← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14272/2008, 26/2/2013

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14272/2008, 26/2/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14272/2008 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας και

  1. Άρτεμις Τρικωμίτου Τουμαζή
  2. Ανδρέα Γεωργιάδη Κατηγορούμενοι 26 Φεβρουαρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Κυθραιώτου Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κος Αγγελίδης. Π Ο Ι Ν Η Την 17.1.13 η κατηγορουμένη βρέθηκε ένοχη σε 11 κατηγορίες μετά από ακροαματική διαδικασία. Τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχη είναι. κλοπή υπό αντιπροσώπου, δυνάμει του άρθρου 270 (β), κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 7 και 10), κλοπή, δυνάμει των άρθρων 255 και 262, κεφ. 154 (κατηγορία 4), ψευδής καταχώριση σε έγγραφο, δυνάμει του άρθρου 313 (β), κεφ. 154 (κατηγορίες 6, 8 και 12), συγκάλυψης, δυνάμει του Ν.61(Ι)/96 (κατηγορίες 18 και 20) και παρεμπόδιση αστυνομικής έρευνας, δυνάμει του άρθρου 122 (β) κεφ. 154 (κατηγορίες 23 και 24). Οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου στην απόφαση ημερομηνίας 17.1.13 υιοθετούνται, ενώ για σκοπούς εξοικονόμησης χώρου και χρόνου δεν επαναλαμβάνονται. Ό,τι επαναλαμβάνεται εδώ είναι πως οι κατηγορίες αντικατοπτρίζουν τη συμπεριφορά που επέδειξε η κατηγορουμένη κατά την εκτέλεση ευρωπαϊκού προγράμματος που ανέλαβε η Κυπριακή Δημοκρατία. Το αρμόδιο υπουργείο, υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ζήτησε από την κατηγορουμένη να συνδράμει την εκτέλεση του προγράμματος λόγω της κατάρτισης και της εμπειρίας της, και έτσι η κατηγορουμένη ανέλαβε καθήκοντα συντονίστριας και/ή οικονομικής διαχειρίστριας του προγράμματος. Είναι κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων που διέπραξε τα πιο πάνω αδικήματα. Εν συντομία, η κατηγορουμένη διαχειρίστηκε κονδύλι που αναλογούσε στην εκτέλεση του προγράμματος, και το οποίο ανέρχετο σε ΛΚ209.335,
  3. Η καταβολή τούτου έγινε τμηματικά. Υποχρέωσή της, δυνάμει των όρων εντολής της, ήταν η αποζημίωση των συνεργατών του προγράμματος, δηλαδή του λογιστή - ο Ηλίας - και της γραμματέως - η Δέσπω - ως επίσης η διευθέτηση των οφειλών του ξενοδοχείου όπου έλαβαν χώρα οι διάφορες εκδηλώσεις, εν προκειμένω του Hilton. Αν και το υπουργείο έδωσε στην κατηγορουμένη συγκεκριμένα ποσά που όφειλε να καταβάλει στους πιο πάνω, η τελευταία οικειοποιήθηκε μέρος τούτων. Συγκεκριμένα, για κάθε ένα από τους πιο πάνω οικειοποιήθηκε τα ακόλουθα ποσά. ΛΚ9.046,58 που όφειλε να καταβάλει στον Ηλία, ΛΚ9.290,75 που όφειλε να καταβάλει στη Δέσπω, και ΛΚ2.534,66 αναφορικά με το Hilton. Παρεμβάλω εδώ ότι μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος και συγκεκριμένα μετά τον οικονομικό έλεγχο που διενεργήθηκε από το οικονομικό κλιμάκιο της ευρωπαϊκής επιτροπής, η κατηγορουμένη υποστήριξε ότι μέρος των πιο πάνω ποσών το κατέβαλε σε άλλα τρία πρόσωπα, δηλαδή στον Ανδρέα Γεωργιάδη (κατηγορούμενο 2) και στις κυρίες Αρετή Παπαδοπούλου και Κάλλια Σταύρου. Οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν, και εν πάση περιπτώσει οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, φανερώνουν ότι τα τρία αυτά πρόσωπα έλαβαν συγκεκριμένα ποσά, και αυτό παρότι δεν ήταν συμμετέχοντες στο πρόγραμμα δυνάμει της σχετικής συμφωνίας που συνήψε η Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω, οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν ότι η καταβολή οιουδήποτε ποσού σε αυτά τα τρία πρόσωπα ήτο απέλπιδα προσπάθεια της κατηγορουμένης να απαλλαγεί από τις όποιες ποινικές της ευθύνες. Σημειώνεται ότι για κάθε ουσιώδη χρόνο οι κυρίες Αρετή Παπαδοπούλου και Κάλλια Σταύρου ήταν