Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Γεώργιου Γράβαρη, Αρ. Υπόθεσης: 1136/2010, 2/4/2013 prothesi ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1136/2010 Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Κατήγορος εναντίον Γεώργιου Γράβαρη Κατηγορουμένου --------------------- Ημερομηνία: 2 Απριλίου, 2013 Για την Κατήγορο : κα Γ. Γεωργίου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Γ. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για εξασφάλιση πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα, κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 και των άρθρων 29 και 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 22.11.2007 στη Λευκωσία, ενώ είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και δεν είχε αποκατασταθεί, εξασφάλισε πίστωση και/ή δάνειο εκ €7.688,71 - Λ.Κ. 4.500 από την ιδιώτη κατήγορο-παραπονούμενη τράπεζα, χωρίς να την πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας. Η ιδιώτης κατήγορος-παραπονούμενη τράπεζα για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις μάρτυρες και κατατέθηκαν δώδεκα τεκμήρια. Ως πρώτη μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε η κα Ελένη Κέκκου (Μ.Κ. 1), Πρωτοκολλητής στο Τμήμα Πτωχεύσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία έχει υπό τη φύλαξή της τον φάκελο της αίτησης πτώχευσης με αρ. 28/94 που υπέβαλε ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ ως πιστωτής εναντίον του Κατηγορουμένου ως οφειλέτη. Η Μ.Κ. 1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πιστό αντίγραφο του Διατάγματος Παραλαβής που εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον του Κατηγορουμένου στις 13.6.1994 στα πλαίσια της προαναφερόμενης αίτησης, δυνάμει του οποίου ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε Διαχειριστής της περιουσίας του. Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε πιστό αντίγραφο του Διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 12.1.1995 δια του οποίου ο Κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση. Η Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι δεν έχει καταχωριστεί οποιαδήποτε αίτηση αποκατάστασης. Σημειώνω ότι η Μ.Κ. 1 δεν αντεξετάστηκε, ενώ δηλώθηκε από τις δύο πλευρές (και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο) ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι πτωχεύσας. Η κα Λυδία Ασλανίδου (Μ.Κ. 2), η οποία εργάζεται στην παραπονούμενη τράπεζα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το πιστοποιητικό σύστασης της Hellenic Bank Ltd ως εταιρείας το 1974, καθώς και ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματός της στη σημερινή της ονομασία. Περιέγραψε δε τα καθήκοντά της ως Λειτουργός Δανειοδοτήσεων στο υποκατάστημα της τράπεζας στη Λεωφόρο Αθαλάσσας. Ανέφερε περαιτέρω ότι στις 2.8.2007 ο Κατηγορούμενος μετέβη στο εν λόγω υποκατάστημα, υπέβαλε αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού και υπέγραψε τα αναγκαία προς τούτο έγγραφα (Τεκμήριο 5 η σχετική δέσμη εγγράφων) ενώ στις 22.11.2007 υπέγραψε Συμφωνία Δανείου για Λ.Κ. 4.500 ως πρωτοφειλέτης με δύο εγγυητές (Τεκμήριο 6 η συμφωνία δανείου, την οποία η Μ.Κ. 2 υπέγραψε ως μάρτυρας). Ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το δάνειο που είχε εξασφαλίσει από την τράπεζα και συνεπώς καταχωρίστηκε αγωγή εναντίον του με αρ. 6266/2009 για την εν λόγω οφειλή (Τεκμήριο 7). Στη συνέχεια, οι δικηγόροι της τράπεζας την πληροφόρησαν, κατόπιν έρευνας, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας (Τεκμήριο 8 η επιστολή των δικηγόρων ημερ. 26.11.2009). Η Μ.Κ. 2 πρόσθεσε ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας δανείου, οι λειτουργοί της τράπεζας δεν είχαν πρόσβαση σε κάποιο σύστημα (όπως το σύστημα «Άρτεμις» που υπάρχει σήμερα) για να ελέγξουν κατά πόσο ένας υποψήφιος πελάτης είναι πτωχεύσας και συνεπώς βασίζονταν στην καλή πίστη των πελατών να τους αποκαλύπτουν τέτοια στοιχεία. Η Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν τους είχε αναφέρει ότι ήταν πτωχεύσας, και ότι εάν γνώριζε κάτι τέτοιο η τράπεζα δεν θα προχωρούσε στο άνοιγμα λογαριασμού, αλλά ούτε και στη σύναψη συμφωνίας δανείου. Κατά την αντεξέταση, η Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι πριν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, πήρε συνέντευξη από τον Κατηγορούμενο κατά την οποία του ζήτησε τα προσωπικά, οικονομικά και περιουσιακά του στοιχεία, τα οποία η Μ.