← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πανίκου Δημοσθένους, Υπόθεση αρ: 703/2009, 13/5/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πανίκου Δημοσθένους, Υπόθεση αρ: 703/2009, 13/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ: 703/2009 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Πανίκου Δημοσθένους Κατηγορουμένου 13 Μαΐου, 2013. Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χ. Θεμιστοκλέους για κα Ε. Θεοδότου. Για τον κατηγορούμενο: κος Α. Πέτσας. Κατηγορούμενος, παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για κλοπή από αξιωματούχο, κατά παράβαση των άρθρων 255, 269 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 43

(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος μεταξύ του έτους 2005 και της 11.3.2009, ενώ ήταν διευθυντής του κεντρικού καταστήματος με αρ. 120, της εταιρείας «ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΤΔ» (η Εταιρεία) έκλεψε διάφορα ηλεκτρικά είδη και είδη υγιεινής συνολικού ποσού €190.397 περιουσία της πιο πάνω Εταιρείας (1η κατηγορία). Κατηγορείται επίσης για αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ότι κατά τον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία απέκτησε περιουσία, δηλαδή ηλεκτρικά είδη και είδη υγιεινής συνολικού ποσού €190.397 ενώ γνώριζε ότι τούτα αποτελούσαν είσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της κλοπής υπό διευθυντού που περιγράφεται στην κατηγορία
  2. Για την κατηγορούσα αρχή κατέθεσαν έντεκα μάρτυρες κατηγορίας. Ο ΜΚ1, Αστ. Τ. Κατσικίδης, κατέθεσε ότι στις 23.3.09 στην παρουσία του, ο Αστ. 1896 συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα τον κατηγορούμενο. Στην παρουσία του κατηγορούμενου, την ίδια μέρα, ερεύνησαν το σπίτι του, όπου ο Αστ. 1896 παρέλαβε ως τεκμήριο μια τηλεόραση μάρκας SONY, 46 ιντσών, Τεκμήριο
  3. Την ίδια μέρα ο ΜΚ1 κατέγραψε ανακριτική κατάθεση του υπόπτου, Τεκμήριο
  4. Αντεξεταζόμενος, κατέθεσε ότι παρέλαβε μόνο το τεκμήριο 2 από το σπίτι του κατηγορούμενου, γιατί ο κατηγορούμενος δεν φαινόταν να είχε καταβάλει λεφτά για την αξία της τηλεόρασης, την οποία είχε παραλάβει. Του υπεβλήθη ότι το γεγονός ότι η τηλεόραση δεν πληρώθηκε δεν σημαίνει ότι αποτελεί προϊόν κλοπής. Του υπεβλήθη επίσης πως η Εταιρεία γνώριζε ότι η τηλεόραση δεν είχε πληρωθεί και ότι την φόρτωσαν δύο άλλοι για να την πάρουν στο σπίτι του και ότι απλώς ο κατηγορούμενος δεν είχε καταβάλει το τίμημα. Δέχθηκε ότι οι υπάλληλοι της Εταιρείας αγόραζαν επί πιστώσει και με έκπτωση. Ο ΜΚ2, Αστ. 3252 Βάκης Προδρόμου, κατέθεσε ότι παρέλαβε από τον ελεγκτή της Εταιρείας Θέμη Γαλατόπουλο ένα box file με διάφορα έγγραφα που αφορούν τον εσωτερικό έλεγχο της Εταιρείας, Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 13, ο οποίος δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες. Ο Σάββας Χατζηκυριάκου ήταν ο ΜΚ
  5. Είναι ένας εκ των διευθυντών της Εταιρείας, η οποία ασχολείται με πώληση ηλεκτρικών συσκευών. Από καταμέτρηση των εμπορευμάτων τους που έγινε στις 11.3.09 σε σχέση με το κατάστημα της Προδρόμου, 121, παρατηρήθηκε έλλειμμα €190.
  6. Για αυτό ανέθεσε στον ελεγκτή της Εταιρείας, ΜΚ6, να διεξάγει έλεγχο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον ενημέρωσε για 3 ατασθαλίες αφού είχε προηγηθεί παράπονο πελάτη για ατασθαλία στο λογαριασμό του. Ο ΜΚ4 ήταν ο Κωνσταντίνος Χατζηκυριάκος. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 17, ως διευθύνων σύμβουλος της Εταιρείας κοινοποίησε στον κατηγορούμενο ότι η Διεύθυνση αποφάσισε να του δοθεί αναγκαστική άδεια άνευ αποδοχών μέχρι να περατωθούν οι έρευνες της αστυνομίας. Κατέθεσε ότι τον Οκτώβριο του 2003 εργοδότησαν ως διευθυντή του υποκαταστήματος τους τον κατηγορούμενο στον οποίο ο ΜΚ4 έδωσε τους όρους εργοδότησης του, Τεκμήριο 18, τους οποίους ο κατηγορούμενος υπέγραψε. Ενημερώθηκε δε ο κατηγορούμενος ότι ως διευθυντής θα έπρεπε να ενεργούσε σύμφωνα με τα καθήκοντα και τις ευθύνες που απορρέουν από τη θέση του και φαίνονται στο έγγραφο «περιγραφή εργασίας», Τεκμήριο
  7. Αντεξεταζόμενος, σε ερώτηση αν ο υπεύθυνος έχει σχέση με το ταμείο απάντησε πως εφαρμόζει τιμολογιακές πολιτικές. Το Τεκμήριο 21 ήταν το Internal Control Manual που διδόταν στους διευθυντές. Δέχθηκε πως από το Τεκμήριο 21 προκύπτει ότι η γραμματέας ήταν άμεσα υπεύθυνη για το ταμείο αλλά αμέσως υπεύθυνος ήταν ο διευθυντής του καταστήματος. Τον Ιανουάριο 2009 έδιωξαν την γραμματέα με το Τεκμήριο 22, σύμφωνα με το οποίο δεν τηρούσε τις διαδικασίες είσπραξης/κλεισίματος του ταμείου. Ο ΜΚ6 διαπίστωσε διαφορά στα stock €190.000 περίπου. Έλειπαν από το κατάστημα που έχει μια μικρή αποθήκη. Ο ΜΚ5, Λοχ. 1896, πήρε γραπτό παράπονο από τον ΜΚ3 στις 17.3.09 και συνέλαβε τον κατηγορούμενο στις 23.3.09 με δικαστικό ένταλμα σύλληψης, Τεκμήριο
  8. Διενήργησε επίσης έρευνα και παρέλαβε την τηλεόραση, Τεκμήριο
  9. Ρώτησε τον κατηγορούμενο αν η τηλεόραση ήταν αγορασμένη από την Εταιρεία και ο κατηγορούμενος απάντησε «την έπιασα από το κατάστημα που ήμουν διευθυντής στο Χατζηκυριάκο τον Δεκέμβριο του 2008 όταν ήταν προσφορά και ακόμα δεν την τιμολόγησα». Ο ΜΚ6 ήταν ο Θέμης Γαλατόπουλος, εσωτερικός ελεγκτής της Εταιρείας. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 26, ανέφερε ότι στις 11.3.09 μετά από οδηγίες της διεύθυνσης της Εταιρείας διενήργησε καταμέτρηση όλων των εμπορευμάτων του υποκαταστήματος στην Προδρόμου 121, στην παρουσία του κατηγορούμενου. Προέκυψε έλλειμμα ύψους €190.397 που αντιστοιχεί σε τιμή κόστους εμπορευμάτων που λείπουν από το κατάστημα. Από την έρευνα που έγινε, η οποία δεν τέλειωσε και αναμένετο να τελειώσει σε 5 - 8 μέρες, φάνηκε ότι σε αρκετές περιπτώσεις έγιναν εικονικές επιστροφές από πελάτες, οι οποίοι στο σύστημα του καταστήματος φαίνεται να επέστρεψαν πίσω εμπορεύματα και τους δόθηκαν χρήματα ως αντίτιμο. Ο έλεγχος θα συνεχιστεί. Επίσης, από περαιτέρω έρευνα που έγινε η οποία αφορά τιμολόγια χειρός που εκδόθηκαν και πληρώθηκαν από τους πελάτες δεν περάστηκαν στο σύστημα, έτσι τα λεφτά τα οικειοποιήθηκε το κατάστημα. Επίσης, πληρωμές που έγιναν από πελάτες δεν παρουσιάστηκαν στο σύστημα και φαίνεται ότι οι πελάτες ακόμα τους χρωστούν χρήματα. Σε σχέση με €17.245,75 επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τον κάθε πελάτη, οι οποίοι τους ενημέρωσαν οι μεν ότι πλήρωσαν το εν λόγω κατάστημα οι δε ότι δεν επέστρεψαν τα εμπορεύματά τους. Επίσης υπάρχουν 4 περιπτώσεις επιστροφών στις οποίες δεν αναγράφηκε το όνομα του πελάτη, όμως από έλεγχο φαίνεται ότι όταν οι πελάτες τα αγόρασαν κατατέθηκαν στο λογαριασμό ενώ δεν βρήκαν τα εμπορεύματα που επιστράφηκαν. Περαιτέρω, οι δύο υπάλληλοι τους διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος έπαιρνε για προσωπική του χρήση εμπορεύματα €2.183 (τιμές υπαλλήλου) τα οποία δεν τιμολογήθηκαν ούτε φαίνεται στο σύστημα ότι τα πήρε ο ίδιος. Τα εμπορεύματα φαίνονται έλλειμμα. Επίσης, παραγγελία που έκανε ο ξάδερφος του ημερ. 15.12.08 ύψους €2.041 δεν τιμολογήθηκε. Ο μόνος που δικαιούται να κάνει επιστροφές εμπορευμάτων ή να δίνει έγκριση για να γίνουν είναι ο διευθυντής. Επίσης για τις υπόλοιπες πράξεις. Στη συμπληρωματική του κατάθεση, Τεκμήριο 27 ανέφερε ότι έγιναν καταμετρήσεις εμπορευμάτων και το 2006 και το 2007, τα οποία ο κατηγορούμενος δεν δικαιολόγησε παρά το ότι του ζητήθηκε. Το 2008 δεν έγινε καταγραφή. Στο έλλειμμα των €190.397 δεν είχαν προστεθεί τα εμπορεύματα στην κατοχή του κατηγορούμενου και του ξαδέρφου του. Μέχρι τις 27.3.09 που δόθηκε η 2η κατάθεση του ΜΚ6, είχαν εντοπιστεί 79 περιπτώσεις που ανέρχονταν στο ποσό των €42.286,
  10. Ο ΜΚ6 κατέθεσε ως Τεκμήριο 28 την απογραφή εμπορευμάτων ημερ. 11.3.
