← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Mohamed Abdoulkadir Osman κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7490/12, 16/11/2012

Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Mohamed Abdoulkadir Osman κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7490/12, 16/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2012:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7490/12 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου Κατηγορούσα Αρχή - ν -

  1. Mohamed Abdoulkadir Osman
  2. Tukki Abbus Shah
  3. Umar Anwar Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Νοεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Πίπη (για να ακούσει απόφαση η κα. Α. Χ"Μιχαήλ). Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Στυλιανού για κ. Κ. Ανδρέου. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Α. Πιττάτζης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Θωμά). Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Θ. Καραμανής. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3: Παρόντες. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν από κοινού 5 συνολικά Κατηγορίες που αφορούν τα ακόλουθα αδικήματα: 1) Ανθρωποκτονία (Κατηγορία 1). 2) Μεταφορά μάχαιρας εκτός κατοικίας (Κατηγορία 2). 3) Κατοχή συσκευών για τη λήψη ναρκωτικών (Κατηγορία 3). 4) Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (Κατηγορία 4). 5) Χρήση ρητίνης κάνναβης (Κατηγορία 5). Οι Κατηγορούμενοι έχουν ήδη παραπεμφθεί από το παρόν Δικαστήριο σε απευθείας δίκη στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας και Αμμοχώστου που θα συνεδριάσει στη Λάρνακα στις 24/1/2013 και ώρα 9:00 π.μ. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση των Κατηγορουμένων μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Το αίτημα στηρίχτηκε στη θέση ότι υπάρχει κίνδυνος να μην προσέλθουν οι Κατηγορούμενοι στη δίκη. Η κα. Πίπη αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης (παραπέμποντας στο μαρτυρικό υλικό που κατέθεσε ως Τεκμήριο «1»), τις ποινές που ενδεχομένως επιβληθούν, ως και το ότι οι Κατηγορούμενοι είναι αλλοδαποί, πακιστανικής καταγωγής που διαμένουν στην Μεγάλη Βρεττανία, χωρίς οποιοδήποτε δεσμό με την Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίοι βρίσκονταν στην Κύπρο για ολιγοήμερες διακοπές. Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής αντιμετώπισε την ένσταση όλων των Κατηγορουμένων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 αναφέρθηκε κυρίως στο τεκμήριο αθωώτητας του πελάτη του, εισηγούμενος πως, ως απόρροια τούτου, η απόλυση με χρηματική εγγύηση και με την επιβολή άλλων όρων πρέπει να είναι η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις προσωπικές περιστάσεις του πελάτη του, ο οποίος είναι ηλικίας 19 ετών, διαμένει στην Αγγλία μαζί με τους γονείς του και είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Αποφοίτητησε το 2009, χωρίς να έχει συμπληρώσει πλήρη φοίτηση καθότι πάσχει από μη ελεγχόμενο διαβήτη τύπου 1 και του προκαλεί άγχος η πίεση των μαθημάτων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές του. Για την διαχείριση της ασθένειάς του χρειάζεται τον πατέρα του, καθότι απαιτείται να του χορηγείται 3-4 φορές την ημέρα ινσουλίνη, διαφορετικά μπορεί να περιέλθει σε κόμμα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο πελάτης του φοβάται για τη ζωή του στις κεντρικές φυλακές και δεν αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν εργάζεται και λαμβάνει επίδομα ασθενείας εξ Αγγλικών Στερλινών 100 ανά δύο βδομάδες από το Αγγλικό κράτος. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι παρά το ότι οι γονείς του Κατηγορουμένου 1 κατάγονται από την Σομαλία και πήγαν στην Αγγλία ως πολιτικοί πρόσφυγες, ο ίδιος γεννήθηκε στην Αγγλία, όπου και μεγάλωσε, και δεν έχει καθόλου δεσμούς με την Σομαλία. Εισηγήθηκε, τέλος, όπως ο πελάτης του απολυθεί με χρηματική εγγύηση, να παραμείνει στην Κύπρο και να παραδοθούν τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Με την σειρά του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου 2, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αναφέρθηκε κατ' αρχάς στις αρχές που διέπουν την επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Παρά το ότι δεν αμφισβήτησε τη σοβαρότητα του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, ως και το ότι οι ποινές που επιβάλλονται είναι σοβαρές και αποτρεπτικές, εισηγήθηκε ότι από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δεν προκύπτει ότι η συμπεριφορά του πελάτη του συνέβαλε στον θάνατο του θύματος. Αναφέρθηκε, επίσης, στην έλλειψη αναγνωρίσεων και άλλα, κατά την άποψή του, κενά στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Περαιτέρω, εισηγήθηκε πως, εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κρατούσε και ο πελάτης του μαχαίρι ή ότι είδε τον Κατηγορούμενο 1 να κρατά μαχαίρι, δεν μπορεί να καταδειχθεί συγκεκριμένος κοινός σκοπός μεταξύ των συγκατηγορουμένων. Ανέφερε, επίσης, ότι ο πελάτης του έμεινε για έξι ώρες στον χώρο, χωρίς να επιχειρήσει να φύγει, κάτι που, ως ανέφερε, δείχνει ότι δεν έχει πρόθεση διαφυγής. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει λόγος να διαφύγει ο πελάτης του καθότι, ως είπε, αυτός αθωώνεται από το μαρτυρικό υλικό. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 2, λέγοντας ότι είναι ηλικίας 17 ετών και διαμένει με την μητέρα του στο Λονδίνο, όπου και γεννήθηκε στις 24/10/
  4. Είναι μέλος πολυμελούς οικογένειας και σπουδάζει Επιχειρήσεις σε Κολλέγιο. Ο πατέρας του Κατηγορουμένου 2 απεβίωσε και η μητέρα του δεν εργάζεται. Τα μόνα εισοδήματα της οικογένειας προέρχονται από το ενοίκιο διαμερίσματος που ανήκε στον πατέρα του. Ο κ. Πιττάτζης ζήτησε να δοθεί έμφαση στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 2, ως και στο ότι πρόκειται για Ευρωπαίο πολίτη και, συνεπώς, σε περίπτωση διαφυγής του ή μη εμφάνισής του στη δίκη, θα είναι δυνατή η έκδοση και εκτέλεση εναντίον του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ζήτησε, λοιπόν, όπως αφεθεί ελεύθερος ο πελάτης του υπό τον όρο ότι θα υπογράψει χρηματική εγγύηση. Παρά το ότι θεωρεί ότι δικαιολογείται να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αγγλία, εντούτοις ανέφερε ότι ο πελάτης του είναι διατεθειμένος να παραμείνει στην Κύπρο και να περιοριστεί με διάταγμα του Δικαστηρίου εντός της Επαρχίας Αμμοχώστου, να τοποθετηθεί το όνομά του στο stop list και να εμφανίζεται καθημερινά σε αστυνομικό σταθμό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου 3 συμφώνησε και υιοθέτησε τις θέσεις του κ. Πιττάτζιη. Πέραν τούτων, εισηγήθηκε ότι ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την δίκη στο Κακουργιοδικείο είναι υπερβολικός ενόψει και του νεαρού της ηλικίας των Κατηγορουμένων. Ζήτησε, επίσης, να ληφθεί υπόψη ότι στην Κύπρο δεν υπάρχουν ξεχωριστά κρατητήρια για άτομα κάτω των 18 ή 21 ετών. Ακολούθως, αμφισβήτησε την ισχύ της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, παραπέμποντας στο μαρτυρικό υλικό και νομολογία, λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι η φυσική παρουσία του πελάτη του στην σκηνή δεν είναι αρκετή. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 3, ανέφερε ότι αυτός είναι ηλικίας 17 ετών, γεννηθείς στις 10/12/1994, και κατάγεται από την Αγγλία από πολυμελή οικογένεια. Έχει τρεις αδελφές και ένα αδελφό και ο ίδιος είναι το μικρό παιδί της οικογένειας. Διαμένει με την μητέρα του στην Αγγλία καθότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε στο Πακιστάν. Ο Κατηγορούμενος 3 δεν μπορεί να επιστρέψει στο Πακιστάν λόγω της δολοφονίας του πατέρα του. Η μητέρα του είναι ψυχικά ασθενής, ήτοι πάσχει από παράνοια, και ο ίδιος είναι φοιτητής σε κολλέγιο για να εξασφαλίσει Α' Levels ώστε να σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων. Ζήτησε να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι τυχόν κράτηση των Κατηγορουμένων θα σημαδέψει αρνητικά το υπόλοιπο της ζωής τους. Εισηγήθηκε, λοιπόν, όπως ο Κατηγορούμενος 3 αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, ήτοι να παραδώσει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, να παρουσιάζεται σε αστυνομικό σταθμό και να καταθέσει χρηματικό ποσό ως εγγύηση. Θεμέλιο της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση κατηγορουμένου μέχρι την δίκη του, αποτελούν τα Άρθρα 48, 157