Κ. 2 κατέγραψε σε ειδικό έντυπο εσωτερικής χρήσης της τράπεζας, το οποίο ο Κατηγορούμενος υπέγραψε. Η Μ.Κ. 2 δεν είχε στην κατοχή της το εν λόγω έντυπο, καθότι στη συνέχεια τα στοιχεία περάστηκαν στη βάση δεδομένων που διατηρεί η τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή. Διευκρίνισε ότι το έντυπο δεν περιείχε ευθεία ερώτηση κατά πόσο ο πελάτης είναι πτωχεύσας ή κατά πόσο υπάρχει διάταγμα παραλαβής, ενώ σήμερα περιέχεται τέτοια ερώτηση στο έντυπο που χρησιμοποιείται. Υπήρχαν όμως ερωτήσεις σε σχέση με το κατά πόσο εκκρεμούσαν υποθέσεις εναντίον του στο Δικαστήριο και με το κατά πόσο ήταν εγγυητής οφειλών τρίτων προσώπων. Σε ερώτηση κατά πόσο γνωρίζει την έννοια του διατάγματος παραλαβής, η Μ.Κ. 2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει επακριβώς. Σε υποβολές της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος την πληροφόρησε ότι είχε αρκετά προβλήματα με τράπεζες ως εγγυητής τρίτου προσώπου, και ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον του, η Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι δεν θυμάται να της είχε λεχθεί κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με την Μ.Κ. 2, ο Κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι είχε δύο παιδιά στην Ελλάδα σε σχέση με τα οποία είχε κάποιες υποχρεώσεις, αλλά δεν της ανέφερε οτιδήποτε για οικονομικές υποχρεώσεις στην Κύπρο ως εγγυητής τρίτου προσώπου. Αντίθετα, είχε αναφέρει ότι είχε δύο εργασίες στην Κύπρο κατά τον επίδικο χρόνο. Όσον αφορά το κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε νέα συνεργασία μεταξύ της τράπεζας και του Κατηγορουμένου μετά από το επίδικο δάνειο, όπως τυχόν έκδοση πιστωτικής κάρτας ή άνοιγμα νέου λογαριασμού, η Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει, καθότι η υπόθεση μεταφέρθηκε από τις 15.6.2008 στη νομική υπηρεσία της τράπεζας και δεν έχει πλέον πρόσβαση. Η Μ.Κ. 2 κατέθεσε περαιτέρω ότι υπάρχει πιθανότητα ο Κατηγορούμενος να κατέχει «προπληρωμένη» κάρτα της τράπεζας (αλλά όχι πιστωτική κάρτα), γεγονός το οποίο δεν έχει σχέση με την παροχή πίστωσης εφόσον ακριβώς προπληρώνεται. Αναφορικά με την υποβολή της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος την είχε ενημερώσει ότι υπήρχε διάταγμα παραλαβής εναντίον του από το 1994 και ότι ρωτούσε να μάθει κατά πόσο υπάρχει παραγραφή επειδή έλειπε από τον Κύπρο για 10 χρόνια, η Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση δεν θυμόταν να είχαν αναφερθεί τέτοια πράγματα. Εάν είχε λεχθεί κάτι τέτοιο, θα ενημέρωνε αμέσως τον διευθυντή της για οδηγίες πώς να χειριστεί την περίπτωση. Ο κ. Στέλιος Κωνσταντίνου (Μ.Κ. 3), διευθυντής στο υποκατάστημα της παραπονούμενης τράπεζας στη Λεωφόρο Αθαλάσσας, κατέθεσε ότι ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον ίδιο και την Μ.Κ. 2 στο εν λόγω υποκατάστημα τον Αύγουστο του 2007 και ζήτησε να του ανοιχθεί τρεχούμενος λογαριασμός και πιστωτική κάρτα με όριο. Υπεγράφη η δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 5 για το άνοιγμα του λογαριασμού, καθώς και αίτηση για την κάρτα (Τεκμήριο 10), η οποία εγκρίθηκε με όριο Λ.Κ. 1.
- Όλα τα έγγραφα φέρουν τόσο την υπογραφή του Κατηγορουμένου όσο και των Μ.Κ. 2 και
- Κατά τον Νοέμβριο του 2007 ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε εκ νέου την τράπεζα και ζήτησε δάνειο εκ Λ.Κ. 4.500 για να εξοφλήσει το υπόλοιπο της πιστωτικής του κάρτας, καθώς και για να καλύψει κάποια προσωπικά του έξοδα. Ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού του Κατηγορουμένου, η οποία κατά τις 30.6.2012 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €3.163,11 (Τεκμήριο 9), καθώς και κατάσταση του λογαριασμού κάρτας, η λειτουργία της οποίας τερματίστηκε στις 27.11.2007 (Τεκμήριο 11). Στις 23.11.2007 χρησιμοποιήθηκε μέρος του προϊόντος του δανείου που παραχωρήθηκε στον Κατηγορούμενο, ήτοι Λ.Κ. 2.098,28 (€3.585.12) από τις Λ.Κ. 4.500 (€7.688.71), προς εξόφληση της οφειλής του Κατηγορουμένου με βάση την εν λόγω πιστωτική κάρτα. Εν τούτοις, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να χρησιμοποιεί την κάρτα για λίγες μέρες, συσσωρεύοντας συναλλαγές ύψους Λ.Κ.1.
- Ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 την κατάσταση λογαριασμού που αφορά το δάνειο το οποίο παραχωρήθηκε στις 22.11.2007, βάσει της οποίας το υπόλοιπο κατά τις 30.6.2012 ανερχόταν στο ποσό των €12.190,
- Πρόσθεσε ότι εκτός από την πιστωτική κάρτα, είχε παραχωρηθεί στον Κατηγορούμενο και κάρτα Electron, η οποία ήταν συνδεδεμένη με τον τρεχούμενο λογαριασμό του, η ισχύς της οποίας έληξε με τον τερματισμό του τρεχούμενου λογαριασμού. Ο Μ.Κ. 3 ανέφερε επιπλέον ότι το δάνειο έπρεπε να πληρώνεται με δόσεις εκ Λ.Κ. 142 μηνιαίως από 31.12.
- Παρά ταύτα, ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις δόσεις του, ενώ κατέβαλε μόνο μία φορά ένα ποσό εκ €750 στις 29.9.
- Μετά την αποστολή επιστολής τερματισμού όλων των λογαριασμών, ο Κατηγορούμενος είχε δύο συναντήσεις με τον Μ.Κ. 3, στις οποίες υποσχέθηκε να διευθετήσει τις υποχρεώσεις του, πλην όμως ουδέποτε το έπραξε. Όσον αφορά τα διατάγματα παραλαβής και πτώχευσης Τεκμήρια 1 και 2, ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξή τους μετά την παραλαβή σχετικής επιστολής από τους δικηγόρους της τράπεζας περί το τέλος του 2009 (Τεκμήριο 8), εφόσον ο Κατηγορούμενος ουδέποτε ενημέρωσε το προσωπικό της τράπεζας ότι είναι πτωχεύσας. Ο Μ.Κ. 3 ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να πραγματοποιεί οποιεσδήποτε δοσοληψίες σχετικά με τους λογαριασμούς του, ενώ κατά το 2012 επισκέφθηκε την τράπεζα και επιχείρησε να εξαργυρώσει μία επιταγή, παρά το ότι δεν εδικαιούτο καθότι είναι πτωχεύσας. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Κ. 3 διευκρίνισε ότι κατά τον Νοέμβριο του 2007 ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον ίδιο στο γραφείο του, στην παρουσία της Μ.Κ. 2, και ζήτησε τη χορήγηση του προαναφερόμενου δανείου. Έγινε ένα μέρος της αναγκαίας συνέντευξης και ακολούθως ο Κατηγορούμενος και η Μ.Κ. 2 μετέβησαν στο γραφείο της τελευταίας και συνεχίστηκε η συνέντευξη- ολοκληρώθηκε η διαδικασία. Ο Μ.Κ. 3 δέχθηκε ότι είναι πιθανόν ο Κατηγορούμενος να κατέχει προπληρωμένη κάρτα της τράπεζας, πλην όμως τόνισε ότι αυτό δεν αποτελεί καμία μορφή πίστωσης, κάτι που δεν θα αποδεχόταν η τράπεζα από τη στιγμή που πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους της ότι ο Κατηγορούμενος είναι πτωχεύσας. Επεξήγησε ότι η προπληρωμένη αυτή κάρτα είναι ανώνυμη εφόσον φέρει μόνο αριθμό και οποιοσδήποτε μπορεί να την αγοράσει από το ταμείο της τράπεζας, χωρίς να γίνεται έλεγχος στο αρχείο πτωχευσάντων, εφόσον ο αγοραστής θα καταβάλει το σχετικό ποσό της κάρτας, η οποία στη συνέχεια μπορεί να δοθεί σε τρίτους ως δώρο. Ο Μ.Κ. 3 δέχθηκε ότι δεν περιέχεται οποιαδήποτε ερώτηση για την ύπαρξη διατάγματος παραλαβής ή πτώχευσης στα έγγραφα της τράπεζας που υπέγραψε ο Κατηγορούμενος για την παραχώρηση του δανείου. Πρόσθεσε ότι εάν ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει στον ίδιο ή την Μ.Κ. 2 ότι ήταν πτωχεύσας δεν υπήρχε περίπτωση να προχωρούσαν με το άνοιγμα λογαριασμού και ιδιαίτερα με την παραχώρηση του δανείου, εφόσον οι Κανονισμοί της τράπεζας το απαγορεύουν. Ο Μ.Κ. 3 επεξήγησε την έννοια του διατάγματος παραλαβής και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο η Μ.Κ. 2 γνώριζε την έννοια αυτή κατά το 2007, αλλά σε περίπτωση που θα της είχε αναφέρει κάτι τέτοιο ο Κατηγορούμενος και δεν γνώριζε τι σημαίνει, θα έπαιρνε οδηγίες από τον ίδιο τον Μ.Κ. 3 και σε καμία περίπτωση δεν θα προχωρούσε με το δάνειο, κάτι που δεν συνέβη, εφόσον ο Κατηγορούμενος δεν αναφέρθηκε καθόλου στο θέμα. Θεωρεί ότι η πρόθεση του Κατηγορουμένου να ξεγελάσει την τράπεζα για να του παραχωρήσει το δάνειο καταδεικνύεται και από την μετέπειτα συμπεριφορά του, όταν δεν προέβαινε σε πληρωμές των συμφωνημένων δόσεων του δανείου, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της τράπεζας και τις υποσχέσεις του ίδιου του Κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ. 3 δήλωσε περαιτέρω ότι η πίστωση των Λ.Κ. 4.500 με την παραχώρηση δανείου έγινε στις 23.11.2007 όταν πιστώθηκε το εν λόγω ποσό στον τρεχούμενο λογαριασμό του Κατηγορουμένου, κατόπιν σύναψης σχετικής συμφωνίας δανείου ημερ. 22.11.
