← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14272/2008, 17/1/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14272/2008, 17/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14272/2008 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας και

  1. Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή
  2. Ανδρέα Γεωργιάδη Κατηγορούμενοι 17 Ιανουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Κυθραιώτου Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κος Αγγελίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αποτελεί την κορύφωση μιας τιτάνιας ακροαματικής διαδικασίας που άρχισε τον Ιούλιο του 2010 και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του
  3. Ο χρόνος που χρειάστηκε για την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας είναι ένα από τα στοιχεία που αναδεικνύουν το μέγεθος της υπόθεσης. Οι δεκατέσσερις μάρτυρες κατηγορίας, τα 141 ογκωδέστατα τεκμήρια, και τα τρία πολυσέλιδα έγγραφα που αποτελούν τα παραδεκτά γεγονότα (βλ. έγγραφα Α, Β και Γ), είναι άλλη μια παράμετρος που αποκαλύπτει του λόγου το ασφαλές. Επιπλέον, οι δύο δίκες εντός δίκης και το πλούσιο κατηγορητήριο, αρχικά αποτελούμενο από 25 κατηγορίες εκ των οποίων πλείστες σοβαρές, φανερώνουν και τη δικανική πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Αντικείμενο των κατηγοριών, έστω εμμέσως, είναι η οικονομική πτυχή του ευρωπαϊκού προγράμματος Women in the Business World Enhancement of Female Entrepreneurship, που κατακυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία με τη συμφωνία VS/2004/
  4. Πληθώρα γεγονότων που προηγούνται της κατακύρωσης, όπως η υποβολή της πρότασης, η υπογραφή της συμφωνίας που ακολούθησε, και οι πληρωμές που διενεργήθηκαν, είτε δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα είτε δεν αμφισβητήθηκαν. Ως εκ τούτου, συνοψίζω τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται. Την 17.3.2004 το τμήμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Employment and Social Affairs προκήρυξε ευρωπαϊκό πρόγραμμα αναφορικά με την ισότητα των φύλων και κάλεσε τα κράτη μέλη να υποβάλουν αιτήσεις συμμετοχής. Την 17.3.2004 η προκήρυξη κοινοποιήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (στη συνέχεια Υ.Δ.Δ.Τ ή το υπουργείο), από την πρεσβεία της Κύπρου στις Βρυξέλλες. Την προκήρυξη συνόδευε δείγμα αίτησης συμμετοχής και οδηγίες συμπλήρωσης τούτου. Η προκήρυξη με τα έγγραφα που τη συνόδευαν είναι το τεκμήριο
  5. Πριν τα γεγονότα που ακολούθησαν την κοινοποίηση της προκήρυξης και οδήγησαν την Κυπριακή Δημοκρατία σε υποβολή πρότασης, αναγκαίο είναι να επεξηγηθεί η σχέση του υπουργείου με το θέμα της προκήρυξης. Όπως προανέφερα η προκήρυξη είχε ως θέμα την ισότητα των φύλων. Σε κρατικό επίπεδο το Υ.Δ.Δ.Τ έχει υπό την αιγίδα του τον Εθνικό Μηχανισμό για τα Δικαιώματα της Γυναίκας (στη συνέχεια ο εθνικός μηχανισμός). Όπως επεξηγήθηκε ο εθνικός μηχανισμός αποτελείται από τέσσερα σώματα. Τούτα είναι η γενική γραμματεία, το συμβούλιο, η εθνική επιτροπή και η διακυβερνητική επιτροπή. Εξ αυτών μόνο το τελευταίο σώμα απαρτίζεται από κρατικούς λειτουργούς διαφόρων φορέων. Η εθνική επιτροπή συνιστά διευρυμένο σώμα με πολλές οργανώσεις, ενώ το συμβούλιο, το βασικό σώμα του εθνικού μηχανισμού, απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των οργανώσεων που μετέχουν. Η συμμετοχή των οργανώσεων στο συμβούλιο προϋποθέτει έγκριση του υπουργικού συμβουλίου. Πρόεδρος του συμβουλίου του εθνικού μηχανισμού είναι ο εκάστοτε υπουργός δικαιοσύνης και δημόσιας τάξεως, αναπληρωτής πρόεδρος ο γενικός διευθυντής του εν λόγω υπουργείου, και γραμματέας λειτουργός του ίδιου υπουργείου. Ως εκ των πιο πάνω, φυσιολογικό επακόλουθο ήταν η προκήρυξη του προγράμματος της ευρωπαϊκής επιτροπής να καταλήξει στο Υ.Δ.Δ.Τ ώστε να συζητηθεί στα πλαίσια των εργασιών του εθνικού μηχανισμού, αρμόδιου φορέα για την προάσπιση των δικαιωμάτων της γυναίκας. Η εμπλοκή της κατηγορουμένης στον εθνικό μηχανισμό, οφείλεται στην ιδιότητα που κατείχε στην Κυπριακή Ομοσπονδία Γυναικών Επιχειρηματιών Επαγγελματιών (Κ.Ο.Γ.Ε.Ε) κατά το χρόνο της προκήρυξης. Κατά τον εν λόγω χρόνο η κατηγορουμένη ήταν πρόεδρος της Κ.Ο.Γ.Ε.Ε. Η εν λόγω οργάνωση είναι μέλος του συμβουλίου του εθνικού μηχανισμού από το
  6. Όπως αποκαλύπτεται από το μαρτυρικό υλικό, συγκεκριμένα το τεκμήριο 124 (επιστολή ημερομηνίας 5.2.04), κατά τον ίδιο χρόνο το συμβούλιο του εθνικού μηχανισμού παρότρυνε τα μέλη του για δημιουργία υποεπιτροπών. Η παρότρυνση απέφερε καρπούς εφόσον, ως αποκαλύπτεται από το τεκμήριο 16 (πρακτικά ημερομηνίας 27.4.04 από σύσκεψη του συμβουλίου του εθνικού μηχανισμού, το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί και μέρος του τεκμηρίου 126-επιστολή ημερομηνίας 28.5.04 που κοινοποιεί τα πρακτικά ημερομηνίας 27.4.04 στα μέλη του συμβουλίου), την 27.4.04 συστάθηκαν διάφορες υποεπιτροπές. Μια εξ αυτών ήταν και η Υπεπιτροπή Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, της οποίας συντονίστρια διορίστηκε η κατηγορουμένη που κατά τον ίδιο χρόνο κατείχε και τη θέση της προέδρου της Κ.Ο.Γ.Ε.Ε. Σύμφωνα με τα πρακτικά ημερομηνίας 27.4.04 (τεκμήρια 16 και 126), στην ίδια σύσκεψη το υπουργείο προμήθευσε τις οργανώσεις με υλικό για ενημέρωση, ή τυχόν συμμετοχή, στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα, δηλαδή εκείνο που αφορούσε η προκήρυξη τεκμήριο
  7. Η κατηγορουμένη δεν περιορίστηκε στο ρόλο της συντονίστριας της υποεπιτροπής ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Αριθμός επιστολών που κατατέθηκαν στο δικαστήριο ως τεκμήρια φανερώνει ότι πέραν του συντονισμού της υποεπιτροπής συμμετείχε ενεργά με εισηγήσεις και πράξεις. Η επιστολή ημερομηνίας 10.5.04 (τεκμήριο 9) φανερώνει του λόγου το ασφαλές. Με αυτήν γνωστοποιείτο στο γενικό διευθυντή του υπουργείου, τότε ήταν ο κος Λ. Σαββίδης, η πρόθεση της Κ.Ο.Γ.Ε.Ε. για δημιουργία γραφείου που θα αναλάμβανε την ενημέρωση γυναικών επιχειρηματιών και οργανώσεων μελών του εθνικού μηχανισμού για ευρωπαϊκά προγράμματα. Στο τεκμήριο 9 επεξηγείται ο ρόλος που θα διαδραμάτιζε το εν λόγω γραφείο, η στελέχωσή του, και τα έξοδα λειτουργίας του, πάγια και μηνιαία. Παρεμβάλω εδώ ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 9, το γραφείο θα επάνδρωναν μια γραμματέας, η κατηγορουμένη και οι κυρίες Έλενα Εκκέσιη και Τούλα Χαριλάου. Η σχετική εισήγηση της Κ.Ο.Γ.Ε.Ε έτυχε θερμής υποδοχής από το υπουργείο και μετουσιώθηκε σε πράξη. Περί τούτου αποκαλυπτική είναι η επιστολή ημερομηνίας 20.5.04 (τεκμήριο 10) δια της οποίας το υπουργείο πληροφόρησε την πρόεδρο της Κ.Ο.Γ.Ε.Ε, δηλαδή την κατηγορουμένη, ότι θα αναλάμβανε την κάλυψη της αρχικής δαπάνης και των πρώτων μηνιαίων εξόδων της λειτουργίας του υπό δημιουργία γραφείου, η οποία ανέρχετο σε Λ.Κ. 5.
  8. Πριν ακόμη τα εγκαίνια του περί ου ο λόγος γραφείου το Υ.Δ.Δ.Τ., υποβοηθούμενο από το εν λόγω γραφείο, υπέβαλε πρόταση συμμετοχής στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα που είχε προκηρυχτεί. Η πρόταση είναι το τεκμήριο 2β και κατά την υποβολή της συνοδεύετο από επιστολή του γενικού διευθυντή του υπουργείου, τεκμήριο 2α. Προτού υπεισέλθω σε ό,τι σχετικό της πρότασης που υπεβλήθη και όσων ακολούθησαν επανέρχομαι στο νεοσύστατο γραφείο. Η σύσταση και η ονομασία τούτου συνάγεται από επιστολή της κατηγορουμένης, ημερομηνίας 3.9.04, προς το γενικό διευθυντή του υπουργείου, η οποία αποτελεί μέρος του τεκμηρίου
  9. Το εν λόγω γραφείο έλαβε την ονομασία Euro-Pro Consultants. Σχετικό είναι και το τεκμήριο 140, επιστολή της κατηγορουμένης προς τον υπουργό του Υ.Δ.Δ.Τ. Η σύσταση του γραφείου και η εμπλοκή του στην πρόταση που υπεβλήθη (τεκμήριο 2β) στη βάση της προκήρυξης (τεκμήριο 1), αποκαλύπτεται και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 128, έγγραφο που τιτλοφορείται «Χαιρετισμός του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως κ. Δώρου Θεοδώρου σε εκδήλωση για την εξαγγελία του προγράμματος Women in the Business World-Enhancement of Female Entrepreneurship και της λειτουργίας του γραφείου Euro-Pro Consultants, ξενοδοχείο Hilton, 16 Νοεμβρίου 2004, 1.15 μμ». Η δημιουργία του γραφείου από την Κ.Ο.Γ.Ε.Ε., η εμπλοκή του στο πρόγραμμα, και η αποδοχή τούτης της εμπλοκής από το υπουργείο και τον εθνικό μηχανισμό, συνάγονται από το πιο κάτω απόσπασμα του τεκμηρίου
  10. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως. «Ο Εθνικός Μηχανισμός για τα Δικαιώματα της Γυναίκας που αγκαλιάζει όλες τις γυναικείες οργανώσεις του τόπου, σε στενή συνεργασία με την Κυπριακή Ομοσπονδία Γυναικών Επιχειρηματιών Επαγγελματιών (ΚΟΓΕΕ) αποφάσισαν την εμπλοκή τους στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Ισότητα Ανδρών και Γυναικών, με πρόταση η οποία στοχεύει στην περαιτέρω ανάπτυξη της Γυναικείας Επιχειρηματικότητας. Εμείς ως γενικός συντονιστής της προτεινόμενης δράσης και η ΚΟΓΕΕ ενεργώντας μέσω του νεοσύστατου Γραφείου Euro-Pro Consultants κατορθώσαμε να υποβάλουμε με επιτυχία την συγκεκριμένη Πρόταση με τίτλο "Women in the Business World-Enhancement of Female Entrepreneurship", η οποία και εγκρίθηκε στη συνέχεια από τον αρμόδιο φορέα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. .................................... Παράλληλα το ειδικό γραφείο Euro-Pro Consultants, του οποίου τα έξοδα λειτουργίας χρηματοδοτούμε, θα βρίσκεται στη διάθεση των γυναικείων οργανώσεων επιπρόσθετα με τους άλλους εξειδικευμένους συμβουλευτικούς φορείς που έχουν δημιουργηθεί στο δημόσιο αλλά και τον ιδιωτικό τομέα, για παροχή καθοδήγησης και βοήθειας στα πλαίσια συγκεκριμένων προγραμμάτων όπως την Μονάδα Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και την Εθνική Δομή Στήριξης σε σχέση με το Πρόγραμμα Equal.» Επανερχόμενος στην πρόταση (τεκμήριο 2β) σημειώνω ότι υπεβλήθη την τελευταία ημερομηνία που προβλέπετο στην προκήρυξη (τεκμήριο 1), δηλαδή την 1.6.
  11. Όπως φαίνεται στο τεκμήριο 2β και όπως ρητά αναφέρεται στο τεκμήριο 2α, η πρόταση υπεβλήθη από το γενικό διευθυντή του Υ.Δ.Δ.Τ. υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου του εθνικού μηχανισμού. Ο εθνικός μηχανισμός είναι εκείνος που στο εν λόγω έγγραφο κατονομάζεται ως project co-coordinator. Πουθενά στην πρόταση δεν αναφέρεται το γραφείο Euro-Pro Consultants και καμία μαρτυρία αποκαλύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο το εν λόγω γραφείο είχε νομική οντότητα. Η πρόταση εγκρίθηκε από το αρμόδιο τμήμα της ευρωπαϊκής επιτροπής και έτσι ακολούθησε η υπογραφή του τεκμηρίου 3 από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το τεκμήριο 3 τιτλοφορείται «Grant Agreement for an action between the European Community and National Machinery for Women's Rights in the framework of programs and actions in the social and employment sectors». Πέραν αυτού του τίτλου του εγγράφου, στοιχείο που προσδιορίζει τα συμβαλλόμενα μέρη, ως παραδεχτό γεγονός δηλώθηκε ότι η ευρωπαϊκή ένωση αντιπροσωπεύθηκε από την επιτροπή, εκ μέρους της οποίας υπέγραψε η Fay Devonic, ενώ εκ μέρους του εθνικού μηχανισμού για τα δικαιώματα της γυναίκας υπέγραψε ο τότε γενικός διευθυντής του Υ.Δ.Δ.Τ. κος Λάζαρος Σαββίδης. Οι υπογραφές των δύο τέθηκαν την 19.8.04 και 12.8.04, αντίστοιχα. Όπως αποκαλύπτεται από το ίδιο το τεκμήριο 3, το πρόγραμμα που εγκρίθηκε τιτλοφορείτο «Women in the Business World-Enhancement of Female Entrepreneurship» και ήτο χρονικής διάρκειας 15 μηνών, με ημερομηνία έναρξης την 30.9.
  12. Στο τεκμήριο 3, δηλαδή το «Grant Agreement», αναφέρονται οι όροι της συμφωνίας των συμβαλλομένων, οι δράσεις του προγράμματος, και η οικονομική πτυχή τούτου. Εφόσον κατά την ακρόαση της υπόθεσης δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στο Annex II της συμφωνίας, το οποίο τιτλοφορείται «Estimated budget of the action», αξίζει να αναφερθεί ότι στην 3η σελίδα του Annex II, η οποία τιτλοφορείται «Direct Eligible Costs (D)», αναφέρονται τα πρόσωπα που δηλώθηκαν ως το προσωπικό που θα έφερε σε πέρας το πρόγραμμα. Όπως εκεί αποκαλύπτεται η κατηγορουμένη μαζί με τις κυρίες Ελένη Εκκέσιη και Τούλα Χαριλάου ορίστηκαν Head of Department, η Δέσπω Μαρκίδου secretary, και ο Ηλίας Αγαπίου λογιστής. Το καθεστώς απασχόλησης των εμπλεκομένων αναφέρεται στο ίδιο έντυπο, ήτοι πλήρης απασχόληση (full time), ενώ προσδιορίζονται και οι ημέρες απασχόλησης και η χρηματική αποζημίωση ανά ημέρα. Όπως αναφέρεται στο τεκμήριο 3 οι υπεύθυνες του προγράμματος θα απασχολούντο για 275 ημέρες προς €200 ανά ημέρα, δηλαδή θα ελάμβαναν το συνολικό ποσό των €55.000 έκαστη. Η γραμματέας θα απασχολείτο, πάντα με βάση τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 3, για 250 ημέρες προς €84 ανά ημέρα, σύνολο €21.000, και ο λογιστής θα απασχολείτο για 150 ημέρες με ημερήσια αποζημίωση της τάξης των €160, δηλαδή θα εδικαιούτο το συνολικό ποσό των €24.
  13. Ας σημειωθεί ότι ανάλογος πίνακας, δηλαδή ως το Annex II του τεκμηρίου 3, εντοπίζεται και στο τεκμήριο 2β, δηλαδή την πρόταση που προηγήθηκε της συμφωνίας Grant Agreement. Η διαφορά μεταξύ των δύο εγγράφων έγκειται στα ποσά. Αποτελεί κοινό τόπο ότι το αρμόδιο τμήμα της ευρωπαϊκής επιτροπής δεν αποδέχθηκε το σύνολο των ημερών που δηλώθηκαν στην πρόταση (τεκμήριο 2β), και ως εκ τούτου η συμφωνία που υπογράφτηκε (τεκμήριο 3) ανταποκρίνεται στις ημέρες που εν τέλει αποδέχτηκε η ευρωπαϊκή επιτροπή για κάθε ένα από τους συμμετέχοντες. Αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι το πρόγραμμα χρηματοδοτείτο από την ευρωπαϊκή ένωση σε ποσοστό 80% του συνολικού κόστους, ενώ το εναπομείναν 20% βάρυνε την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν επεξηγώ, για την ώρα, την οικονομική πτυχή του προγράμματος και ό,τι σχετικό τούτης, φερειπείν ποιος ήταν ο διαχειριστής και πώς εγίνετο η διαχείριση. Με αυτά τα ζητήματα, κάποια εκ των οποίων ταυτίζονται με τα επίδικα, καταπιάνομαι πιο κάτω. Σε αυτό το στάδιο είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι το πρόγραμμα, και συγκεκριμένα η τεχνική πτυχή τούτου, δηλαδή οι δράσεις, ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Η ολοκλήρωση του προγράμματος ταυτίζεται με την υποβολή της τελικής έκθεσης (Final Report) που είναι το τεκμήριο 6γ. Η τελική έκθεση απεστάλη στην αρμόδια ευρωπαϊκή επιτροπή συνοδευόμενη από δύο επιστολές του γενικού διευθυντή του υπουργείου, που πλέον ήταν ο κος Α. Τρυφωνίδης. Οι εν λόγω επιστολές, ημερομηνίας 23.3.2006, είναι τα τεκμήρια 6α και 6β. Είναι δε παραδεκτό γεγονός ότι μέχρι τη στιγμή υποβολής της τελικής εκθέσεως (τεκμήριο 6γ), οι οικονομικές απαιτήσεις του προγράμματος είχαν εξοφληθεί πλήρως. Δυστυχώς ο διθύραμβος της επιτυχούς ολοκλήρωσης των δράσεων του προγράμματος δεν έμελλε να κρατήσει για πάντα. Σειρά επιστολών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια αποκαλύπτει ότι η οικονομική πτυχή του προγράμματος έγινε αντικείμενο εξονυχιστικής εξέτασης από την ευρωπαϊκή επιτροπή. Το τεκμήριο 25 (επιστολή ημερομηνίας 21.3.07 που απέστειλε ο υπεύθυνος του οικονομικού τμήματος της ευρωπαϊκής επιτροπής) έσυρε το χορό των αμφιβολιών. Με αυτή την επιστολή το υπουργείο ενημερώθηκε ότι η συμφωνία του εθνικού μηχανισμού με την ευρωπαϊκή επιτροπή επιλέγηκε για εκ των υστέρων έλεγχο (ex post control). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 25, το οποίο αποτελεί μέρος των παραδεκτών γεγονότων, με την εν λόγω επιστολή το υπουργείο έλαβε γνώση ότι επέκειτο λογιστικός έλεγχος αναφορικά με το πρόγραμμα (τεκμήριο 3), ο οποίος θα διεξάγετο στο χώρο του υπουργείου, μεταξύ 22 και 25 Μαΐου
  14. Το τεκμήριο 25 συνοδεύετο από δύο άλλα έγγραφα. Το πρώτο (μέρος του τεκμηρίου 25), πληροφορούσε το υπουργείο για αριθμό εγγράφων που αναμένετο να προσκομιστούν για έλεγχο, και το δεύτερο (επίσης μέρος του τεκμηρίου 25) γνωστοποιούσε ζητήματα που αναμένετο να απαντηθούν από το υπουργείο πριν την κάθοδο του κλιμακίου της ευρωπαϊκής επιτροπής. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι το ερωτηματολόγιο, μέρος του τεκμηρίου 25, απαντήθηκε από τον κο Ανδρέα Τρυφωνίδη, τότε γενικό διευθυντή του Υ.Δ.Δ.Τ. Τούτο είναι το τεκμήριο
  15. Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως το τεκμήριο 26 (επιστολή ημερομηνίας 4.4.07) αποκαλύπτει ότι ευθύς μόλις το υπουργείο πληροφορήθηκε τον επικείμενο λογιστικό έλεγχο, επικοινώνησε με την κατηγορουμένη και διευθέτησε συνάντηση στο υπουργείο πριν την άφιξη του κλιμακίου της ευρωπαϊκής επιτροπής, ώστε οι εμπλεκόμενοι να προετοιμαστούν για τον έλεγχο, να απαντηθεί το ερωτηματολόγιο και να προσκομιστούν διάφορα έγγραφα. Για την ώρα αρκεί να λεχθεί ότι ο έλεγχος διενεργήθηκε. Το δε αποτέλεσμα τούτου συμπυκνώνεται στις γραμμές του τεκμηρίου 7β που απεστάλη στο υπουργείο από τον υπεύθυνο του οικονομικού τμήματος της ευρωπαϊκής επιτροπής. Το αποτέλεσμα του λογιστικού ελέγχου (Audit Report), συνοδεύετο από επιστολή του υπευθύνου του οικονομικού τμήματος, ημερομηνίας 3.7.07 (τεκμήριο 7α). Η επιστολή (τεκμήριο 7α) ζητούσε από τον κο Αντρέα Τρυφωνίδη, υπό την ιδιότητα του permanent secretary του National Machinery for Women's Rights, να σχολιάσει το αποτέλεσμα του λογιστικού ελέγχου εντός τριών εβδομάδων. Σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρείτο ότι ο εθνικός μηχανισμός υιοθετούσε τα αποτελέσματα του ελέγχου. Το αποτέλεσμα του λογιστικού ελέγχου συνοψίζεται στα συμπεράσματα (Conclusions) που εντοπίζονται στη σελίδα 12 του τεκμηρίου 7β. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως. «
  16. An important part of the declared expenditure could not be backed up with supporting documents: an amount of € 273.482,85 will have to be rejected because the evidence was not available or satisfactory.