υπάλληλοι στη Συνεργατική Οργανισμός Πρωτοβουλίας Γυναικών, όπου διευθύνων σύμβουλος ήταν η κατηγορουμένη. Περαιτέρω, παρ' ότι η κατηγορουμένη ζήτησε από τις εν λόγω κυρίες να τη βοηθήσουν στην εκτέλεση του προγράμματος, δεν τους ανέφερε ότι θα ήτο επ' αμοιβή. Τούτα τα γεγονότα αφορούν τα αδικήματα κλοπής και κλοπής υπό αντιπροσώπου. Οι δε ενέργειες της κατηγορουμένης μετά τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, γενεσιουργά αδικήματα σύμφωνα με τον Ν.61(Ι)/96, δηλαδή η χρησιμοποίηση τούτων των χρημάτων για ίδιον όφελος ή για πληρωμή τρίτων προσώπων, αποκαλύπτει και τη διάπραξη των αδικημάτων συγκάλυψης. Παρότι δεν κατέβαλε τα πιο πάνω ποσά ως οι οδηγίες του υπουργείου, οδηγίες που προέκυπταν από τη σύμβαση που συνήψε η Κυπριακή Δημοκρατία με την ευρωπαϊκή επιτροπή, της οποίας, σύμβασης, το οικονομικό σκέλος ετοίμασε η κατηγορουμένη και έτσι το περιεχόμενο ήταν σε γνώση της, στη συνέχεια η κατηγορουμένη δήλωσε στο final report ότι στους πιο πάνω κατεβλήθη το σύνολο του ποσού που έπρεπε να καταβληθεί, αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι κατέβαλε τα ποσά που είχε οικειοποιηθεί. Σε αυτή την ενέργεια είναι που εδράζεται η ψευδής καταχώριση. Αναφορικά με το αδίκημα παρεμπόδιση αστυνομικής έρευνας οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου θέλουν την κατηγορουμένη να ζητά από τις κυρίες Αρετή Παπαδοπούλου και Κάλλια Σταύρου να δηλώσουν στην αστυνομία ότι εξ' αρχής γνώριζαν πως θα αμοίβοντο για τις υπηρεσίες τους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι εν λόγω κυρίες ποτέ δεν ενημερώθηκαν για κάτι τέτοιο και περαιτέρω, τούτη η δήλωση της κατηγορουμένης έγινε σε χρόνο που οι δύο κυρίες κλήθηκαν από την αστυνομία για ανάκριση αναφορικά με το επίδικο ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία η κατηγορουμένη κρίθηκε ένοχη είναι πολύ σοβαρά. Όπως έχει νομολογηθεί σταθερός δείκτης αποτίμησης της σοβαρότητας ενός αδικήματος είναι η ανώτατη στο νόμο προβλεπόμενη ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1990)2 Α.Α.Δ. 264). Στη δοσμένη περίπτωση η σοβαρότητα της υπόθεσης επιμαρτυρείται από την ποινή που επισύρουν όλα τα αδικήματα, ιδιαίτερα όμως τα αδικήματα κλοπή υπό αντιπροσώπου (κατά τον ουσιώδη χρόνο η ανώτατη ποινή ήταν 10 έτη φυλάκισης) και συγκάλυψης (η ανώτατη ποινή είναι 14 έτη φυλάκισης). Για ολοκλήρωση αυτής της παραμέτρου του κατηγορητηρίου σημειώνω ότι το αδίκημα κλοπής επισύρει ανώτατη ποινή φυλάκισης 3 έτη, το αδίκημα ψευδής καταχώριση σε έγγραφο 7 έτη και το αδίκημα παρεμπόδιση αστυνομικής έρευνας 3 έτη. Αυτή λοιπόν η ανώτατη ποινή φυλάκισης των επίδικων αδικημάτων είναι ο σταθερός παρονομαστής της σοβαρότητας της υπόθεσης. Πέραν του πιο πάνω, σταθερού κριτηρίου, υπεισέρχεται και άλλη μία μεταβλητή παράμετρος η οποία συνίσταται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει νομολογηθεί, ενίοτε τα γεγονότα που συνιστούν τη διάπραξη ενός σοβαρότατου κατά τα άλλα αδικήματος αποκαλύπτουν τούτη ως τυπική ή ήσσονος σημασίας, και το αντίστροφο, δηλαδή γεγονότα ενός όχι ιδιαιτέρως σοβαρού αδικήματος αναδεικνύουν τη διάπραξη τούτου σε βαρύνουσας σημασίας που επιβάλλει καταστολή και αποτροπή (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 391,402). Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαλανθάνει την προσοχή μου η αναφορά του κου Αγγελίδη ότι η κατηγορουμένη διαχειρίστηκε το σύνολο του πιο πάνω ποσού, ΛΚ209.335,80, και ότι το ποσό που οικειοποιήθηκε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ανέρχεται σε ΛΚ20.871,
  1. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι από αυτό το ποσό η κατηγορουμένη κατέβαλε σε τρίτα πρόσωπα, κατηγορούμενο 2 και Αρετή και Κάλλια, το συνολικό ποσό των ΛΚ 17.