- Στις 23.11.2007 ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε μέρος του ποσού του δανείου για την αποπληρωμή της οφειλής του από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας, ενώ έκανε ανάληψη του υπολοίπου στις 26.11.2007 από τον τρεχούμενο. Όσον αφορά την κατάσταση του λογαριασμού του δανείου Τεκμήριο 9, ο Μ.Κ. 3 επεξήγησε ότι οι καταγραφές ποσών κάτω από τη στήλη «Πίστωση» οι οποίες φέρουν το σήμα «-» δεικνύουν χρεώσεις και αρνήθηκε σθεναρά την υποβολή της Υπεράσπισης ότι οι καταχωρίσεις αυτές αφορούν ποσά που κατέβαλε ο Κατηγορούμενος, εφόσον η μοναδική πληρωμή στην οποία προέβη ήταν €750 στις 29.9.
- Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωσή του ανέφερε ότι κατά τη συνάντησή του με την Μ.Κ. 2 της ανέφερε απερίφραστα ότι υπάρχει διάταγμα παραλαβής που εκκρεμεί από το
- Θεώρησε ότι η συγκεκριμένη αναφορά ήταν επιβεβλημένη και δεν είχε σε καμία περίπτωση σκοπό να αποκρύψει την ύπαρξη του διατάγματος. Πρόσθεσε ότι δεν είναι δικηγόρος και δεν ήταν βέβαιος εάν το διάταγμα παραλαβής από το 1994 εξακολουθούσε να έχει «τις ίδιες συνέπειες» για τον ίδιο και συνεπώς ανέφερε την ύπαρξή του στην Μ.Κ. 2 για να μη δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στο συγκεκριμένο υποκατάστημα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με τις εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, σημειώνω ότι η μαρτυρία της Πρωτοκολλητού Μ.Κ. 1 ήταν τυπικής φύσεως, εφόσον κατέθεσε το Διάταγμα Παραλαβής και το Διάταγμα Πτώχευσης που εκδόθηκαν εναντίον του Κατηγορουμένου στις 13.6.1994 και στις 12.1.1995 αντίστοιχα, και επιβεβαίωσε παράλληλα ότι δεν υπάρχει στον φάκελο της υπόθεσης οποιαδήποτε αίτηση αποκατάστασης. Εξάλλου, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε εφόσον δεν αντεξετάστηκε, ενώ δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πτώχευση. Από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2 αποκόμισα την εντύπωση ότι πρόκειται για άτομο το οποίο εκτελεί τα καθήκοντά του με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Κατέθεσε με σαφήνεια τη διαδικασία που ακολουθήθηκε μετά το αίτημα του Κατηγορουμένου για δάνειο στις 22.11.2007 και τη σωρεία ερωτήσεων που του υπέβαλε πριν προχωρήσει. Ήταν δε απόλυτα ειλικρινής ότι στο έντυπο που χρησιμοποίησε κατά τη συνέντευξη που έλαβε από τον Κατηγορούμενο πριν από τη σύναψη της συμφωνίας δανείου δεν περιεχόταν ευθεία ερώτηση για την ύπαρξη διατάγματος παραλαβής ή πτώχευσης, πλην όμως διευκρίνισε ότι είχε ερωτήσει τον Κατηγορούμενο σε σχέση με τα προσωπικά, οικονομικά και περιουσιακά του στοιχεία, καθώς και σε σχέση με τις όποιες οικονομικές του υποχρεώσεις, είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής, και την τυχόν ύπαρξη υποθέσεων εναντίον του στο Δικαστήριο. Ενδεικτικό του ότι υπήρξε ειλικρινής σε σχέση με τα όσα της αναφέρθηκαν από τον Κατηγορούμενο κατά τη συνέντευξη αποτελεί το γεγονός ότι θυμόταν με αρκετή λεπτομέρεια τα όσα της είχε αναφέρει σε σχέση με τις οικογενειακές και οικονομικές υποχρεώσεις του στην Ελλάδα και τις εργασίες του στην Κύπρο. Συνεπώς αποδέχομαι τη θέση της ότι εάν της είχε αναφερθεί οτιδήποτε σε σχέση με το θέμα της πτώχευσης/παραλαβής, όχι μόνο θα το θυμόταν και θα το ανέφερε στο Δικαστήριο, αλλά θα το είχε αναφέρει και κατά τον επίδικο χρόνο στον διευθυντή της, Μ.Κ.