  17. On the basis of the findings and as indicated in annex 1, the total acceptable eligible cost amounts to € 90.531,
  18. The final amount of the grant is 80% of the total eligible cost, is € 72.425,
  19. As the Commission already paid € 291.211,60, the auditors recommend recovering €218.786,28.» Η επιστολή με το αποτέλεσμα του λογιστικού ελέγχου (τεκμήρια 7α και 7β) δεν έμεινε αναπάντητη. Το τεκμήριο 8α είναι η απαντητική επιστολή, ημερομηνίας 20.7.07, που απέστειλε ο κος Α. Τρυφωνίδης στον υπεύθυνο του οικονομικού τμήματος. Η εν λόγω επιστολή (τεκμήριο 8α) συνοδεύετο από διάφορα έγγραφα ως παραρτήματα. Τούτα τα παραρτήματα είναι τα τεκμήρια 8β έως 8η. Γεγονός είναι ότι πριν την αποστολή του τεκμηρίου 8α στον υπεύθυνο του οικονομικού τμήματος της ευρωπαϊκής επιτροπής, το υπουργείο και η κατηγορουμένη αντάλλαξαν επιστολές. Σχετικά εν προκειμένω είναι τα τεκμήρια 140α, 37, 38 και
  20. Από το τεκμήριο 140α (επιστολή ημερομηνίας 12.7.07 που απέστειλε στην κατηγορουμένη ο λογιστής του Υ.Δ.Δ.Τ), ενδιαφέρει η παράγραφος (ε) με την οποία ζητείται από την κατηγορουμένη να ζητήσει επανέκδοση τιμολογίου από το ξενοδοχείο Hilton. Τα τεκμήρια 37 και 39 συνιστούν πρόχειρο δείγμα (draft) του τεκμηρίου 8α, δηλαδή της απάντησης που εν τέλει αποστάληκε στον υπεύθυνο του οικονομικού τμήματος εν σχέσει με τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου. Το μεν τεκμήριο 37 είναι ημερομηνίας 16.7.07, το δε τεκμήριο 39 είναι ημερομηνίας 17.7.
  21. Το τεκμήριο 38, επιστολή της κατηγορουμένης προς το υπουργείο, ημερομηνίας 17.7.07, αποτυπώνει τα σχόλια της αναφορικά με το περιεχόμενο του πρόχειρου δείγματος, δηλαδή του τεκμηρίου
  22. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο ετοιμάστηκε η απαντητική επιστολή, τεκμήριο 8α. Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν ώστε να πεισθεί το οικονομικό τμήμα της ευρωπαϊκής ένωσης περί της ορθότητας και νομιμότητας της διαχείρισης της οικονομικής πτυχής του προγράμματος, η ευρωπαϊκή επιτροπή παρέμεινε αμετάκλητη. Η καταληκτική επιστολή που έλαβε το υπουργείο, ημερομηνίας 21.8.07 (τεκμήριο 12), φανερώνει ότι το ελεγκτικό τμήμα δεν πείσθηκε από τα σχόλια και τις εξηγήσεις που δόθηκαν. Αποκορύφωση όλων των πιο πάνω είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεώθηκε σε επιστροφή του αμφισβητούμενου ποσού, δηλαδή του ποσού που αναφέρθηκε στο τεκμήριο 7β (€218.786,28). Ολοκληρώνοντας την εικόνα των παραδεκτών γεγονότων σημειώνω ότι η αποπληρωμή του προγράμματος έγινε τμηματικά. Κατόπιν εντολής του λογιστηρίου του Υ.Δ.Δ.Τ. το γενικό λογιστήριο της Δημοκρατίας εξέδωσε τις πιο κάτω επιταγές με δικαιούχο την κατηγορουμένη
  23. (α) Επιταγή με αριθμό 52-266300, ημερομηνίας 12.11.2004, για το ποσό των Λ.Κ. 20.000,
  24. (τεκμήριο 4α). (β) Επιταγή με αριθμό 52-358894, ημερομηνίας 21.03.2005, για το ποσό των Λ.Κ. 15.430,
  25. (τεκμήριο 4β). (γ) Επιταγή με αριθμό 52-453448, ημερομηνίας 09.08.2005, για το ποσό των Λ.Κ. 71.130,
  26. (τεκμήριο 4γ). (δ) Επιταγή με αριθμό 52-585578, ημερομηνίας 14.02.2006, για το ποσό των Λ.Κ. 102.755,
  27. (τεκμήριο 4δ). Το συνολικό ποσό των επιταγών είναι Λ.Κ. 209.335,
  28. Οι εν λόγω επιταγές κατατέθηκαν από την κατηγορουμένη 1 στον λογαριασμό όψεως του Συνεργατικού Οργανισμού Πρωτοβουλία Γυναικών Κύπρου Λτδ με αριθμό 2000388-2, ως ακολούθως. (α) Η επιταγή με αριθμό 52-266300 κατατέθηκε στις 19.11.
  29. (τεκμήριο 5α). (β) Η επιταγή με αριθμό 52-358894 κατατέθηκε στις 22.03.
  30. (τεκμήριο 5β). (γ) Η επιταγή με αριθμό 52-453448 κατατέθηκε στις 11.08.
  31. (τεκμήριο 5γ). (δ) Η επιταγή με αριθμό 52-585578 κατατέθηκε στις 16.02.
  32. (τεκμήριο 5δ). Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα (έγγραφο Β) μόνη δικαιούχος και διαχειρίστρια του λογαριασμού 2000388-2, ήταν η κατηγορουμένη. Την 15.09.07 η κατηγορουμένη έκλεισε τον επίδικο λογαριασμό αφού πρώτα προέβη σε ανάληψη, σε μετρητά, ποσού Λ.Κ. 29.380,02 (βλ. τεκμήριο 89). Κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορουμένη εκτελούσε χρέη προέδρου και γραμματέα της εν λόγω συνεργατικής. Τέλος, όπως επεξηγήθηκε από το λογιστή του υπουργείου, το ποσό που πιο πάνω αναφέρεται ότι δόθηκε στην κατηγορουμένη είχε εξασφαλισθεί από το υπουργείο από τον προϋπολογισμό που υπέβαλε για το έτος. Όλα τα πιο πάνω υιοθετούνται και συνιστούν ευρήματα του δικαστηρίου. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω είναι εδώ το κατάλληλο στάδιο να παρατεθούν οι θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, ως επίσης το αντικείμενο των κατηγοριών. Ακολουθώντας αυτή τη μεθοδολογία θα προσπαθήσω να συνοψίσω τη μαρτυρία των δεκατεσσάρων μαρτύρων κατηγορίας και να υπαγάγω τούτην στις αντίστοιχες κατηγορίες, και ακολούθως να συνοψίσω τη θέση και της κατηγορουμένης. Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει 15 κατηγορίες, δηλαδή το σύνολο των κατηγοριών επί του κατηγορητηρίου με τη σημερινή του μορφή. Εξ αυτών μόνο οι κατηγορίες 3, 4, 18 και 22 αφορούν τον κατηγορούμενο
  33. Οι αιτιάσεις της κατηγορούσας αρχής περί οικειοποίησης από την κατηγορουμένη δημόσιου χρήματος, δηλαδή μέρος του ποσού που της εμπιστεύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία για υλοποίηση του επίδικου προγράμματος, το συνολικό ποσό που της εμπιστεύθηκε ανέρχεται σε Λ.Κ. 209335.80, διακρίνονται, από απόψεως μαρτυρίας, σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Για σκοπούς ευκολότερης αντίληψης όσων ακολουθούν τούτες οι ενότητες κατονομάζονται εδώ και επεξηγούνται πιο κάτω. Η πρώτη αφορά τη Δέσπω και τον Ηλία, δηλαδή τα πρόσωπα που στο τεκμήριο 3 δηλώθηκαν ως γραμματέας και λογιστής, αντίστοιχα, η δεύτερη τις κυρίες Κάλλια Σταύρου (στη συνέχεια Κάλλια) και Αρετή Παπαδοπούλου (στη συνέχεια Αρετή), δηλαδή τα δύο πρόσωπα των οποίων τα ονόματα δηλώθηκαν μετά το λογιστικό έλεγχο ως πρόσωπα που εργάστηκαν στο πρόγραμμα, η τρίτη την χρηματοδότηση που ετύγχανε το γραφείο Euro-Pro Consultants από το υπουργείο, και η τέταρτη τα ποσά που καταβλήθηκαν στο ξενοδοχείο Hilton, δηλαδή το χώρο όπου διεξήγοντο οι εκδηλώσεις του προγράμματος. Υπενθυμίζω ότι δυνάμει των τεκμηρίων 2β και 3 (πρόταση που υπεβλήθη και συμφωνία που υπεγράφη με την ευρωπαϊκή επιτροπή, αντίστοιχα) τα πρόσωπα που δηλώθηκαν ότι θα έφεραν εις πέρας το πρόγραμμα ήταν πέντε. Τούτα είναι η κατηγορουμένη και οι κυρίες Ελένη Εκκέσιη και Τούλα Χαριλάου, καθεμιά υπό την ιδιότητα της head of department, η κα Δέσπω Μαρκίδου, υπό την ιδιότητα της γραμματέως, και ο κος Ηλίας Αγαπίου ως λογιστής. Σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, την 19.07.07 η κατηγορουμένη απεκάλυψε στο υπουργείο ότι και άλλα πρόσωπα εργάστηκαν για το επίδικο πρόγραμμα. Επί του προκειμένου σχετική είναι η επιστολή της κατηγορουμένης, ημερομηνίας 19.07.07, προς το γενικό διευθυντή του υπουργείου, κο Α. Τρυφωνίδη. Η εν λόγω επιστολή, τεκμήριο 11, κατατέθηκε εκ συμφώνου και αποτελεί μέρος των παραδεχτών γεγονότων του εγγράφου Α. Όπως αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11, είναι η θέση της κατηγορουμένης ότι για την υλοποίηση του επίδικου προγράμματος χρησιμοποιήθηκαν τρία επιπλέον πρόσωπα. Τούτα τα πρόσωπα είναι ο 2ος κατηγορούμενος, σύζυγος της θυγατέρας της κατηγορουμένης, ο οποίος, όπως αναφέρεται στο τεκμήριο 11, χρησιμοποιήθηκε ως λογιστής και έλαβε το ποσό των Λ.Κ. 8.850, και οι κυρίες Αρετή Κρατίνου Παπαδοπούλου (Αρετή) και Κάλλια Ηλία Σταύρου (Κάλλια). Οι δύο τελευταίες κυρίες κατά το χρόνο υλοποίησης του προγράμματος εργάζονταν στο Συνεργατικό Οργανισμό Πρωτοβουλία Γυναικών (στη συνέχεια η συνεργατική), και στο πρόγραμμα αξιοποιήθηκαν ως γραμματειακό προσωπικό και κάθε μια έλαβε το ποσό των Λ.Κ. 4.
  34. Το μεμπτό, σύμφωνα πάντοτε με το υπουργείο, δεν είναι αυτή καθεαυτή η συμμετοχή τρίτων προσώπων στο πρόγραμμα. Ό,τι καθιστά τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης αδικαιολόγητη και παράνομη είναι, σύμφωνα με το υπουργείο, ότι ποτέ πριν την 19.07.07 δήλωσε ότι εργάστηκαν και άλλα πρόσωπα και ότι μέρος των χρημάτων που της δόθηκαν από το υπουργείο για υλοποίηση του προγράμματος ήταν η αποζημίωση της Δέσπως Μαρκίδου, γραμματέως, και του Ηλία Αγαπίου, λογιστή, στους οποίους δεν κατεβλήθη η αποζημίωση στο ακέραιο. Θέση του υπουργείου είναι ότι η κατηγορουμένη ήταν η συντονίστρια και διαχειρίστρια του προγράμματος, γνώριζε το περιεχόμενο και τους όρους της συμφωνίας, τεκμήριο 3, και ότι το υπουργείο στηρίχθηκε στις γνώσεις, την κατάρτιση και τις εμπειρίες της. Η πιο πάνω θέση του υπουργείου έχει δύο βασικούς εκφραστές. Τούτοι είναι η Μάρω Βαρναβίδου (στη συνέχεια η Βαρναβίδου) και ο Γιώργος Γεωργαλλίδης (στη συνέχεια ο Γεωργαλλίδης). Η Βαρναβίδου είναι ανώτερη διοικητική λειτουργός στο Υ.Δ.Δ.Τ και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εκτελούσε χρέη γενικού γραμματέα του εθνικού μηχανισμού, ο δε Γεωργαλλίδης μεταξύ 01.07.04 και 22.05.09 εκτελούσε καθήκοντα προϊσταμένου λογιστηρίου στο Υ.Δ.Δ.Τ. Θέση και των δύο αυτών μαρτύρων είναι ότι μόλις την 19.07.07 πληροφορήθηκαν πως στο πρόγραμμα συμμετείχαν και πρόσωπα που δεν αναφέρονται στο τεκμήριο
  35. Παρεμβάλλω εδώ ότι το πρόβλημα που προέκυψε αναφορικά με την αποζημίωση των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, δεν αγγίζει τις τρεις κυρίες που εκτελούσαν χρέη head of department, δηλαδή την κατηγορουμένη, την Ελένη Εκκέσιη και την Τούλα Χαριλάου. Και οι τρεις έλαβαν στο ακέραιο το ποσό που αναφέρεται στο Annex II του τεκμηρίου
  36. Μειωμένο ποσό, συγκριτικά με το αναφερόμενο στο τεκμήριο 3, έλαβαν η Δέσπω Μαρκίδου και ο Ηλίας Αγαπίου. Τα δύο αυτά πρόσωπα κλήθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας (ΜΚ3 και ΜΚ4, αντίστοιχα), (στη συνέχεια Δέσπω και Ηλίας, αντίστοιχα). Όπως και οι δύο ανέφεραν, και επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκαν, κατά το χρόνο υποβολής της πρότασης (τεκμήριο 2β) εργάζονταν στο διαφημιστικό γραφείο της Ελένης Εκκέσιη. Εκεί γνώρισαν την κατηγορουμένη όταν επισκέπτετο το γραφείο της εργοδότριάς τους, Ελένης Εκκέσιη. Και οι δύο ανέφεραν ότι τους ζητήθηκε, αρχικά από την Ελένη Εκκέσιη, να συμπληρώσουν τα έντυπα της πρότασης που θα υποβάλλετο (τεκμήριο 2β). Σύμφωνα με τον Ηλία, οι πληροφορίες τους δόθηκαν από την κατηγορουμένη και για τυχόν απορίες αποτείνετο σε αυτήν. Ενόσω συμπλήρωναν το τεκμήριο 2β αντιλήφθηκαν, όπως ισχυρίστηκαν, ότι αναφέροντο τα ονόματά τους και ότι θα ελάμβαναν μισθό πέραν των €20.
  37. Έκριναν ορθό να μην αναφέρουν οτιδήποτε στην Ελένη Εκκέσιη που ήταν και η εργοδότριά τους. Μετά από λίγο διάστημα η Δέσπω και ο Ηλίας πληροφορήθηκαν από την κατηγορουμένη και την Εκκέσιη ότι η πρόταση που υπέβαλαν εγκρίθηκε, και ότι θα συμμετείχαν και οι ίδιοι στην υλοποίηση του προγράμματος. Και πάλιν όμως δεν τους αναφέρθηκε οτιδήποτε για μισθό. Στη συνέχεια, ακολούθησε η συμπλήρωση του τεκμηρίου 3 κατά τον ίδιο τρόπο που συμπληρώθηκε το τεκμήριο 2β. Οι πληροφορίες δίδοντο από την κατηγορουμένη και η Δέσπω και ο Ηλίας μεριμνούσαν για ορθή καταγραφή τούτων στα διάφορα έντυπα. Ο Ηλίας μεριμνούσε και για ετοιμασία των λογαριασμών αναφορικά με τις δράσεις του προγράμματος που εκτελούντο. Όπως ανέφερε, πάντα λάμβανε οδηγίες από την κατηγορουμένη. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι σε κάποιο χρόνο ανέφερε στην Εκκέσιη ότι δεν ασκούσε πλήρη λογιστικό έλεγχο και αυτό γιατί δεν είχε πρόσβαση στο λογαριασμό του προγράμματος που τηρείτο στη συνεργατική και ελέγχετο πλήρως από την κατηγορουμένη. Η απάντηση που έλαβε από την Εκκέσιη ήταν να ακολουθεί τις οδηγίες της κατηγορουμένης. Πλην μιας περίπτωσης που η κατηγορουμένη ανέφερε στον Ηλία ότι τη βοηθούσε ο γαμβρός της, Ανδρέας Γεωργιάδης (κατηγορούμενος 2), κανείς εκ των Δέσπω και Ηλία αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο 2 να εργάζεται στο πρόγραμμα. Εν κατακλείδι, αναμφισβήτητο είναι ότι η Δέσπω και ο Ηλίας δεν έλαβαν το ποσό που αναγράφεται στο Annex II του τεκμηρίου
  38. Όπως ανέφεραν, σε τρεις περιπτώσεις, αναφορικά με τη Δέσπω, και πέντε, αναφορικά με τον Ηλία, η κατηγορουμένη τους έδωσε φάκελο που κάθε φορά περιείχε το ποσό των Λ.Κ. 1.000, λέγοντάς τους ότι είναι από τις κυρίες του Euro-pro. Κατ΄εκείνο το χρόνο δεν ζητήθηκε από τη Δέσπω ή τον Ηλία να υπογράψουν απόδειξη είσπραξης χρημάτων. Τέτοιες αποδείξεις η κατηγορουμένη τους ζήτησε να υπογράψουν μετά τον έλεγχο από το κλιμάκιο της ευρωπαϊκής επιτροπής. Όπως προκύπτει από αυτές τις αποδείξεις ο μεν Ηλίας έλαβε, τμηματικά, το ποσό των Λ.Κ. 5.000 (βλ. απόδειξη - τεκμήριο 77), η δε Δέσπω, επίσης τμηματικά, το ποσό των Λ.Κ. 3.000 (βλ. απόδειξη - τεκμήριο 75). Τα πιο πάνω αποτελούν τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την πρώτη ενότητα, δηλαδή τις κατηγορίες 2, 3, 4, 6, 7 και
  39. Οι κατηγορίες 2 και 7 προσάπτουν στην κατηγορουμένη το αδίκημα του άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, κλοπή υπό αντιπροσώπου. Σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή η κατηγορουμένη, ως αντιπρόσωπος του εθνικού μηχανισμού και υπεύθυνη του επίδικου προγράμματος, έκλεψε το ποσό των Λ.Κ. 9.046,58 (η κατηγορία 2 αφορά τον Ηλία) και το ποσό των Λ.Κ. 9.290,75 (η κατηγορία 7 αφορά τη Δέσπω) από το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 209.335,80 που της εμπιστεύτηκε η Κυπριακή Δημοκρατία για την υλοποίηση του προγράμματος και στο οποίο περιλαμβάνετο η πληρωμή του Ηλία και της Δέσπως. Για τα ίδια πρόσωπα, τον Ηλία και τη Δέσπω, οι κατηγορίες 6 και 8, καταλογίζουν στην κατηγορουμένη ψευδή καταχώριση σε έγγραφο, κατά παράβαση του άρθρου 313(β) του Κεφ.