  2. Επιπλέον το ποσό που αφορά το Hilton ΛΚ2.534,66 πιστώθηκε σε τρίτη εταιρεία και συνεπώς ούτε αυτό περιήλθε σε άμεση κατοχή της κατηγορουμένης. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι το συνολικό ποσό των ΛΚ20.504,66 δεν αξιοποιήθηκε από την κατηγορουμένη προσωπικά. Αν και η πιο πάνω θέση προκύπτει από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν παραγνωρίζεται ό,τι αναφέρθηκε πιο πάνω, δηλαδή πως η καταβολή οιουδήποτε ποσού σε κατηγορούμενο 2 και Αρετή και Κάλλια ήτο έσχατη ενέργεια της κατηγορουμένης ώστε να αποποιηθεί και να απαλλαγεί οιονδήποτε ποινικών ευθυνών. Εν ολίγοις, αναμφίβολο είναι ότι στο τέλος της ημέρας το καθαρό οικονομικό όφελος που είχε από τη διάπραξη των αδικημάτων κυμαίνεται από περιορισμένο σε ασήμαντο. Αυτό όμως δεν ακυρώνει την προηγηθείσα συμπεριφορά της καθώς και τη δεδηλωμένη πρόθεση της να οικειοποιηθεί το σύνολο των ποσών που αναφέρονται στις κατηγορίες που κρίθηκε ένοχη. Άλλη μια παράμετρος των γεγονότων της υπόθεσης που αποκαλύπτει τη σοβαρότητα των αδικημάτων είναι πως η κατηγορουμένη έτυχε θερμής και απεριόριστης εμπιστοσύνης από το υπουργείο για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού προγράμματος, ζήτημα υψίστης σημασίας, ώστε να οδηγήσει τη χώρα μας σε επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι η δράσεις του προγράμματος ολοκληρώθηκαν με επιτυχία και έλαβαν τα εύσημα. Εν τούτοις η οικονομική διαχείριση του προγράμματος δεν απέτυχε απλώς, απεκάλυψε και τη διάπραξη σοβαρότατων αδικημάτων. Ως εκ τούτου, αυτή η πτυχή του ευρωπαϊκού προγράμματος απέτυχε παταγωδώς και η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεώθηκε σε επιστροφή της επιχορήγησης της ευρωπαϊκής επιτροπής, επιχορήγηση που ανέρχετο στο 80% του συνολικού ποσού που δαπανήθηκε. Δεν παραβλέπω ότι η αποτυχία του προγράμματος δεν οφείλεται αποκλειστικά στη διάπραξη των αδικημάτων, το οικονομικό κλιμάκιο της ευρωπαϊκής επιτροπής επισήμανε στο υπουργείο και αριθμό άλλων παραβιάσεων της μεταξύ των μερών συμφωνίας, είχε όμως ουσιαστική συμβολή σε αυτή την αποτυχία, και εν πάση περιπτώσει, εξέθεσε τη χώρα μας διεθνώς. Περαιτέρω, το αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου κατέχει προεξάρχουσα θέση στον ποινικό χάρτη της χώρας μας και ο λόγος έγκειται στο ότι συνιστά κατάχρηση της εμπιστοσύνης που επιδεικνύεται στον αδικοπραγούντα από τον παραπονούμενο στα πλαίσια σχέσης που είτε είναι είτε προσομοιάζει σε σχέση εργοδότη με υπαλλήλου. Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αντικατοπτρίζουν αυτήν ακριβώς την εμπιστοσύνη με την οποία το υπουργείο περιέβαλε την κατηγορουμένη. Η δε κατάχρηση τούτης της εμπιστοσύνης δεν περιορίστηκε σε ένα απομονωμένο γεγονός ή σε μια στιγμή στο χρόνο. Το σύνολο των ενεργειών της κατηγορουμένης αποκρυσταλλώνει την πρόθεση της για εδραίωση των ενεργειών της και περαιτέρω, προσπάθεια αποφυγής των όποιων συνεπειών. Για του λόγου το ασφαλές ενδεικτική είναι η ψευδής καταχώριση με την οποία αφέθηκε η εντύπωση ότι οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα έλαβαν το λαβείν τους, η συγκάλυψη των ποσών που οικειοποιήθηκε δια χρησιμοποιήσεως, και τέλος, η προσπάθεια παραπλάνησης της αστυνομικής αρχής με υποβολιμαίες θέσεις στις δύο κοπέλες - Αρετή και Κάλλια - που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήλεγχε λόγω της θέση της στη συνεργατική. Από τη διάπραξη αυτού του τελευταίου αδικήματος, παρεμπόδιση αστυνομικής