(1)και 92 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Κατά την εξέταση αιτήματος κράτησης που γίνεται με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω Άρθρων, το Δικαστήριο πρέπει να ξεκινά με την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη πρωτίστως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του σεβασμού της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορούμενου. Βλ. Μιχάλης Ανδρέα Ψύλλας κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 731. Στην υπόθεση Rex v. Solomonides
(1935)C.L.R. XIV 127 υποδείχθηκε ότι ως θέμα αρχής ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση που υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596, η προδιάθεση για απόλυση του υποδίκου εκκρεμούσης της δίκης αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται παραδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης, η δε απόλυση αποτελεί την προέχουσα επιλογή. Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με αυτήν του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ. Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
  1. Η ερμηνεία που η νομολογία μας έδωσε στις ημεδαπές συνταγματικές διατάξεις είναι ταυτόσημη με την ερμηνεία που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δίδει σε αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Βλ., επίσης, Νικήτα v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 195/2010, ημερομηνίας 18/2/
  2. Η απόλυση ή όχι κατηγορουμένου με εγγύηση είναι θέμα που αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βλ. Τσιάκκας κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164 και Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκείται με βάση καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε πλούσια νομολογία, όπως Rodosthenous et.al. v. Police
(1961)C.L.R. 50, Papakleovoulou v. Police
(1978)2 C.L.R. 446, Κάννα κ.ά v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 444 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παφίτη
(1997)2 Α.Α.Δ. 404. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι το ενδεχόμενο κράτησης εξετάζεται με αναφορά ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε από τους εξής κινδύνους: (α) Της μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του, (β) της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος μετά την απόλυση του, και (γ) του επηρεασμού μαρτύρων. Δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλοι οι πιο πάνω παράγοντες. Η ύπαρξη ενός εξ αυτών είναι αρκετή. Στην Ψύλλας (ανωτέρω) λέχθηκε ότι ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας υποχωρεί μπροστά στο δημόσιο συμφέρον όποτε διαφαίνεται ο κίνδυνος συνδρομής, μεμονωμένα ή σωρευτικά, των ως άνω αναφερομένων παραγόντων. Το ενδεχόμενο ύπαρξης κινδύνου μη προσέλευσης κατηγορούμενου στο Δικαστήριο εξετάζεται με βάση τους πιο κάτω παράγοντες: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος, η οποία, όμως, δεν πρέπει να απομονώνεται. Παρά το γεγονός ότι όσο σοβαρή είναι η κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη, η σοβαρότητα από μόνη της δεν αποτελεί κριτήριο. (β) Την πιθανότητα καταδίκης στο βαθμό που μπορεί να προβλεφθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων. (γ) Την ποινή που δυνατόν να επιβληθεί. (δ) Την προηγούμενη προσέλευση ή μη προσέλευση, όπως και την εκδήλωση προθέσεως για το μέλλον. Πέραν των πιο πάνω αντικειμενικών δεδομένων (σοβαρότητα αδικήματος, εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχόμενου καταδίκης, ποινή που δυνατό να επιβληθεί), η εκτίμηση της πιθανότητας μη προσέλευσης στη δίκη πρέπει να συνεκτιμάται και στη βάση των υποκειμενικών δεδομένων, όπως π.χ. οι οικογενειακές περιστάσεις, η ηλικία του κατηγορούμενου, οι δεσμοί του με την Κύπρο κ.