  40. Σε αυτό το πλαίσιο εκείνο που διατείνεται η κατηγορούσα αρχή είναι ότι στην τελική αναφορά του προγράμματος (Final Report), τεκμήριο 6γ, η κατηγορουμένη δήλωσε ότι μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο ο Ηλίας και η Δέσπω πληρώθηκαν το ποσό των Λ.Κ. 14.046,58 ή €24.000 (η κατηγορία 6 αφορά τον Ηλία), και Λ.Κ. 12.290,75 ή €21.000 (η κατηγορία 8 αφορά τη Δέσπω), αντίστοιχα, ενώ το ποσό που είχαν πληρωθεί μέχρι τότε ήταν Λ.Κ. 2.000 ή €3.417,20, έκαστος. Οι κατηγορίες 3 και 4 αφορούν και τους δύο κατηγορούμενους. Αντικείμενο τούτων είναι. της 3ης κατηγορίας το αδίκημα της διάπραξης κακουργήματος, και της 4ης κατηγορίας το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.
  41. Αποκαλυπτικές είναι οι λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας. Η κατηγορούσα αρχή διατείνεται ότι οι δύο κατηγορούμενοι έκλεψαν το ποσό των Λ.Κ. 9.046,58 (€15.457), περιουσία του υπουργείου, εφόσον γνώριζαν ότι τούτο το ποσό έπρεπε να δοθεί στον Ηλία που είχε εκτελέσει καθήκοντα λογιστή του επίδικου προγράμματος. Η 3η κατηγορία προσάπτει στους δύο κατηγορουμένους συνομωσία για διάπραξη του αδικήματος της 4ης κατηγορίας. Η δεύτερη ενότητα παραπέμπει στην κατηγορία
  42. Όπως έχει αναφερθεί η κατηγορουμένη καταχράστηκε, ως αντιπρόσωπος του εθνικού μηχανισμού, εν τη εννοία του άρθρου 270(β) του Κεφ. 154, μέρος του ποσού των Λ.Κ. 209.335,80, δηλαδή ποσό που ισούται με Λ.Κ. 9.
  43. Σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή η κλοπή υπό αντιπροσώπου συνίσταται στο ότι η κατηγορουμένη οικειοποιήθηκε τούτο το ποσό και στη συνέχεια, μετά το Final Report, δήλωσε ότι το κατέβαλε στην Κάλλια και την Αρετή, χωρίς όμως να τις έχει δηλωμένες στην τελική αναφορά. Η εν λόγω κατηγορία υποστηρίχθηκε από την Κάλλια και την Αρετή, ενώ σχετική είναι και η μαρτυρία της Μ.Κ.5, Μαρίτσας Γερολέμου, λειτουργός στο γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων. Κάτω από το ίδιο πλέγμα μαρτυρίας εμπίπτουν άλλες δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη, και συγκεκριμένα οι κατηγορίες 23 και
  44. Εδράζονται αυτές στο άρθρο 122 (β) του Κεφ.154, και ό,τι προσάπτουν στην κατηγορουμένη είναι πως ενώ διεξαγόταν αστυνομική έρευνα προέβη σε πράξη η οποία ήταν ενδεχόμενο να επηρεάσει τούτην. Επί του προκειμένου θέση της κατηγορούσας αρχής είναι πως την 25.10.07, αφότου η Κάλλια και η Αρετή κλήθηκαν στην αστυνομία για κατάθεση αναφορικά με την υλοποίηση του επίδικου προγράμματος, θέμα δια το οποίο η κατηγορουμένη ήταν ύποπτη, η τελευταία τους ζήτησε (η κατηγορία 23 αφορά την Κάλλια ενώ η κατηγορία 24 αφορά την Αρετή), να προβούν σε ψευδή δήλωση, δηλαδή να καταθέσουν ότι από την έναρξη του προγράμματος γνώριζαν ότι θα πληρώνονταν για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν σε αυτό. Σύμφωνα με τις δύο κοπέλες, Κάλλια και Αρετή, μεταξύ των ετών 2004 και 2007, εργάζονταν στη συνεργατική και ως εκ τούτου εργοδότρια τους ήταν η κατηγορουμένη. Περί το τέλος του 2004 η κατηγορουμένη τους ανέφερε ότι θα χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες τους σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα που ανέλαβε. Εφόσον τούτο θα εγένετο εν ώρα εργασίας, όπως τους ανέφερε, και λόγω του ότι η κατηγορουμένη ήταν εργοδότρια τους και είχαν οικονομική εξάρτηση, δεν έφεραν οιανδήποτε αντίρρηση. Θέση και των δύο είναι πως ουδέποτε σε όλη τη διάρκεια του προγράμματος, ακόμα και μετά την αποπεράτωσή του και παρότι σε κάποιο στάδιο τους ζητήθηκε να υπογράψουν φύλλα απασχόλησης (time sheets), τους αναφέρθηκε οτιδήποτε για πληρωμή. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2007, η κατηγορουμένη τις κάλεσε στο γραφείο της και τους ζήτησε να υπογράψουν κάποιο έντυπο που παρουσιάζετο ως απόδειξη είσπραξης συγκεκριμένου ποσού. Τούτα τα έντυπα είναι το τεκμήριο 100 (αναφορικά με την Αρετή) και το τεκμήριο 105 (αναφορικά με την Κάλλια). Τα πρωτότυπα τούτων των τεκμηρίων είναι τα τεκμήρια 62β και 62γ αντίστοιχα. Παρότι αρχικά οι δύο κοπέλες αντέδρασαν, στη συνέχεια υπέκυψαν στην πίεση που τους ασκήθηκε από την κατηγορουμένη. Τούτη την πίεση την περιέγραψαν ως φωνές αποδοκιμασίας και θεατρινισμούς της κατηγορουμένης ότι τάχα λιποθυμούσε. Αφότου όμως υπέγραψαν τα τεκμήρια 100 και 105, στη συνέχεια ζήτησαν από την κατηγορουμένη να αναλάβει προσωπική ευθύνη ότι θα εκάλυπτε τυχόν οικονομικές απαιτήσεις που ενδεχομένως να προέκυπταν λόγω αυτής ακριβώς της υπογραφής που έθεσαν στις δύο αποδείξεις. Η κατηγορουμένη συμφώνησε και έτσι υπέγραψε το τεκμήριο 101 (αναφορικά με την Αρετή) και το τεκμήριο 106 (αναφορικά με την Κάλλια). Σε κατοπινό στάδιο η Αρετή κλήθηκε από την ΜΚ5, δηλαδή τη λειτουργό των κοινωνικών ασφαλίσεων, να μεταβεί στο γραφείο τούτης ώστε να διερευνηθεί ό,τι σχετικό της απόδειξης τεκμήριο
  45. Παρεμβάλλω εδώ ότι σύμφωνα με την ΜΚ5, οι ενέργειές της είχαν ως βάση την επιστολή του γενικού διευθυντή του Υ.Δ.Δ.Τ., τεκμήριο
  46. Την πρώτη φορά που η Αρετή μετέβη στο γραφείο των κοινωνικών ασφαλίσεων συνοδεύετο από την κατηγορουμένη. Εκεί η κατηγορουμένη ανέφερε ότι η Αρετή δεν έλαβε το ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο 100, και δήλωσε ότι ήτο πρόθυμη να καταβάλει τις οφειλόμενες κοινωνικές ασφαλίσεις. Η λειτουργός αρνήθηκε κάτι τέτοιο εφόσον θα επρόκειτο για εικονική πληρωμή, πράγμα ανεπίτρεπτο, και έτσι η συζήτηση διεκόπη. Σε μεταγενέστερο στάδιο η Αρετή, η Κάλλια και η κατηγορουμένη μετέβησαν στο γραφείο των κοινωνικών ασφαλίσεων και συγκεκριμένα στη ΜΚ
  47. Σύμφωνα με την Κάλλια, η ημερομηνία που έπραξαν τούτο είναι η 16.9.
  48. Κατ΄ εκείνο το χρόνο οι δύο κοπέλες (Αρετή και Κάλλια) ζήτησαν να συνομιλήσουν με τη ΜΚ5 στην απουσία της κατηγορουμένης, και εκεί της ζήτησαν να εξαναγκάσει την τελευταία, δηλαδή την κατηγορουμένη, όχι μόνο να εξοφλήσει τις κοινωνικές ασφαλίσεις αλλά και να καταβάλει στις ίδιες το ποσό που αναφέρετο στις σχετικές αποδείξεις. Έτσι και έγινε την ίδια ημέρα. Η κατηγορουμένη κατέβαλε στις δύο κοπέλες το εναπομείναν ποσό από τις σχετικές αποδείξεις, δηλαδή το καθαρό ποσό που προκύπτει μετά από την αφαίρεση του ποσού των κοινωνικών ασφαλίσεων που είχαν ήδη καταβληθεί. Αργότερα, οι τρεις κυρίες, Κάλλια, Αρετή και κατηγορουμένη, επέστρεψαν στη συνεργατική, όπου η κατηγορουμένη τους ζήτησε να την απαλλάξουν από την υποχρέωση που ανέλαβε με τα τεκμήρια 101 και
  49. Γι΄αυτό το λόγο, επεξήγησε η Κάλλια, στα δύο αυτά τεκμήρια (101 και 106) αναγράφονται δύο ημερομηνίες. Η πρώτη, 19.7.07, είναι η ημερομηνία που η κατηγορουμένη ανέλαβε την υποχρέωση και η δεύτερη, 16.9.07, είναι η ημερομηνία που οι δύο κοπέλες απάλλαξαν την κατηγορουμένη. Όπως επεξηγήθηκε από την Κάλλια (επ΄αυτού του σημείου η Αρετή αν και υιοθέτησε την κατάθεση της ενόρκως, τεκμήριο 99, όπου με λεπτομέρεια περιγράφεται το περιστατικό, κατά την ακροαματική διαδικασία επικαλέσθηκε λήθη), την 25.10.07 οι δύο κοπέλες έλαβαν ειδοποίηση από την αστυνομία να μεταβούν στο τμήμα για κατάθεση. Οι εν λόγω ειδοποιήσεις είναι το τεκμήριο 80 (αναφορικά με την Κάλλια) και το τεκμήριο 81 (αναφορικά με την Αρετή). Ενημέρωσαν την κατηγορουμένη η οποία, σύμφωνα πάντα με την Κάλλια, αν και απουσίαζε από τη συνεργατική επέστρεψε εκτάκτως και ανέλαβε πρωτοβουλία να μεταβεί, μαζί με τις κοπέλες, στο συνήγορο της συνεργατικής. ΄Ετσι και έγινε. Εκεί η κατηγορουμένη ανέφερε στο συνήγορο τα γεγονότα, χωρίς όμως να του πει, σύμφωνα πάντα με την Κάλλια, ότι ποτέ δεν είχε πρόθεση να καταβάλει οιονδήποτε ποσό στις δύο κοπέλες. Αφότου επέστρεψαν στη συνεργατική και πριν αναχωρήσουν για την αστυνομία, η κατηγορουμένη ζήτησε από τις δύο κοπέλες να πουν στην αστυνομία ότι από την αρχή γνώριζαν πως θα πληρώνονταν για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα, κάτι το οποίο δεν ισχύει, ανέφερε η Κάλλια. Σε αυτή λοιπόν την πτυχή του μαρτυρικού υλικού η κατηγορούσα αρχή εδράζει τις κατηγορίες 13, 23 και
  50. Με την κατηγορία 25 η κατηγορουμένη κατηγορείται για κοινή κλοπή, δυνάμει των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154, δηλαδή ότι με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος οικειοποιήθηκε τη χορηγία που το υπουργείο, μέσω του εθνικού μηχανισμού, παρείχε στο γραφείο Euro-Pro Consultants για κάλυψη των λειτουργικών του εξόδων. Τούτο το ποσό ανέρχεται, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, σε Λ.Κ. 36.200 (€61.851,37). Σύμφωνα με μια εκ των συνεργατών της κατηγορουμένης, την Τούλα Χαριλάου (ΜΚ10), η κατηγορουμένη λάμβανε από τον εθνικό μηχανισμό χορηγία για τη δημιουργία του γραφείου Euro-Pro. Αυτό υποστηρίχθηκε και από τους Βαρναβίδου και Γεωργαλλίδη. Εντούτοις, σύμφωνα με την Χαριλάου, αλλά και τον Ηλία, δεν αγοράστηκε οιοσδήποτε γραφειακός εξοπλισμός. Η τέταρτη ενότητα αφορά το ξενοδοχείο Hilton, δηλαδή εκεί όπου διεξήχθησαν κάποιες εκ των δράσεων του προγράμματος. Όπως στην περίπτωση της Δέσπως και του Ηλία, έτσι και εδώ. η κατηγορουμένη κατηγορείται ότι. αφενός υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου του εθνικού μηχανισμού και ως υπεύθυνη για την υλοποίηση του επίδικου προγράμματος, έκλεψε το ποσό των Λ.Κ. 2.534,66 (€4.330,72) από το μεγαλύτερο ποσό των Λ.Κ. 209.335,80 που της εμπιστεύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία για την υλοποίηση του προγράμματος και στο οποίο περιλαμβανόταν η πληρωμή του ξενοδοχείου Hilton. Αφετέρου. το γεγονός ότι στο Final Report (τεκμήριο 6γ) δηλώθηκε ότι το συνολικό κόστος του Hilton ανήρχετο σε Λ.Κ. 37.271,29 (€63.681,78) ενώ στην πραγματικότητα ήταν Λ.Κ. 34.736,63 (€59.351,11), συνιστά, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, ψευδή καταχώριση. Τέλος, στο πλαίσιο της τέταρτης ενότητας οι δύο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία 22 η οποία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας για καταδολίευση, άρθρο 302, Κεφ.
  51. Ό,τι διατείνεται η κατηγορούσα αρχή είναι πως μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου 2007 οι δύο κατηγορούμενοι παραποίησαν καταστάσεις λογαριασμών, έγγραφα και συμβόλαια του Hilton, αποκρύπτοντας έτσι το πραγματικό κόστος των σχετικών εκδηλώσεων. Για την ενότητα που αφορά το Hilton σχετική είναι η μαρτυρία των ΜΚ11 μέχρι και
  52. Ο ΜΚ13 Φώτης Μαρμαράς (στη συνέχεια ο Μαρμαράς ή ο λογιστής του Hilton), κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή 2004 μέχρι και 2007, ήταν ο οικονομικός διευθυντής του Hilton. Η ΜΚ11, Έλενα Σοφοκλέους (στη συνέχεια η υπεύθυνη εκδηλώσεων του Hilton), κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπεύθυνη εκδηλώσεων του ξενοδοχείου. Η Αγγελική Κωνσταντίνου (ΜΚ12) και η Παναγιώτα Θεοφάνους (ΜΚ14) εργάζονταν στο λογιστήριο του Hilton. H υπεύθυνη εκδηλώσεων επεξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται ώστε να συναφθεί συμφωνία για εκδήλωση. Ανέφερε ότι ετοιμάζεται προσφορά και μετά ακολουθεί τελικό συμβόλαιο το οποίο στο τελευταίο μέρος του, που τιτλοφορείται Master Bill, φέρει οδηγίες που αφορούν το λογιστήριο. Όπως επεξηγήθηκε από τις ΜΚ12 και 14, ο λογαριασμός παρακολουθείται μέχρις ότου εξοφληθεί, ενίοτε ειδοποιείται τηλεφωνικώς ο πελάτης, και με την εξόφληση εκδίδεται απόδειξη στην οποία αναγράφονται. πληροφορίες του τιμολογίου, ημερομηνία έκδοσης της απόδειξης, και το ποσό και ο αριθμός της επιταγής. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι ΜΚ11 μέχρι και 14 υποστηρίζουν ότι για τις εκδηλώσεις του επίδικου προγράμματος το ξενοδοχείο εξέδωσε τιμολόγια σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Η πρώτη φορά ήταν μετά από κάθε εκδήλωση. Τούτα τα τιμολόγια είναι τα τεκμήρια 83α μέχρι και 83δ. Η δεύτερη φορά που εκδόθηκαν τιμολόγια δεν προσδιορίζεται επαρκώς. Τα τιμολόγια που εκδόθηκαν σε δεύτερη φάση είναι τα τεκμήρια 31α, 32α, 33α, 34α και 35α. (τα τεκμήρια 82α μέχρι και 82ε είναι αντίγραφα των τιμολογίων τεκμήρια 31 μέχρι και 35). Όπως υποστήριξε η υπεύθυνη εκδηλώσεων, το 2007 το πρώτο δεκαήμερο του Ιούλη, της τηλεφώνησε η κατηγορουμένη και ζήτησε να της δοθούν αντίτυπα των τελικών συμφωνιών που αφορούν το επίδικο πρόγραμμα. Ο λόγος δια τον οποίο τα ήθελε, σύμφωνα πάντα με την υπεύθυνη εκδηλώσεων, ήταν για να γίνουν κάποιες αλλαγές στα συμβόλαια ώστε να χρησιμοποιηθούν για εσωτερικούς σκοπούς του υπουργείου. Η μάρτυρας υποστήριξε ότι η κατηγορουμένη της ανέφερε πως θα είχε συνάντηση με τον λογιστή του Hilton στην παρουσία του λογιστή του υπουργείου. Αφότου η υπεύθυνη εκδηλώσεων εξασφάλισε τη συγκατάθεση του προϊσταμένου της έδωσε στην κατηγορουμένη τα συμβόλαια που ζητούσε. Το δεύτερο δεκαήμερο του Ιούλη η κατηγορουμένη επανήλθε υποδεικνύοντας τις αλλαγές που ζητούσε. Οι αλλαγές που η κατηγορουμένη επιθυμούσε είναι οι χειρόγραφες σημειώσεις με κόκκινο χρώμα επί των τεκμηρίων 85α ως και δ. Κατόπιν έγκρισης που έλαβε από τον προϊστάμενο της προέβη στις αλλαγές που επιθυμούσε η κατηγορουμένη και έτσι δημιουργήθηκαν νέα συμβόλαια, δηλαδή τα τεκμήρια 32γ, 33γ, 34γ, και 35γ (βλ. και τεκμήριο 82). Όπως επεξήγησε η ΜΚ14 οι αποδείξεις εξόφλησης των τιμολογίων τεκμήρια 32α έως 35α είναι τα τεκμήρια 59β μέχρι και ε. Σύμφωνα με την ΜΚ12, Αγγελική Κωνσταντίνου, το τιμολόγιο της πρώτης εκδήλωσης, τεκμήριο 83α, είχε ήδη παραποιηθεί από το