- Επεξήγησε δε δεόντως τον λόγο για τον οποίο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση των λογαριασμών του Κατηγορουμένου, εφόσον μετά από την μεταφορά της υπόθεσης από το υποκατάστημα στη νομική υπηρεσία της τράπεζας, η ίδια έπαυσε να έχει πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες. Όσον αφορά το γεγονός ότι η Μ.Κ. 2 δεν φαίνεται να γνώριζε την ακριβή νομική έννοια του διατάγματος παραλαβής, σημειώνω ότι αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία της. Εξάλλου, η ουσία της υπόθεσης δεν αφορά τις όποιες εξειδικευμένες γνώσεις της Μ.Κ. 2 περί διαταγμάτων παραλαβής, αλλά το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πληροφορήσει την τράπεζα ότι ήταν πτωχεύσας κατά τον χρόνο που εξασφάλισε το δάνειο. Ο Μ.Κ. 3 επίσης μου δημιούργησε πολύ θετική εντύπωση, εφόσον κατέθεσε με σαφήνεια και αντικειμενικότητα τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε ουσιαστικά σε οποιοδήποτε σημείο. Γνώριζε πολύ καλά τη σημασία της ύπαρξης διατάγματος παραλαβής και πτώχευσης και ήταν κατηγορηματικός ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο στον ίδιο, ενώ εάν είχε λεχθεί κάτι τέτοιο στη Μ.Κ. 2 επίσης θα το είχε πληροφορηθεί αμέσως. Ήταν εξίσου κατηγορηματικός ότι εάν ο Κατηγορούμενος είχε πληροφορήσει δεόντως την τράπεζα για την ύπαρξη του διατάγματος πτώχευσης, δεν θα προχωρούσε στην παραχώρηση του δανείου, εφόσον κάτι τέτοιο θα αντέβαινε τους Κανονισμούς της τράπεζας. Όσον αφορά το ενδεχόμενο η τράπεζα, αφότου πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους της ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας, να του παραχώρησε προπληρωμένη κάρτα, ο Μ.Κ. 3 επεξήγησε με ιδιαίτερη σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παραχώρηση οποιασδήποτε μορφής πίστωσης, εφόσον η κάρτα προπληρώνεται από τον αγοραστή, είναι ανώνυμη και μπορεί να δοθεί ως δώρο σε τρίτο πρόσωπο. Συνεπώς η τυχόν αγορά τέτοιας κάρτας από τον Κατηγορούμενο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να στηρίξει τη θέση της Υπεράσπισης ότι η τράπεζα εξακολουθούσε να συνεργάζεται με τον Κατηγορούμενο και μετά το 2009, αφότου πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους της ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας. Άλλωστε, η θέση αυτή της Υπεράσπισης παρέμεινε παντελώς μετέωρη και ατεκμηρίωτη, καθότι σε καμία περίπτωση δεν καταδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου η ύπαρξη τέτοιας συνεργασίας. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπόψη ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφόσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία. Όπως αναφέρεται στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 στη σελίδα 46, «η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου συνεξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη» [1]. Στην ουσία, η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία [2]. Δεν πρέπει, βεβαίως, να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής από την επιλογή αυτή. Η υποχρέωση παραμένει πάντοτε στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με την παρουσίαση ικανοποιητικής και αξιόπιστης μαρτυρίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, και ειδικότερα τη μαρτυρία των Μ.Κ. 1, 2 και 3, η οποία δεν κλονίστηκε ουσιωδώς και την οποία έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη και αληθινή, θεωρώ ότι η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου, με την οποία δηλώνει ότι είχε αναφέρει στην Μ.Κ. 2 ότι υπάρχει διάταγμα παραλαβής εναντίον του από το 1994 και δεν είχε σκοπό να αποκρύψει το γεγονός, εφόσον δεν γνώριζε κατά πόσο εξακολουθούσε να έχει «τις ίδιες συνέπειες» για τον ίδιο και δεν ήθελε να δημιουργήσει «πρόβλημα στο συγκεκριμένο υποκατάστημα», σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί ώστε να πείσει για το βάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών. Είναι δε παράδοξο από τη μία να επικαλείται τον χρόνο που παρήλθε από την έκδοση του διατάγματος παραλαβής για να ενισχύσει τη θέση του ότι αποκάλυψε το γεγονός στη Μ.