  11. Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο
  12. Μία-μία οι περιπτώσεις που είναι αριθμημένες αντιστοιχούν σε τεκμηριωμένα έγγραφα. Με βάση τηλεφωνική επικοινωνία με τους πελάτες που αφορούσε την κάθε επιστροφή τεκμηριώθηκε ότι εμπορεύματα ή χρήματα δεν επιστράφηκαν. Οι περιπτώσεις αριθμήθηκαν στο Τεκμήριο 29 και τεκμηριώνονται από έγγραφα, τα οποία ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 29
(1)- 29
(10)έγγραφα που αφορούν τα μετρητά (cash) και 30
(1)- 30
(66)τα εμπορεύματα (stocks). Τα Τεκμήρια 29
(1)- 29
(10)αντιστοιχούν στους αριθμούς 1 - 10 στο Τεκμήριο 29 υπό τον τίτλο cash και αφορούν πληρωμές / τιμολόγια που δεν περάστηκαν στο σύστημα, τιμολόγια που δείχνουν πως οι πελάτες χρωστούν ενώ οι τελευταίοι λένε πως δεν χρωστούν, πληρωμές για τις οποίες δεν εκδόθηκε απόδειξη, επιστροφές cash με πιο ψηλή τιμή από την τιμολόγηση. Τα Τεκμήρια 30
(1)- 30
(66)αντιστοιχούν στους αριθμούς 1 - 66 υπό τον τίτλο stocks και δείχνουν επιστροφές (τοις μετρητοίς) για τις οποίες τα εμπορεύματα που πληρώθηκαν δεν επιστράφηκαν και οι πελάτες δεν έπιασαν λεφτά, την τηλεόραση που πήρε ο κατηγορούμενος και δεν τιμολογήθηκε (€1.211,64), Τεκμήριο 30
(7)και ατιμολόγητα εμπορεύματα (Τεκμήριο 30
(8)) παραγγελίες από τον κατηγορούμενο, ακόμη και επιστροφές για εμπορεύματα που δεν αγοράστηκαν από τους πελάτες που αναφέρονται. Ο ΜΚ6 επεξήγησε εκτενώς τα έγγραφα 29
(1)-
(10)και 30
(1)-
(66). Εξήγησε ότι ο διευθυντής του καταστήματος θα πρέπει να έχει την τελευταία λέξη, π.χ. για τα Τεκμήρια 29
(1)και
(2)που αφορούν τιμολόγια που δεν περάστηκαν στο σύστημα, δεν τιμολογήθηκαν, άρα λείπουν τα χρήματα από το ταμείο, θα έπρεπε να είχε ελέγξει αν υπήρχαν απέραστα τιμολόγια. Στις περιπτώσεις που πελάτες πλήρωσαν και δεν βγήκε απόδειξη, δηλαδή μείωσης ταμείου, ο διευθυντής έπρεπε να γνωρίζει πως δεν εκδόθηκε απόδειξη. Ήταν υπεύθυνος για το ταμείο της μέρας το οποίο ελέγχεται και υπογράφεται από τον ίδιο. Κάθε φορά που κλείνει το ταμείο (τέλος της μέρας), υπογράφεται από τον ταμία και διευθυντή και ελέγχεται. Η οποιαδήποτε διαφορά έπρεπε να αναφερθεί. Η κοπέλα που κλείνει το ταμείο ελέγχει και υπογράφει και παραδίδει στον διευθυντή. Αν υπάρχει έλλειμμα ή περίσσευμα τότε ο διευθυντής οφείλει να το γνωστοποιήσει στην κοπέλα που ελέγχει τα ταμεία. Συνήθως υπάρχει σημείωση όταν το ταμείο δεν συμφωνεί. Σε σχέση με τις εικονικές επιστροφές έπρεπε να τις είχε δει εφόσον ο ίδιος τις υπογράφει ή να τις διερευνήσει αν ο ίδιος δεν τις είχε κάνει. Εξάλλου σαν διευθυντής έχει ευθύνη για τα εμπορεύματα που στεγάζονται στο κατάστημά του. Συνεπώς, το έλλειμμα τον βαρύνει. Σύμφωνα με το ΜΚ6, στις περιπτώσεις επιστροφών τοις μετρητοίς χωρίς πραγματική επιστροφή του εμπορεύματος, τα χρήματα αφαιρούνται από το ταμείο της συγκεκριμένης μέρας (περιπτώσεις των Τεκμηρίων 30
(1)- 30
(51)C). Ο διευθυντής θα έπρεπε να είχε ελέγξει τη συγκεκριμένη επιστροφή στο τέλος της μέρας και να αναζητήσει τα εμπορεύματα, αφού όπως είπε «κάποιος έπαιρνε χρήματα από το ταμείο με τις συγκεκριμένες ενέργειες». Τα Τεκμήρια 29
(1)- 29
(10)ανέρχονται σε χρηματικό ποσό €4.430 ενώ τα 30
(1)μέχρι 30
(51)(C) σε €34.497,25. Ο ΜΚ6 αναίρεσε τα Τεκμήρια 30
(52)- 30
(66)εφόσον δεν υπήρχαν «αρκετά αποδεικτικά στοιχεία ή μαρτυρίες». Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως τα τιμολόγια στο τέλος της μέρας κατέληγαν σε 1 άτομο στο λογιστήριο η οποία ήταν υπεύθυνη των ταμείων (ΜΚ7). Αφού η ίδια έλεγχε ότι συμφώνησαν περνούσε τις ζητούμενες πράξεις για να μηδενίσει το ταμείο. Σε σχέση με το έλλειμμα του Τεκμηρίου 28 ο ίδιος δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος έκλεψε οποιοδήποτε ποσό. Γνωρίζει ότι τη συγκεκριμένη μέρα υπήρχε αυτό το έλλειμμα για το οποίο ευθύνεται ο διευθυντής του καταστήματος. Όσον αφορά τα ελλείμματα των προηγούμενων χρόνων η διεύθυνση ήταν ανεκτική σε σχέση με τα ελλείμματα, τα οποία ο διευθυντής είχε ευθύνη να εξηγήσει, μέχρι το σημείο που έγινε η τελευταία απογραφή. Το τεκμηριωμένο ποσό της τελευταίας απογραφής ήταν €39.000 σε τιμή πελάτη, «selling price» όχι τιμή κόστους, όπως το κατηγορητήριο. Δέχθηκε ότι στο Τεκμήριο 29 αναφέρεται σε εικονικές επιστροφές, σε εμπορεύματα που επιστράφηκαν αλλά δεν είναι στην αποθήκη. Φαίνεται να έγιναν παρατυπίες, δηλαδή «υπάρχουν περιπτώσεις που ένα εμπόρευμα επιστρέφεται που ούτε καν τιμολογήθηκε πριν. Μιλάμε για επιστροφή που έγινε σε πελάτη που ο ίδιος λέει δεν το επέστρεψε». Οι επιστροφές εμπορευμάτων έφταναν στο τέλος της ημέρας μέσω του ταμείου κοντά τους, στο λογιστήριο. Για μια επιστροφή προϊόντος στο κατάστημα από πελάτη εκδιδόταν credit memo, το οποίο «περνιόταν στο computer του υποκαταστήματος», π.χ. στο Τεκμήριο 31, 3η σελίδα, μπορούσε να εκδοθεί από την ταμία του καταστήματος. Δέχθηκε πως η επιστροφή μπορούσε να γίνει δύσκολα όμως για να διορθωθεί έλλειμμα ή πλεόνασμα. Στο συγκεκριμένο τεκμήριο δεν υπάρχει υπογραφή του διευθυντή, δεν βρέθηκε το πρωτότυπο. Σε ερώτηση αν έλεγξε ο ΜΚ6 το συγκεκριμένο τεκμήριο απάντησε επί λέξει ότι τα συγκεκριμένα τιμολόγια ή επιστροφές «κρατούνταν από το κατάστημα για περίοδο 1 χρόνου κοντά στο ταμείο», μετά πήγαιναν στο λογιστήριο και αρχειοθετούνταν στην αποθήκη. Τα συγκεκριμένα ήταν στο κατάστημα. Ήταν αρχειοθετημένα στο file. Σίγουρα, κανένας δεν έλεγχε τις επιστροφές. Όπως πήγαιναν στο file εκλαμβανόταν ότι πράγματι γινόταν επιστροφή cash στον πελάτη, οπόταν δεν γινόταν έλεγχος συγκεκριμένα για την καθεμιά. Πήγαιναν στο αρχείο για αρχειοθέτηση. Προφορικά, λέχθηκε πως η διαδικασία ήταν να υπογράφονται οι επιστροφές από το διευθυντή. Σε υποβολή ότι οι επιστροφές αποστέλλονταν καθημερινά στο λογιστήριο απάντησε ότι ακόμη και αν πήγαιναν, κανένας δεν έλεγχε αν πράγματι υπήρξε επιστροφή. Σε υποβολή ότι για κάθε επιστροφή το credit memo ήταν εις τριπλούν και μια πράσινη σελίδα πήγαινε στο λογιστήριο, απάντησε ότι οι επιστροφές δεν ήταν εις τριπλούν. Σίγουρα ήταν «ύποπτο» ότι δεν βρέθηκε το πρωτότυπο και αν βρισκόταν θα έβρισκαν και ποιού η υπογραφή ήταν πάνω. Σε ερώτηση αν συμπέρανε ότι ο διευθυντής έγκρινε την επιστροφή, απάντησε πως ο διευθυντής φέρει ευθύνη για ό,τι γίνει στο κατάστημα και οφείλει να γνωρίζει. Ο ΜΚ6 δέχθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος του καταστήματος. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε για τις επιστροφές, απάντησε πως δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος γνώριζε. Του υπεβλήθη επίσης πως ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε τις επιστροφές. Η ΜΚ7 ήταν η Δήμη Στυλιανίδου, υπεύθυνη προσωπικού και λογιστική λειτουργός στην Εταιρεία. Κατέθεσε ότι το κάθε κατάστημα της Εταιρείας κλείνει το ταμείο καθημερινά, συμφωνεί τις πιστώσεις και τις χρεώσεις, το ταμείο πρέπει να συμφωνεί, υπογράφεται από τον υπεύθυνο του καταστήματος. Όταν κάποιος πελάτης επιστρέφει εμπόρευμα και είναι «cash επιστροφή» τότε μένουν λεφτά στο ταμείο και θα δοθούν στον πελάτη. Όταν ο πελάτης αποφασίσει ότι θα αγοράσει κάτι άλλο, η επιστροφή θα γίνει επί πιστώσει, θα φαίνεται δηλαδή στο λογαριασμό ότι του χρωστά η Εταιρεία, δίδεται credit note. Οι επιστροφές δεν είναι συχνό φαινόμενο. Προϋποθέτουν το προϊόν να είναι ελαττωματικό. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι εκείνο τον καιρό το ταμείο πήγαινε κοντά της. Όταν επέστρεφαν μετρητά εκδιδόταν σχετικό credit memo (cash επιστροφή). Στο τέλος της μέρας το έντυπο πήγαινε στο λογιστήριο. Όταν η ΜΚ7 έβλεπε την επιστροφή δεν υπήρχε λόγος να αμφισβητήσει κάτι, αν υπήρχε πρόβλημα θα φαινόταν κατά τον έλεγχο των stock. Της υποδείχθηκαν έντυπα credit memo τα οποία κατέθεσε ότι δεν είναι τα πρωτότυπα. Σε αυτά δεν φαίνεται υπογραφή. Ο διευθυντής δεν όφειλε να υπογράψει τα έντυπα των επιστροφών αλλά να τα ελέγξει. Αυτή ήταν η υποχρέωσή του. Ο πρώτος που θα γνώριζε για τις επιστροφές ήταν ο υπεύθυνος. Όταν γίνεται επιστροφή εμπορεύματος πρέπει αυτό να επιστραφεί στο κατάστημα. Αν ο υπεύθυνος δεν έλεγχε αν επιστράφηκε στο κατάστημα τότε ήταν δική του ευθύνη. Σε ερώτηση πως θα το διαπίστωνε απάντησε ότι θα έπρεπε να έχει την έννοια, να γίνει transfer από την αποθήκη στο κατάστημα, ηλεκτρονικά. Πρόσθεσε πως οι πωλητές δέχονταν επιστροφές με την έγκριση του υπεύθυνου. Ο ΜΚ8 ήταν ο Χρίστος Δαβερώνας, υπεύθυνος του Τμήματος Πληροφορικής της Εταιρείας. Κατέθεσε ότι το κάθε υποκατάστημα δεν έχει πρόσβαση σε σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή άλλου υποκαταστήματος. Ο κάθε εργοδοτούμενος της Εταιρείας έχει προσωπικό κωδικό που παίρνει από τον ίδιο. Τον κωδικό τον γνωρίζει μόνο ο υπάλληλος και ο ΜΚ8. Ο κατηγορούμενος δεν του ανέφερε ποτέ ότι άλλο μέλος του προσωπικού έμαθε τον προσωπικό του κωδικό. Ο ΜΚ9 ήταν ο Ιωάννης Πασχάλη. Εργάζεται ως πωλητής στο υποκατάστημα της οδού Προδρόμου 121 τα τελευταία 3 χρόνια. Σπάνια δέχτηκε επιστροφή οπουδήποτε εμπορεύματος από πελάτη και στις περιπτώσεις που δέχτηκε ήταν μετά από σχετική άδεια του κατηγορούμενου, όπως ήταν και οι οδηγίες τους. Η τιμολόγηση των εμπορευμάτων γινόταν από την ταμία και σε καμία περίπτωση δεν έτυχε να κάνει τιμολόγηση εμπορεύματος σε χειρόγραφο τιμολόγιο. Μερικές φορές όταν κάποιος πελάτης ήθελε να επιστρέψει κάποια μικροσυσκευή και να αγοράσει κάτι άλλο, τότε οι πωλητές το έλεγαν στην ταμία και ο πελάτης πλήρωνε τη διαφορά. Στις 11.3.09 έγινε καταγραφή του εμπορεύματος του καταστήματος στην παρουσία του κατηγορούμενου και διαπιστώθηκε έλλειμμα €190.000 περίπου. Ο ΜΚ9 ενημέρωσε τη νέα διευθύντρια, Νίκη Νεάρχου, ότι ο κατηγορούμενος έχει στο σπίτι του μια τηλεόραση Plasma Sony 46 ιντσών μοντέλο KDL, Τεκμήριο 2, και επίσης ότι σε ένα ξάδερφο του κατηγορούμενου, Γιαννάκη Δημοσθένους, παραδόθηκαν κάποια εμπορεύματα με order χωρίς να τιμολογηθούν όπως και η τηλεόραση του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή του κατηγορούμενου. Στα τεκμήρια 29
(1),
(2),
(6),
(8),
(9)δεν πρόκειται για υπογραφή του κατηγορούμενου. Επιστροφές έκανε και η ταμίας Κερχανίδου, MK11, εκτός από τον κατηγορούμενο. Όλο το κατάστημα γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε πάρει την τηλεόραση. Οι υπάλληλοι δικαιούνταν να αγοράσουν προϊόντα με έκπτωση. Σε ερώτηση αν την τηλεόραση ο κατηγορούμενος την είχε αγοράσει «στα πλαίσια πολιτικής» απάντησε αρνητικά. Στη Sony δεν υπήρχε «staff price». Σε ερώτηση αν όταν το προσωπικό αγόραζε κάποιο προϊόν ακολούθως έμπαινε order απάντησε πως αν θα το έπαιρνε απευθείας από το κατάστημα, όχι. Αν θα ερχόταν από την αποθήκη, τότε με order (παραγγελία). Μετά την έκδοση της παραγγελίας για πελάτη ακολουθεί τιμολόγηση. Επανεξεταζόμενος, ανέφερε ότι την τηλεόραση στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου την έβαλαν με το ΜΚ10 με δικές του οδηγίες. Δεν θυμόταν αν υπήρχε παραγγελία για την τηλεόραση. Ο ΜΚ10 ήταν ο Νεόφυτος Γαλανός. Υιοθέτησε κατάθεση του, Τεκμήριο
  1. Είναι πωλητής στο τμήμα ηλεκτρικών ειδών του υποκαταστήματος της εταιρείας στην οδό Προδρόμου
  2. Ο κατηγορούμενος ήταν διευθυντής του. Κατά τη διάρκεια που ήταν στο κατάστημα ουδέποτε έκανε επιστροφές εμπορευμάτων και ούτε γνώριζε πώς να κάνει. Ουδέποτε ο ίδιος έβγαλε χειρόγραφο τιμολόγιο για αγορά εμπορευμάτων από το κατάστημα. Γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος το Δεκέμβριο έπιασε μια τηλεόραση 46 ιντσών KDL, αξίας €1.199, 46V4000 Sony από το κατάστημα για δική του χρήση επειδή ο ίδιος την έβαλε στο αυτοκίνητό του. Με τον ερχομό του πελάτη ανοιγόταν καρτέλα, γινόταν τιμολόγιο, πλήρωνε και έφευγε. Για εμπορεύματα που δεν ήταν εκεί εκδιδόταν order. Η τιμολόγηση γινόταν όταν είχαν παραγγελία, η αποθήκη έκανε transfer για πελάτη, το παρελάμβαναν, έκαναν τιμολόγιο για τον πελάτη και η αποθήκη το παρέδινε. Order εκδιδόταν όταν έδινε προκαταβολή ο πελάτης. Τιμολόγιο γίνεται με την εξόφληση του ολικού ποσού. Το order γινόταν πριν το τιμολόγιο. Τα εμπορεύματα για να παραδοθούν έπρεπε να γίνει τιμολόγιο. Για παράδοση μόνο με προκαταβολή χωρίς εξόφληση χρειαζόταν έγκριση από τον εσωτερικό ελεγκτή της Εταιρείας. Ο κατηγορούμενος ενημέρωνε τον τελευταίο. Η τιμολόγηση γινόταν πάντα μέσω του computer. Φαινόταν στην οθόνη του computer. Για ό,τι πουλούσαν ενημερωνόταν ο κατηγορούμενος. Στο Τεκμήριο 29