λπ. Οι υποκειμενικοί, όμως, αυτοί παράγοντες δεν μπορεί να αφεθούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη προστασίας του δημόσιου συμφέροντος για απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου είναι στοιχείο που έχει ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει στην επί του προκειμένου άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν πρέπει να αγνοείται. Σχετική καθοδήγηση προσφέρεται, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Δαυίδ Θεοδωρίδης κ.ά. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, Κρίνος Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Μωϋσίδης ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 138, Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 790, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 503, Νικήτα (ανωτέρω) και Δημητρίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 42/2011, ημερομηνίας 08/04/2011. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστόδουλος Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538: «Η συνεκτίμηση των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση πρέπει να γίνεται με πνεύμα ρεαλιστικής προσέγγισης και με πνεύμα επιείκειας όπως επιβάλλει το άρθρο 11 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορούμενοι τεκμαίρεται ότι είναι αθώοι και ως ζήτημα γενικής αρχής, πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο δικαστήριο και την καταδίκη των ενόχων.» Θα προχωρήσω, λοιπόν, να εξετάσω το ενδεχόμενο ύπαρξης κινδύνου μη προσέλευσης των Κατηγορουμένων στη δίκη τους. Ο πρώτος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, η οποία συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος των προβλεπόμενων από τον νόμο ποινών. Πολύ ορθά δεν αμφισβητήθηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων, κυρίως της Κατηγορίας 1. Το αδίκημα της ανθρωποκτονίας είναι από τα σοβαρότερα του Ποινικού μας Κώδικα, για το οποίο το Άρθρο 205
(3)του Κεφ. 154 προνοεί ποινή φυλάκισης δια βίου. Συνεπώς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας είναι πολύ σοβαρό. Όπως αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τσαπατσάρης v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600, όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η σοβαρότητα του αδικήματος αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπό την αίρεση πάντα, βεβαίως, της προσέγγισης ότι η πρώτη επιλογή είναι η απόλυση με εγγύηση. Ο δεύτερος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης των Κατηγορουμένων χωρίς, βεβαίως, με την εξέτασή μου αυτή να προβαίνω με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα αδικήματα των Κατηγοριών, έργο που δεν ανήκει στο παρόν Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει αν παρουσιάστηκε ενώπιόν του εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αλλά κατά πόσον υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης των Κατηγορούμενων. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιόν του, το οποίο εκτιμάται στην όψη του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο κατά πόσον η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη. Στην Κωνσταντινίδης (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία η οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή η απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο». Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 9, σελ. 15: «Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν κάνει διαπιστώσεις επί αμφισβητούμενων γεγονότων που αφορούν την ουσία των υπό διερεύνηση αδικημάτων ούτε και αποφαίνεται επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, εκτός όπου εντοπίζεται οφθαλμοφανής πλάνη ή σημαντικό ψέμα του οποίου η επίδραση είναι καταλυτική του αποτελέσματος». Είχα την ευκαιρία στο χρόνο που διέρρευσε να εξετάσω με προσοχή το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, το οποίο τέθηκε ενώπιόν μου, και πιο συγκεκριμένα τις καταθέσεις με αρ. κυανούν 1, 2, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 17, τις ιατροδικαστικές εκθέσεις με αρ. κυανούν 20, 20Α-20 Ε, την μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση με αρ. κυανούν 21, τις καταθέσεις με αρ. κυανούν 28, 30, 32, 38, 40, την προκαταρκτική ενημέρωση του Ινστιτούτου Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου με αρ. κυανούν 49, και βεβαίως το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεων του Κατηγορουμένου 1 και τις καταθέσεις των Κατηγορουμένων 2 και 3. Όσον αφορά την πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορουμένων 2 και 3 στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας, η οποία αμφισβητήθηκε έντονα από τους συνηγόρους υπεράσπισης, οφείλω να επαναλάβω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί πραγματικών ή και νομικών ζητημάτων. Το Κακουργιοδικείο είναι αυτό που θα αξιολογήσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, τη βαρύτητά του και μέχρι πού μπορεί αυτό να οδηγήσει, όπως, μεταξύ άλλων, την μαρτυρία που φέρει τους Κατηγορουμένους, οι οποίοι είναι φίλοι, να κτυπούν και να γρονθοκοπούν και οι τρεις το φερόμενο θύμα εντός του club, την μαρτυρία που φέρει και τους τρεις έξω από το club, μετά που το φερόμενο θύμα είχε σωριαστεί αιμόφυρτο στο έδαφος, να βρίσκονται στο παρασκήνιο και να γελούν, τη μαρτυρία σε σχέση με τις κινήσεις των Κατηγορουμένων πριν και μετά την συμπλοκή, την φερόμενη βιαστική έξοδο και επαναείσοδο του Κατηγορουμένου 2 στο club κάποια δευτερόλεπτα πριν ο φρουρός ασφαλείας βγάλει έξω από το club το φερόμενο θύμα, την παρουσία γενετικού υλικού του φερόμενου θύματος στα πουκάμισα των Κατηγορουμένων 1 και 3, ως επίσης την εκδοχή που έκαστος των Κατηγορουμένων έδωσε στην κατάθεσή του. Βλ., μεταξύ άλλων, τα όσα σχετικά λέχθηκαν στην υπόθεση Νικήτα (ανωτέρω). Το Κακουργιοδικείο είναι αυτό που θα αξιολογήσει και αξιοποιήσει το μαρτυρικό υλικό για να αποφανθεί για τον βαθμό συμμετοχής έκαστου Κατηγορουμένου στην φερόμενη συμπλοκή με το φερόμενο θύμα, στα πλαίσια του οποίου επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου με το μαχαίρι που κρατούσε ο Κατηγορούμενος 1, για να καταλήξει κατά πόσον οι πράξεις των Κατηγορουμένων ήταν επιθετικές προς το φερόμενο θύμα ή/και την όποια ευθύνη έκαστου Κατηγορουμένου είτε ως αυτουργού είτε ως συνεργού ή/και κατά πόσον μπορεί να εξαχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα η ύπαρξη συγκεκριμένου κοινού σκοπού μεταξύ των συγκατηγορουμένων. Όπως, εξ άλλου, τονίστηκε στην Πουτζιουρής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 340, το ζήτημα είναι πραγματικό, το οποίο εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η αξιολόγηση και ο συσχετισμός των οποίων, όμως, δεν αποτελεί έργο του παρόντος Δικαστηρίου. Επί του παρόντος, θα αρκεστώ να αναφέρω ότι τα στοιχεία που προανέφερα πιθανόν να κριθούν ικανά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, για να καταδείξουν συμμετοχή όλων των Κατηγορουμένων στο σύνολο της φερόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς. Τέλος, κρίνω ότι τα υπόλοιπα ζητήματα που ήγειραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 3, οπως για παράδειγμα η σημασία της παρουσίας του γενετικού υλικού, οι περιγραφές στις οποίες προβαίνουν οι μάρτυρες, ως και ο τρόπος με τον οποίο έγιναν οι αναγνωρίσεις, είναι ζητήματα που άπτονται της αποδεκτότητας και της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, έργο το οποίο ανήκει στο εκδικάζον Κακουργιοδικείο. Σε κάθε περίπτωση, εξετάζοντας το μαρτυρικό υλικό, δεν έχω εντοπίσει κάποια οφθαλμοφανή πλάνη ή σημαντικό ψέμα, του οποίου η επίδραση να είναι καταλυτική του αποτέσματος. Όπως τονίστηκε στην Νικήτα (ανωτέρω) «... το ενώπιον του Κακουργιοδικείου υλικό ικανοποιούσε το ενδεχόμενο της καταδίκης των εφεσειόντων και αυτό ήταν αρκετό. Περί πιθανολόγησης και μόνο ο λόγος.