Κ. 2 και διερωτάτο μάλιστα κατά πόσο εξακολουθούσε να ισχύει, και από την άλλη να μην έχει λάβει κανένα μέτρο μέχρι και σήμερα, για αποκατάσταση. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η τράπεζα είχε καταχωρίσει αγωγή εναντίον του Κατηγορουμένου για την οφειλή του με βάση το δάνειο που εξασφάλισε και δεν αποπλήρωσε, η οποία δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσει όταν ανακαλύφθηκε το γεγονός της πτώχευσης. Ο δε Κατηγορούμενος εξακολουθεί να είναι πτωχεύσας και να μην έχει λάβει οποιοδήποτε μέτρο αποκατάστασης, παρά το τεράστιο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την έκδοση του διατάγματος, και παρά τα όσα προτάθηκαν από την πλευρά του για να δώσουν την εικόνα ότι η πτώχευση δεν αφορούσε ουσιαστικά χρέη του ιδίου, αλλά εγγύηση που παρείχε σε τρίτο πρόσωπο, ο οποίος τον οδήγησε σε «περιπέτειες». Σημειώνω επιπλέον ότι ήταν ιδιαίτερα εμφανής η προσπάθεια της Υπεράσπισης να αποπροσανατολίσει από την ουσία της υπόθεσης, δίδοντας συνεχώς έμφαση στη φράση «διάταγμα παραλαβής», για να στηρίξει τη θέση ότι η ύπαρξη του διατάγματος αναφέρθηκε στη Μ.Κ. 2, αλλά αυτή δεν γνώριζε τι σημαίνει και για αυτό δεν έδωσε σημασία. Η προσπάθεια αυτή φανερώθηκε αρχικά κατά την αντεξέταση της Μ.Κ. 2, αλλά ιδιαίτερα από την παράδοξη επιλογή του Κατηγορουμένου να χρησιμοποιήσει κατά την ανώμοτη δήλωσή του τη φράση «διάταγμα παραλαβής» αντί τη λέξη «πτώχευση» ή τη φράση «είμαι πτωχεύσας», η οποία θα ήταν η λέξη ή η φράση που θα αναμενόταν να χρησιμοποιούσε ένας μέσος άνθρωπος που δεν είναι νομικός. Εξάλλου, αυτή η προσπάθεια παραγνωρίζει το γεγονός ότι μετά από την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, εκδόθηκε το διάταγμα πτώχευσης και έκτοτε, ήτοι από 12.1.1995, ο Κατηγορούμενος τελεί υπό πτώχευση, ένα γεγονός το οποίο προφανώς δεν αποκάλυψε στην παραπονούμενη τράπεζα όταν ζήτησε δάνειο στις 22.11.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε πειστικό από το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του Κατηγορουμένου . Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, την αξιολόγησή της και όλα τα πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 13.6.1994 το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε, στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης αρ. 28/94 του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ ως πιστωτή εναντίον του Κατηγορουμένου ως οφειλέτη, Διάταγμα Παραλαβής εναντίον του Κατηγορουμένου και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του (Τεκμήριο 1). Στις 12.1.1995 το Ε.Δ. Λευκωσίας, στα πλαίσια της ίδιας αίτησης και κατόπιν αιτήματος του Επίσημου Παραλήπτη, κήρυξε τον Κατηγορούμενο σε πτώχευση (Τεκμήριο 2). Κατά τις αρχές Αυγούστου 2007 κατόπιν αιτήματος του Κατηγορουμένου προς την παραπονούμενη τράπεζα, στο υποκατάστημα Λεωφόρου Αθαλάσσας, ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός και παραχωρήθηκε πιστωτική κάρτα με όριο Λ.Κ. 1.000 (Τεκμήρια 5 και 10 δέσμη εγγράφων που υπογράφηκαν για τον λογαριασμό και την κάρτα). Στις 22.11.2007 ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε εκ νέου την τράπεζα και ζήτησε να του παραχωρηθεί δάνειο εκ Λ.Κ. 4.500 για να εξοφλήσει το τότε υπόλοιπο της πιστωτικής του κάρτας και για να καλύψει κάποια προσωπικά του έξοδα. Δεν ανέφερε, είτε στον διευθυντή του υποκαταστήματος Μ.Κ. 3 είτε στη Λειτουργό Δανειοδοτήσεων Μ.Κ. 2 που πήρε συνέντευξη από αυτόν για σκοπούς της δανειοδότησης, ότι ήταν πτωχεύσας. Την ίδια μέρα η παραπονούμενη τράπεζα προχώρησε στη σύναψη Συμφωνίας Δανείου με τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 6) και την επόμενη μέρα 23.11.2007 πίστωσε τον λογαριασμό του Κατηγορούμενου με το ποσό της δανειοδότησης εκ Λ.Κ. 4.
- Ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το ποσό αυτό για την εξόφληση του μέχρι τότε χρεωστικού υπολοίπου του από τη χρήση της πιστωτικής κάρτας και έκανε ανάληψη του υπόλοιπου ποσού. Ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλλε τις συμφωνημένες δόσεις εκ Λ.Κ. 142 μηνιαίως από 31.12.2007 για την πληρωμή του δανείου. Στις 29.9.2008 καταβλήθηκε το ποσό των €750 έναντι της οφειλής του Κατηγορουμένου με βάση τη συμφωνία δανείου 22.11.
