← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαγτή Μουστάφα Σελεμ, Αρ. Υπόθεσης: 8082/10, 22/1/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαγτή Μουστάφα Σελεμ, Αρ. Υπόθεσης: 8082/10, 22/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8082/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Εναντίον Μαγτή Μουστάφα Σελεμ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον κατηγορούμενο: κ Τ. Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος παρών. ---- ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος για απάτη εναντίον του συμπατριώτη του από την Αίγυπτο και ως αποτέλεσμα αυτής της απάτης ο παραπονούμενος έχει χάσει συνολικά 41000 ευρώ. Το αδίκημα της απάτης με βάση το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα θεωρείται πλημμέλημα και τιμωρείται με ανώτατη προβλεπόμενη ποινή μέχρι τρία χρόνια ποινή φυλάκισης. Το αδίκημα διαπράττεται όποτε πρόσωπο χρησιμοποιεί δόλιο τέχνασμα ή επινόημα για να κλέψει χρήματα ή αντικείμενο αξίας από τον ιδιοκτήτη. Στην παρούσα περίπτωση η απάτη εις βάρος του παραπονούμενου ήταν εκτεταμένη και τα τεχνάσματα που επινόησε ο κατηγορούμενος είχαν σκοπό να κάνουν τον παραπονούμενο να τον εμπιστευθεί για μεγάλο χρηματικό ποσό και να τον κάνει να πιστεύει ότι είχε να κάνει με σοβαρό επιχειρηματία που θα τιμούσε την συναλλαγή αξίας 41000 ευρώ που νόμιζε ο παραπονούμενος ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. Προς αυτό τον σκοπό ο κατηγορούμενος επιστράτευσε τον αδελφό του στην Αίγυπτο να προσεγγίσει και να συνομιλήσει με τον παραπονούμενο που δεν γνώριζε καλά την Κύπρο. Επίσης ο κατηγορούμενος φιλοξένησε τον παραπονούμενο στο σπίτι του για να τον κάνει να νιώθει άνετα και τον πήρε σε αποθήκη εξαρτημάτων για να τον πείσει ότι ήταν σοβαρός επιχειρηματίας. Τέλος του παρέδωσε επιταγή με την αξία της συναλλαγής διά να τον αποπλανήσει και να τον κάνει να πιστεύει ότι τελικά θα του παρέδιδε τα εξαρτήματα που του είχε υποσχεθεί. Όταν εξαντλήθηκε η υπομονή του παραπονούμενου προχώρησε σε προσπάθεια να εξαργυρώσει την επιταγή μόνο για να πληροφορηθεί ότι δεν θα του την εξαργύρωνε η τράπεζα επειδή ο κατηγορούμενος τους είπε ότι δεν είχε υπογράψει ποτέ του τέτοια επιταγή. Αργότερα ο κατηγορούμενος ανέφερε στην αστυνομία ότι η επιταγή είχε κλαπεί. Η τελευταία ενέργεια δείχνει ξεκάθαρα ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να τιμήσει την συμφωνία αλλά είχε την πρόθεση να κρατήσει όλα τα χρήματα που του είχε δώσει ο παραπονούμενος. Μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει κανένα ποσό χρημάτων και έτσι η ζημιά του παραπονούμενου είναι μεγάλη και η ταλαιπωρία και αγανάκτηση του σε σχέση μ' αυτά που έχει υποστεί εξαιτίας της απάτης του κατηγορούμενου είναι μεγάλη. Ο κατηγορούμενος φαίνεται να βασίσθηκε στο γεγονός ότι ο παραπονούμενος είναι αλλοδαπός, που δεν είχε διασυνδέσεις στην Κύπρο ούτε γνωρίζει την γλώσσα, και δεν είχε γραπτές αποδείξεις για την προέλευση των χρημάτων για να πραγματοποιήσει την απάτη εις βάρος του. Τα μετριαστικά στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην παρούσα υπόθεση είναι:

  1. Λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου.