  53. Όπως ανέφερε μετά την πρώτη εκδήλωση και εφόσον το τιμολόγιο 83α δεν είχε εξοφληθεί, επικοινώνησε με τη Βαρναβίδου η οποία φέρετο ως πρόσωπο επικοινωνίας. Η τελευταία την πληροφόρησε ότι για την εν λόγω εκδήλωση υπεύθυνη ήταν η κατηγορουμένη και έτσι η μάρτυρας επικοινώνησε με την κατηγορουμένη η οποία της ανέφερε ότι θα περνούσε να εξοφλήσει το τιμολόγιο. Η κατηγορουμένη, ανέφερε η ΜΚ12, όντως πέρασε από το ξενοδοχείο, ζήτησε όμως να αλλαχθεί το τιμολόγιο. Η μάρτυρας την παρέπεμψε στον προϊστάμενο της Φώτη Μαρμαρά, ο οποίος μετά από συζήτηση που είχε με την κατηγορουμένη της έδωσε οδηγίες να ετοιμάσει νέο τιμολόγιο. Κατόπιν τούτου ετοιμάστηκε το τιμολόγιο τεκμήριο 31α, το οποίο εξοφλήθηκε την 01.03.05 και εκδόθηκε η απόδειξη τεκμήριο 59α. Περαιτέρω, η ΜΚ12 ανέφερε ότι στη συνέχεια, δηλαδή μετά την επόμενη εκδήλωση, η κατηγορουμένη επανήλθε για αλλαγές στο τιμολόγιο, η ίδια όμως, δηλαδή η ΜΚ12, αρνήθηκε να προβεί σε αυτές και ζήτησε από τον προϊστάμενό της, το Μαρμαρά, να ζητήσει από άλλο εργαζόμενο στο λογιστήριο να τις κάνει. Οι αλλαγές που ζήτησε η κατηγορουμένη αύξησαν την απαίτηση του ξενοδοχείου κατά Λ.Κ. 2534.66, δηλαδή από Λ.Κ. 16.345,10 που αρχικά ήταν, σε Λ.Κ. 18.879,
  54. Τούτο το ποσό καταβλήθηκε στο ξενοδοχείο προς εξόφληση των αρχικών τιμολογίων, τεκμήρια 83α έως και δ και το υπόλοιπο πιστώθηκε σε λογαριασμό που σχετιζόταν με την κατηγορουμένη, δηλαδή της Εκκέσιης Designs Ltd. Το τεκμήριο 8Ζ, επιβεβαίωση του ξενοδοχείου ότι λήφθηκε το ποσό των Λ.Κ. 18.879,76, ετοιμάστηκε από τον Φώτη Μαρμαρά μετά από απαίτηση της κατηγορουμένης τον Ιούλη του
  55. Πλην της τροποποίησης του τιμολογίου 83α, που σύμφωνα με τη ΜΚ12 έλαβε χώρα το 2005, ο λογιστής του Hilton επιβεβαίωσε τις τροποποιήσεις που οδήγησαν σε έκδοση των νέων συμβολαίων τον Ιούλιο του
  56. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αφότου προέβη σε γραπτή κατάθεση το υπουργείο ζήτησε το επιπλέον ποσό και έτσι του επιστράφηκε. Υποστήριξε περαιτέρω ότι οι αλλαγές επί των συμβολαίων έγιναν την 13.07.07 όταν τον επισκέφθηκαν οι δύο κατηγορούμενοι. Τέλος, υποστήριξε ότι στη συνάντηση που είχε με την κατηγορουμένη, η τελευταία του σύστησε τον κατηγορούμενο 2 ως το λογιστή του υπουργείου. Αυτό μάλιστα, παρουσία του κατηγορουμένου
  57. Εν κατακλείδι, οι κατηγορίες 18 και 20 αφορούν το αδίκημα της συγκάλυψης, δυνάμει των άρθρων 2, 4

(1)(α)(ΙΙΙ)
(2), 5 και 7 του Ν.61(Ι)/96. Η κατηγορία 18 είναι κοινή και για τους δύο κατηγορούμενους ενώ η κατηγορία 20 αφορά μόνο την κατηγορουμένη. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι από τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων οι κατηγορούμενοι απέκτησαν περιουσία. Για ολοκλήρωση της σύνοψης της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή σημειώνω ότι ως μάρτυρες κλήθηκαν και ο λοχ. 2094 Ψακίδης και ο υπαστ. Αναστασιάδης (ΜΚ6 και 7 αντίστοιχα). Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν θα προσφέρει μαρτυρία, ενώ η κατηγορουμένη κατέθεσε ενόρκως. Όπως έχει ήδη αποκαλυφθεί από τον όγκο των παραδεκτών και αναμφισβήτητων γεγονότων, η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ό,τι σχετικό του προγράμματος. Δέχεται εν προκειμένω την εμπλοκή της κατηγορουμένης στον εθνικό μηχανισμό λόγω της θέσεως της στην Κ.Ο.Γ.Ε.Ε., και στην υποεπιτροπή ευρωπαϊκών προγραμμάτων, ως επίσης το ρόλο της στο γραφείο Euro-Pro Consultants. Γι΄αυτό το ρόλο εκείνο που υποστηρίζει η κατηγορουμένη είναι πως δεν ήταν συντονίστρια ή διαχειρίστρια, όπως οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής και ιδιαίτερα η Βαρναβίδου και ο Γεωργαλλίδης διατείνονται. Είναι η θέση της ότι ο ρόλος της αποκαλύπτεται από το grant agreement, τεκμήριο 3, δηλαδή head of department, θέση που κατείχαν και οι κυρίες Εκκέσιη και Χαριλάου (ΜΚ10). Για δε τη συμφωνία αυτή καθεαυτή, τεκμήριο 3, είναι η θέση της πως η ίδια, αλλά και το γραφείο Euro-Pro Consultants, δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη και κατ΄επέκταση δεν υπόκειντο στους όρους τούτης. Προωθώντας τούτη τη θέση υποστήριξε ότι η μαρτυρία των Βαρναβίδου και Γεωργαλλίδη, δηλαδή των λειτουργών του υπουργείου που είχαν άμεση εμπλοκή με το πρόγραμμα, δεν είναι τίποτα άλλο από προσπάθεια μετακύλισης δικών τους ευθυνών και κατ΄επέκταση διαφύλαξη της επαγγελματικής τους θέσης. Είναι η θέση της κατηγορουμένης ότι ως πρόεδρος της προαναφερόμενης υποεπιτροπής της ζητήθηκε από τον τότε υπουργό δικαιοσύνης και δημόσιας τάξεως, κο Δώρο Θεοδώρου, παρουσία του τότε γενικού διευθυντή του υπουργείου, κου Λ. Σαββίδη, και της γραμματέως του εθνικού μηχανισμού, κας Βαρναβίδου (ΜΚ1), να συμμετάσχει σε υποβολή πρότασης στο πρόγραμμα που είχε προκηρυχθεί (τεκμήριο 1), ώστε η χώρα μας να τύχει αντιπροσώπευσης. Τούτος, υποστηρίζει, είναι και ο λόγος που συμμετείχε στην υποβολή της πρότασης (τεκμήριο 2β). Με την αποδοχή της πρότασης τα προαναφερόμενα πρόσωπα συναντήθηκαν εκ νέου ώστε να συντονίσουν τις πάρα πέρα αναγκαίες ενέργειες. Δέχεται η κατηγορουμένη ότι το οικονομικό σκέλος της συμφωνίας τεκμήριο 3 δακτυλογραφήθηκε από τους Δέσπω και Ηλία, κατόπιν δικών της οδηγιών. Είναι όμως η θέση της ότι. αφενός μεν η Βαρναβίδου (ΜΚ1) ήλεγχε κάθε έγγραφο που συμπληρώνετο, αφετέρου δε, τα δύο αυτά πρόσωπα πληροφορήθηκαν, και ως εκ τούτου γνώριζαν, ότι η αμοιβή τους συναρτάτο με τις ώρες που θα εργάζονταν. Αναφορικά με αυτό το τελευταίο υποστηρίζει ότι περί το τέλος του 2005 και ενόσω έτρεχε το επίδικο πρόγραμμα, το υπουργείο, με τη συνδρομή και πάλιν του Euro-Pro Consultants, ανέλαβε και δεύτερο ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Όπως υποστηρίζει, εφόσον αδύνατο ήταν η υπάρχουσα ομάδα να ολοκληρώσει, και δη με επιτυχία, το πρώτο πρόγραμμα, ενημέρωσε το υπουργείο, συγκεκριμένα τη Βαρναβίδου που ήτο η γραμματέας του εθνικού μηχανισμού και τον Γεωργαλλίδη (ΜΚ2) που ήταν ο λογιστής του υπουργείου, ότι αναγκαίο ήταν να εμπλακούν στην υλοποίηση του προγράμματος περισσότερα πρόσωπα. Διατείνεται λοιπόν ότι από την πρώτη στιγμή, δηλαδή περί το τέλος του 2005, ήταν εις γνώση του υπουργείου ότι εργοδοτήθηκαν και άλλα πρόσωπα. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι μέρος της αλληλογραφίας που είτε προηγήθηκε είτε έπεται του ελέγχου από την ευρωπαϊκή επιτροπή είναι κατασκευασμένο υπό την εξής έννοια. το υπουργείο, υποστηρίζει η κατηγορουμένη, της επέβαλε να ζητήσει επανέκδοση τιμολογίων (τεκμήριο 140Α), και να προσκομίσει πρόσθετες αποδείξεις (τεκμήρια 60 και 62), ενώ στο τέλος της ημέρας παρουσιάστηκε ωσάν να μην γνωρίζει οτιδήποτε, στάση η οποία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Δεν αμφισβητεί η κατηγορουμένη τα ποσά που έκαστος των μαρτύρων ανέφερε ότι έλαβε ούτε ότι ο γαμπρός της, κατηγορούμενος 2, πληρώθηκε από το κονδύλι του επίδικου προγράμματος. Όπως έχει υποδειχθεί όμως, θέση της είναι ότι όλα τα πιο πάνω ήταν εις γνώση του υπουργείου. Μοναδικός όρος, υποστηρίζει, που της είχε θέσει το υπουργείο, ήταν η επιτυχής ολοκλήρωση των δράσεων του προγράμματος εντός των χρονοδιαγραμμάτων και η μη υπέρβαση του κονδυλίου. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια [βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333]). Κατά τη διάρκεια αυτής της διεργασίας είχα επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Περαιτέρω, είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 είχα πάντα κατά νου ότι ο χαρακτήρας τέτοιας δήλωσης είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αλλά δύναται να επεξηγήσει αποδεδειγμένα μόνο γεγονότα (βλ. Anastassiades v The Republic
(1977)2 CLR 97). Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των μαρτύρων κατηγορίας η κατηγορουμένη μου έκανε αλγεινή εντύπωση. Η μαρτυρία της, επιτηδευμένη και στοχευμένη σε απαλλαγή από οιεσδήποτε ευθύνες, δεν είναι τίποτε άλλο από υστερόβουλο ψευδολόγημα. Όπως θα φανεί στη συνέχεια η μαρτυρία της κατηγορουμένης σφύζει αντιφάσεων και εδράζεται σε σαθρό υπόβαθρο που δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Μόνο δύο από τους μάρτυρες κατηγορίας δεν άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις. Πρόκειται για την Αρετή και το λογιστή του Hilton, Μαρμαρά. Η μαρτυρία του τελευταίου άφησε την εντύπωση ότι στόχος του ήταν η συγκάλυψη δικών του ενεργειών που οδήγησαν στην παραποίηση των τιμολογίων, τεκμήρια 83β μέχρι και δ, και των συμβολαίων, τεκμήρια 85α μέχρι και δ. Από την άλλη, η ευκολία με την οποία επικαλείτο λήθη και αρνείτο συμμετοχή σε ενέργειες που αποκαλύπτονται μέσα από τα τεκμήρια, είναι άλλη μία αρνητική πτυχή της μαρτυρίας του . Η δε Αρετή αν και υιοθέτησε τη λεπτομερέστατη κατάθεσή της δίχως να επικαλεστεί τις επιπτώσεις του χρόνου που διέρρευσε, στη συνέχεια παρουσιάστηκε διστακτική και απρόθυμη, λόγω αμνησίας, να επεκταθεί. Οι δύο λειτουργοί του υπουργείου Βαρναβίδου και Γεωργαλλίδης δέχθηκαν το μένος της κατηγορουμένης. Εξαρχής αναφέρω ότι εκπλήσσει η προχειρότητα και η επιπολαιότητα με την οποία το υπουργείο αντιμετώπισε το πρόγραμμα. Θα ανέμενε κανείς πως υπό τις περιστάσεις - πρώτο πρόγραμμα που αναλήφθηκε μετά την ένταξη της χώρας μας στην Ε.Ε. - οι έλεγχοι δεν θα ήταν απλώς αυστηροί, αλλά καθημερινοί και εξονυχιστικοί. Αναμφίβολο είναι πως στη δοσμένη περίπτωση το υπουργείο πίστεψε πως στο πρόσωπο της κατηγορουμένης βρήκε εκείνον που θα το οδηγούσε στη γη της επαγγελίας, δηλαδή την επιτυχημένη ολοκλήρωση του προγράμματος. Η αναφορά σε προχειρότητα του υπουργείου, δεν επιβαρύνει αποκλειστικά τους Βαρναβίδου και Γεωργαλλίδη. Και οι δύο όφειλαν βεβαίως να είναι πιο προσεκτικοί και να ασκούν αυστηρότατους ελέγχους, εντούτοις η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι και οι ίδιοι ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών του υπουργού και του γενικού διευθυντή. Κατ΄επέκταση, μεγάλο μέρος της ευθύνης επωμίζονται ο πολιτικός και ο διοικητικός προϊστάμενος των εν λόγω λειτουργών. Άλλωστε, εκεί όπου χρειάστηκε τα δύο αυτά πρόσωπα με τόλμη και παρρησία παραδέχθηκαν ότι ο έλεγχος που άσκησαν ήταν ελλιπής ή ότι έδειξαν υπέρμετρη εμπιστοσύνη στις ικανότητες, την εμπειρία και τις διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης. Κρίνω πως οι αιτιάσεις της κατηγορουμένης ότι τα δύο αυτά πρόσωπα προσπάθησαν να μετακυλήσουν δικές τους ευθύνες και ότι οι ισχυρισμοί τους είναι υστερόβουλοι, δεν υποστηρίζονται από το μαρτυρικό υλικό. Τέλος, οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας άφησαν θετικότατες εντυπώσεις. Η εμπλοκή τους στην όλη υπόθεση οφείλεται στη φύση της εργασίας που ασκούσαν κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή. είτε ως εργαζόμενοι στο διαφημιστικό γραφείο της Εκκέσιη, είτε στη συνεργατική, είτε στο Hilton, είτε ακόμη στο γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων και στην αστυνομία. Παραλείπω να επαναλάβω τα μέχρι στιγμής διαπιστωθέντα και σπεύδω να εξετάσω ό,τι κατέστη επίδικο μέσα από τη διαδικασία. Παρότι βολικό είναι τα επίδικα θέματα να εξεταστούν κατά τον ίδιο τρόπο που πιο πάνω αναπτύχθηκαν οι ενότητες, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι η ροή των γεγονότων δημιουργεί ενιαίο σύνολο και κατ΄επέκταση πράξεις και ή παραλείψεις και ή ειπωμένα σε μία περίπτωση, ενδέχεται να επεξηγούν και άλλη. Κατά την ακροαματική διαδικασία έμφαση δόθηκε στο ρόλο της κατηγορουμένης στο επίδικο πρόγραμμα. Όπως έχω ήδη αναφέρει, γεγονός είναι ότι η συμφωνία, τεκμήριο 3, και η πρόταση που προηγήθηκε, τεκμήριο 2β, δεν αναφέρουν το γραφείο Euro-Pro, ενώ για την Κυπριακή Δημοκρατία συμβαλλόμενο μέρος θεωρείται το Υ.Δ.Δ.Τ., ως εκπρόσωπος του εθνικού μηχανισμού. Ο ηγετικός όμως ρόλος της κατηγορουμένης αποκαλύπτεται από αριθμό τεκμηρίων και στοιχείων. Εν πρώτοις, η ίδια υποστήριξε ότι κλήθηκε από τον υπουργό, κο Θεοδώρου, και μετέβη στο υπουργείο όπου της ζητήθηκε να συνδράμει την υποβολή πρότασης. Σύμφωνα με την Τούλα Χαριλάου (ΜΚ10), εκείνη που την προσέγγισε και της ζήτησε να εργαστεί στο Euro-Pro είναι η κατηγορουμένη. Επιπλέον, η ΜΚ10 της αποδίδει συντονιστικό ρόλο στην εκτέλεση του προγράμματος. Πέραν όμως των πιο πάνω, μετά την κατακύρωση του προγράμματος εκείνος ο οποίος καλείται στο υπουργείο είναι η κατηγορουμένη. Στη συνέχεια οι επιταγές που εκδίδονται για την εκτέλεση του προγράμματος ύψους Λ.Κ. 209.335,80, ουδόλως ευκαταφρόνητο ποσό, είναι επ΄ονόματι της κατηγορουμένης. Η δε τελευταία καταθέτει τούτες τις επιταγές σε λογαριασμό που ελέγχεται αποκλειστικά από την ίδια και βρίσκεται στη συνεργατική που η ίδια προεδρεύει. Ο Ηλίας εύγλωττα επεξηγεί το ρόλο της κατηγορουμένης μεταφέροντας συζήτηση που είχε με την Εκκέσιη αναφορικά με το ότι δεν ήτο εις θέση να εκτελεί κατάλληλα τα καθήκοντα του λογιστή καθότι δεν είχε πρόσβαση στο λογαριασμό που τηρείτο στη συνεργατική και ελέγχετο από την κατηγορουμένη. Η οδηγία που έλαβε ήταν να πράττει ότι του ζητεί η κατηγορουμένη. Ακόμη και η καταβολή χρημάτων στη Δέσπω και τον Ηλία γίνεται από την κατηγορουμένη, έστω και αν η τελευταία παραπέμπει στις κυρίες του Euro-Pro. Η ΜΚ10 όμως δηλώνει πως και εκείνην η κατηγορουμένη είναι που την πλήρωσε, όπως και καθετί που αφορούσε το πρόγραμμα. Από την άλλη, η αλληλογραφία της κατηγορουμένης αποκαλύπτει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι την θεωρούσαν, και έτσι παρουσιάζετο, όχι μόνο συντονίστρια του προγράμματος αλλά και γνώστης των όρων της συμφωνίας και της διαδικασίας που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η επιστολή που συνοδεύει την επιταγή, τεκμήριο 92, ημερομηνίας 22.03.05, φέρει την υπογραφή της κατηγορουμένης. Εκεί η κατηγορουμένη ανέφερε ότι η συνεργατική και η ίδια είναι υπεύθυνοι διαχειριστές του προγράμματος. Με το τεκμήριο 36, επιστολή της κατηγορουμένης προς τον υπουργό, ημερομηνίας 23.03.07, επισύρεται η προσοχή του υπουργού στην αυστηρότητα και ακαμπτότητα των όρων του προγράμματος καθώς και στην ικανότητα της ομάδας που ολοκλήρωσε το πρόγραμμα, και αυτό λόγω του ότι η ευρωπαϊκή επιτροπή κατέβαλε ολόκληρο το ποσό με το οποίο είχε κοστολογηθεί το πρόγραμμα. Ανάλογα όμως αναφέρονται και στο τεκμήριο 53, επιστολή της κατηγορουμένης προς την Βαρναβίδου, ημερομηνίας 3.03.