έρευνας, αποκαλύπτεται, όχι μόνο η προσπάθεια απαλλαγής ποινικών ευθυνών, αλλά και η αποφασιστικότητα του αδικοπραγήσαντα, στη δοσμένη περίπτωση της κατηγορουμένης, να φτάσει στα άκρα. Καταδεικνύει περαιτέρω τις εν γένει αντιλήψεις και το χαρακτήρα του αδικοπραγήσαντα, εφόσον η διάπραξη του αδικήματος παρεμπόδιση αστυνομικής έρευνας δεν περιορίζεται στη διερευνώμενη υπόθεση αφ' εαυτή. Αυτή είναι η μία επίπτωση από τη διάπραξη του αδικήματος. Η άλλη παραπέμπει σε έμμεση προσπάθεια κατάλυσης της έννομης τάξης εφόσον η διατήρηση τούτης οφείλεται στις εύστοχες και συντονισμένες ενέργειες της αστυνομικής αρχής για πάταξη των αδικημάτων. Η απλή και μόνο παρεμπόδιση πλήττει τούτες τις ενέργειες και αφαιρεί από την αστυνομία ένα σημαντικό εφόδιο, ήτοι τη συλλογή πληροφοριών από πολίτες, ενώ εδραίωση του αδικήματος αφήνει την πολιτεία ανοχύρωτη και τον πολίτη στο έλεος της αυθαιρεσίας, της ανομίας και της ατιμωρησίας. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν τη σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων. Η θέση του κου Αγγελίδη πως παρά τη σοβαρότητα ενός αδικήματος η εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, βρίσκει έρεισμα στην υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224,227). Σημειώνεται εν τούτοις ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι, μεταξύ άλλων, ο προηγούμενος έντιμος βίος του αδικοπραγήσαντα, το λευκό ποινικό μητρώο του, η τυχόν μεταμέλεια του, και βεβαίως οι ιδιαίτερες προσωπικές, οικογενειακές και ενίοτε επαγγελματικές του περιστάσεις (βλ. Σουτσιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 424,435). Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω σημειώνω ότι η δέσμη εγγράφων Γ' ενώπιον του Δικαστηρίου σκιαγραφεί τη μέχρι σήμερα προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική πορεία της κατηγορουμένης. Η επαγγελματική καταξίωση της κατηγορουμένης είναι δεδομένη. Σημειώνεται δε ότι τούτη η καταξίωση διαπιστώνεται σε ένα νευραλγικό τομέα όπως είναι ο συνεργατισμός, του οποίου η φύση εργασίας επιβάλλει καθημερινή διαχείριση χρημάτων που κατατίθενται από τρίτα πρόσωπα. Σε αυτό τον τομέα η κατηγορουμένη δραστηριοποιείται από το 2000. Η συμμετοχή της δεν είναι παθητική όπως ούτε ουδέτερη. Αρκετά από τα έγγραφα της δέσμης εγγράφων Γ' αποκαλύπτουν ότι είναι πρωτοπόρος στον τομέα της με ρηξικέλευθες ιδέες που έτυχαν διεθνούς αναγνώρισης. Το 2012 βραβέυτηκε εν προκειμένω με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Προώθησης Επιχειρηματικότητας, το ίδιο έτος το όνομα της φιγουράρισε στο ευρωπαϊκό περιοδικό The Parliament Politics Policy and People magazine, ενώ το 2011, την ημέρα της κοινοπολιτείας, τιμήθηκε από τη βασίλισσα της Αγγλίας στη διοργάνωση Women as Agents of Change. Τέλος, το 2006 ανακηρύχθηκε από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ ως η καλύτερη γυναίκα επιχειρηματίας του έτους. Όλα αυτά αποτελούν ένα μικρό δείγμα των ικανοτήτων, της εκπαίδευσης και της κατάρτισης της κατηγορουμένης. Άλλωστε, και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στην καταδικαστική απόφαση φανερώνουν την εμπιστοσύνη που της υπέδειξε το υπουργείο ακριβώς λόγω της επιτυχούς πορείας που είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όλα τα πιο πάνω δεν περιορίζονται στον επαγγελματισμό της κατηγορουμένης. Φέρουν στην επιφάνεια και άλλη μια διάσταση, εκείνη του χαρακτήρα της κατηγορουμένης. Η κατηγορουμένη, γυναίκα ώριμης ηλικίας, δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο δε προηγούμενος βίος της δεν είναι απλώς ακηλίδωτος και έντιμος, είναι εμπλουτισμένος με διακρίσεις που δεν συνεπάγονται μόνο κατάρτιση αλλά απαιτούν ήθος και χαρακτήρα. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο αναδεικνύεται ο αψεγάδιαστος πρότερος βίος της κατηγορουμένης καθώς ότι η επίδικη υπόθεση δεν στάθηκε ικανή να ανακόψει τις διακρίσεις που της απένειμαν. Σε οικογενειακό επίπεδο σημειώνεται ότι είναι ύπανδρη και μητέρα δύο θυγατέρων. Όλα τα πιο πάνω συνεκτιμήθηκαν και με την άλλη εισήγηση του κου Αγγελίδη, δηλαδή τις επιπτώσεις που δυνατό να έχει η τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης. Όπως αναφέρθηκε, άμεση ποινή φυλάκισης θα την κρατήσει, αδικαιολόγητα, μακριά από την εργασία, και αυτό συνεπάγει σίγουρη απόλυση, ενώ τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης και αναστολής της εκτέλσεσής της, μεταθέτει την απόφαση για το μέλλον της κατηγορουμένης στους ώμους του εφόρου συνεργατικών, ο οποίος δύναται να την αποδεσμεύσει. Όπως έχει νομολογηθεί, παράπλευρες επιπτώσεις από την ποινή, είναι στοιχεία που λαμβάνονται υπόψιν στην επιμέτρηση της ποινής και ενίοτε είναι ικανά να αλλοιώσουν το είδος ή το ύψος τούτης (βλ. Σουτζιής πιο πάνω και Zak & Others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 6). Άλλο ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, έστω περιορισμένα ως επεξηγείται από τη νομολογία, είναι η αποζημίωση του παραπονούμενου, εν προκειμένω της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 248). Από το έγγραφο Β συνάγεται ότι η κατηγορουμένη αποζημίωσε την Κυπριακή Δημοκρατία με το ποσό των €31.331,
  1. Συμπληρώνω εδώ ότι το εν λόγω ποσό είναι εκείνο που διεπιστώθη ότι οικειοποιήθηκε η κατηγορουμένη από τον Ηλία και τη Δέσπω. Αναφορικά με το Hilton, δηλαδή ποσό €4.330,72, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο διεπίστωσε πως μετά τη διάπραξη του αδικήματος η Κυπριακή Δημοκρατία απαίτησε το εν λόγω ποσό από το Hilton, και ακολούθως της επιστράφηκε. Ως εκ των πιο πάνω, σήμερα κανένα ποσό που σχετίζεται με τις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου παραμένει οφειλόμενο. Εν κατακλείδι, ό,τι λαμβάνεται σοβαρά υπόψη είναι ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων. Ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων παραπέμπει στο διάστημα μεταξύ 2004 με
  2. Το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε το 2008 ενώ η ακροαματική διαδικασία άρχισε τον Ιούλιο του 2010 και ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του
  3. Σήμερα, 2½ έτη μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, 4½ έτη μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου και 5 ½ και πλέον έτη μετά την τελευταία ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Ως προς τη σημασία του χρόνου που διαρρέει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στην ημερομηνία επιβολής ποινής, σχετική είναι η υπόθεση Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365,369. Όπως λέχθηκε εκεί. «Είναι γεγονός ότι υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Αβρααμίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617) με βάση την οποία η καθυστέρηση στην καταχώριση μιας υπόθεσης εναντίον ενός προσώπου και/ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αποτελούν σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της ποινής αναφορικά