  2. Προσωπικές περιστάσεις. Πρόκειται 54 επιχειρηματία που ασχολείται με το γενικό εμπόριο. Διαμένει μαζί με την σύζυγο του και την ανήλικη κόρη του. Έχει ενήλικη κόρη από προηγούμενο γάμο με την οποία έχει καλή σχέση. Υποφέρει από στομαχικές διαταραχές και προβλήματα υγείας. Κατάγεται από την Αίγυπτο αλλά διαμένει μόνιμα στην Κύπρο τις τελευταίες δεκαετίες.
  3. Καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  4. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή την συμπεριφορά.
  5. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με τα να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη..
  6. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και του τρεις του στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα τον στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχή παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v S Georgiou[1]). Επομένως παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Τα αδίκημα για το οποίο έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος είναι αρκετά σοβαρό με δεδομένο το μεγάλο ποσό χρημάτων που απέσπασε από τον παραπονούμενο και την έκταση της απατηλής του συμπεριφοράς. Είναι αρκετά σοβαρό λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου παρουσιάζει επιβαρυντικά στοιχεία, υπήρχε εκτεταμένη απατηλή συμπεριφορά σε διάφορα στάδια για να προσελκύσει το θύμα, να τον πείσει να αποχωριστεί τα χρήματά του και να τον έχει περικλείσει σε κλοιό δυσμενών καταστάσεων με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη η ανάκτηση των χρημάτων του. Πρόβαλε την θέση ότι η επιταγή ήταν το προϊόν της κλοπής και έτσι δημιούργησε αχρείαστη περιπέτεια και ένταση του παραπονούμενου ο οποίος διεξάγει πολύχρονη και πολυέξοδη μάχη για να αποκατασταθεί. Με την συμπεριφορά του ώθησε τις διωκτικές αρχές στην διερεύνηση ανύπαρκτου αδικήματος σε σχέση με την κλοπή της επιταγής. Θεώρησε ότι ο παραπονούμενος ως αλλοδαπός θα ήταν ανήμπορος να αντιδράσει έναντι της απάτης. Επέδειξε μεγάλο θράσος αφού μέχρι τέλους επέμενε ότι η επιταγή που ο ίδιος εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου ήταν το προϊόν της κλοπής. Επιπρόσθετα, ως επιβαρυντικό στοιχείο θα πρέπει να θεωρηθεί η καταγγελία του κατηγορούμενου εναντίον του παραπονούμενου στην αστυνομία ότι η επιταγή ήταν κλοπιμαία. Όχι μόνο τον εξαπάτησε αλλά φάνηκε τόσο αδίστακτος έναντι του παραπονούμενου που τον εξέθεσε σε αχρείαστη ποινική ανάκριση και όλο αυτό έγινε διά να φοβηθεί ο παραπονούμενος και να μην διεκδικήσει τα χρήματα του. Η χρηματική απώλεια του παραπονούμενου είναι μεγάλη του είδους της απώλειας που θα έχει άμεση συνέπεια στο βιοτικό του επίπεδο. Επομένως η εσκεμμένη και καλοσχεδιασμένη απάτη εναντίον του παραπονούμενου είναι το είδος της συμπεριφοράς που πρέπει να παταχθεί με αυστηρή ποινή. Η μόνη αρμόζουσα ποινή για τέτοιο είδους μεγάλης κλίμακας απάτης είναι φυλάκιση. Πρέπει να σταλεί καθαρά το μήνυμα ότι κανείς δεν μπορεί χωρίς συνέπεια να συμπεριφερθεί μ' αυτόν τον τρόπο σε ανυποψίαστα θύματα κατά την διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών Θα πρέπει να δοθεί δέουσα βαρύτητα στο στοιχείο της αποτροπής του εγκλήματος λόγω της φύσης των ψευδών παραστάσεων και της έκτασης της απάτης που διενήργησε οι κατηγορούμενος εναντίων του θύματος. Ο κατηγορούμενος προχώρησε σε καλά προετοιμασμένη σκευωρία εναντίον του παραπονούμενου για να αποσπάσει από αυτών το συνολικό ποσό των 41000 ευρώ. Έπεισε τον παραπονούμενο ότι ήταν σοβαρός επιχειρηματίας ενώ ποτέ ως εμφαίνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είχε