  1. Εκεί αναλύονται συγκεκριμένοι όροι του προγράμματος. Περαιτέρω, επιστολή της κατηγορουμένης προς το γενικό διευθυντή του υπουργείου, κο Τρυφωνίδη, ημερομηνίας 29.11.05, τεκμήριο 21, ενημερώνει τον τελευταίο ότι ετοιμάζεται η τελική έκθεση. Στο ίδιο πλαίσιο την 23.3.06 αποστέλλεται στη Βαρναβίδου ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τεκμήριο 18, που ζητεί να ετοιμαστεί από το υπουργείο επιστολή ως το δείγμα που αποστέλλεται. Εν κατακλείδι, το τεκμήριο 141, επιστολή της κατηγορουμένης προς τον υπουργό, ημερομηνίας 19.7.05, αναφέρει ότι. «Όσον δε αφορά το πρόγραμμα «Women in the Business World - Enhancement of Female Entrepreneurship", που ήδη διαχειρίζεται και υλοποιεί το γραφείο EuroPro, .» .................................. «Όρος απαράβατος που τίθεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς όσους αναλαμβάνουν τέτοιου τύπου προγράμματα είναι όπως κατά την υλοποίηση του προγράμματος τηρούνται με πάσα αυστηρότητα, κατά γράμμα, τα συμφωνηθέντα και υπογεγραμμένα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά όλες τις πτυχές του προγράμματος: προϋπολογισμό, χρονοδιαγράμματα, σύνθεση ομάδας (συντονιστής και εταίροι), κατανομή δραστηριοτήτων, κ.λ.π. Γεγονός που σημαίνει ότι άπαξ και εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μία υποβληθείσα πρόταση, ουδεμία απόκλιση επιτρέπεται από το τι διαλαμβάνεται σε αυτή. Δηλαδή, δεν μπορούν να συμπεριληφθούν νέοι εταίροι, να διαφοροποιηθούν / προστεθούν / αφαιρεθούν ή ανακατανεμηθούν (χρονικά ή μεταξύ εταίρων) δραστηριότητες και κυρίως δεν μπορεί ο προϋπολογισμός να διαφοροποιηθεί ή ανακατανεμηθεί μεταξύ δραστηριοτήτων ή εταίρων.» Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι το πρόσωπο που ήλεγχε το γραφείο Euro-Pro, που ούτως ή άλλως δεν ήτο νομική οντότητα, και το οποίο πρόσωπο, ελάμβανε τις αποφάσεις για τη διαχείριση του προγράμματος, ήταν η κατηγορουμένη. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της κατηγορουμένης με σημείο αναφοράς το τεκμήριο 27, δηλαδή ότι συντονίστρια του προγράμματος ήταν η Βαρναβίδου, λογιστής ο Γεωργαλλίδης, και beneficiary ο Τρυφωνίδης δια το υπουργείο, κρίνονται ανίκανες να ανατρέψουν την όλη εικόνα. Η οικονομική και μόνο διάσταση του θέματος αποκρυσταλλώνει το ρόλο του καθενός. Υπό αυτή τη σκοπιά του μαρτυρικού υλικού φαίνεται ότι όλοι τελούσαν στη σκιά της κατηγορουμένης. Διατείνεται η κατηγορουμένη ότι ουδεμία σχέση είχε με τη συμφωνία, τεκμήριο 3, και ότι μόνο εκ των υστέρων επιχειρήθηκε από τη Βαρναβίδου και το Γεωργαλλίδη η συμμετοχή της σε αυτή. Επαναλαμβάνω ότι στο τεκμήριο 3 συμβαλλόμενο μέρος είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, εντούτοις, το όνομα της κατηγορουμένης αναφέρεται ως ένα εκ των πέντε προσώπων που θα έφεραν σε πέρας το πρόγραμμα. Είναι γεγονός ότι άλλη συμφωνία παράλληλη του τεκμηρίου 3, δηλαδή μεταξύ του υπουργείου και της κατηγορουμένης, δεν υφίσταται. Ο συντονιστικός όμως ρόλος της κατηγορουμένης και η σχέση της με το τεκμήριο 3 δεν αναιρείται. Όταν λοιπόν η κατηγορουμένη λάμβανε τα χρήματα από το υπουργείο τούτο εγίνετο για συγκεκριμένο σκοπό. Αυτός δεν είναι άλλος από εξόφληση όλων των υποχρεώσεων της σύμβασης, τεκμήριο
  2. Η κοινή λογική δεν επιτρέπει άλλη εξήγηση του γεγονότος ότι το υπουργείο έδωσε στην κατηγορουμένη, τμηματικά και μετά από υποβολή λογαριασμών, ενδιάμεσων και τελικών (τεκμήρια 45 και 56), και αποκόπτοντας διάφορα ποσά που έκρινε ότι δεν αιτιολογούνταν (τεκμήριο 54 και 63), το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 209.335,
  3. Αν λοιπόν η κατηγορουμένη, ως συντονίστρια ή οικονομική διαχειρίστρια ή υπεύθυνη για την υλοποίηση του επίδικου προγράμματος, δεν είχε σχέση με τη συμφωνία, τεκμήριο 3, που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία, πώς και γιατί έλαβε το πιο πάνω ποσό. Επιπλέον, γιατί αποδέχθηκε τις αποκοπές του Γεωργαλλίδη, γιατί υπέβαλε λογαριασμούς, γιατί πλήρωσε τους εταίρους του προγράμματος, και τέλος, γιατί κάθε τόσο επικαλείτο τους όρους της συμφωνίας. Ισχυρίζεται ότι μοναδικός όρος που της έθεσε το υπουργείο ήταν η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος εντός των χρονοδιαγραμμάτων και εντός του προϋπολογισμού. Έχω τη γνώμη ότι αυτή και μόνο η θέση αποκαλύπτει πως εμμέσως, πλην σαφώς, η συμφωνία τεκμήριο 3 και οι όροι τούτης, ήταν το βάθρο στο οποίο κτίστηκε ο συντονιστικός ρόλος της κατηγορουμένης, εφόσον σε αυτήν είναι που προβλέποντο οι δράσεις και ο χρόνος τούτων, όπως και ο προϋπολογισμός τους. Όπως εύστοχα υποστηρίζεται από την κατηγορούσα αρχή, πλείστες τόσες επιστολές της κατηγορουμένης προς το υπουργείο επικαλούνται τους όρους της συμφωνίας και διαβεβαιώνουν ότι τηρούνται πιστά. Το τεκμήριο 92 που πιο πάνω αναφέρεται - επιστολή της κατηγορουμένης που συνοδεύει επιταγή, επικαλείται, έστω εμμέσως, τους όρους της συμφωνίας. Στην εν λόγω επιστολή η κατηγορουμένη ανέφερε ότι το εκεί αναφερόμενο ποσό της δόθηκε από το υπουργείο ως μέρος της αποζημίωσης των εταίρων του προγράμματος. Το ερώτημα που γεννάται από αυτή την αναφορά έχει ως ακολούθως. ποιο έγγραφο προνοεί τούτη την αποζημίωση και πώς η κατηγορουμένη δεσμεύεται από αυτό. Η απάντηση είναι απλή, δεν υπήρχε ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ υπουργείου και κατηγορουμένης καθότι η συμφωνία του υπουργείου με την ευρωπαϊκή επιτροπή, ήτο λεπτομερέστατη και κάλυπτε κάθε έκφανση του προγράμματος, δράσεις και οικονομικό σκέλος, είχε ετοιμαστεί από την κατηγορουμένη και την ομάδα της, ήταν δηλαδή σε γνώση όλων των εμπλεκομένων, και έτσι οι όροι αυτής της συμφωνίας ήταν οι ράγες στις οποίες κύλησε το τρένο της συνεργασίας μεταξύ κατηγορουμένης και υπουργείου. Ανάλογα όμως συμπεράσματα εξάγονται και από τα τεκμήρια 36, 55 και 141, πιο πάνω, όπου η κατηγορουμένη υπερτονίζει την αυστηρότητα των όρων του προγράμματος και επαναλαμβάνει ότι η υλοποίηση του προγράμματος διενεργείται τηρουμένων όλων των όρων (βλ. τεκμήριο 55). Κατ΄επέκταση, η δέσμευση που ανέλαβε έναντι του υπουργείου, και γι΄αυτό το λόγο έλαβε το ποσό των Λ.Κ. 209.335,80, δεν περιορίζετο σε επιτυχημένη ολοκλήρωση των δράσεων εντός των χρονοδιαγραμμάτων και του προϋπολογισμού. Η υποχρέωση που ανέλαβε ήταν η συμμόρφωση με τους όρους της συμφωνίας που η ίδια ετοίμασε, τεκμήριο 3, και γι΄αυτό ακριβώς το λόγο με κάθε ευκαιρία διαβεβαίωνε πώς τούτοι οι όροι, παρότι αυστηροί, τηρούνται πιστά. Για ό,τι αφορά τη Δέσπω και τον Ηλία η κατηγορουμένη διατείνεται ότι από τις αρχές του έτους 2005 το υπουργείο γνώριζε ότι στο πρόγραμμα εργάζονταν και άλλα πρόσωπα, ότι η Δέσπω και ο Ηλίας γνώριζαν ότι η αμοιβή τους εξαρτάτο από τις ώρες που θα εργάζοντο, και ότι δεν εργάστηκαν τις ώρες που αναφέρονται στο πρόγραμμα. Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ως γεγονός ότι το υπουργείο ανέλαβε και άλλο πρόγραμμα πέραν του επίδικου. Η συμφωνία του δεύτερου προγράμματος είναι το τεκμήριο
  4. Όπως εκεί αναφέρεται σε αυτό το πρόγραμμα συμμετείχαν όλοι οι συμμετέχοντες στο πρώτο πρόγραμμα - κατηγορουμένη, Εκκέσιη, Χαριλάου, Δέσπω και Ηλίας - πλέον οι κοπέλες Αρετή και Κάλλια. Και σε αυτή την περίπτωση δηλώθηκε ότι οι πρώτοι πέντε θα εργάζοντο υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Περαιτέρω, όπως αποκαλύπτεται από το τεκμήριο 131, η συμφωνία αποστάληκε στο υπουργείο υπογραμμένη από την ευρωπαϊκή επιτροπή την 26.8.05, ενώ η ημερομηνία έναρξης του 2ου προγράμματος ήτο η 1.10.
  5. Έχοντας αυτά τα στοιχεία υπόψιν μου παρατηρώ ότι καμία επιστολή της κατηγορουμένης προς το υπουργείο ή οιονδήποτε άλλο, κάνει αναφορά σε προφορική συνεννόηση, ως η κατηγορουμένη υποστηρίζει, μεταξύ της ιδίας και των προσώπων του υπουργείου, δηλαδή ότι χρησιμοποιούντο και άλλα πρόσωπα. Όπως αναφέρεται στο τεκμήριο 8α το υπουργείο πληροφορήθηκε τη συμμετοχή των άλλων προσώπων στο πρόγραμμα just today. Το τεκμήριο 8α, απαντητική επιστολή του γενικού διευθυντή του υπουργείου προς τον υπεύθυνο του οικονομικού τμήματος της ευρωπαϊκής επιτροπής είναι ημερομηνίας 20.7.
  6. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι η θέση της κατηγορουμένης είναι πως η εν λόγω επιστολή, τεκμήριο 8α, είναι κατασκευασμένη. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι το υπουργείο δεσμευμένο από προηγούμενες αναληθείς αναφορές του προς την ευρωπαϊκή επιτροπή ότι οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα ήταν πέντε, έτσι και σε αυτή την επιστολή συνέχισε στην ίδια γραμμή πλεύσης. Η σημασία εντούτοις του τεκμηρίου 8α έγκειται στο ότι προτού αποσταλεί στην ευρωπαϊκή επιτροπή το περιεχόμενο του αποτέλεσε αντικείμενο διαβούλευσης με την κατηγορουμένη. Τα τεκμήρια 37 και 39 είναι δύο πρόχειρα δείγματα που ετοιμάστηκαν από το υπουργείο και απεστάλησαν στην κατηγορουμένη ώστε να τα σχολιάσει. Η ημερομηνία τούτων των τεκμηρίων είναι 16 και 17 Ιουλίου, 2007, αντίστοιχα. Το δε τεκμήριο 38 είναι επιστολή της κατηγορουμένης που σχολιάζει το τεκμήριο
  7. Απορίας άξιον είναι ότι μέχρι και την 17.7.2007, επιστολή τεκμήριο 38, η κατηγορουμένη πουθενά δεν επικαλείται, ή έστω αφήνει να νοηθεί, ότι την εκτέλεση του προγράμματος συνδράμουν και άλλα πρόσωπα. Πληθώρα ερωτημάτων γεννάται και από αυτήν την επιστολή της κατηγορουμένης, ημερομηνίας 19.7.07, τεκμήριο
  8. Σε αυτή την επιστολή η κατηγορουμένη ονομάτισε τρία επιπλέον πρόσωπα (Κάλλια, Αρετή και κατηγορούμενο 2) ως συμμετέχοντα στο πρόγραμμα και πρόσθεσε ότι. «Στην απουσία οποιωνδήποτε γραπτών ή προφορικών οδηγιών ή οποιουδήποτε συμβολαίου και αφού διεφάνη ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατη η διεκπεραίωση όλων των δράσεων εντός των στενών χρονικών πλαισίων του προγράμματος από μόνον ένα λογιστή και μία μόνο γραμματέα κρίναμε ότι προείχε η άψογη διεκπεραίωση του προγράμματος και γι΄αυτό αποφασίσαμε να αναθέσουμε τα καθήκοντα του λογιστή σε ένα ακόμη άτομο και τα καθήκοντα της γραμματέας σε άλλα δύο χωρίς να επηρεάσουμε τα προϋπολογισμένα ποσά για τα καθήκοντα αυτά.» Έχει σημασία να τονιστεί ότι η επιστολή αυτή, τεκμήριο 11, αποστέλλεται από την κατηγορουμένη στο υπουργείο μετά τα αποτελέσματα του οικονομικού ελέγχου, τεκμήριο 7β και μετά που εξαναγκάστηκε, ως υποστηρίζει, από το υπουργείο, να χορηγήσει τα δυο τιμολόγια, τεκμήριο
  9. Αναφέρω τούτο εφόσον αν η θέση της κατηγορουμένης ότι είχε συνεννοηθεί με τη Βαρναβίδου και το Γεωργαλλίδη για τη συμμετοχή και άλλων προσώπων ανταποκρίνετο στην αλήθεια, αυτό το χρονικό σημείο, 19.7.07, κομβικό κατά τα άλλα, θα ήτο η καλύτερη στιγμή να το αναφέρει. Θα ανέμενε κανείς ότι το πιο πάνω απόσπασμα του τεκμηρίου 11 δεν θα είχε ύφος αιτιολόγησης του λόγου που χρησιμοποιήθηκαν τα άλλα πρόσωπα, αλλά υπενθύμισης των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Αντ΄αυτού, η κατηγορουμένη επικαλείται «απουσία οποιωνδήποτε γραπτών ή προφορικών οδηγιών». Η συγκεκριμένη φρασεολογία δεν επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών. Μοναδικό συμπέρασμα που εξάγεται από το περιεχόμενο της επιστολής είναι πως ποτέ προηγουμένως συζητήθηκε συμμετοχή και άλλων προσώπων στο πρόγραμμα και γι΄αυτό στο τεκμήριο 11 η κατηγορουμένη ένιωσε την ανάγκη να επεξηγήσει τους λόγους που την ώθησαν σε τέτοια απόφαση. Αξίζει να επαναληφθεί ότι το τεκμήριο 11 δεν προορίζετο για την ευρωπαϊκή επιτροπή. Κατ΄επέκταση, ακόμη και επί τη υποθέσει ότι το τεκμήριο 8α είναι κατασκευασμένο και εμπεριέχει αναλήθειες, στο πλαίσιο του τεκμηρίου 11 και υπό τις περιβάλλουσες τούτου περιστάσεις, η λογική επιβάλλει ότι αν η θέση της κατηγορουμένης ήταν αλήθεια θα εκφράζετο με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές παραπέμποντας στην προφορική συμφωνία που είχε με τους λειτουργούς του υπουργείου. Αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης πως τα πρόσωπα του υπουργείου γνώριζαν τη συμμετοχή των επιπλέον προσώπων που χρησιμοποιήθηκαν στο πρόγραμμα, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 11 κρίνεται όμως ασυμβίβαστο και με άλλες παραμέτρους του ισχυρισμού της κατηγορουμένης. Η τελευταία υποστήριξε ενόρκως ότι ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν τα άλλα τρία πρόσωπα ήταν η ανάληψη του δεύτερου προγράμματος. Δεν μπορεί να μην σημειωθεί ότι τούτο το στοιχείο δεν αναφέρεται ρητά στην επιστολή τεκμήριο
  10. Αφετέρου, το επίδικο πρόγραμμα ολοκληρώθηκε το Μάρτιο του 2006 με την αποστολή του final report, τεκμήριο 6γ. Το δεύτερο πρόγραμμα υπογράφηκε τον Αύγουστο του 2005 και τέθηκε σε εφαρμογή την 1.10.
  11. Υπό αυτή την έννοια, και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η σύνταξη της πρότασης του δεύτερου προγράμματος φυσιολογικά προηγήθηκε του Αυγούστου του 2005, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ γιατί η συμμετοχή της Αρετής και της Κάλλιας κρίθηκε αναγκαία από τις αρχές του 2005, ως η κατηγορουμένη άφησε να νοηθεί. Αποτελεί κοινό τόπο ότι οι εν λόγω κοπέλες χρησιμοποιήθηκαν για εργασία άλλη από δακτυλογράφηση της πρότασης ή του προγράμματος, κατ΄επέκταση, εφόσον οι δράσεις του δεύτερου προγράμματος έπονται του Οκτώβρη του 2005, δεν κατανοώ γιατί χρησιμοποιήθηκαν από τις αρχές του
  12. Τέλος, ανεξήγητος και μετέωρος είναι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η Αρετή και η Κάλλια εργάστηκαν περισσότερο από τη Δέσπω και γι΄αυτό έλαβαν περισσότερα χρήματα. Οι πιο πάνω ημερομηνίες αναφορικά με τα δυο προγράμματα και η εργασία που εκτελούσαν Κάλλια και Αρετή, δεν επιτρέπει συμμετοχή τους πριν το Οκτώβριο του 2005 και για διάστημα πέντε μόλις μηνών, δηλαδή μέχρι Μάρτιο 2006 όταν υποβλήθηκε το Final Report, τεκμήριο 6γ. Εντούτοις, Κάλλια και Αρετή λαμβάνουν το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 9.120 για εργασία πέντε μηνών, ενώ η Δέσπω για δεκαπέντε μήνες εργασία, έστω και αν τους τελευταίους πέντε μήνες η εργασία της ήταν μειωμένη, σύμφωνα με την κατηγορουμένη, έλαβε το ποσό των Λ.Κ. 3.
  13. Οι αριθμοί και μόνο αποκαλύπτουν την υστεροβουλία πίσω από τις σχετικές θέσεις και ενέργειες της κατηγορουμένης. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο μεταγενέστερος του τεκμηρίου 11 ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η Αρετή και η Κάλλια χρησιμοποιήθηκαν στο δεύτερο πρόγραμμα είναι ψευδής και για ένα επιπλέον λόγο. Όλοι, σχεδόν, οι εμπλεκόμενοι στο επίδικο πρόγραμμα, πλέον η Αρετή και η Κάλλια, θέλουν τις δύο αυτές κοπέλες να συμμετέχουν στο πρώτο και επίδικο πρόγραμμα, και μάλιστα από την πρώτη στιγμή. Όπως και οι ίδιες ανέφεραν, περί το τέλος του 2004 ενημερώθηκαν από την κατηγορουμένη ότι ανέλαβε τούτο το πρόγραμμα και ότι θα την βοηθούσαν. Αποκαλύπτεται συνεπώς ότι η Αρετή και η Κάλλια είναι στο πρώτο πρόγραμμα που εργάστηκαν και μάλιστα από την πρώτη στιγμή. Τέλος, όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας αρνούνται ή αγνοούν συμμετοχή του κατηγορουμένου 2 στο επίδικο πρόγραμμα. Όπως δε επεξηγείται από τους Ηλία και Γεωργαλλίδη, οι λογαριασμοί του προγράμματος ετοιμάζοντο από τον πρώτο, κατόπιν οδηγιών της κατηγορουμένης, και αφότου ελέγχοντο από την κατηγορουμένη παραδίδοντο στον τελευταίο. Με ποιο λοιπόν τρόπο συμμετείχε ο κατηγορούμενος 2 στο πρόγραμμα. Δεν παραγνωρίζω εδώ ότι στην κατάθεσή του ο Ηλίας ανέφερε πως η κατηγορουμένη του είπε ότι την βοηθούσε ο κατηγορούμενος
  14. Με βάση όλα τα πιο πάνω εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι στα συνέδρια καθώς και στο γραφείο της Εκκέσιης, όπου στεγάζετο το Euro-Pro, ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε συμμετοχή, εξ΄ου και κανείς από τους υπόλοιπους συνεργάστηκε μαζί του. Δυνάμει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι καμία προφορική ή άλλη συνεννόηση υπήρχε μεταξύ κατηγορουμένης και οιουδήποτε στο υπουργείο αναφορικά με συμμετοχή στο πρόγραμμα προσώπων που δεν κατονομάζονται στο τεκμήριο 3, εφόσον ουδείς στο υπουργείο γνώριζε κάτι τέτοιο. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων υποδεικνύω ότι η επιστολή της κατηγορουμένης προς τον τότε υπουργό, τεκμήριο 141, καθιστά σαφές ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στο πρόγραμμα, και κυρίως η κατηγορουμένη, γνώριζαν πως οιαδήποτε απόκλιση από τους όρους της συμφωνίας, τεκμήριο 3, ήτο ανεπίτρεπτη. Στο ίδιο μήκος κύματος και η επιστολή της κατηγορουμένης προς το γενικό διευθυντή του υπουργείου, ημερομηνίας 19.7.05, τεκμήριο
  15. Σε αυτό μάλιστα, τεκμήριο 55, διαβεβαιώνει ότι τηρούνται όλοι οι όροι της συμφωνίας και πως μικρής έκτασης διαφοροποίηση εν σχέσει με συγκεκριμένη δράση εμπίπτει στα επιτρεπτά πλαίσια της συμφωνίας. Από τα πιο πάνω εγείρεται η εξής ένσταση. γιατί στο τεκμήριο 55 η κατηγορουμένη ένιωθε την ανάγκη να ενημερώσει για περιορισμένη αλλά συμβατή με τα συμφωνηθέντα απόκλιση και να τονίσει πως τηρούνται οι όροι του προγράμματος, αλλά να μην κάνει καμία αναφορά σε συμμετοχή επιπλέον προσώπων. Ανάλογα ερωτήματα αναφύονται και από το ηλεκτρονικό μήνυμα της κατηγορουμένης προς το υπουργείο το Μάιο του 2007, τεκμήριο 28, όπου αναφέρει ότι «όλη η εργασία διεκπεραιώθηκε από την ομάδα που αναγράφεται στο συμβόλαιο». Εν ολίγοις, γιατί η συμμετοχή των άλλων προσώπων κρατήθηκε μακριά από τις ουκ ολίγες επιστολές που απεστάλησαν από την κατηγορουμένη στο υπουργείο, γιατί σε αυτές τις επιστολές διαβεβαίωνε ακριβώς το αντίθετο, και γιατί η πληροφόρηση για τη συμμετοχή τούτων των προσώπων σε γραπτή μορφή εμφανίστηκε μόλις την 19.7.07 στο τεκμήριο
  16. Όλα τα πιο πάνω εναργώς αποκαλύπτουν ότι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης πως ήταν σε γνώση του υπουργείου η συμμετοχή των άλλων προσώπων είναι υστερόβουλος και επίπλαστος. Έχοντας διαπιστώσει ότι καμία άδεια ή συγκατάθεση έδωσε το υπουργείο για συμμετοχή άλλων προσώπων στο πρόγραμμα, πρόσφορο είναι να σχολιαστεί εδώ και ό,τι σχετικό του τεκμηρίου 60, δηλαδή τα δύο τιμολόγια του γραφείου Euro-Pro που αφορούν την αποζημίωση των συμμετεχόντων στο επίδικο πρόγραμμα. Η κατηγορουμένη υποστήριξε ότι τούτα τα τιμολόγια κατασκευάστηκαν κατόπιν απαίτησης του Γεωργαλλίδη και μετά από πίεση που της άσκησε το υπουργείο. Παρέπεμψε και στα τεκμήρια 134 και 135 ώστε να υποστηρίξει ότι τούτα τα τιμολόγια απεστάλησαν στο υπουργείο το Σεπτέμβριο του
  17. Επί του προκειμένου αντίθετη είναι η θέση του Γεωργαλλίδη ο οποίος απορρίπτει τον ισχυρισμό για πίεση, και υποστηρίζει ότι τα δύο τιμολόγια του προσκομίστηκαν κατά τον τελικό έλεγχο, δηλαδή τον Ιανουάριο του
  18. Πριν οτιδήποτε άλλο σημειώνω πως τα δύο τιμολόγια φέρουν σφραγίδα του υπουργείου η οποία παραπέμπει στις 12 Σεπτεμβρίου
  19. Τα δε τεκμήρια 134 και 135, αντικείμενο τηλεομοιοτυπικής επικοινωνίας, επίσης παραπέμπουν στο Σεπτέμβριο του
  20. Παρότι οι σφραγίδες στα εν λόγω τεκμήρια, τεκμήρια 60, 134 και 135, παραπέμπουν στο Σεπτέμβριο του 2006, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τη θέση της κατηγορουμένης. Η δυσκολία έγκειται στο ότι το Σεπτέμβριο του 2006 κανένας λόγος πίεσης υφίστατο. Η τελευταία επιταγή που κατέβαλε το υπουργείο προς την κατηγορουμένη για το επίδικο πρόγραμμα, είναι ημερομηνίας 14.02.
  21. Δηλαδή πολύ πριν την ημερομηνία που αναγράφουν τα εν λόγω τεκμήρια. Από την άλλη, η πρώτη ενημέρωση του υπουργείου από την ευρωπαϊκή επιτροπή για τον επικείμενο οικονομικό έλεγχο, παραπέμπει στο τεκμήριο 25, επιστολή ημερομηνίας 21.03.
  22. Από αυτές τις ημερομηνίες συμπεραίνει κανείς ότι το μεσοδιάστημα, δηλαδή μεταξύ Φεβρουαρίου 2006 και Μαρτίου 2007, κανένας λόγος πίεσης υφίστατο καθότι το πρόγραμμα θεωρείτο ότι είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία εφ΄όλης της ύλης. Από την άλλη, τον Ιανουάριο του 2006 η κατηγορουμένη υπέβαλε στο υπουργείο τελικούς λογαριασμούς (τεκμήριο 58). Η πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 58 φανερώνει και την ημερομηνία που τούτοι οι λογαριασμοί απεστάλησαν στο Γεωργαλλίδη από τον Ηλία. Τούτη η ημερομηνία είναι η 17.01.
  23. Η παραπομπή της υπεράσπισης στο τεκμήριο 23, ηλεκτρονικό μήνυμα του οικονομικού κλιμακίου της ευρωπαϊκής επιτροπής, ημερομηνίας 1.06.06, δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω γεγονότα. Όπως επεξηγήθηκε από τη Βαρναβίδου, με το τεκμήριο 23 η ευρωπαϊκή επιτροπή ζητούσε υπογραφή ενός εγγράφου που προβλεπόταν στη συμφωνία, τεκμήριο 3, και το οποίο απέστελλε εκ νέου δίκην δείγματος. Το έγγραφο αυτό υπεγράφη από τη Βαρναβίδου (βλ. τεκμήριο 24, ημερομηνίας 8.09.06). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η θέση του Γεωργαλλίδη για το χρόνο παραλαβής του τεκμηρίου 60, δηλαδή ότι το παρέλαβε περί τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2006, ότι το κράτησε κοντά του και το καταχώρισε σε μεταγενέστερη ημερομηνία, και τέλος, ότι δεν άσκησε οποιαδήποτε πίεση στην κατηγορουμένη, επιβεβαιώνεται από τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Λογική και πειστική είναι η θέση του Γεωργαλλίδη ότι αν και διατηρούσε επιφυλάξεις ότι δεν τηρούντο πίνακες ωρών εργασίας (time sheets), και παρότι επανειλημμένα ζήτησε, εφόσον η κατηγορουμένη τον διαβεβαίωσε ότι θα του προσκόμιζε ανάλογες αποδείξεις, δεν άσκησε αυστηρό έλεγχο και επαναπαύθηκε από διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης. Στη συνέχεια, στο στάδιο των τελικών λογαριασμών η κατηγορουμένη του προσκόμισε το τεκμήριο 60 το οποίο κράτησε κοντά του και το καταχώρισε το Σεπτέμβριο του
  24. Αυτή η θέση του Γεωργαλλίδη επιβεβαιώνεται, εμμέσως, από το μαρτυρικό υλικό, δηλαδή τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης ότι ακολουθούσε κατά γράμμα τους όρους του προγράμματος, και το ότι το Σεπτέμβριο του 2006 κανένας λόγος πίεσης υφίστατο. Εξωπραγματική και συν τω χρόνω αναληθής είναι η θέση της κατηγορουμένης ότι τα χρήματα που λάμβανε της δίδοντο μετά από ολοκλήρωση κάθε δράσης και αφότου το υπουργείο ήλεγχε τα διάφορα τιμολόγια και τις αποδείξεις που του προσκόμιζε. Μπορεί να λεχθεί εδώ ότι η αξιόπιστη μαρτυρία του Γεωργαλλίδη αποκαλύπτει πως δεν ήταν τούτος ο τρόπος πληρωμής. Πέραν τούτου όμως, τα παραδεκτά γεγονότα σε συνδυασμό με το τεκμήριο 6γ αποκαλύπτουν ακριβώς το αντίθετο. Τα παραδεκτά γεγονότα παραπέμπουν σε έκδοση τεσσάρων επιταγών (βλ. τεκμήρια 4α μέχρι 4δ). Μάλιστα ο τρόπος έκδοσης τούτων συναρτάται με τους όρους της συμφωνίας τεκμήριο 3, εξ΄ου και μόνο οι δύο τελευταίες επιταγές αφορούσαν αποζημίωση προσώπων που εργάστηκαν στο πρόγραμμα. Τούτες είναι. η πρώτη (τεκμήριο 4γ) για 9/15, και η δεύτερη (τεκμήριο 4δ) για 6/
  25. Από την άλλη, το τεκμήριο 6γ στη σελ. 9, κάτω από τον τίτλο Activities and Results, και μέχρι τη σελ. 18, φανερώνει πλείστες τόσες δράσεις του προγράμματος. Δεν κρίνω σκόπιμο να μεταφέρω το σύνολο τούτων σε αυτή την απόφαση, σημειώνω όμως ότι τα τέσσερα συνέδρια που διεξήχθησαν στο Hilton δεν ολοκληρώνουν την εικόνα των δράσεων. Ανάλογα συνέδρια έλαβαν χώρα και εκτός Κύπρου και συγκεκριμένα στην Πολωνία, στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Τούτα τα συνέδρια φαίνονται στη 13η σελίδα (από το τέλος και ως αριθμήθηκε από το Δικαστήριο) του τεκμηρίου 6γ, η οποία τιτλοφορείται «Detailed Statement of the Costs (European VP/2003/032)». Από εκεί φαίνεται ότι τα συνέδρια εξωτερικού έλαβαν χώρα μεταξύ 28.05.05 και 06.06.05 και στοίχισαν αρκετά χρήματα. Περαιτέρω, δοθέντος ότι το σύνολο των αποδείξεων που εξοφλά τα τιμολόγια του Hilton (βλ. τεκμήρια 59α μέχρι ε) φέρουν ημερομηνία 01.03.05, 31.05.05, 01.06.05 και 09.12.05, δεν κατανοώ πώς ταυτίζονται με τις τέσσερις επιταγές που έλαβε η κατηγορουμένη (βλ. τεκμήρια 4α μέχρι δ), των οποίων η ημερομηνία που αναγράφεται είναι 12.11.04, 21.03.05, 09.08.05 και 14.02.
  26. Τα πιο πάνω αποτελούν απτή απόδειξη ότι η οικονομική διαχείριση του προγράμματος εγίνετο από την κατηγορουμένη, διενεργείτο με βάση τους όρους του τεκμηρίου 3, και στη βάση των ενδιάμεσων και τελικών λογαριασμών που παρουσίαζε στο Γεωργαλλίδη (τεκμήρια 45 και 56 αντίστοιχα), και βεβαίως η εξόφληση του προγράμματος έγινε με τις τέσσερις επιταγές, τεκμήρια 4α έως δ, η έκδοση των οποίων δεν συναρτάται με την ολοκλήρωση κάθε δράσης, όπως η κατηγορουμένη υποστήριξε. Αναφέροντας το Final Report, τεκμήριο 6γ, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται πως τα ποσά που εκεί αναφέρονται, και συγκεκριμένα η αποζημίωση του Ηλία και της Δέσπως (βλ. σελίδες 1 και 6 από το τέλος), ως επίσης η απαίτηση του Hilton (βλ. σελίδες 11 και 12 από το τέλος), συμπληρώθηκαν από τον Ηλία και τη Δέσπω με οδηγίες της κατηγορουμένης. Αυτό άλλωστε ανέφερε και η ίδια στην ένορκη μαρτυρία της. Εντελώς ανυπόστατος και έξω από κάθε λογική είναι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης πως ο λόγος δια τον οποίο έδωσε οδηγίες όπως το τεκμήριο 6γ συμπληρωθεί ώστε η Δέσπω και ο Ηλίας να φαίνεται ότι έλαβαν το σύνολο του ποσού που αναφέρεται στο πρόγραμμα, και ότι το Hilton έλαβε ποσό πέραν εκείνου που στην πραγματικότητα οφείλετο, είναι επειδή αυτό επέβαλλε το σύστημα του προγράμματος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ομολογουμένως έκπληξη προκαλεί η ευκολία με την οποία η κατηγορουμένη αιτιολογεί κάθε ενέργεια της. Σε τούτη τη θέση της κατηγορουμένης απαντά η λογική και απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό. Ο σκοπός και μόνο υποβολής των λογαριασμών, ενδιάμεσων και τελικών, ήταν για να ελέγχεται ότι τα έξοδα ακολουθούσαν τους όρους της συμφωνίας, τεκμήριο 3, και ότι δεν υπερέβαιναν το προκαθορισμένο ποσό. Η αναφορά σε προκαθορισμένο ποσό δεν σημαίνει τίποτα άλλο από μέγιστο ποσό που δυνατόν να λαβάνετο. Αν δηλαδή για τον οποιοδήποτε λόγο συγκεκριμένο ποσό δεν εγκρίνετο, είναι αντιληπτό ότι το πρόσωπο που είχε να λαμβάνει από τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα θα λάμβανε ποσό μικρότερο του μέγιστου. Αυτό άλλωστε έγινε και στην περίπτωση των τεκμηρίων 54 και 63 όπου το υπουργείο απέκοψε ποσά που έκρινε ότι δεν δικαιολογούνταν από τη συμφωνία τεκμήριο
  27. Κατά λογική προέκταση ανάλογη, εφ΄όλης όμως της ύλης, είναι και η χρησιμότητα του τεκμηρίου 6γ. Ως εκ των πιο πάνω ευτελής κρίνεται η επεξήγηση της κατηγορουμένης ότι το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή δεν επέτρεπε άλλη αντιμετώπιση. Καταλήγω συνεπώς ότι οι καταχωρήσεις στο Final Report, τεκμήριο 6γ, έγιναν από την κατηγορουμένη συνειδητά και έχοντας πάντα υπόψη της ότι τούτες οι καταχωρήσεις δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Περαιτέρω, ως ορθή και αληθή δέχομαι τη θέση της Δέσπως και του Ηλία ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν πως θα αποζημιώνονταν για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα. Η αντίθετη θέση της υπεράσπισης προωθήθηκε επί τω ότι τα δύο αυτά πρόσωπα πληρώθηκαν σύμφωνα με τις ώρες που εργάστηκαν, όρο τον οποίο γνώριζαν από την πρώτη στιγμή, και γι΄αυτό άλλωστε δεν διεκδίκησαν το υπόλοιπο ποσό. Διατείνεται η κατηγορουμένη ότι μόνο εκείνη γνωρίζει πόσες ώρες εργάστηκε ο καθένας και γι΄αυτό ο κατηγορούμενος 2 και η Αρετή και η Κάλλια έλαβαν μεγαλύτερο ποσό από τον Ηλία και τη Δέσπω αντίστοιχα. Το πρώτο που παρατηρείται σε αυτή την αναφορά είναι ότι την ίδια στιγμή που η κατηγορουμένη εξομοιώνει το ρόλο της στο πρόγραμμα με εκείνο των Εκκέσιη και Χαριλάου (ΜΚ10), σε αυτό τον ισχυρισμό παρουσιάζεται ως υπεύθυνη και γνώστης της φύσης και του χρόνου εργασίας των αναφερομένων προσώπων, θέση ασυμβίβαστη με τον ισχυρισμό ότι δεν είχε συντονιστικό ρόλο. Περαιτέρω, πώς αυτή η αναφορά συνάδει με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8β, ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στον υπεύθυνο του οικονομικού τμήματος της ευρωπαϊκής επιτροπής την 12.12.06, όπου με λεπτομέρεια αναφέρει τα καθήκοντα και τις ώρες που εργάστηκαν οι πέντε συμμετέχοντες, χωρίς καμία αναφορά στα άλλα τρία πρόσωπα (βλ. σελ. 3 έως 10 τεκμηρίου 8β). Επιπλέον, γιατί όταν καταβάλλει τούτα τα ποσά στη Δέσπω και στον Ηλία αφήνει να νοηθεί ότι πρόκειται για φιλοδώρημα από τις κυρίες του Euro-Pro και όχι αρμόζουσα αποζημίωση σύμφωνα με την εργασία που πρόσφεραν. Τέλος, έχω ήδη επεξηγήσει ότι οι ημερομηνίες έναρξης πρώτου και δεύτερου προγράμματος δεν δικαιολογούν τις εξηγήσεις που έδωσε η κατηγορουμένη ως προς το λόγο που η Κάλλια και η Αρετή πληρώθηκαν περισσότερα από τη Δέσπω. Ανάλογα ισχύουν και για τον κατηγορούμενο 2 του οποίου τη συμμετοχή στο πρόγραμμα ουδείς γνωρίζει. Με βάση όλα τα πιο πάνω, μοναδική εξήγηση που προκύπτει είναι ότι ουδέποτε αυτά τα πρόσωπα, Δέσπω και Ηλίας, πληροφορήθηκαν ότι θα αποζημιώνονταν για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα. Πηγή γνώσης τούτων ήταν τα τεκμήρια 2β και 3 όπου κατά τη συμπλήρωση τους, δυνάμει οδηγιών πάντα από την κατηγορουμένη, με έκπληξη διαπίστωσαν ότι έκαστος θα λάμβανε ποσό πέραν των €20.
  28. Άλλωστε, ούτε η ΜΚ10, Τούλα Χαριλάου, γνώριζε ποιοι και πόσα θα πληρώνονταν για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα. Αυτά, όπως ανέφερε, ελέγχοντο από την κατηγορουμένη. Ούτε η Αρετή και η Κάλλια γνώριζαν ότι θα λάμβαναν οιοδήποτε ποσό. Ξεκάθαρη θέση και των δύο ήταν ότι πέραν της συμμετοχής τους στο πρόγραμμα ουδέποτε ενημερώθηκαν για οιανδήποτε αποζημίωση. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι και η θέση της λειτουργού του γραφείου κοινωνικών ασφαλίσεων (ΜΚ5) ότι η κατηγορουμένη παρουσιάστηκε πρόθυμη να καταβάλει τις κοινωνικές ασφαλίσεις που οφείλονταν για τις δύο κοπέλες, παραδέχθηκε όμως ότι δεν έλαβαν το ποσό που αναφέρεται στις αποδείξεις τεκμήρια 100 και 105 αντίστοιχα. Όλα αυτά μάλιστα το Σεπτέμβριο του 2007, και ενώ το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε το Μάρτιο του 2006 και η τελευταία πληρωμή, όχι απλώς για τους μισθούς των συμμετεχόντων αλλά για το σύνολο του προγράμματος, καταβλήθηκε στην κατηγορουμένη την 14.2.06 (βλ. παραδεκτά γεγονότα, έγγραφο Α, τεκμήριο 4δ). Ευτελής και ανίκανη να διαφοροποιήσει τα πιο πάνω συμπεράσματα κρίνεται η θέση της κατηγορουμένης ότι οι δύο κοπέλες, Αρετή και Κάλλια, δεν πληρώθηκαν γιατί ενδέχετο να αντιμετωπίσουν πρόβλημα με επιδόματα που λάμβαναν, και φοβούντο ότι δυνατό να απωλέσουν. Είναι γεγονός ότι και οι δύο κοπέλες λάμβαναν, κατά τον επίδικο χρόνο, επιδόματα. Αν αυτός όμως ήταν ο πραγματικός λόγος, εξαρχής δεν θα υπέγραφαν τις αποδείξεις τεκμήρια 100 και
  29. Περαιτέρω, μετά την υπογραφή των αποδείξεων, και όταν πλέον κλήθηκαν στο γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων, δεν θα ζητούσαν από τη λειτουργό των κοινωνικών ασφαλίσεων να μεθοδεύσει διαδικασία εξαναγκασμού της κατηγορουμένης σε καταβολή του αναφερόμενου στα τεκμήρια 100 και 105 ποσού, και ούτε η κατηγορουμένη θα διαπραγματευόταν μαζί τους να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό στο ταμείο συντάξεως και όχι στις δύο κοπέλες. Τέλος, εκ των πραγμάτων διαπιστώνεται ότι το επίδομα δεν ήτο ο πραγματικός λόγος εφόσον ούτως ή άλλως, ως επεξηγήθηκε από τη λειτουργό των κοινωνικών ασφαλίσεων, δεν επηρεάστηκε από την καταβολή του πιο πάνω ποσού. Υποστηρικτική όλων των πιο πάνω είναι περαιτέρω και η δεύτερη πτυχή της μαρτυρίας της Κάλλιας που με πάσα λεπτομέρεια και καθαρότητα λόγου επεξήγησε ότι μετά που έλαβαν ειδοποίηση για να μεταβούν στην αστυνομία για κατάθεση, τεκμήρια 80 και 81, η κατηγορουμένη έσπευσε εκτάκτως στη συνεργατική και τις οδήγησε στο δικηγόρο της συνεργατικής, ώστε να λάβουν νομική συμβουλή. Ήταν η θέση της κατηγορουμένης ότι ο λόγος που έπραξε τούτο ήταν γιατί αντιλήφθηκε πως οι δύο κοπέλες ήταν αγχωμένες και ήθελε να τις βοηθήσει. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι μόλις η Αρετή και η Κάλλια έλαβαν την ειδοποίηση, τεκμήρια 80 και 81, πανικοβλήθηκαν. Αυτή η συμπεριφορά είναι, με βάση την κοινή λογική, αναμενόμενη, ιδιαίτερα όταν κάποιος δεν γνωρίζει τη σχετική διαδικασία. Οι πράξεις και οι ενέργειες όμως των δύο κοπέλων αποκαλύπτουν και έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο και τον περίγυρο της κατηγορουμένης. Αν και επισκέφθηκαν, μαζί με την κατηγορουμένη, το συνήγορο της συνεργατικής, αμέσως μετά μετέβησαν σε άλλο δικό τους δικηγόρο όπου και πάλι συζήτησαν ό,τι σχετικό της ειδοποίησης που έλαβαν από την αστυνομία. Το γεγονός, μάλιστα, ότι η κατηγορουμένη ζήτησε από την Κάλλια να της τηλεφωνήσει μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης που θα έδιδαν στην αστυνομία, δείχνει ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης, για διαφορετικούς βεβαίως λόγους, ήταν αμοιβαία. Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω εδώ ό,τι ενωρίτερα ανέφερα, δηλαδή πως και η Αρετή επεξηγεί όλα τα πιο πάνω στην κατάθεση της, τεκμήριο
  30. Επικαλούμενη εντούτοις έλλειψη μνημονικού δεν επεκτάθηκε ενόρκως. Δεν διαλανθάνει όμως την προσοχή μου πως ούτε αναίρεσε τα αναφερόμενα στο τεκμήριο
  31. Από την άλλη αρωγός αυτού του μέρους της μαρτυρίας της έρχεται η μαρτυρία της Κάλλιας που δεν αφήνει ίχνος αμφιβολίας ότι όλα όσα ανέφερε έλαβαν χώρα παρουσία και των δύο, δηλαδή Αρετής και Κάλλιας. Επί του προκειμένου δέχομαι την απερίφραστη θέση της Κάλλιας ότι προτού οι δύο κοπέλες αναχωρήσουν για την αστυνομία, όπου κλήθηκαν για ανάκριση δυνάμει των τεκμηρίων 80 και 81, η κατηγορουμένη τους ζήτησε να πουν ότι εξαρχής γνώριζαν ότι θα πληρώνονταν για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα. Περαιτέρω, τούτη η απαίτηση της κατηγορουμένης ήτο ψευδής εφόσον ουδέποτε λέχθηκε κάτι τέτοιο στις δύο κοπέλες, και ο λόγος για τον οποίο πληρώθηκαν τα ποσά που αναφέρονται στα τεκμήρια 100 και 105, είναι οι επιπλοκές που προέκυψαν με το γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων μετά που ο γενικός διευθυντής του Υ.Δ.Δ.Τ. απέστειλε το τεκμήριο
  32. Έξω από κάθε λογική και εδραζόμενη σε ψεύδος και επιτηδειότητα είναι και η άλλη θέση της κατηγορουμένης που αφορά το Hilton. Όπως ισχυρίστηκε, ουδεμία εμπλοκή είχε με τα τιμολόγια εφόσον κατέληγαν στη Βαρναβίδου και ακολούθως η τελευταία την ενημέρωνε για το ποσό που αναγράφετο στο τιμολόγιο, ώστε να εξοφληθεί. Τούτη η θέση αναιρείται από τη μαρτυρία της ΜΚ12, Αγγελικής Κωνσταντίνου, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο εκτελούσε χρέη ταμεία στο Hilton. Δεν παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία της συγκρούεται με εκείνη του Μαρμαρά. Ο Μαρμαράς, όμως, κρίθηκε αναξιόπιστος. Από την άλλη, η λεπτομέρεια, η σαφήνεια και η σταθερότητα της ΜΚ12, εξανεμίζουν κάθε αμφιβολία και με καθιστούν απολύτως βέβαιο ότι η μαρτυρία της ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τη μαρτυρία της ΜΚ12 διαπιστώνω ότι όταν εκδόθηκε το τιμολόγιο του πρώτου συνεδρίου στο Hilton, τούτο το τιμολόγιο είναι το τεκμήριο 83α, επειδή παρέμεινε ανεξόφλητο για κάποια περίοδο η ΜΚ12 επικοινώνησε με τη Βαρναβίδου, η οποία φέρετο ως πρόσωπο επικοινωνίας, οπόταν και η τελευταία της ανέφερε ότι υπεύθυνη για την εξόφληση του τιμολογίου ήταν η κατηγορουμένη. Ακολούθως επικοινώνησε με την κατηγορουμένη, η οποία ανταποκρίθηκε θετικά. Όταν στη συνέχεια την επισκέφθηκε η κατηγορουμένη, της ζήτησε τροποποίηση του τιμολογίου, τεκμήριο 83α. Κατόπιν οδηγιών του Μαρμαρά, λογιστή του Hilton, η ΜΚ12 τροποποίησε το τιμολόγιο και με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε το νέο τιμολόγιο 31α (όπως προαναφέρθηκε το τεκμήριο 82α είναι αντίγραφο του τεκμηρίου 31α) με μεγαλύτερο ποσό. Ακολούθως, το νέο τιμολόγιο με το μεγαλύτερο ποσό εξοφλήθηκε και εκδόθηκε η απόδειξη, τεκμήριο 59α. Το τεκμήριο 59α εξεδόθη από τη ΜΚ
  33. Όπως επεξήγησε το επιπλέον ποσό πιστώθηκε στο λογαριασμό της Εκκέσιης που σχετίζετο με την κατηγορουμένη. Αυτή η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης πως δεν είχε σχέση με τα τιμολόγια. Η σχέση της χρονολογείται με παραπομπή στο πρώτο τιμολόγιο, τεκμήριο 83α. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση της με την παραποίηση των συμβολαίων που αφορούν τα υπόλοιπα τιμολόγια. Επί τούτου εκείνο που δέχεται η κατηγορουμένη είναι ότι επικοινώνησε με την υπεύθυνη εκδηλώσεων του Hilton, Έλενα Σοφοκλέους, το πρώτο δεκαήμερο του Ιούλη του 2007, ότι της ζήτησε τα τελικά συμβόλαια, και ότι στη συνέχεια της ζήτησε αλλαγές επί τούτων, οι οποίες οδήγησαν σε έκδοση νέων συμβολαίων, δηλαδή στα τεκμήρια 85α μέχρι και ε. Με αυτή τη θέση η κατηγορουμένη αφήνει να νοηθεί ότι τα τιμολόγια παραποιήθηκαν τον Ιούλιο του 2007, και αυτό δυνάμει οδηγιών του υπουργείου. Το ανυπόστατο του ισχυρισμού αυτού αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία της ΜΚ14, Παναγιώτα Θεοφάνους, που κατά τον επίδικο χρόνο εκτελούσε χρέη ταμεία στο Hilton. Η μάρτυρας επεξήγησε τον τρόπο εξόφλησης ενός τιμολογίου. Επαναλαμβάνω εδώ ότι τα γνήσια τιμολόγια είναι τα τεκμήρια 83α μέχρι και 83δ. Εντούτοις οι αποδείξεις εξόφλησης, τεκμήρια 59α μέχρι και ε, ουδεμία σχέση έχουν με τα τεκμήρια 83α μέχρι και δ. Όπως επεξήγησε η ΜΚ14, οι αποδείξεις τεκμήρια 59β, γ και δ, εξοφλήθηκαν την 1.06.05 με την επιταγή τεκμήριο
  34. Ο αριθμός μάλιστα αυτής της επιταγής, 60303422, αναφέρεται στις αποδείξεις τεκμήρια 59β, γ και δ. Περαιτέρω, ο αριθμός της επιταγής, τεκμήριο 119, 60303555, ημερομηνίας 6.12.05, αναφέρεται, και συνεπώς αφορά, την απόδειξη τεκμήριο 59ε. Όλες αυτές οι αποδείξεις, τεκμήρια 59β μέχρι και ε, αναγνωρίστηκαν από τη ΜΚ
  35. Η απόδειξη τεκμήριο 59α αναγνωρίστηκε από τη ΜΚ
  36. Όλες αυτές οι αποδείξεις εκδόθηκαν το έτος 2005 και παραπέμπουν σε παραποιημένα τιμολόγια. Το άθροισμα του ποσού που αναφέρεται στις αποδείξεις 59α μέχρι και ε, υπερβαίνει το άθροισμα του ποσού των πραγματικών τιμολογίων, τεκμήρια 83α μέχρι και δ, κατά Λ.Κ. 2.534,66 (€4.330,72), δηλαδή το ποσό που αναφέρεται στις κατηγορίες 10 και
  37. Οι ημερομηνίες των πιο πάνω τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις επεξηγήσεις των ΜΚ12 και 14, δηλαδή ότι η απόδειξη εκδίδετο την ώρα που εγίνετο η πληρωμή, και ότι κατά τον ίδιο χρόνο παρουσιάζετο αντίγραφο τιμολογίου, και μάλιστα το περιεχόμενο τούτου μεταφερόταν και στην απόδειξη, στοιχεία που αναγράφονται όντως στις αποδείξεις τεκμήρια 59α έως ε, αποκαλύπτουν ότι η παραποίηση των τιμολογίων, και η καταβολή του επιπλέον ποσού των Λ.Κ. 2.534,66, έγινε πολύ πριν τον Ιούλιο του 2007, ήτοι κατά το έτος
  38. Αυτό και μόνο ακυρώνει τον ισχυρισμό της κατηγορουμένης. Πέραν των πιο πάνω, το υστερόβουλο και επίπλαστο της θέσης της κατηγορουμένης αποκαλύπτεται και από τους ισχυρισμούς της αναφορικά με τη συνάντηση που είχε με το οικονομικό κλιμάκιο της ευρωπαϊκής επιτροπής. Η θέση που προώθησε ήταν ότι μόλις την τελευταία μέρα κλήθηκε να συνομιλήσει μαζί τους και ότι αντικείμενο της συζήτησης που είχε ήταν το νομικό καθεστώς του Euro-Pro. Όταν όμως της υποδείχθηκε το τεκμήριο 7β (βλ. σελ. 8/12 όπου αναφέρεται «the manager asked the opinion of the auditors as to how she could "regularize" this situation)» απάντησε. «οπωσδήποτε και ρώτησα». Εις επίμετρον, δέχθηκε ότι το κλιμάκιο ζήτησε order forms και ότι η ίδια δεσμεύθηκε πως θα απέστελλε. Παρότι προσπάθησε να εξηγήσει πως ο λόγος που δεσμεύθηκε να στείλει order forms ήταν για να συνεννοηθεί με τη Βαρναβίδου, οι διαπιστώσεις που προκύπτουν από τη μαρτυρία των ΜΚ12 και 14, ως πιο πάνω επεξηγήθηκε, αποκαλύπτουν ότι και αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της κατηγορουμένης δεν είναι τίποτε άλλο από παραποίηση των πραγματικών γεγονότων και προσπάθεια να απεμπλακεί από οτιδήποτε σχετικό. Προτού ολοκληρώσω με την ενότητα Hilton κρίνω αναγκαίο να εστιάσω την προσοχή μου και στον κατηγορούμενο 2, εφόσον η εμπλοκή του, σύμφωνα πάντα με την κατηγορούσα αρχή, προκύπτει από το ότι συνόδευσε την κατηγορουμένη στο Hilton όταν η τελευταία επισκέφθηκε τον Φώτη Μαρμαρά. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι ο μόνος μάρτυρας κατηγορίας που τοποθετεί τον κατηγορούμενο 2 στο Hilton είναι ο Φώτης Μαρμαράς, ο οποίος κρίθηκε αναξιόπιστος. Δεν παραγνωρίζω ότι η υπεράσπιση δέχεται πως κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή Ιούλιο του 2007, o κατηγορούμενος 2 συνόδευσε την κατηγορουμένη στο Hilton. Εκείνο όμως που υποστηρίζει είναι πως σε καμία περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 παρουσιάστηκε στο Φώτη Μαρμαρά ως ο λογιστής του υπουργείου. Παρεμβάλω τέλος, ότι σύμφωνα με αξιόπιστη μαρτυρία, δηλαδή της υπεύθυνης δεξιώσεων του Hilton, η κατηγορουμένη της ανέφερε τηλεφωνικώς ότι θα είχε συνάντηση με το Μαρμαρά παρουσία του λογιστή του υπουργείου. Παρά την επιμονή του Μαρμαρά ότι η κατηγορουμένη του σύστησε τον κατηγορούμενο 2 ως τον λογιστή του υπουργείου, και την προαναφερθείσα θέση της υπεύθυνης δεξιώσεων του Hilton, δεν μπορώ να δεχθώ ότι στην παρουσία του κατηγορουμένου 2 ειπώθηκε κάτι τέτοιο ή ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν γνώστης ανάλογης στιχομυθίας. Βασικός λόγος γι΄αυτή τη διαπίστωση είναι τα τεκμήρια 117 και
  39. Τούτα τα τεκμήρια αναγνωρίστηκαν από το Μαρμαρά και επιβεβαιώνουν τη θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή στη συνάντηση στο Hilton, ο κατηγορούμενος 2 συζήτησε με το Μαρμαρά για πώληση μηχανής καταμέτρησης χρημάτων. Αυτή μάλιστα η συνομιλία μετουσιώθηκε σε συμφωνία. Ενδεικτικά είναι πάντα τα τεκμήρια 117 και
  40. Αυτός είναι εκ των βασικών λόγων που ο Μαρμαράς κρίνεται αναξιόπιστος εφόσον αδύνατο είναι κατά τον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος 2 να παρουσιάζεται ως λογιστής του υπουργείου και ως επιχειρηματίας που προμηθεύει το Hilton, μέσω του Μαρμαρά, με συγκεκριμένο αντικείμενο. Πέραν της άσχημης εντύπωσης που άφησε ο Μαρμαράς αυτή η επιμονή του είναι άλλη μία παράμετρος που δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις. Το μόνο που αποδέχομαι από τη μαρτυρία του Μαρμαρά, και αυτό επειδή δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, είναι ότι αφότου έδωσε κατάθεση στην αστυνομία το υπουργείο ζήτησε επιστροφή του επιπλέον καταβληθέντος ποσού, και ως εκ τούτου το εν λόγω ποσό επιστράφηκε. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω διαπιστώσεις καθώς και τις αγορεύσεις των δύο μερών σπεύδω να εξετάσω κατά πόσο τούτες οι διαπιστώσεις αποδεικνύουν ή όχι τα αδικήματα. Μεγάλος αριθμός κατηγοριών αφορά αδικήματα κλοπής και κλοπής υπό αντιπροσώπου (βλ. κατηγορίες 2, 4, 7, 10, 13 και 25). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, 514, το αδίκημα της κλοπής συνίσταται σε.
(1)λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη,
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης, και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως. Περαιτέρω, στην έκταση που η κλοπή συναρτάται με την ιδιότητα του δράστη, ήτοι αντιπρόσωπος, απόδειξης χρήζει ότι
(1)η περιουσία έχει εμπιστευθεί στον υπαίτιο,
(2)για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση και
(3)για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. Παναγή ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 4/12, ημερομηνίας 23.11.2012). Αξίζει να υπομνησθεί εδώ και η αναφορά του άρθρου 255, Κεφ. 154, ότι η κλοπή μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και όταν ο δράστης νόμιμα κατέχει το αντικείμενο της κλοπής. Πέραν των πιο πάνω, είναι αντιληπτό ότι κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος η διάνοια του δράστη πρέπει να είναι fraudulent, δηλαδή σκόπιμη και με πρόθεση (βλ. Ανδρονίκου, πιο πάνω, σελ. 514). Απαντώντας τις αιτιάσεις της υπεράσπισης παρατηρώ ότι ο χρόνος λήψης της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη είναι η στιγμή που η κατηγορουμένη χρησιμοποίησε το ποσό που της εμπιστεύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία για λόγο άλλο από εκείνο για τον οποίο της δόθηκε. Δεν έχει σημασία ότι αμέσως πριν εκείνη την στιγμή νόμιμα κατείχε τα χρήματα που της δόθηκαν από το υπουργείο, εφόσον ο λόγος δια τον οποίο της δόθηκαν δεν ήταν για να τα οικειοποιηθεί αλλά για να τα διανέμει συμφώνως του τεκμηρίου
  1. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ακόμη ότι το Σεπτέμβριο του 2007 η κατηγορουμένη έκλεισε το λογαριασμό που είχε στη συνεργατική αναφορικά με το επίδικο πρόγραμμα και απέσυρε το ποσό που βρίσκετο κατατεθειμένο. (βλ. άρθρο 255, Κεφ. 154). Είναι γεγονός ότι οι δύο επιταγές τεκμήρια 4γ και 4δ δόθηκαν στην κατηγορουμένη την 09.08.05 και την 14.02.06, αντίστοιχα. Σε αυτό το ποσό συμπεριλαμβάνονταν οι μισθοί του προσωπικού, δηλαδή του Ηλία και της Δέσπως. Είναι όμως γεγονός ότι τούτα τα πρόσωπα δεν έλαβαν το μισθό που τους αναλογούσε, ότι μέχρι την υποβολή του τεκμηρίου 6γ έλαβαν μόνο Λ.Κ. 2.000 έκαστος, και ότι το συνολικό ποσό που έλαβαν είναι. ο Ηλίας Λ.Κ. 5.000 (βλ. τεκμήριο 77) και η Δέσπω Λ.Κ. 3.000 (βλ. τεκμήριο 75). Συνάγεται λοιπόν ότι στον Ηλία δεν κατεβλήθη το υπόλοιπο των Λ.Κ. 9.046,58 και στη Δέσπω το ποσό των Λ.Κ. 9.290,
  2. Παρεμβάλω εδώ ότι, με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις η θέση της υπεράσπισης ότι απουσιάζει παντελώς μαρτυρία που να καθορίζει τις λεπτομέρειες συμφωνίας μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και κατηγορουμένης, όπως και τα δεδομένα πάνω στα οποία θα μπορούσαν να στηριχθούν οι κατηγορίες, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η υπεράσπιση διατείνεται ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ κατηγορουμένης και Κυπριακής Δημοκρατίας για την υλοποίηση του επίδικου προγράμματος. Γι΄αυτό δεν χωρεί αμφιβολία. Όπως έχει διαπιστωθεί όμως οι όροι αυτής της συμφωνίας, και ιδιαίτερα ο λόγος δια τον οποίο η κατηγορουμένη κατέστη θεματοφύλακας των διαφόρων ποσών που της εμπιστεύθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία, ήταν εις γνώση της κατηγορουμένης. Τούτοι οι όροι δεν ήταν άλλοι από την οικονομική πτυχή του επίδικου προγράμματος, και αναφέρονταν στο τεκμήριο
  3. Τούτο το τεκμήριο ετοιμάστηκε από την κατηγορουμένη. Δυνάμει αυτής της συμφωνίας, τεκμήριο 3, η κατηγορουμένη όφειλε να καταβάλει σε διάφορα πρόσωπα, για ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση στον Ηλία, τη Δέσπω και στο Hilton, συγκεκριμένα ποσά, και η όλη συμπεριφορά της, δηλαδή η αλληλογραφία που απέστελλε στο υπουργείο, υποδηλούσε ότι αυτό έπραττε συμμορφούμενη με τους όρους της συμφωνίας. Σε αυτή την περιουσία η κατηγορουμένη κανένα δικαίωμα είχε, πλην καταβολής τούτης στα πρόσωπα που αναφέρονταν στο πρόγραμμα και ως οι αιτιολογήσεις που έδινε, δηλαδή το Final Report, τεκμήριο 6γ. Κατ΄επέκταση, όταν η κατηγορουμένη κατακράτησε μέρος τούτου του ποσού και στη συνέχεια κατέβαλε μέρος της αμοιβής του Ηλία και της Δέσπως στον κατηγορούμενο 2 και στις Κάλλια και Αρετή, αντίστοιχα (βλ. τεκμήρια 62β και γ), διέπραττε το αδίκημα της κλοπής του άρθρου 270 (β), Κεφ.