με το είδος αυτής, αλλά και μετατροπή της ποινής που κανονικά θα επιβάλλετο αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση. Για παράδειγμα ενώ η ποινή φυλάκισης κάτω από κανονικές συνθήκες θα ήταν η αρμόζουσα, ενόψει της καθυστέρησης αυτή δεν θα έπρεπε να επιβληθεί ούτως ώστε να ήταν κατάλληλη και επαρκής άλλη ποινή, για παράδειγμα η χρηματική». Στη δοσμένη περίπτωση ο χρόνος που παρήλθε αποκαλύπτει ότι η κατηγορουμένη ουδεμία άλλη εμπλοκή είχε με διάπραξη αδικήματος, στοιχείο που συναρτάται με τη σημασία του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, τουλάχιστον στην έκταση που άπτεται αποτροπής και τιμωρίας της κατηγορουμένης. Περαιτέρω, στο μεσοδιάστημα η κατηγορουμένη έγινε δέκτης και νέων τιμητών διακρίσεων, συνεχίζοντας έτσι από εκεί που σταμάτησε πριν τη διάπραξη των αδικημάτων. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, και χωρίς να παραγνωρίζω ότι τουλάχιστον τα αδικήματα κλοπής και κλοπής υπό αντιπροσώπου τελούν σε έξαρση και συνεπώς επιβάλλεται καταστολή, καθοδήγηση άντλησα από τις υποθέσεις Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 701, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 602, Akter v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 86 και Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.
  1. Δυνάμει όλων των πιο πάνω, έχω την αίσθηση ότι μοναδική αρμόζουσα ποινή δεν είναι άλλη από ποινή φυλακίσεως. Ως εκ τούτου στην κατηγορουμένη επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορίες 2, 7 και 10: ποινή φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε κατηγορία Κατηγορία 4: καμία ποινή εφόσον οι λεπτομέρειες της αποτελούν μέρος των λεπτομερειών της κατηγορίας 2 Κατηγορίες 6,8 και 12: ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε κάθε κατηγορία Κατηγορίες 23 και 24: ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε κατηγορία Κατηγορία 20: ποινή φυλάκισης 12 μηνών Κατηγορία 18: καμία ποινή εφόσον οι λεπτομέρειες της αποτελούν μέρος των λεπτομερειών της κατηγορίας
  2. Οι ποινές να συντρέχουν. Ζητήθηκε όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλακίσεως εξεταστεί ενδεχόμενο αναστολής εκτελέσεως τούτης. Καθοδήγηση εν προκειμένω αντλώ από τις αποφάσεις Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 339, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22 και βεβαίως Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ό,τι προανέφερα. Αυτή η έκφανση της διερεύνησης καθορίζεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης. Ζητούμενο είναι το κατά πόσο υπάρχει περιθώριο χορήγησης στην κατηγορουμένη δεύτερης ευκαιρίας. Έχω την αίσθηση όλα τα πιο πάνω ορώμενα υπό το φως του λευκού ποινικού μητρώου της κατηγορουμένης, των οικογενειακών της περιστάσεων, και του χρόνου που παρήλθε και δη υπό το φως του ότι σε αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα δεν διέπραξε οιονδήποτε άλλο αδίκημα, όπως και του πρότερου έντιμου βίου της με όλες τις τόσες διακρίσεις, καταλήγω ότι η παρούσα είναι αρμόζουσα περίπτωση για θετική αντιμετώπιση του αιτήματος αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε για χρονικό διάστημα 3 ετών. Ως εκ των πιο πάνω η επιβληθείσα ποινή αναστέλλεται για τρία έτη από σήμερα. (Επεξηγείται η έννοια της αναστολής). Η κατηγορουμένη να καταβάλει και τα έξοδα της διαδικασίας ήτοι €
  2. (Υπ.) .................................... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.