(1)δεν γνωρίζει ποιος υπέγραψε. Στην 4η σελίδα του 29
(10)φαίνεται η υπογραφή να είναι του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως στο Τεκμήριο 29
(1)δεν ξέρει αν είναι του κατηγορούμενου η υπογραφή. Ούτε και στη 2η σελίδα. Στο 29
(2)δεν είναι του κατηγορούμενου. Στο 29
(4)δεν είναι η ίδια με το 29
(2). Δεν την αναγνώρισε την υπογραφή. Ούτε στο 29
(6). Στα 29
(8)και
(9)δεν υπάρχει υπογραφή του κατηγορούμενου. Την τηλεόραση, Τεκμήριο 2, την πήρε σπίτι του ο κατηγορούμενος. Το γνώριζαν ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ο ΜΚ9 και ο ΜΚ
  1. Οι δύο τελευταίοι την έβαλαν στο αυτοκίνητο. Η ΜΚ11 ήταν η Γιάννα Κερχανίδου. Περί τον Ιούνιο του 2001 ή 2003 ξεκίνησε δουλειά στο κατάστημα και αφού έμαθε καλά τη δουλειά εξυπηρετούσε πελάτες, ετοίμαζε προσφορές και τιμολόγια, και είσπραττε χρήματα και διευθετούσε φάιλ. Τον Οκτώβριο 2003 ανέλαβε διευθυντής ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το ταμείο, τα τιμολόγια και γενικά. Αποκλειστικά υπεύθυνος για τις επιστροφές ήταν ο κατηγορούμενος. Μόνο ο ίδιος δικαιούταν να κάνει επιστροφές εκτός αν τους έδινε οδηγίες να το κάνουν. Οι μόνες επιστροφές που έκανε η ΜΚ11 ήταν για μικροποσά €50 - €100 με την έγκριση του κατηγορούμενου. Όσον αφορά το κλείσιμο του ταμείου, μετρούσε τις εισπράξεις της μέρας την επομένη το πρωί και τα έπαιρνε πάνω στο λογιστήριο της Εταιρείας όπου τα έλεγχαν. Η ίδια έκλεινε το ταμείο, το έλεγχε ο κατηγορούμενος και έπαιρνε τα λεφτά πάνω. Ετοίμαζε report, καρφίτσωνε πάνω τα τιμολόγια, αποδείξεις, «βίζες, τσέκκια και μετρητά» και έτσι έκλειναν το ταμείο. Ο κατηγορούμενος έλεγχε την κατάσταση. Με τις επιστροφές, ή επιστρέφονταν τα λεφτά ή διδόταν η επιλογή αγοράς άλλου αντικειμένου. Ο κατηγορούμενος σε σχέση με την επιστροφή «έβαζε υπογραφή κάπου». Στο στάδιο αυτό κατατέθηκε και εγκρίθηκε δέσμη παραδεκτών γεγονότων σε σχέση με πελάτες της Εταιρείας που αγόρασαν ηλεκτρικές συσκευές και ουδέποτε τις επέστρεψαν. Ο κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση. Στην Εταιρεία Χατζηκυριάκος και Υιοί Λτδ ήταν υπεύθυνος πωλητής ηλεκτρικών ειδών. Ο ίδιος ήταν στο κεντρικό κατάστημα το οποίο ονομαζόταν region12, τμήμα
  2. Το Τεκμήριο 18 ήταν η συμφωνία που είχε κάνει με την Εταιρεία όταν προσλήφθηκε. Στο Τεκμήριο 20 περιγράφονται τα καθήκοντά του στην Εταιρεία, όπως είπε επί λέξει «να μπορώ να κρατώ μια τάξη στο κατάστημα, να χειρίζομαι σωστά τους πελάτες που μπαίνουν στο κατάστημα όσον αφορά τον τρόπο εξυπηρέτησης, κάποια παράπονα πελατών, όσον αφορά το προσωπικό της εταιρείας επειδή υπήρχαν κάποιες διαδικασίες όσον αφορά τα ωράρια, όσον αφορά τον τρόπο πώλησης, το κλείσιμο μιας πώλησης και ούτω καθ' εξής». Περίγραψε τη διαδικασία όταν ένας πελάτης επέστρεφε ένα εμπόρευμα το οποίο είχε αγοράσει, επί λέξει ως ακολούθως: «Όταν ένας πελάτης κατά την παράδοση του εμπορεύματος διαπίστωνε ότι το συγκεκριμένο εμπόρευμα υπήρχε πρόβλημα, οποιοδήποτε πρόβλημα, για να γίνει επιστροφή το συγκεκριμένο εμπόρευμα έπρεπε πρώτα να αποταθεί στο κατάστημα που έγινε η πώληση στο κατάστημα μας συγκεκριμένα, αν εγκρίνουμε σωστό ότι υπήρχε πρόβλημα στο συγκεκριμένο εμπόρευμα δίναμε εντολή στην αποθήκη, η οποία είχε κάνει την παράδοση του εμπορεύματος, ακολούθως η αποθήκη πήγαινε στο σπίτι του πελάτη, έπαιρνε το συγκεκριμένο εμπόρευμα, δηλαδή επιστρέφετουν στην αποθήκη και o πελάτης έπρεπε να έρθει στο κατάστημα να υπογράψει την επιστροφή, το έντυπο δηλαδή της επιστροφής και μετά θα προχωρήσει εις την αγορά καινούριου άλλου εμπορεύματος ή αν δεν επιθυμούσε να πάρει άλλο εμπόρευμα τότε θα πιστώνετουν ο λογαριασμός του για μετέπειτα αγορές ή αν δεν επιθυμούσε μπορούσαν να του επιστραφούν τα χρήματα του συγκεκριμένου εμπορεύματος. Αυτή η διαδικασία έπρεπε να περάσει από 3 τμήματα, το τμήμα πωλήσεων του καταστήματος, η αποθήκη, η οποία έπρεπε να πάει να παραλάβει το εμπόρευμα και επίσης το λογιστήριο, το οποίο θα μας έδινε εντολή για να επιστρέψουμε τα λεφτά στον πελάτη ή να πιστώσουμε το λογαριασμό του πελάτη. Τώρα αν ήταν κάποια μικροσυσκευή η οποία δεν χρειάζετουν να πάει η αποθήκη να το μεταφέρει στην αποθήκη κτλ, ο πελάτης μπορούσε να έρθει στο κατάστημα απευθείας φέρνοντας τη μικροσυσκευή μαζί του να την ελέγξουμε και αν όντως είχε πρόβλημα τότε θα γίνετουν αλλαγή ή να επιστραφούν τα χρήματα στον πελάτη αν δεν επιθυμούσε να κάνει αλλαγή της συσκευής. Να σημειώσω ότι όταν γίνετουν επιστροφή μεγάλου εμπορεύματος, όπως πλυντήριο, ψυγείο κτλ έπρεπε να γίνει ένα έντυπο από την αποθήκη το λεγόμενο transfer, το οποίο θα ξεχρέωνε το κατάστημα το συγκεκριμένο εμπόρευμα για να μην είναι μείον στα stock του καταστήματος. Για να γίνει μια επιστροφή έπρεπε οπωσδήποτε ο πελάτης να υπογράψει την επιστροφή, η οποία συμπεριλαμβάνετουν στο ταμείο της μέρας και πήγαινε στο λογιστήριο και ελέγχετο αν ήταν σωστό». Σε περιπτώσεις μικροσυσκευών στις οποίες διαπιστωνόταν πρόβλημα μετά από έλεγχο, εκδιδόταν το σχετικό έντυπο από το computer, από το σύστημα το λογιστικό, το οποίο υπέγραφε ο πελάτης και αν επιθυμούσε να αγοράσει νέα συσκευή γινόταν τιμολόγιο, αν όχι μπορούσε να πιστωθεί ο λογαριασμός του πελάτη για μεταγενέστερη αγορά. Η ταμίας στο κατάστημα μπορούσε να εκδώσει το σχετικό έντυπο. Σε σχέση με το κλείσιμο του ταμείου ανέφερε ότι καθημερινά η ταμίας ετοίμαζε όλα τα σχετικά έντυπα, δηλαδή τιμολόγια, επιστροφές, transfer και πήγαινε με αυτά στο λογιστήριο, στο 2ο όροφο, γινόταν έλεγχος και αν το ταμείο ήταν σωστό υπογραφόταν. Αν προέκυπτε κάποιο πρόβλημα, τον έπαιρναν τηλέφωνο και το έβλεπαν μαζί. Ο κατηγορούμενος αναγνώρισε το Τεκμήριο 22 επιστολή που είχε προσωπικά παραδώσει στην ταμία, ΜΚ
  3. Σε σχέση με τα τιμολόγια χειρός, 29
(1), 29
(2), 29
(4)η υπογραφή δεν είναι δική του. Στο Τεκμήριο 29
(6)δεν υπάρχει υπογραφή. Στο 29
(8)και 29
(9), χειρόγραφη απόδειξη, δεν υπάρχει η υπογραφή του. Στο σημείο αυτό έγινε κοινή δήλωση από τους συνηγόρους, ότι τα Τεκμήρια 30
(1)-
(66), επιστροφές και credit memo δεν είναι υπογραμμένα από τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με το κατά πόσο έφερε ευθύνη για τις επιστροφές ο κατηγορούμενος ανέφερε αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Η διαδικασία επιστροφής εμπορεύματος έπρεπε να περάσει συγκεκριμένα από 3 - 4 τμήματα για να γίνει μια σωστή διαδικασία επιστροφής εμπορευμάτων. Ο κύριος Γαλατόπουλος ανέφερε ότι έπρεπε να γνωρίζω τα συγκεκριμένα έντυπα τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ότι ήταν εικονικές επιστροφές. Πώς μπορούσα να γνωρίζω αφού δεν τα έχω δει ούτε τα έχω υπογράψει τα συγκεκριμένα έντυπα και ούτε με ενημέρωσε κάποιος για παράδειγμα το λογιστήριο ότι υπάρχει μια επιστροφή η οποία δεν είναι υπογραμμένη από εμένα, διότι οι επιστροφές που γίνονταν στην εταιρεία με την κανονική διαδικασία κτλ όπως ανέφερα προηγουμένως υπήρχαν υπογραφές και από τον πελάτη και από τον πωλητή, είτε από κάποιο συνάδελφο, είτε από εμένα τώρα. Όσον αφορά την ευθύνη, πόσο μάλλον αν φέρω ευθύνη την ίδια ευθύνη φέρει και o ταμίας και πολύ περισσότερο το γενικό λογιστήριο το οποίο παραλάμβαναν μια εικονική επιστροφή χωρίς υπογραφές και δεν ενημέρωναν κανένα, δε θα μπορούσα να το ξέρω αν δε με ενημέρωνε κάποιος, εξ ου και τα εμπορεύματα δεν έχουν επιστραφεί στην εταιρεία, βρίσκονται στους πελάτες, δεν έχουν υπογράψει οι πελάτες οτιδήποτε που σημαίνει ότι στο τέλος της μέρας στο ταμείο υπήρχε περίσσευμα λεφτών και όχι κλοπή εμπορεύματος. Όταν θα παρέδιδε ο ταμίας το ταμείο του στο γενικό λογιστήριο της εταιρείας έπρεπε να διαπιστωθεί η συγκεκριμένη επιστροφή διότι εντολή της εταιρείας δεν μπορούσαν να παραλάβουν έντυπο ανυπόγραφο και να το δεχτούν στο ταμείο τους. Εάν έρχεται εις γνώση μου οτιδήποτε σίγουρα θα το διερευνούσα, δηλαδή αν με ενημέρωνε το λογιστήριο ότι σήμερα έχουμε μια επιστροφή, ένα πλυντήριο παράδειγμα και δεν υπάρχει η υπογραφή σου, ούτε του πελάτη, τότε έπρεπε να δώσω λόγο, ήταν στα καθήκοντα μου να δώσω λόγο γιατί μπήκε αυτό το έντυπο στο ταμείο». Αν όντως πρόκειτο για εικονικές επιστροφές, τα εμπορεύματα βρίσκονται στα σπίτια των πελατών. Τα λεφτά έπρεπε να ήταν περίσσευμα στο ταμείο του καταστήματος. Όπως ανέφερε και προηγουμένως, την ευθύνη του ταμείου την είχε η ταμίας, την οποία έλεγχε ο υπεύθυνος του λογιστηρίου. Το Τεκμήριο 21, σελ. 12, παράγραφος 1.21 αναφέρει ότι αν λείπουν χρήματα από το ταμείο ευθύνεται η ταμίας. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι έκλεψε οποιαδήποτε ηλεκτρικά είδη ή είδη υγιεινής της Εταιρείας. Ο ίδιος αγόρασε πολλών χιλιάδων ευρώ προϊόντα της Εταιρείας, τα οποία τιμολογήθηκαν. Οι υπάλληλοι της Εταιρείας είχαν προνόμια, έπαιρναν ειδικές τιμές (staff) και έχει πάρει όλα τα ηλεκτρικά είδη στο σπίτι του από την Εταιρεία. Όσον αφορά την τηλεόραση, Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι η διαδικασία «έγινε με πλήρη διαφάνεια». Όταν εξέφρασε την επιθυμία ότι την θέλει ήδη το γνώριζαν οι συνάδελφοί του και το λογιστήριο, όμως επειδή τύγχαναν ειδικής τιμής και μεταχείρισης σαν υπάλληλοι, η τιμολόγηση των εμπορευμάτων γινόταν από το λογιστήριο. Ειδική τιμή γινόταν από το λογιστήριο για να υπάρχει μια σωστή διαδικασία, να μην τιμολογούνται από τους ίδιους τα δικά τους τα εμπορεύματα. Είπε επί λέξει τα ακόλουθα: «Η συγκεκριμένη τηλεόραση μεταφέραμε την στο σπίτι μαζί με τους συναδέλφους μου τον Ιωάννη Πασχάλη και τον Νεόφυτο Γαλανό, το γνώριζε το λογιστήριο, η διεύθυνση, οι συνάδελφοι, όλοι και θα τιμολογείτουν τέλος του μηνός και ο λόγος ποιος ήταν; Για το λόγο ότι όσοι παίρναμε εμπορεύματα από την εταιρεία πριν πάρουμε το μισθό μας αποκόπτετουν από το μισθό μας το εμπόρευμα το οποίο θέλαμε. Πριν επειδή υπήρχαν μερίδες, μερίδα του πελάτη ας το πούμε, ήταν μερίδα υπαλλήλων η οποία μερίδα πιστώνετουν με το συγκεκριμένο εμπόρευμα και πριν πληρωθείς επειδή η πληρωμή μας ήταν επιταγή εκδίδετουν το ποσό, αποκόπτετουν το πόσο το συγκεκριμένο και πληρωνούμασταν τα υπόλοιπα. Επίσης μια μικρή λεπτομέρεια, την οποία θέλω να αναφέρω, επειδή το συγκεκριμένο περιστατικό συνέβηκε στις 9.2.7 όταν αποχώρησα εγώ από την εταιρεία, 2009 συγγνώμη, και δεν είχε τιμολογηθεί η τηλεόραση θα τιμολογείτουν τέλος του μηνός, δεν ξέρω σε ερώτηση που έκαναν μετά στους συναδέλφους μου Ιωάννη Πασχάλη και Νεόφυτο Γαλανό το ανέφεραν και οι ίδιοι, υπάρχει και το σχετικό έντυπο και ρωτήθηκαν αν έχω οποιοδήποτε εμπόρευμα μη τιμολογημένο δικό μας και ανέφεραν τα παιδιά ότι το μόνο που δεν είναι τιμολογημένο είναι η συγκεκριμένη τηλεόραση». Αντεξεταζόμενος, σε ερώτηση αν έχει σχετικό τιμολόγιο για το Τεκμήριο 2, ανέφερε ότι όσον αφορά τη διαδικασία των εμπορευμάτων για τους υπαλλήλους υπήρχε διαφορετική τιμολογιακή, δηλαδή όποιος υπάλληλος έπαιρνε εμπόρευμα από την Εταιρεία δεν γινόταν order. Τη μέρα που θα γινόταν η χρέωση θα έβγαινε το τιμολόγιο. Αρνήθηκε υποβολή ότι όπως και στις άλλες αγορές εκδίδονταν τιμολόγια. Γινόταν τιμολόγιο όταν θα πληρωνόταν, ήταν τιμολόγιο cash. Γνώριζε το λογιστήριο για την τηλεόραση και θα γινόταν το τιμολόγιο. Του υπεβλήθη ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι και σε ερώτηση πότε πήρε την τηλεόραση, απάντησε πως έγινε με πλήρη διαφάνεια, μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, γιατί ήταν σε ειδική τιμή. Του υπεβλήθη πως την πήρε από το Δεκέμβριο και πέρασαν ήδη 3 μήνες και δεν ενημέρωσε το λογιστήριο ούτε είχε στείλει τα ανάλογα τιμολόγια. Έγινε μετά τις γιορτές και το γνώριζε το λογιστήριο. Δεν μπορεί να γνωρίζει πότε θα τιμολογήσει ένα εμπόρευμα το λογιστήριο. Η διαδικασία δεν ήταν στη δική του δικαιοδοσία, έπρεπε να γίνει από το λογιστήριο όταν ο υπάλληλος εκφράσει την επιθυμία να πάρει οποιοδήποτε εμπόρευμα. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν είχε πρόθεση να ενημερώσει και να πιστώσει την τηλεόραση στο λογαριασμό του. Σε υποβολή ότι δεν ήταν υπόψη του λογιστηρίου απάντησε ότι όλοι γνώριζαν ότι είχε πάρει την τηλεόραση, η διεύθυνση, οι υπάλληλοι, το λογιστήριο. Του υπεδείχθη το Τεκμήριο 30