  4. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η υπεράσπιση συναρτά το τεκμήριο 3 με τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι της ευρωπαϊκής επιτροπής. Έχω την αίσθηση ότι τούτο ξεφεύγει των επίδικων θεμάτων. Για την παρούσα υπόθεση δεν έχει σημασία αν η Κυπριακή Δημοκρατία τηρούσε τους όρους της συμφωνίας της με την ευρωπαϊκή επιτροπή, αλλά αν ο λόγος που έδιδε τα χρήματα στην κατηγορουμένη ήταν η αποζημίωση συγκεκριμένων προσώπων που αναφέρονταν σε αυτή τη συμφωνία, ως η συνεννόηση μεταξύ των δυο, δηλαδή Κυπριακής Δημοκρατίας και κατηγορουμένης. Στο τελευταίο ερώτημα η απάντηση είναι καταφατική. Περαιτέρω, για ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση δεν έχει σημασία αν η Δέσπω και ο Ηλίας εργάστηκαν όλες τις ώρες που αναφέρει το πρόγραμμα, αλλά ότι η κατηγορουμένη αυτό άφησε να νοηθεί και γι΄αυτό το λόγο ζήτησε και έλαβε τα χρήματα, ώστε να τα καταβάλει, μεταξύ άλλων, στη Δέσπω και τον Ηλία. Η δε αναφορά ότι η Κυπριακή Δημοκρατία πλήρωσε το γραφείο Euro-Pro, λόγω του τεκμηρίου 60, δεν βρίσκει έρεισμα στα παραδεκτά γεγονότα εφόσον οι επιταγές εκδίδονταν στο όνομα της κατηγορουμένης και κατατίθεντο σε λογαριασμό που ήλεγχε η ίδια. Το τεκμήριο 60 δεν είναι τίποτα άλλο από προσπάθεια της κατηγορουμένης να δικαιολογήσει τα ποσά που της καταβλήθηκαν ως μισθοί των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα. Ότι ο σκοπός δια τον οποίο δόθηκαν τα εν λόγω ποσά από το υπουργείο ήταν συγκεκριμένος, συνάγεται από τη διαπίστωση ότι το υπουργείο δεν γνώριζε τη συμμετοχή άλλων προσώπων στο πρόγραμμα, δηλαδή πέραν των πέντε που αναφέρονται στο τεκμήριο
  5. Άλλωστε, στο τεκμήριο 6γ, Final Report, καθώς επίσης στους ενδιάμεσους και τελικούς λογαριασμούς, τεκμήρια 45 και 56, δεν αναφέρονταν άλλα πρόσωπα πλην των πέντε του τεκμηρίου
  6. Η δε κατηγορουμένη με κάθε ευκαιρία διαβεβαίωνε ότι τα πρόσωπα της ομάδας ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα (βλ. ενδεικτικά τεκμήριο 28). Συνάγεται από όλα τα πιο πάνω ότι για ένα και μόνο λόγο το υπουργείο εμπιστεύθηκε στην κατηγορουμένη το ποσό των Λ.Κ. 209.335,
  7. Αυτός ήταν για να προβεί στις διάφορες πληρωμές, μεταξύ των οποίων, στον Ηλία, τη Δέσπω και το Hilton. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση της υπεράσπισης ότι επιβάλλεται απόδειξη αντιπροσωπείας. Ομολογώ ότι ο πλαγιότιτλος του άρθρου 270, Κεφ. 154, ενδέχεται να παραπλανήσει. Έχω αναφέρει όμως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Ιδιαίτερη σημασία ανακτά η εμπίστευση για συγκεκριμένο σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση έχει διαπιστωθεί ότι ο λόγος που κατηγορουμένη έλαβε τα χρήματα ήταν για να τα διανέμει ως το τεκμήριο 3 προέβλεπε, κάτι που δεν έχει πράξει. Αυτό την καθιστά υπόλογο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 270(β). Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ότι ο Ηλίας, η Δέσπω, η Κάλλια, και η Αρετή, ουδέποτε πληροφορήθηκαν ότι θα αποζημιώνονταν για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα, καθώς επίσης το καθυστερημένο στην καταβολή αποζημίωσης στις δύο τελευταίες κοπέλες της συνεργατικής, και αυτό λόγω των επιπλοκών που προέκυψαν από την επιστολή του γενικού διευθυντή του υπουργείου στο γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων, αποκαλύπτει ότι η χρησιμοποίηση των εν λόγω ποσών από την κατηγορουμένη, με τον τρόπο που έχει διαπιστωθεί, ήτο σκόπιμη και με πρόθεση. Εύρημα του Δικαστηρίου είναι επίσης ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τα ποσά που αναφέρονται στις κατηγορίες 2, 4, 7 και
  8. Αναφορικά με το Hilton έχω ήδη αναφέρει ότι το ποσό στα παραποιημένα τιμολόγια (τεκμήρια 31α, 32α, 33α, 34α και 35α) υπερβαίνει το ποσό των γνήσιων τιμολογίων (τεκμήρια 83α μέχρι και δ), κατά Λ.Κ. 2.534,
  9. Ανάλογο συμπέρασμα προκύπτει και από το τεκμήριο 6γ. Για δε τον Ηλία και τη Δέσπω, οι αποδείξεις, τεκμήρια 77 και 75 αντίστοιχα, αποκαλύπτουν το ποσό που έλαβαν. Αφαίρεση του ποσού που έλαβαν από το ποσό που δικαιούντο να λάβουν με βάση το τεκμήριο 3, ποσό που δόθηκε στη κατηγορουμένη γι αυτό το σκοπό, οδηγεί στα ποσά που αναφέρονται στις κατηγορίες 2, 4 και
  10. Ο μεν Ηλίας δικαιούτο €24.000 ή Λ.Κ. 14.046,58, η δε Δέσπω €21.000 ή Λ.Κ. 12.046,
  11. Ως εκ των πιο πάνω, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η κατηγορουμένη διέπραξε τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 4, 7 και 10, κατηγορίες στις οποίες κρίνεται ένοχη. Διαφορετική είναι η κατάληξη μου για τις κατηγορίες 3 και
  12. Η κατηγορία 3 σχολιάζεται πιο κάτω όπου εξετάζεται η τυχόν ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου
  13. Αναφορικά με την κατηγορία 13 παρατηρώ ότι οι λεπτομέρειες τούτης παραπέμπουν στην Κάλλια και την Αρετή. Τούτα όμως τα πρόσωπα δεν αναφέρονταν στο τεκμήριο 3, δηλαδή στη συμφωνία με βάση την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έδιδε στην κατηγορουμένη διάφορα ποσά. Κατ΄επέκταση το υπουργείο δεν έδωσε χρήματα στην κατηγορουμένη ώστε να τα καταβάλει στις δύο αυτές κοπέλες ως αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα. Εν ολίγοις, δεν της εμπιστεύθηκε το ποσό που αναφέρεται στην κατηγορία 13 με οδηγίες να το δώσει στην Κάλλια και στην Αρετή. Περαιτέρω, τούτο το ποσό είναι μέρος του ποσού που εμπιστεύθηκε στην κατηγορουμένη ως αμοιβή της Δέσπως και είναι αντικείμενο της κατηγορίας 8, στην οποία η κατηγορουμένη κρίθηκε ένοχη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η κατηγορία 13 απορρίπτεται και η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται. Αναφορικά με την κατηγορία υπ΄αριθμό 25 δεν παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία, και συγκεκριμένα η μαρτυρία του Γεωργαλλίδη (βλ. τεκμήρια 64 έως 71), αποκαλύπτει ότι η κατηγορουμένη, υπό την ιδιότητα της προέδρου της Κ.Ο.Γ.Ε.Ε., οργανισμός που συνέστησε το γραφείο Euro-Pro, έλαβε ποσό ύψους Λ.Κ. 36.200, ως χορηγία για τα λειτουργικά έξοδα του εν λόγω γραφείου. Από την άλλη η μαρτυρία φέρει το γραφείο Euro-Pro να στεγάζεται στο γραφείο της Εκκέσιη ενώ ο Ηλίας, λογιστής της Εκκέσιη, και η ΜΚ10, Τούλα Χαριλάου, συνεργάτιδα της κατηγορουμένης, δηλώνουν ότι εξ όσων γνωρίζουν δεν αγοράστηκε γραφειακός εξοπλισμός. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι αντεξεταζόμενη η κατηγορουμένη ανέφερε πως μέρος του ποσού των Λ.Κ. 5.800 (βλ. τεκμήριο 10) χρησιμοποιήθηκε για λόγο άλλο από τον αναφερόμενο στην εν λόγω επιστολή. Παρεμβάλλω περαιτέρω ότι, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό, συγκεκριμένα τη μαρτυρία της Βαρναβίδου και του Γεωργαλλίδη, τούτο το ποσό, Λ.Κ. 36.200, εδίδετο στην κατηγορουμένη πέραν των όρων της συμφωνίας, τεκμήριο 3, και δυνάμει οδηγιών του γενικού διευθυντή του υπουργείου. Εντούτοις, από όλα τα πιο πάνω δεν διαπιστώνω διάπραξη του αδικήματος της κλοπής. Γι΄αυτό το ποσό δεν συμφωνήθηκε αιτιολόγηση εφόσον δεν συναρτήθηκε με τους όρους του τεκμηρίου
  14. Ως αντιλαμβάνομαι εδίδετο κατά χάρη στην Κ.Ο.Γ.Ε.Ε., και η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει, στον ύψιστο βαθμό, χρησιμοποίηση του ποσού από την κατηγορουμένη για ίδιον όφελος ή για λόγο άλλο από εκείνο που εδίδετο. Τόσο ο Ηλίας όσο και η ΜΚ10 δεν ήταν εις θέση να απαντήσουν με σαφήνεια το ερώτημα τι απέγιναν τούτα τα χρήματα και η μαρτυρία τους περιορίζεται σε ό,τι ήταν εις θέση να αντιληφθούν, στοιχείο όμως που δεν αποκαλύπτει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη διάπραξη του αδικήματος. Η δε μαρτυρία της κατηγορουμένης δεν συνιστά ομολογία οικειοποίησης αλλά επεξηγεί ότι μέρος τούτων των χρημάτων χρησιμοποιήθηκε για λόγο άλλο από εκείνο που αναφέρει η επιστολή, πάντα όμως για το γραφείο Euro-Pro. Ως εκ των πιο πάνω η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία
  15. Άλλες τρεις κατηγορίες συναφείς με τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου, είναι οι κατηγορίες 6, 8 και 12, ψευδής καταχώριση σε έγγραφο, άρθρο 313 (β), Κεφ.
  16. Συστατικά στοιχεία αυτού του αδικήματος είναι.
(1)ο υπαίτιος να εργοδοτείται ως ή να ενεργεί υπό την ιδιότητα του γραμματέα ή υπηρέτη,
(2)να κάνει αναληθή δήλωση σε βιβλίο, έγγραφο ή λογαριασμό και
(3)να πράττει τούτο με πρόθεση καταδολίευσης. Τι εστί πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud) επεξηγείται στο σύγγραμμα Archbold's Criminal Pleading Evidence and Practice, 33η έκδοση, σελ.
  1. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως «where money is obtained by pretences that are false, prima facie, there is an intent to defraud: R v. Hammerson, 10 Cr. App. R.,
  2. And use of false statements or documents to obtain the money, though the money might have been obtained without them, is evidence from which there may be inferred an intent to defraud: R. v. Hopley, 11 Cr. App. R. 248.» Έχω την αίσθηση ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αποδεικνύουν τα συστατικά στοιχεία τούτου του αδικήματος και εμπίπτουν στον ορισμό της πρόθεσης για καταδολίευση. Και εξηγώ. το τεκμήριο 6γ, Final Report, είναι η κατακλείδα του προγράμματος. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στο εν λόγω τεκμήριο ο Ηλίας και η Δέσπω παρουσιάζονται να λαμβάνουν το σύνολο της αμοιβής τους και το Hilton ότι έλαβε Λ.Κ. 37.272,29 (βλ. σελ. 2, 8, 11 και 12, τεκμηρίου 6γ, αναφορικά με Hilton). Παρόλα αυτά, οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν ότι μέχρι το χρόνο υποβολής του τεκμηρίου 6γ τόσο η Δέσπω όσο και ο Ηλίας είχαν λάβει μόνο το ποσό των Λ.Κ. 2.000 έκαστος, και αυτό ήταν σε γνώση της κατηγορουμένης. Αναμφίβολο είναι ότι τούτο το τεκμήριο με αυτό το περιεχόμενο και με ιδιαίτερη αναφορά στα ποσά, συμπληρώθηκε κατόπιν οδηγιών της κατηγορουμένης. Υπενθυμίζω πως οι επεξηγήσεις της κατηγορουμένης για το λόγο που έπραξε τούτο, κρίθηκαν αναξιόπιστες και ως τέτοιες απορρίφθηκαν. Η σημασία του τεκμηρίου 6γ έγκειται στο ότι με βάση τους όρους της συμφωνίας, τεκμήριο 3, αυτό το έγγραφο καθιστούσε το επίδικο πρόγραμμα ολοκληρωμένο. Κατ΄επέκταση, σε αυτό το έγγραφο η υποχρέωση της κατηγορουμένης ήταν να αιτιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τα χρήματα που της δόθηκαν. Όπως έχει υποδειχθεί, αδιάφορο είναι αν τα χρήματα της δίδονταν ούτως ή άλλως, δηλαδή χωρίς υποβολή του τεκμηρίου 6γ. Εκείνο που έχει σημασία είναι η έκνομη συμπεριφορά η οποία συνίσταται σε ψευδή καταχώριση. Ό,τι οι σχετικές καταχωρίσεις δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια όταν υποβάλλετο το τεκμήριο 6γ, είναι γεγονός. Σε αυτή την κατηγορία η υπεράσπιση επικεντρώνεται στη φράση «γραμματέας» ή «υπηρέτης» που αναφέρεται στο σχετικό άρθρο. Διατείνεται εν προκειμένω, ότι ο ρόλος της κατηγορουμένης κατά τον επίδικο χρόνο δεν εμπίπτει σε αυτό τον ορισμό. Και επί αυτού του σημείου συμφωνώ με τη θέση της κατηγορούσας αρχής που παραπέμπει στο σύγγραμμα Archbold, πιο πάνω, σελ.
  3. Όπως συνάγεται από τα εκεί αναφερόμενα η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι. «Was he under the control of and bound to obey his alleged master.» Η ερώτηση απαντάται ως ακολούθως. «Prove, therefore, that the prisoner, at the time when he receive the chattel money of valuable security, was clerk or servant to JN, or employed for the purpose or in the capacity of a clerk or servant as stated in the indictment, acting under and bound to obey the orders of his master, or employer. This may be proved by evidence that he acted as such.» Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ότι η κατηγορουμένη ήταν η υπεύθυνη, ή συντονίστρια, ή οικονομική διαχειρίστρια του προγράμματος, ότι ήταν το πρόσωπο που είχε άμεση επαφή με το υπουργείο, ότι με βάση τη συμφωνία τεκμήριο 3 όφειλε να υποβάλλει ενδιάμεσους και τελικούς λογαριασμούς και εν τέλει το Final Report, τεκμήριο 6γ, ότι εκείνη είναι που ήλεγχε τη συμπλήρωση τούτων των εγγράφων, και τέλος ότι εκείνη είναι που υπέβαλλε τα έγγραφα στο υπουργείο, δεν ερμηνεύονται διαφορετικά παρά μόνο ότι λειτουργούσε υπό την ιδιότητα του γραμματέα (clerk), ως ο νόμος ορίζει. Το δε γεγονός ότι ουδείς στο υπουργείο γνώριζε ότι τούτα τα ποσά δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δυο γεγονότα που μόνο η κατηγορουμένη γνώριζε, καταδεικνύει την πρόθεσή της να καταδολιεύσει το υπουργείο μέσω της ψευδούς καταχώρισης. Συγκεραστικά, η εκ των υστέρων παραποίηση των συμβολαίων του Hilton ώστε να συνάδουν με τα παραποιημένα τιμολόγια, ως έχει διαπιστωθεί, επίσης φανερώνει πρόθεση καταδολίευσης. Ως εκ των πιο πάνω η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 6, 8 και
  4. Τελευταία παράμετρος της δράσης της κατηγορουμένης, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, είναι οι κατηγορίες 23 και 24 που της καταλογίζουν παρεμπόδιση αστυνομικής έρευνας κατά παράβαση του άρθρου 122 (β), Κεφ.
  5. Σε αυτή την περίπτωση ό,τι πρέπει να αποδειχθεί είναι.
(1)διενέργεια πράξης,
(2)προορισμένη ή ενδεχόμενη να παρεμποδίσει ή να παρέμβει,
(3)αστυνομική έρευνα (βλ. Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 367). Η μαρτυρία της Κάλλιας, δηλαδή ότι η κατηγορουμένη ζήτησε από την ίδια και την Αρετή να πουν στην αστυνομία ότι εξ' αρχής γνώριζαν πώς θα πληρώνονταν, αποκαλύπτει πράξη της κατηγορουμένης. Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα αποδίδεται στα τεκμήρια 80 και
  1. Πρόκειται για την ειδοποίηση της αστυνομίας που καλούσε τις δύο κοπέλες σε ανάκριση. Η σημασία τούτων των τεκμηρίων έγκειται στο ό,τι για μόνο λόγο την ύπαρξη τους, γεγονός που ήταν γνωστό στην κατηγορουμένη όταν ζητούσε από τις δύο κοπέλες να καταθέσουν επιτηδευμένα, αποκαλύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε εξέλιξη αστυνομική έρευνα. Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε αναφέρθηκε στις δύο κοπέλες ότι θα πληρώνονταν και ότι ο λόγος που εν τέλει πληρώθηκαν οφείλεται στην επιστολή τεκμήριο 40 που απεστάλη στις κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν αποκρυσταλλώνει απλώς τις περιβάλλουσες περιστάσεις, τεκμηριώνει περαιτέρω ότι πρόθεση της κατηγορουμένης την ώρα που προέβαινε στην πιο πάνω ενέργεια, δηλαδή όταν τους ζητούσε να αναφέρουν ότι από την αρχή γνώριζαν ότι θα πληρώνονταν, ήταν ο επηρεασμός και η παρεμπόδιση της αστυνομικής έρευνας δια αλλοιώσεως των πραγματικών γεγονότων. Ωε εκ των πιο πάνω η κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 23 και
  2. Είναι εδώ το κατάλληλο στάδιο να σχολιασθεί η μαρτυρία που αφορά τον κατηγορούμενο
  3. Έχω ήδη αναφέρει ότι δεν αποδέχομαι τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 2 συμφώνησε με την κατηγορουμένη να καταδολιεύσουν το Hilton, και αυτό γιατί η μαρτυρία του Μαρμαρά κρίθηκε αναξιόπιστη. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και τις κατηγορίες 3 και 4, δηλαδή ότι έκλεψε και ότι συνωμότησε με την κατηγορουμένη να κλέψουν το ποσό που αποτελούσε μέρος της αποζημίωσης του Ηλία. Δεν αμφισβητείται ότι ο κατηγορούμενος 2 έλαβε το ποσό που στο τεκμήριο 62α αναφέρεται, δηλαδή ποσό Λ.Κ. 8.850,
  4. Τούτο το τεκμήριο είναι απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού από τον κατηγορούμενο 2, η οποία παρουσιάστηκε από την κατηγορουμένη με την επιστολή της στο υπουργείο, τεκμήριο
  5. Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί η συμμετοχή του κατηγορουμένου 2 στο επίδικο πρόγραμμα δεν είναι γνωστή στους συμμετέχοντες σε αυτό, πλην της κατηγορουμένης. Παρόλα αυτά, το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος 2 εξέδωσε το τεκμήριο 62α στο οποίο φέρεται να έλαβε το εκεί αναφερόμενο ποσό, ποσό που φέρεται να του το έδωσε η κατηγορουμένη 1, πενθερά του, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι συνωμότησε με την κατηγορουμένη να κλέψει τούτο το ποσό, όπως ούτε ότι ο ίδιος έκλεψε το εν λόγω ποσό. Ελλείπει εν προκειμένω το στοιχείο της συμφωνίας για πράξη ως η αναφερόμενη στο κατηγορητήριο (βλ. Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, 142), το στοιχείο της γνώσης ότι το ποσό ανήκει σε τρίτο πρόσωπο, και της πρόθεσης για οριστική αποστέρηση τούτου δια οικειοποιήσεως. Ως εκ των πιο πάνω οι κατηγορίες 3, 4 και 22 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. Επάλληλη της απόρριψης των πιο πάνω κατηγοριών είναι και η απόρριψη της κατηγορίας 18 εφόσον δεν αποδείχθηκε γενεσιουργό αδίκημα εναντίον του κατηγορουμένου
  1. Και σε αυτή λοιπόν την περίπτωση ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται. Η μη απόδειξη συμφωνίας μεταξύ κατηγορουμένης και κατηγορουμένου 2, ως τα ισχυριζόμενα στην κατηγορία 3, έχει ευεργετικές συνέπειες και για την κατηγορουμένη. Ως εκ τούτου η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην εν λόγω κατηγορία. Ανάλογα όμως ισχύουν και με την κατηγορία
  2. Το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του Μαρμαρά σε συνδυασμό με το ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία καταδολίευσης μεταξύ κατηγορουμένης και κατηγορουμένου 2, οδηγούν την κατηγορία σε απόρριψη. Συνεπώς η κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία
  3. Ενόψει όσων έχουν ήδη αναφερθεί, διαφορετική είναι η κατάληξη μου για το αδίκημα της 4ης κατηγορίας. Η κατηγορουμένη γνώριζε ότι το ποσό των Λ.Κ. 9.046,58 ήταν μέρος του ποσού που η Κυπριακή Δημοκρατία της εμπιστεύθηκε ώστε να αποζημιωθεί ο Ηλίας για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα. Η μη καταβολή τούτου στον Ηλία και συγκεκριμένα η καταβολή του σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή τον κατηγορούμενο 2, συνιστά οριστική αποστέρηση. Περαιτέρω, όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν δηλαδή ότι ο Ηλίας ουδέποτε ενημερώθηκε ότι θα αποζημιώνετο, ότι η κατηγορουμένη άφησε να νοηθεί στο υπουργείο ότι θα κατέβαλλε ολόκληρο το ποσό των Λ.Κ.14.046,58 στον Ηλία και όχι απλώς Λ.Κ. 5.000, και εν τέλει η προσπάθεια αποδέσμευσής της από τις σχετικές υποχρεώσεις της προσκομίζοντας την απόδειξη του κατηγορουμένου 2, τεκμήριο 62α, τη συμμετοχή του οποίου ουδείς αντιλήφθηκε, φανερώνουν ότι κατά το χρόνο οικειοποίησης του πιο πάνω ποσού έπραττε τούτο με σκοπό και πρόθεση. Αναφορικά με τις κατηγορίες 18 και 20, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της συγκάλυψης, σχετική είναι και πάλι η υπόθεση Ανδρονίκου, πιο πάνω, στις σελ. 518 και
  4. Όπως εκεί αναφέρεται. «Τα αδικήματα κάτω από το Νόμο συντελούνται, όταν πρόσωπο, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει, ότι οποιαδήποτε μορφή περιουσίας αποτελεί «έσοδο», αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία. Η έννοια του «εσόδου» συναρτάται με περιουσία οποιασδήποτε μορφής που προήλθε από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος. Αυτή η ερμηνεία τέθηκε στο Νόμο με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 120(Ι)/99, στις 15.10.
  5. Από την άλλη, «γενεσιουργό αδίκημα» ορίζεται στο Άρθρο 5 να είναι το ποινικό αδίκημα εκείνο που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσμα της διάπραξης του οποίου προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο αδικήματος συγκάλυψης κατά το Άρθρο 4 του Νόμου. Αυτός ο ορισμός τέθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 152(Ι)/00 ημερ. 17.11.00 και καλύπτει επομένως και την περίοδο για την οποία κατηγορούνται οι εφεσείοντες. Όλα τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται στις αντίστοιχες κατηγορίες τιμωρούνται βέβαια με ποινή φυλάκισης άνω του έτους. Κατά το Άρθρο 4
(1), η μετατροπή, μεταβίβαση, μετακίνηση περιουσίας με σκοπό την απόκρυψη ή συγκάλυψη της παράνομης προέλευσης της, η κατοχή και χρησιμοποίηση τέτοιας περιουσίας, η απόκρυψη ή συγκάλυψη της αληθούς φύσης της πηγής, του τόπου, της διάθεσης και της κίνησης των δικαιωμάτων σε σχέση με περιουσία ή την κυριότητα της, εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, σε εκείνες τις ενέργειες που αποτελούν έσοδο από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, εφόσον το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στις ενέργειες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η περιουσία αυτή αποτελεί έσοδο από γενεσιουργό αδίκημα.» Η κατηγορία 18 παραπέμπει στα αδικήματα των κατηγοριών 2, 4, 6, 10 και 12, ενώ η κατηγορία 20 παραπέμπει στα αδικήματα των κατηγοριών 2, 6, 7, 8, 10, 12 και 13. Πριν οτιδήποτε άλλο πρέπει να αναφέρω πως κατά την ταπεινή μου εισήγηση κατηγορία για αδίκημα συγκάλυψης πρέπον είναι να παραπέμπει σε ένα μόνο αδίκημα το οποίο να συναρτάται με ένα μόνο ποσό, δηλαδή έσοδο. Αυτό γιατί η ένοχη διάνοια που στοιχειοθετεί τη διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με έσοδο από διάπραξη συγκεκριμένου γενεσιουργού αδικήματος και κατ΄επέκταση, η συμπερίληψη αριθμού αδικημάτων και εσόδων σε μία κατηγορία ενδέχεται να συνιστά πολλαπλότητα. Παρόλα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.