- Το υπόλοιπο ποσό του δανείου πλέον τόκοι και έξοδα εξακολουθεί να οφείλεται. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει αποκατασταθεί και εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πτώχευση. Όπως έχει προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για την εξασφάλιση πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα κατά παράβαση του άρθρου 117(α) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
- Πριν προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό, σημειώνω ότι στην Έκθεση του Αδικήματος επί του κατηγορητηρίου γίνεται αναφορά και στα άρθρα 29 και 301 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 29 αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου σε περίπτωση καταδίκης για κάποιο ποινικό αδίκημα να επιβάλει ποινή φυλάκισης λιγότερου χρόνου ή χρηματική ποινή χαμηλότερη από αυτήν που προνοείται για το συγκεκριμένο αδίκημα. Το δε άρθρο 301 (α) του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι όποιος κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο είναι ένοχος πλημμελήματος (τα εδάφια (β) και (γ) του άρθρου 301 είναι παντελώς άσχετα με την παρούσα περίπτωση). Εν όψει όμως της ρητής αναφοράς στην Έκθεση Αδικήματος περί εξασφάλισης πίστωσης από μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα, των Λεπτομερειών του Αδικήματος όπου γίνεται ρητή αναφορά στην εξασφάλιση πίστωσης χωρίς να πληροφορήσει την παραπονούμενη ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, της προσκομισθείσας μαρτυρίας, του χειρισμού της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους συνηγόρους, αλλά και της δήλωσης της συνηγόρου της κατηγόρου κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, είναι σαφές ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος με βάση το παρόν κατηγορητήριο είναι μόνο αυτό του άρθρου 117(α) του Κεφ.
- Το άρθρο 117(α) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 προνοεί ότι όταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, είτε μόνος είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο εξασφαλίσει πίστωση στην έκταση των δέκα λιρών ή πέραν των δέκα λιρών (€17,09) από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, είναι ένοχος αδικήματος. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδοση, στις παραγράφους 3683 και 3684 στις σελίδες 1338 και 1339 γίνεται αναφορά στο άρθρο 155 του Αγγλικού Bankruptcy Act του 1914, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 117, και αναλύονται τα στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν από την Κατηγορούσα Αρχή ως εξής: «Prove that the prisoner was adjudged bankrupt, and that there is no order of discharge upon the file, and that he did not inform the person from who he obtained credit that he was an undischarged bankrupt. The obligation to disclose bankruptcy is absolute.» Και σε δική μου ελεύθερη μετάφραση: «Να αποδείξει ότι ο υπόδικος κηρύχθηκε πτωχεύσας, και ότι δεν υπάρχει διαταγή αποκατάστασης στον φάκελο, και ότι δεν ενημέρωσε το άτομο από το οποίο εξασφάλισε πίστωση ότι ήταν μη αποκατασταθείς πτωχεύσας. Η υποχρέωση αποκάλυψης της πτώχευσης είναι απόλυτη.» Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ή αμφισβήτηση ότι ο Κατηγορούμενος από τις 12.1.1995 μέχρι και σήμερα, και ειδικότερα κατά τον Νοέμβριο του 2007 που αποτελεί τον επίδικο χρόνο, ήταν πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε, εντός της έννοιας του Κεφ.
- Το άρθρο 19 του Κεφ. 5 προνοεί τη διαδικασία που ακολουθείται μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής για την κήρυξη του χρεώστη σε πτώχευση από το Δικαστήριο, καθώς και τη δημοσίευση ειδοποίησης για την κήρυξη της πτώχευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Ε.Δ. Λευκωσίας κήρυξε τον Κατηγορούμενο σε πτώχευση στις 12.1.1995 και όπως δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός εξακολουθεί να βρίσκεται σε πτώχευση και συνεπώς δεν αποκαταστάθηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει σαφώς από τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος στις 22.11.2007 όταν ζήτησε την παραχώρηση δανείου ύψους Λ.Κ. 4.500 (€7.688,71) από την παραπονούμενη, δεν την πληροφόρησε ότι ήταν πτωχεύσας, παρά μόνο δήλωσε διάφορα άλλα στοιχεία προς τον σκοπό της εξασφάλισης του δανείου. Εν όψει αυτού, η παραπονούμενη προχώρησε στη σύναψη της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 22.11.2007 Τεκμήριο 6 βάσει της οποίας συμφωνήθηκε όπως η τράπεζα παραχωρήσει στον Κατηγορούμενο πίστωση ύψους Λ.Κ. 4.500 την οποία ο Κατηγορούμενος θα αποπλήρωνε πλέον τόκους και έξοδα με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ. 142 από 31.12.