(8). Είναι ένα order, μια παραγγελία για 5 εμπορεύματα. «Σε κάποια φάση» πρέπει αυτά να παραδόθηκαν. Εξήγησε ως ακολούθως τη διαδικασία: «Αυτό το order γίνεται την ημέρα που θα έρθει ο πελάτης στο κατάστημα και θα κάνει μια παραγγελία, να επιλέξει κάποια εμπορεύματα που θέλει. Αμέσως γίνεται ένα order, το οποίο μπαίνει στο σύστημα της εταιρείας και όταν θα φτάσει η στιγμή να παραδώσουμε τα εμπορεύματα εμείς στέλνουμε το συγκεκριμένο έντυπο εις την αποθήκη μας και η αποθήκη θα εκτελέσει την παράδοση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Όταν η αποθήκη παραδώσει τα εμπορεύματα θα μας στείλει το συγκεκριμένο έντυπο ότι παραδόθηκαν για να προχωρήσουμε εμείς εις την τιμολόγηση». Σε πολλές περιπτώσεις αν π.χ. δεν υπήρχαν σε stock εμπορεύματα έπρεπε η αποθήκη να τους πει τι παρέδωσε και μετά να τιμολογήσουν. Δεν μπορούσαν να τιμολογήσουν εμπορεύματα που δεν παραδόθηκαν στον πελάτη. Σε υποβολή πως ψεύδεται και πως από τα εμπορεύματα του Τεκμηρίου 30
(8)παραδόθηκαν τα 3 τα οποία δεν τιμολογήθηκαν ανέφερε πως είχαν παραδοθεί 3 από τα 5 εμπορεύματα και ο πελάτης εξέφρασε την επιθυμία μόλις παραδοθούν τα υπόλοιπα 2 να του κάνουν τιμολόγιο. Έτσι έγινε και πλήρωσε τα εμπορεύματα. Όλα τα εμπορεύματα είναι πληρωμένα. Του υπεβλήθη ότι λέει ψέματα και πως τίποτε δεν παραδιδόταν αν δεν πληρωνόταν κατόπιν τιμολόγησης. Και πως τα order ήταν μεν ενημερωτικά για την αποθήκη, αλλά ταυτόχρονα αυτοί προέβαιναν στην τιμολόγηση και χρέωναν τον πελάτη. Σε υποβολή ότι στο Τεκμήριο 30
(8)το αντικείμενο του φαίνεται ότι έχει παραδοθεί, δεν έχει τιμολογηθεί, φαίνεται χρεωμένο στο stock, φαίνεται ότι υπάρχει στο κατάστημα ενώ έχει ήδη παραδοθεί, απάντησε ότι δεν παραδιδόταν από το κατάστημα αλλά από την αποθήκη. Του υπεβλήθη ότι η παράδοση έγινε από το κατάστημα. Αρνήθηκε ότι τα εμπορεύματα παραδίδονταν πάντα από το κατάστημα. Πάντα από την αποθήκη παραδίδονταν τα εμπορεύματα. Αρνήθηκε υποβολή ότι λάμβανε γνώση για όλες τις επιστροφές. Μόνο για όσα υπήρχε υπογραφή από υπάλληλο ή πελάτη. Αρνήθηκε πως έκανε εικονικές επιστροφές. Οι επιστροφές έπρεπε να υπογραφούν από τον πελάτη και τον υπάλληλο. Του υπεβλήθη πως έπαιρνε cash από το ταμείο. Δεν μπορούσε να επέμβει στο ταμείο. Όπως εξήγησε υπήρχε υπάλληλος του ταμείου, η οποία ελεγχόταν από το λογιστήριο. Σε υποβολή ότι οι ενέργειες του και οι πράξεις του συνιστούσαν κλοπή απάντησε ότι δεν έχουν κλαπεί εμπορεύματα. Τα εμπορεύματα εξάλλου φαίνεται να βρίσκονται σπίτι του πελάτη. Στο τέλος της υπόθεσης οι δύο πλευρές αγόρευσαν. Ήταν η θέση του κου Πέτσα ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το αδίκημα της κλοπής όπως αυτό έχει εξειδικευτεί με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ήταν η θέση του ότι με βάση τη μαρτυρία και πρωτίστως τα παραδεκτά γεγονότα δεν έλειπαν ούτε και κλάπηκαν ηλεκτρικά είδη αφού αυτά βρίσκονται στην κατοχή των πελατών. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι ακόμη και στο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, η κατηγορούσα αρχή δεν αντιλήφθηκε ότι ουσιαστικά δεν έλειπαν εμπορεύματα αλλά χρήματα που αντιστοιχούσαν σε εμπορεύματα από εικονικές επιστροφές. Ήταν δε καταληκτική η θέση του επί λέξει ότι «στην παρούσα υπόθεση, στην καλύτερη των περιπτώσεων, η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσε να ισχυριστεί ανεπάρκεια των ικανοτήτων του κατηγορούμενου ως υπεύθυνου καταστήματος και/ή ανεπάρκεια που αναγόταν σε επαγγελματική αμέλεια. Σίγουρα όμως αυτό δεν οδηγεί σε ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου δια το αδίκημα της κλοπής». Η κα Θεοδότου, εισηγήθηκε ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι έγιναν οι επίδικες κλοπές για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος, πλην όμως δεν γνώριζε ούτε είχε κάποια πρόθεση. Παραθέτω αυτολεξεί τις θέσεις της: «Ο κατηγορούμενος υπέβαλε ότι πήρε την τηλεόραση, ΤΕΚ. 1 εν γνώσει των υπαλλήλων του καταστήματος και ότι η διεύθυνση της Εταιρείας κωλυσιεργούσε και δεν του άνοιγε μερίδα αφού δικαιούταν να την αγοράσει σε ειδική τιμή. Κάτι τέτοιο δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες που αντεξετάστηκαν επί μακρού. Ισχύουν τα ίδια με πιο πάνω. Βλ. Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)και Browne v. Dunn
(1894)6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart
(1923)23 Cr. App. R. 202). Ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, προέβη σε εικονικές επιστροφές έτσι ώστε να διατηρεί τους ισολογισμούς του καταστήματος, δεν εξασφάλιζε την έκδοση τιμολογίων στα χειρός από το σύστημα, έτσι ώστε να χρεώνεται το στοκ και άλλοτε δεν έκδιδε αποδείξεις σε πληρωμές μέσω τράπεζας, με αποτέλεσμα ο πελάτης να φαίνεται ότι χρωστά/ή και να βγαίνουν μετρητά από το ταμείο cash, το τεκ 31 (τεκ 30,1 έως 52) είναι σχετικά. ................................................................................................................... «Από το σύνολο της μαρτυρίας έχουν διαφανεί τα εξής: Ο κατηγορούμενος ήταν ο διευθυντής στο εν λόγω υποκατάστημα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ήταν το υπεύθυνο άτομο να δέχεται επιστροφές εμπορευμάτων, ενώ στο τέλος της ημέρας, όφειλε να ελέγχει τόσο τις πωλήσεις που έκανε όσο και το ταμείο του με τις εισπράξεις και τις επιστροφές του. Τεκ 3 internal control manual, το οποίο του γνωστοποιήθηκε γραπτώς από τους Σάββα και Κωνσταντίνο Χ'' Κυριάκο, Θέμη Γαλατόπουλο, Δήμη Στυλιανίδου. (α) Ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχής περιουσίας, παραλήφθηκε από το σπίτι του μια τηλεόραση Sony αξίας €1.200 Τεκ 1 και με τους τρόπους που περιγράφονται στη μαρτυρία εμπορεύματα ή/και χρήματα ύψους €190.397, (β) αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, προέβη σε εικονικές επιστροφές έτσι ώστε να διατηρεί τους ισολογισμούς του καταστήματος, δεν εξασφάλιζε την έκδοση τιμολογίων στα χειρός από το σύστημα, έτσι ώστε να χρεώνεται το στοκ και άλλοτε δεν έκδιδε αποδείξεις σε πληρωμές μέσω τράπεζας, με αποτέλεσμα ο πελάτης να φαίνεται ότι χρωστά/ή και να βγαίνουν μετρητά από το ταμείο cash, το τεκ 31 (τεκ 30,1 έως 52) είναι σχετικά. (δ) η περιουσία σαφώς είναι τέτοια που μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα γι' αυτό προχώρησε στο δόλιο σφετερισμό της». Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Οι αστυνομικοί μάρτυρες ΜΚ1, 2 και 5 μου έκαναν καλή εντύπωση. Παρέθεσαν αντικειμενικά τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Οι ΜΚ3 και 4 επίσης μου έκαναν καλή εντύπωση. Η μαρτυρία τους ήταν τυπική και την αποδέχομαι, εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Σημειώνω ειδικά ότι ο κατηγορούμενος εργοδοτήθηκε ως διευθυντής υποκαταστήματος και ότι η γραμματέας ήταν σύμφωνα με το ΜΚ4 άμεσα υπεύθυνη για το ταμείο. Ο ΜΚ6 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι δηλαδή προέκυψε έλλειμμα που αντιστοιχούσε σε τιμή κόστους εμπορευμάτων που έλειπαν από το κατάστημα παρέμεινε αναντίλεκτη. Εξήγησε τα έγγραφα που κατέθεσε. Προέκυψε εμφανώς από τη μαρτυρία του ότι έγιναν επιστροφές τοις μετρητοίς για τις οποίες τα εμπορεύματα που πληρώθηκαν στην πραγματικότητα δεν επιστράφηκαν και οι πελάτες δεν πήραν λεφτά. Προέκυψε επίσης ότι τιμολόγια χειρός που εκδόθηκαν και πληρώθηκαν από πελάτες δεν περάστηκαν στο σύστημα με αποτέλεσμα τα λεφτά να τα οικειοποιηθεί το κατάστημα και πληρωμές που έγιναν από πελάτες δεν παρουσιάστηκαν στο σύστημα με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι οι πελάτες ακόμα τους χρωστούν χρήματα. Σημειώνω επίσης τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν διευθυντής της Εταιρείας αλλά υπεύθυνος του καταστήματος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Είναι γεγονός δε ότι είχε την άποψη πως ο διευθυντής του καταστήματος βαρύνεται με το έλλειμμα του καταστήματος. Ότι έπρεπε να είναι εις γνώση του οτιδήποτε γινόταν στο κατάστημα, οποιαδήποτε πράξη. Όφειλε να γνωρίζει, ήταν η θέση του μάρτυρα, ο διευθυντής. Όφειλε να ελέγξει τα ελλείμματα, να γνωρίζει πως δεν εκδόθηκε απόδειξη, να διερευνήσει τις επιστροφές. Όμως ποια βαρύτητα μπορεί να έχει η γνώμη του μάρτυρα σε σχέση με την ευθύνη του κατηγορούμενου για το έλλειμμα της Εταιρείας; Σίγουρα μηδαμινή. Ειδικότερα, έχοντας υπόψη, πως οι λεπτομέρειες της κατηγορίας για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος αφορούν κλοπή ηλεκτρικών ειδών. Όλες οι πράξεις στις οποίες έκανε αναφορά ο ΜΚ6 δεν έχουν συσχετιστεί με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Ο τελικός δε κριτής της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου δεν είναι το Δικαστήριο; Δεν είναι το Δικαστήριο που θα κρίνει αν λόγω της θέσης του και των καθηκόντων του ο κατηγορούμενος είναι ποινικά υπεύθυνος και αν έχει το απαιτούμενο από το ποινικό άρθρο mens rea; Σημειώνω εδώ πως ήταν καθαρό από τη μαρτυρία του μάρτυρα ότι κάποιος έπαιρνε χρήματα από το ταμείο με τις συγκεκριμένες ενέργειες. Αυτό ήταν που θα έπρεπε κατά την άποψη του «να ελέγξει» ο διευθυντής. Συνάδει αυτή η θέση με τη γραμμή που επέλεξε να ακολουθήσει η κατηγορούσα αρχή μέχρι το τέλος προωθώντας την κατηγορία της κλοπής ηλεκτρικών ειδών εναντίον του κατηγορούμενου; Πέραν τούτου, τίθεται και το εύλογο ερώτημα αφού κατά το ΜΚ6 ο κατηγορούμενος όφειλε να ελέγξει το έλλειμμα, η ΜΚ7 δεν έπρεπε; Ούτε η ΜΚ11; Η ΜΚ7, η οποία κατά τα άλλα μου έκανε καλή εντύπωση, αντιλήφθηκα πως δεν έλεγχε τις επιστροφές. Επιστρέφω όμως στο προηγούμενο ερώτημα το οποίο δεν της τέθηκε. Δεν εντόπισε ή δεν όφειλε να ελέγξει το έλλειμμα; Παρέμεινε αναπάντητο το πιο πάνω ερώτημα. Η ΜΚ11 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη αφού δεν αντεξετάστηκε. Προσθέτω ότι κι αυτή θεωρούσε υπεύθυνο για τις επιστροφές τον κατηγορούμενο. Και πως ούτε αυτή ρωτήθηκε αν είχε εντοπίσει κάποια ελλείμματα. Όμως, ας μην ξεχνούμε πως ο λόγος τερματισμού της απασχόλησης της ήταν, ως της είχε αναφερθεί στο Τεκμήριο 22 «Βασικός λόγος του τερματισμού είναι η μη τήρηση των διαδικασιών είσπραξης και κλεισίματος του ταμείου του καταστήματος με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τακτικά ελλείμματα στο ταμείο και στα στοκς». Ο ΜΚ8 ήταν μάρτυρας τυπικός. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του, διερωτούμαι όμως γιατί κλήθηκε να καταθέσει αφού αυτή δεν προσθέτει κάτι μη έχοντας συνδεθεί με την υπόλοιπη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Ο ΜΚ9 και ΜΚ10 μου έκαναν καλή εντύπωση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους, η οποία στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε. Ο κατηγορούμενος σαφώς όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του ήταν καλός γνώστης των πραγμάτων και σχημάτισα την εντύπωση ότι είχε υπό πλήρη έλεγχο τα όσα συνέβαιναν στο κατάστημά του. Παρά την επιδερμική πειστικότητά της δεν μπορώ να πω ότι η μαρτυρία του με έπεισε. Πλην των διαδικασιών που έχει περιγράψει, τις οποίες η κατηγορούσα αρχή δεν κατάφερε να αμφισβητήσει ή να αποδυναμώσει με την αντεξέτασή της, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η θέση του ότι δεν λάμβανε γνώση για όλες τις επιστροφές παρά μόνο τις υπογραμμένες δεν ήταν πειστική. Ούτε και η θέση πως δεν μπορούσε να επέμβει στο ταμείο με έπεισε, αφού κάτι τέτοιο δεν διαφάνηκε από τη μαρτυρία. Παρά ταύτα, ήταν καθόλα ατυχής η θέση της κατηγορούσας αρχής όπως τέθηκε σε αυτόν ότι ο κατηγορούμενος έπαιρνε λεφτά από το ταμείο. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας. Ατυχής ήταν και η υποβολή προς τον κατηγορούμενο ότι οι πράξεις του συνιστούσαν κλοπή, η οποία παρέμεινε αόριστη και ατεκμηρίωτη. Ποιες ήταν τούτες οι πράξεις; Το ουσιώδες αυτό ζήτημα δεν τέθηκε στον κατηγορούμενο. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα, τα οποία κρίνω ότι δεν χρήζουν επανάληψης. Έρχομαι στη νομική πτυχή. Η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 255 που είναι το γενικό άρθρο της κλοπής, στο βαθμό που ενδιαφέρει, προβλέπει τα εξής: «1. Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό. Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.» Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3)). Τα δε συστατικά στοιχεία που η κατηγορούσα αρχή οφείλει να τεκμηριώσει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής είναι ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) ότι η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στο δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 269 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αν ο υπαίτιος κλοπής είναι διευθυντής ή αξιωματούχος οργανισμού ή Εταιρείας, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του οργανισμού ή της Εταιρείας, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση 14 χρόνων. ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΚΑΤΟΧΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (Το actus reus της κλοπής) Στο σύγγραμμα Blackstone's "Criminal Practice" 2009 υιοθετήθηκε η προσέγγιση στην υπόθεση Morris
(1984)ΑC 320 και Gomez
(1993)AC 442: "it is unnecessary to prove that an accused assumed all of another's rights over the property alleged to have been stolen. It is sufficient to prove the assumption of any of the rights of an owner" (βλ. παρα Β4.25). Προϋποθέτει, το άρθρο, την ύπαρξη κάποιας πράξης που να θεωρείται απόκτηση κατοχής, η οποία λαμβάνει χώρα όταν η αναγνωρισμένη (identified) περιουσία υπάρχει και ανήκει σε άλλον (Βλ. Preddy) (1996 AC 815). Στην υπόθεση Naviede
(1997)Crim LR 662 λέχθηκε ότι ο όρος αποκτά κατοχή "connotes a physical act rather than a mere remote action triggering the payment which gives rise to the charge. The Oxford Dictionary defines "appropriation" as "to take possession for one's own, to take to one's self". It is not easy to see why an act of deceiving on owner to do something will fall within the meaning of "appropriation". Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ευρήματα ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να στοιχειοθετεί την απόκτηση κατοχής από τον κατηγορούμενο, οποιωνδήποτε ηλεκτρικών ειδών και ειδών υγιεινής της Εταιρείας αξίας €190.397. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι η ίδια η κατηγορούσα αρχή στην τελική της αγόρευση εισηγείται ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή μίας τηλεόρασης «Sony» και γενικά «με τους τρόπους που περιγράφονται στη μαρτυρία εμπορεύματα ή/και χρήματα»! Καταρχάς, ξενίζει η διαζευκτική εισήγηση. Δεν χωρούν διαζευκτικές τοποθετήσεις σε ποινικές υποθέσεις. Δεν έγινε καμία εισήγηση συγκεκριμένα πόσα εμπορεύματα ή πόσα χρήματα έκλεψε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή. Επίσης, η κατηγορούσα αρχή δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει ποιοι ήταν αυτοί οι τρόποι «που περιγράφονται στη μαρτυρία» αλλά το σημαντικότερο με ποιο τρόπο κατά τη θέση της συνιστούν πράξεις απόκτησης κατοχής και πως ο κατηγορούμενος συνδέεται με τέτοιες πράξεις. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να προβεί σε εικασίες. Υποθέσεις ως προς τα γεγονότα δεν χωρούν σε ποινικές υποθέσεις. Είναι δε εκπληκτικό ότι δεν φαίνεται να προβλημάτισε την κατηγορούσα αρχή ότι τα εμπορεύματα του κατηγορητηρίου, πλην την τηλεόρασης, δεν φαίνεται σύμφωνα με τη μαρτυρία που η ίδια η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε να ανήκουν στην Εταιρεία. Όσον αφορά την τηλεόραση, Τεκμήριο 2, πρέπει να σημειωθεί ότι από τη μαρτυρία του ΜΚ6 φαίνεται καθαρά ότι αυτή δεν περιλήφθηκε στα ποσά του κατηγορητηρίου, €190.397, γεγονός που φαίνεται να διέλαθε της προσοχής της κατηγορούσας αρχής. Γενικότερα όμως, θεωρώ πως η κατηγορούσα αρχή με τον τρόπο που παρουσίασε την υπόθεση, απέτυχε ολοσχερώς να συνδέσει τον κατηγορούμενο επαρκώς με τα ελλείμματα που παρουσιάστηκαν. ΥΠΗΡΧΕ ΔΟΛΟΣ; (To mens rea της κλοπής) Το συστατικό στοιχείο του δόλου έχει αναλυθεί στην υπόθεση Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, στη σελίδα 514 ως ακολούθως: «Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely
(1973)1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39». Μέσα από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου στο σύνολο της δεν φανερώνεται η αναγκαία πρόθεση του κατηγορούμενου διάπραξης του αδικήματος της κλοπής. ΤΟ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΗΣ ΜΟΝΙΜΗΣ ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΗΣ Σε σχέση με την προαναφερόμενη τηλεόραση, επειδή έγινε μεγάλη συζήτηση, θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση μόνιμης αποστέρησής της. Η πρόθεση δεν χρειάζεται να αποδειχθεί άμεσα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει στο μυαλό του εκάστοτε κατηγορουμένου, να εντοπίσει και να απομονώσει τη σκέψη του. Στις πλείστες περιπτώσεις, η πρόθεση συνάγεται ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση. Πρέπει να είναι βέβαια το μόνο εύλογο συμπέρασμα που δύναται να συναχθεί. Τεκμαίρεται όμως πως κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του (βλ. κατ' αναλογία Ανθία ν. Δημοκρατίας αρ. 1
(1999)2 ΑΑΔ 404 και Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., παρα. 1010). Είναι γεγονός ότι η τηλεόραση την οποία σε γνώση των ΜΚ9 και ΜΚ10 είχε πάρει ο κατηγορούμενος το Δεκέμβριο του 2008 από το κατάστημα δεν είχε τιμολογηθεί μέχρι το Μάρτιο του 2009. Όμως η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τη συνήθη πρακτική σε σχέση με εμπορεύματα που παίρνουν οι υπάλληλοι με πίστωση. Αντίθετα, από τη μαρτυρία των ΜΚ9 και ΜΚ10, οι οποίοι ας σημειωθεί ανέφεραν ότι το κατάστημα γνώριζε για την κατοχή της τηλεόρασης, δεν προκύπτει κάποια μεμπτή συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου. Συνεπώς, δεν έχει καταδειχθεί κατά τη άποψή μου η απαιτούμενη πρόθεση μόνιμης αποστέρησης σε σχέση με την τηλεόραση. ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΣ Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία ο κατηγορούμενος δεν ήταν διευθυντής της Εταιρείας, αλλά υπεύθυνος πωλητής ηλεκτρικών ειδών. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η πιο πάνω κατάληξη καθορίζει και την τύχη της 2ης κατηγορίας εφόσον η διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος ή το προϊόν τέτοιας διάπραξης δεν έχει αποδειχθεί. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στη 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) ....................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.