογία, όπως Rodosthenous et.al. v. Police
(1961)C.L.R. 50, Papakleovoulou v. Police
(1978)2 C.L.R. 446, Κάννα κ.ά v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 444 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παφίτη
(1997)2 Α.Α.Δ. 404. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το ενδεχόμενο κράτησης εξετάζεται με αναφορά ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε από τους εξής κινδύνους: (α) Της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του, (β) της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος μετά την απόλυση του, και (γ) του επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω παράγοντες. Η ύπαρξη ενός εξ αυτών είναι αρκετή. Στην Ψύλλας (ανωτέρω) λέχθηκε ότι ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον όποτε διαφαίνεται ο κίνδυνος συνδρομής, μεμονωμένα ή σωρευτικά, των ως άνω αναφερομένων παραγόντων. Το ενδεχόμενο ύπαρξης του κινδύνου μη προσέλευσης κατηγορούμενου στο Δικαστήριο εξετάζεται με βάση τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία, όμως, δεν πρέπει να απομονώνεται. Παρά το γεγονός ότι όσο σοβαρή είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη, η σοβαρότητα από μόνη της δεν αποτελεί κριτήριο. (β) Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. (γ) Την ποινή που δυνατόν να επιβληθεί. (δ) Την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση, όπως και την εκδήλωση προθέσεως για το μέλλον. Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορούμενου, οι δεσμοί του με την Κύπρο κ.λ.π. Οι υποκειμενικοί, όμως, αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου είναι στοιχείο που έχει ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει στην επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν πρέπει να αγνοείται. Σχετική καθοδήγηση προσφέρεται, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, Κρίνος Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 138, Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 503, Νικήτα (ανωτέρω) και Δημητρίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 42/2011, ημερομηνίας 08/04/2011. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστόδουλος Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο και την καταδίκη των ενόχων.» Θα προχωρήσω, λοιπόν, να εξετάσω το ενδεχόμενο ύπαρξης κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορουμένου στη δίκη του. Ο πρώτος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, η οποία συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από τον νόμο ποινών. Πολύ ορθά δεν αμφισβητήθηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, για τα αδικήματα της κατοχής και χρήσης εκρηκτικών υλών προνοείται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.1.500,00 (το αντίστοιχο σήμερα σε Ευρώ). Για το δε αδίκημα της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες προνοείται ποινή φυλάκισης 14 ετών. Συνεπώς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα εν λόγω αδικήματα είναι σοβαρά. Όπως αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τσαπατσάρης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η σοβαρότητα του αδικήματος αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπό την αίρεση πάντα, βεβαίως, της προσέγγισης ότι η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση με εγγύηση. Ο δεύτερος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης του Κατηγορουμένου χωρίς, βεβαίως, με την εξέτασή μου αυτή να προβαίνω με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα αδικήματα των Κατηγοριών, έργο που δεν ανήκει στο παρόν Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει αν παρουσιάστηκε ενώπιόν του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αλλά κατά πόσον υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του Κατηγορούμενου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιόν του, το οποίο εκτιμάται στην όψη του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο κατά πόσον η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία η οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή η απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο». Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 9, σελ. 15: «Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν κάνει διαπιστώσεις επί αμφισβητούμενων γεγονότων που αφορούν την ουσία των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε και αποφαίνεται επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, εκτός όπου εντοπίζεται οφθαλμοφανής πλάνη ή σημαντικό ψέμα του οποίου η επίδραση είναι καταλυτική του αποτελέσματος». Είχα την ευκαιρία στο χρόνο που διέρρευσε να εξετάσω με προσοχή το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου και πιο συγκεκριμένα τις καταθέσεις με αρ. κυανούν 4 και 9, την Έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου με αρ. 4672-2012 (αρ. κυανούν 13), τις καταθέσεις με αρ. κυανούν 19, ως επίσης τις δύο ανακριτικές καταθέσεις του Κατηγορουμένου. Όσον αφορά στην εισήγηση του κ. Αγγελίδη, οφείλω να επαναλάβω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί πραγματικών ή και νομικών ζητημάτων. Χωρίς, λοιπόν, να προβαίνω σε οποιαδήποτε οριστική τελική διαπίστωση, δεν θεωρώ ότι τα ζητήματα που ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου αποδυναμώνουν την ισχύ της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχή στο βαθμό που απαιτείται στο παρόν στάδιο. Κρίνω ότι το αποτέλεσμα της Έκθεσης του Ινστιτούτου Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι το μικτό γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τον μοχλό οπλίσεως χειροβομβίδας-επίχρισμα από το μοχλό οπλίσεως στην περιοχή της χειρολαβής εξωτερικά-, που σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό αφορά την χειροβομβίδα που ανευρήθη στην κατοικία της πρώτης παραπονουμένης, ταυτίζεται με το φερόμενο γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του Κατηγορουμένου, το ότι οι δύο παραπονούμενες ανέφεραν ότι δεν υποψιάζονται οποιοδήποτε για την φερόμενη εγκληματική ενέργεια, ως και τα όσα ο Μάμας Κυπριανού, ο οποίος παρουσιάζεται ως το πρόσωπο με το οποίο η παραπονούμενη της Πρώτης Κατηγορίας διατηρούσε δεσμό, κατέθεσε σε σχέση με το κατ' ισχυρισμόν συμβάν που έλαβε χώρα τον Μαίο του 2012, σε συνδυασμό, βεβαίως, με το ότι, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του, αυτός συνόδευσε σε χρόνο προγενέστερο της φερόμενης εγκληματικής ενέργειας συγκεκριμένο πρόσωπο να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο σε υπόθεση, όπου εκεί κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο που, σύμφωνα με την κατάθεση του ιδίου του Μάμα Κυπριανού, συνδέεται με τον Κατηγορούμενο, είναι ζητήματα που άπτονται της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, έργο το οποίο ανήκει στο Κακουργιοδικείο που θα εκδικάσει την υπόθεση. Όπως τονίζεται στη νομολογία μας στο παρόν στάδιο δεν μπορούν να γίνονται εικασίες ως προς τον τρόπο που η προαναφερθείσα περιστατική μαρτυρία στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, σε συνδυασμό με την αναφορά του Κατηγορουμένου στη δεύτερη ανακριτική του κατάθεση, ήτοι ότι ποτέ στη ζωή του δεν άγγιξε χειροβομβίδα, θα αξιοποιηθεί ενώπιον του εκδικάζοντος Κακουργιοδικείου. Το Κακουργιοδικείο είναι αυτό που θα αξιολογήσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, τη βαρύτητά του και μέχρι πού μπορεί αυτό να οδηγήσει. Όπως τονίστηκε στην Νικήτα (ανωτέρω) «...το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να προσεγγίζεται το μαρτυρικό υλικό, έχω ικανοποιηθεί από την εξέταση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορουμένου σε όλες τις Κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του από το Κακουργιοδικείο. Όσον αφορά το ύψος της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, σε περίπτωση καταδίκης του στις Κατηγορίες που του προσάπτονται αναμένεται να επιβληθεί σε αυτόν (αναλόγως, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτού) ποινή φυλάκισης κάποιας έκτασης. Σημειώνω ότι δεν αναφέρθηκε κατά πόσον προκλήθηκαν τραυματισμοί ή υλικές ζημιές σοβαρού μεγέθους από την αποδιδόμενη στον Κατηγορούμενο εγκληματική συμπεριφορά. Σε σχέση με τα υποκειμενικά δεδομένα της παρούσας, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω), σελ. 798: «Όσον αφορά τους δεσμούς του εφεσείοντος με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του υποδίκου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερές του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή τον υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του ..., είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο κατηγορούμενος τη δίκη του. Οι συνήθεις άλλοι σχετικοί παράγοντες και δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη, αποτελούνται από στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά του δεδομένα, και τους ευρύτερούς του δεσμούς του με την χώρα στην οποία διώκεται ..., χωρίς όμως αυτά να απομονώνονται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της δικαιοσύνης.» Έλαβα σοβαρά υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν τεθεί υπόψη μου από συνήγορό του, και τις καταγράφω ανωτέρω στην αρχή της παρούσας. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, τα αντικειμενικά δεδομένα της παρούσας, ως καταγράφονται ανωτέρω, με τα υποκειμενικά δεδομένα αυτής, δηλαδή τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, ως και το ότι αυτός, παρά το ότι από τον περασμένο Ιούλιο γνώριζε ότι θεωρείται ύποπτος για τα τότε υπό διερεύνηση αδικήματα, στις 2/10/2012 παρουσιάστηκε οικειοθελώς στην αστυνομία (βλ. κατάθεση με αρ. κυανούν 19), κρίνω ότι ο κίνδυνος μη προσέλευσής του Κατηγορουμένου στη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου, σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, είναι απομακρυσμένος. Βλ., μεταξύ άλλων, Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Έχοντας, λοιπόν, ικανοποιηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει λογική προσδοκία ότι ο Κατηγορούμενος θα προσέλθει στη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος και, συνεπώς, αυτός αφήνεται ελεύθερος υπό τους ακόλουθους όρους:
  2. Ο Κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύηση €50.000,00 με δύο αξιόχρεους εγγυητές που θα εγκρίνει ο Πρωτοκολλητής.
  3. Ο Κατηγορούμενος να παραδώσει στην αστυνομία το διαβατήριο και την ταυτότητά του, ως και οποιαδήποτε άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα έχει.
  4. Ο Κατηγορούμενος να παρουσιάζεται μία φορά την ημέρα μεταξύ των ωρών 17:00 και 20:00 στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου.
  5. Ο Κατηγορούμενος να τεθεί στον κατάλογο των προσώπων, των οποίων η έξοδος απογορεύεται από την Κυπριακή Δημοκρατία (stop list). (Υπ.)............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.