την πρόθεση να διεξάγει πραγματική εμπορική συναλλαγή με τον παραπονούμενο. Αντιθέτως, έστησε παγίδα για να μειώσει τις φυσιολογικές αντιστάσεις του παραπονούμενου ώστε να είναι πρόθυμος να διεξάγει εμπορική συναλλαγή για μεγάλο ποσό χρημάτων. Συνέχισε να παραπλανεί τον παραπονούμενο μετά που του έκλεψε τα χρήματα του και το αποκορύφωμα της απατηλής του συμπεριφοράς ήταν η επινόηση του κατηγορούμενου να ισχυρισθεί ψευδώς ότι ο παραπονούμενος του έκλεψε την επιταγή που ο ίδιος του είχε δώσει ως εξασφάλιση για την πιστή πραγματοποίηση της εμπορικής συναλλαγής που είχε συμφωνηθεί. Αυτή η συναλλαγή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί, σε καμία περίπτωση, ως μία συμφωνία στην οποία προέκυψε αστικής φύσεως διαφορά μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Αφ' ης στιγμής ο κατηγορούμενος κατέφυγε σε ψεύδη σε σχέση με τις συνθήκες έκδοσης της επιταγής είναι ολοφάνερο ότι είχε πρόθεση να κρατήσει τα χρήματα και να αρνηθεί ότι υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία ή γνωριμία με τον παραπονούμενο. Ενόψει τούτου το Δικαστήριο οφείλει να επιβάλει αποτρεπτικής φύσεως ποινή για να προστατεύσει το κοινό από επιτήδειους και διά την διασφάλιση και εγκυρότητα εμπορικών συναλλαγών. Ενδεικτικό της σοβαρότητας αδικημάτων που περιέχουν το στοιχείο της απάτης είναι ποινές φυλάκισης διάρκειας που έχουν επικυρωθεί ακόμη και στην περίπτωση που η ζημιά του θύματος ήταν μικρή. Το εφετείο επικύρωσε διετή ποινή φυλάκισης στην υπόθεση Georgios Chrístou v Police

(1968)2 CLR σε πρόσωπο που απέκτησε αντικείμενα αξίας ΛΚ132.00 με ψευδείς παραστάσεις εκεί όπου προέκυπτε από τα γεγονότα ότι υπήρξε σχεδιασμός στην διάπραξη του αδικήματος. Στην υπόθεση Ιωάννου ν Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 200
(1996)επιβλήθηκε τρίχρονη ποινή φυλάκισης όπου οι ψευδείς παραστάσεις είχαν ως αποτέλεσμα το θύμα απατηλών παραστάσεων να υποστεί μεγάλη χρηματική ζημιά. Το εφετείο αντιμετώπισε αυτούς τους αδικοπραγούντες με ιδιαίτερη αυστηρότητα επειδή αδικήματα που εμπερικλείουν το στοιχείο της απάτης υπονομεύουν συναλλαγές μεταξύ πολιτών και είναι αδικήματα που δεν υποδηλώνουν συναισθηματική φόρτιση αλλά προγραμματισμό και η εκτέλεση τους γίνεται εν ψυχρώ. Η τρίχρονη ποινή φυλάκισης όχι μόνο χαρακτηρίσθηκε ως ορθή αλλά ακόμη και επιεικής. Στην δική μας την περίπτωση υπήρξε μεγάλος βαθμός σχεδιασμού και αδίστακτη συμπεριφορά με στόχο τον παραπονούμενο. Πέραν από την εμφανή σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος προκύπτει ότι αυτά τα αδικήματα διαπράττονται συχνά και εύκολα ενώ τα θύματα δύσκολα μπορεί να αποκατασταθούν από τις δυσμενείς επιπτώσεις μίας καλά στημένης σκευωρίας εναντίον τους που τους έχει επιφέρει τεράστια χρηματική απώλεια. Η συμπεριφορά του κατηγορουμένου είναι τέτοια που ενδείκνυται ποινή φυλάκισης παρά των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου και παρά την ηλικία του. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δεν δικαιολογούν απόκλιση από την ενδεδειγμένη ποινή. Ο κατηγορούμενος μπορεί να έχει συνέπειες στην επιχείρηση του και στην οικογενειακή του ζωή αλλά αυτός ο παράγοντας, αν και θεωρείται μετριαστικός παράγοντας, δεν μπορεί να αλλοιώσει τη φύση της ποινής που θα του επιβληθεί. (βλ. υπόθεση Σούτζιης ν. Δημοκρατίας[2]). Εξάλλου αυτό που οδήγησε τον κατηγορούμενο σ΄ αυτό το σημείο είναι μη τιμιότητα κατά την διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών. Επομένως εάν πληγεί ή εκμηδενισθεί η εμπορική του δραστηριότητα αυτό είναι άμεσο αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς και όχι τόσο πολύ εξαιτίας της τιμωρίας του γι' αυτή την συμπεριφορά. Είναι γεγονός ότι υπάρχει καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής ευθύνη του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6739 και 6740 ημερομηνίας 27 Μαρτίου 2000, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Τσιολής ν Αστυνομίας Ποινική Εφεση 7461 ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2004). Η υπόθεση αυτή δεν ήταν απλή και χωρίς περιπλοκές ως αυτό εμφαίνεται και από τις κατηγορίες και τον όγκο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε στην υπόθεση. Όμως διαπιστώνεται μία αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση και ολοκλήρωση της υπόθεσης που οφείλεται κυρίως στις συστηματικές δυσκολίες γρήγορης εκδίκασης του μεγάλου όγκου όλων των ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αυτή η καθυστέρηση είναι σημαντική διότι ως ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου και από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος δεν έχει διαπράξει άλλο αδίκημα. Όμως η ποινικά κολάσιμη πράξη του κατηγορούμενου αν και φαίνεται να είναι μεμονωμένη είναι της σοβαρότητας και έκτασης που αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει δεν έχουν εξαλείψει την ανάγκη επιβολής της έσχατης της ποινής εξαιτίας των προεκτάσεων της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και τις δυσμενείς και μακρόχρονες συνέπειες του θύματος ο οποίος θα πρέπει να σημειωθεί ότι ταξίδευσε στην Κύπρο αρκετές φορές μέχρι να του δοθεί η ευκαιρία να μαρτυρήσει για τα γεγονότα της υπόθεσης. Ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος, το γεγονός ότι πρόκειται για υπόθεση απάτης με διαστάσεις σοβαρές, δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη του αδικήματος να είναι τέτοιος που να ατονεί η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής και ποινή που αρμόζει ως ορθή τιμωρία για την συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Η καθυστέρηση είναι σημαντική αλλά δεν θεωρώ ότι επιδρά καταλυτικά στην ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Λαμβάνω υπόψη μου την καθυστέρηση αλλά όχι στο βαθμό που να αλλάζει ουσιωδώς το είδος της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί, ήτοι της φυλάκισης. Ούτε θεωρώ ότι δικαιολογείται αναστολή της ποινής. Ο κατηγορούμενος έχει επωφεληθεί ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό για την απάτη που έχει διεξάγει εις βάρος του παραπονούμενου. Δεν έχει επανορθώσει για την ζημιά στο θύμα και η απάτη κατά την διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών είναι φαινόμενο δυστυχώς που συμβαίνει συχνά και που διαβρώνει το επιχειρηματικό κλίμα της Κύπρου. Αφού έλαβα υπόψη όλους τους μετριαστικούς παράγοντες και ειδικά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι οικογενειάρχης και 54 ετών, λευκό ποινικό μητρώο, τη σοβαρότητα του αδικήματος, τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, την ζημιά που έχει προκληθεί στο θύμα, την καθυστέρηση της διαπίστωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου και της ανάγκης διατήρησης της διαφάνειας και τιμιότητας σε εμπορικές συναλλαγές με ποινές που έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 12 μηνών που να αρχίζει από την ημέρα κράτησης του, ήτοι 17 Ιανουαρίου 2013. Έξοδα 305 ευρώ να καταβληθούν από την Δημοκρατία. Τα τεκμήρια κατάσχονται και να καταστραφούν. Υπ.)........... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 22 CLR 147 [2] Ποινική Έφεση 7290, ημερ. 29.9.93. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.