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση τον τρόπο που πρέπει να προσεγγίζεται το μαρτυρικό υλικό, έχω ικανοποιηθεί από την εξέταση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης έκαστου Κατηγορουμένου σε όλες τις Κατηγορίες που θα αντιμετωπίσει κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του από το Κακουργιοδικείο. Όσον αφορά το ύψος της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί στους Κατηγορουμένους, σε περίπτωση καταδίκης τους στην Κατηγορία 1, αναμένεται να επιβληθεί σε έκαστο των Κατηγορουμένων (αναλόγως, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τον βαθμό συμμετοχής εκάστου) αυστηρή ποινή, ήτοι πολυετής ποινή φυλάκισης. Σε σχέση με τα υποκειμενικά δεδομένα της παρούσας, λαμβάνω σοβαρά υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις έκαστου Κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν τεθεί υπόψη μου και τις καταγράφω ανωτέρω στην αρχή της παρούσας. Οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν αμφισβήτησαν τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ουδείς των Κατηγορουμένων έχει οποιοδήποτε δεσμό, έστω και χαλαρό, με την Κυπριακή Δημοκρατία. Τουναντίον, αυτοί εστίασαν την επιχειρηματολογία τους στους δεσμούς των Κατηγορουμένων με την χώρα διαμονής τους, ήτοι την Αγγλία, τονίζοντας ότι πρόκειται για Ευρωπαίους πολίτες, ως και τη δυνατότητα έκδοσης και εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Στην υπόθεση Ignatov v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 451, τονίστηκε ότι η ιδιότητα κατηγορουμένου ως ευρωπαίου πολίτη αφ' εαυτής δεν προσδίδει άλλη διάσταση στο ζήτημα μη προσέλευσης κατηγορουμένου κατά τη δίκη του. Το ζητούμενο δεν είναι η συνύπαρξη των δύο χωρών εντός του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου. Αυτό που λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι στοιχεία που συνδέονται με τον χαρακτήρα, την κατοικία, το επάγγελμα, τα οικονομικά δεδομένα, και τους ευρύτερους δεσμούς του κατηγορουμένου με τη χώρα που διώκεται, κάτι το οποίο αναγνωρίζεται εξ άλλου και στα συγγράμματα που με παρέπεμψε ο κ. Πιττάτζης. Αυτό που εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές περιστάσεις επί του κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει την υπόθεσή του. Βλ. Νικολάου (ανωτέρω). Δεν μπορώ, επίσης, να συμφωνήσω με το συμπέρασμα που ο κ. Πιττάτζης εισηγήθηκε ότι συνάγεται από τα λεχθέντα στην Fuat Adnan v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 183. Η εν λόγω υπόθεση, όπως και η Sener Erbekci v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 282, αφορούσε το ζήτημα της κράτησης Κυπρίων πολιτών μέχρι την δίκη τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Ένα από τα παράπονα που υπέβαλαν οι εκεί κατηγορούμενοι κατ΄έφεση ήταν το ότι, παρά το ότι είναι Κύπριοι πολίτες, έτυχαν διαφορετικής μεταχείρισης από αυτήν που θα τύγχαναν οι Έλληνες Κύπριοι, ένεκα ακριβώς της κοινότητας στην οποία διέμεναν. Το Εφετείο απορρίπτοντας τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης ανέφερε απλώς, κατά την συνεκτίμηση και των υπόλοιπων παραγόντων, ότι δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ο εκεί εφεσείων δεν έχει στενούς δεσμούς με τις ελεύθερες περιοχές, εφόσον κατοικεί μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές και ότι, σε περίπτωση μη παρουσίας του στην δίκη, δεν θα μπορεί να καταστεί δυνατή η εκτέλεση ενός διατάγματος σύλληψης. Δεν θεωρώ ότι από την εν λόγω αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει η αρχή ότι η προσφορά εγγυήσεων από κατηγορούμενο, χωρίς τον όποιο δεσμό με την Δημοκρατία, πρέπει να κρίνεται επαρκής για την εξασφάλιση της παρουσίας του, σε περίπτωση που αυτός διαμένει σε χώρα όπου μπορεί να εκτελεστεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Τα εκεί λεχθέντα, κατά την άποψή μου, περιορίζονται στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, αφού, ως προανέφερα, η νομολογία τόσο των Κυπριακών Δικαστηρίων όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζει ως ζητούμενο τους δεσμούς του κατηγορουμένου με την χώρα στην οποία διώκεται. Δεν θα συμφωνήσω, επίσης, με την αναφορά του κ. Πιττάτζη ότι η παραμονή των Κατηγορουμένων στο χώρο από την ώρα που έλαβε χώρα το επεισόδιο, δηλαδή από περίπου η ώρα 3:15 π.μ., μέχρι την σύλληψή τους, ήτοι περί τις 9:00 π.μ., καταδεικνύει πρόθεση μη διαφυγής. Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό. Σύμφωνα με αυτό, οι Κατηγορούμενοι προσπάθησαν να φύγουν από το χώρο, αλλά τους σταμάτησε ο φρουρός ασφαλείας, ο οποίος ήταν συνεχώς μαζί τους μέχρι να έρθει η αστυνομία (βλ. καταθέσεις με αρ. κυανούν 10, 13 και 14). Ακολούθως, οι Κατηγορούμενοι βρίσκονταν «υπό επιτήρηση» από την αστυνομία και συνελήφθηκαν για την εξακρίβωση στοιχείων. Μετά την εξακρίβωση των στοιχείων τους, αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά οδηγήθηκαν για εξετάσεις. Ακολούθως, συνελήφθηκαν για τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και να ευσταθεί η θέση του κ. Πιττάτζη, δεν κρίνω ότι η παραμονή των Κατηγορουμένων μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτική της πρόθεσής τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο. Αυτή η παραμονή ουδόλως προσομοιάζει με τα περιστατικά της υπόθεσης Παρασκευά ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 607, όπου ο εκεί κατηγορούμενος ήρθε από το εξωτερικό όταν πληροφορήθηκε ότι η αστυνομία ερευνούσε υπόθεση ναρκωτικών στην οποία εμπλεκόταν. Υπό το φως των πάνω διαπιστώσεών μου, κρίνω ότι οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων, ως επίσης η μη ύπαρξη οποιωνδήποτε δεσμών με την χώρα μας, δεν αποτελούν τέτοιες συνθήκες που, στα περιστατικά της παρούσης, είναι ικανές να ανατρέψουν την σκέψη σε οποιοδήποτε των Κατηγορουμένων να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις Κατηγορίες που του προσάπτονται. Συνεπώς, στα περιστατικά της παρούσας, δεν θεωρώ ότι οι όροι που έγινε εισήγηση να επιβληθούν στους Κατηγορούμενος, σε περίπτωση απόλυσής τους μέχρι την δίκη στο Κακουργιοδικείο, ή ακόμη οποιοιδήποτε άλλοι όροι τυχόν επιβληθούν, είναι ικανοί να εξασφαλίσουν την παρουσία των Κατηγορουμένων στη δίκη τους. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος μη προσέλευσης των Κατηγορουμένων στη δίκη τους σε περίπτωση που αυτοί αφεθούν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους. Όσον αφορά τον παράγοντα του χρόνου κράτησης, αντλώ καθοδήγηση, μεταξύ άλλων, από τις υποθέσεις Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 736 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανουσαρίδη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 639, όπου χρόνος 3 και 8 μηνών αντίστοιχα δεν κρίθηκε υπερβολικός, μετά, βεβαίως, που προσμετρέθηκαν και οι υπόλοιποι παράγοντες. Κρίνω, λοιπόν, ότι η περίοδος που μεσολαβεί μέχρι τις 24/1/2013, ήτοι χρόνος ολίγον μεγαλύτερος των δύο μηνών, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικός, σε συνδυασμό, βεβαίως, με τους υπόλοιπους παράγοντες που εξέτασα ανωτέρω. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη τις επιπτώσεις από τυχόν κράτηση στην ζωή των Κατηγορουμένων, οι οποίες, χωρίς αμφιβολία θα είναι αρνητικές, ενόψει του νεαρού της ηλικίας τους, των δεσμών τους με τα υπόλοιπα μέλη των οικογενειών τους και των όσων προγραμματίζουν να πράξουν στο άμεσο μέλλον σε σχέση με τις σπουδές τους, ιδιαίτερα όσον αφορά τους Κατηγορουμένους 2 και 3 αναφορικά με το τελευταίο. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1, λαμβάνω, επίσης, υπόψη τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και την ανάγκη καθημερινής χορηγίας ινσουλίνης. Συνεκτιμώντας, όμως, αυτές με τους υπόλοιπους παράγοντες που εξετάζονται ανωτέρω, κρίνω ότι δεν είναι ικανές για να υπερφαλαγγίσουν το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλους τους παράγοντες που αφορούν την παρούσα, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής και να διατάξω την κράτηση των Κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη τους, καθότι έχω ικανοποιηθεί ότι το δικαίωμα του σεβασμού της προσωπικής τους ελευθερίας θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς, εκδίδω διάταγμα για την κράτηση των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 μέχρι τις 24/1/2013 και ώρα 9:00 π.μ. που είναι ορισμένη η υπόθεση ενώπιον του Μονίμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας και Αμμοχώστου που συνεδριάζει στη Λάρνακα. (Υπ.)............. Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.