- Όσον αφορά το γεγονός ότι το ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό του Κατηγορουμένου την επόμενη μέρα 23.11.2007, ενώ στις Λεπτομέρειες του Αδικήματος καταγράφεται ως ημερομηνία εξασφάλισης της πίστωσης 22.11.2007, θεωρώ ότι δεν διαφοροποιεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου για το συγκεκριμένο αδίκημα εφόσον η Συμφωνία για την παραχώρηση του δανείου έγινε στις 22.11.2007, ημέρα κατά την οποία ο Κατηγορούμενος είχε ζητήσει την παραχώρηση του δανείου και είχε παραλείψει να πληροφορήσει την παραπονούμενη για το θέμα της πτώχευσης. Εξάλλου, σε περίπτωση που θεωρείτο ότι η πίστωση εξασφαλίστηκε στις 23.11.2007, θα μπορούσε κάλλιστα το Δικαστήριο να τροποποιήσει την ημερομηνία που αναγράφεται στις Λεπτομέρειες, με βάση το άρθρο 85 της Ποινικής Δικονομίας. Η ουσία, βεβαίως, παραμένει η ίδια. Όσον αφορά το κατά πόσο η εξασφάλιση δανείου αποτελεί εξασφάλιση πίστωσης εντός της έννοιας του άρθρου 117(α) του Κεφ. 5, θεωρώ ότι αυτό είναι πρόδηλο και πασιφανές. Πέραν του ότι στην ίδια τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 22.11.2007 γίνεται ρητή αναφορά στο «ποσό παραχωρηθείσας πίστωσης», μετά την υπογραφή της συμφωνίας το ποσό του δανείου πιστώθηκε από την παραπονούμενη στον λογαριασμό του Κατηγορουμένου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold, πιο πάνω, στην παράγραφο 3684, σελίδα 1338: «.obtaining a sum of money by way of a loan amounts to the obtaining of credit: R. v. Pryce
(1949)34 Cr. App.R. 21» και σε δική μου ελεύθερη μετάφραση « .η απόκτηση ενός χρηματικού ποσού μέσω δανείου ισοδυναμεί με εξασφάλιση πίστωσης». Όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος - το mens rea - σημειώνω ότι είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε γνώση του γεγονότος της πτώχευσής του. Δεν απαιτείται, όμως, σε σχέση με την απόδειξη του στοιχείου της μη αποκάλυψης από τον Κατηγορούμενο προς τον πιστωτή ότι τελεί υπό πτώχευση, η απόδειξη οποιασδήποτε πρόθεσης εξαπάτησης του πιστωτή (βλ. Archbold, πιο πάνω, στην παράγραφο 3683, σελίδα 1338: «An intent to defraud is immaterial: R. V. Dyson [1894] 2 Q.B. 176; R. v. Brownlow, 4 Cr.App.R.131» και σε δική μου ελεύθερη μετάφραση «Η πρόθεση για εξαπάτηση είναι άνευ σημασίας»). Στην προκειμένη περίπτωση, έχει αποδειχθεί δεόντως ότι ο Κατηγορούμενος δεν αποκάλυψε στην τράπεζα την ύπαρξη του διατάγματος πτώχευσης για το οποίο ο ίδιος γνώριζε. Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε η γνώση του Κατηγορουμένου, παρά μόνο η μη αποκάλυψη. Όπως έχει προαναφερθεί, η υποχρέωση του πτωχεύσαντα να αποκαλύψει την πτώχευση στον πιστωτή είναι απόλυτη. Συναφώς, επισημαίνω ότι δεν αποτελούσε υποχρέωση της κατηγόρου- παραπονούμενης τράπεζας να διεξάγει έρευνα ή να λάβει οποιαδήποτε άλλα μέτρα για να διαπιστώσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας πριν συμφωνήσει να του παραχωρήσει δάνειο, αλλά αντίθετα αποτελούσε απόλυτη υποχρέωση του ίδιου του Κατηγορουμένου να αποκαλύψει το γεγονός στην τράπεζα. Αυτό θεωρώ ότι αποτελεί και απάντηση στα όσα προτάθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου κατά την τελική του αγόρευση σχετικά με το γεγονός ότι η πλευρά της κατηγόρου δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη της υπόθεσής της το έντυπο που χρησιμοποίησε η Μ.Κ. 2 κατά τη συνέντευξη που έλαβε από τον Κατηγορούμενο για σκοπούς έγκρισης του δανείου. Πέραν του ότι η Μ.Κ. 2 επεξήγησε δεόντως τους λόγους για τους οποίους δεν είχε το εν λόγω έντυπο στην κατοχή της, θεωρώ ότι δεν θα προσέθετε οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπόθεση εφόσον εν πάση περιπτώσει δεν περιείχε ευθεία ερώτηση κατά πόσο υπάρχει σε ισχύ εναντίον του υποψήφιου πελάτη διάταγμα πτώχευσης. Επαναλαμβάνω δε ότι ήταν απόλυτη υποχρέωση του Κατηγορουμένου να αποκαλύψει το γεγονός στην τράπεζα και όχι υποχρέωση της τράπεζας να του υποβάλει είτε γραπτώς είτε άλλως πως σχετική ερώτηση. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, και παρά τη μη αναγκαιότητα απόδειξης πρόθεσης εξαπάτησης, σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το γεγονός ότι μετά την εξασφάλιση του δανείου ενώ τελούσε υπό πτώχευση, ο Κατηγορούμενος δεν τήρησε τους όρους της σχετικής συμφωνίας, εφόσον παρέλειψε να καταβάλει τις συμφωνημένες μηνιαίες δόσεις προς αποπληρωμή του δανείου, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να οφείλει συγκεκριμένο ποσό στην τράπεζα. Όπως προκύπτει από τη Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο 6, το δάνειο έπρεπε να πληρώνεται με δόσεις εκ Λ.Κ. 142 μηνιαίως από 31.12.2007, ενώ ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε καμία από τις δόσεις παρά μόνο κατέβαλε μία φορά, στις 29.9.2008, ένα ποσό εκ €750. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, η ιδιώτης κατήγορος έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (υπ.) ...................................... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [2] Βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 354 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο