← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Mohammad Abuayyash Fadi Ibrahim κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 31789/2012, 15/5/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Mohammad Abuayyash Fadi Ibrahim κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 31789/2012, 15/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31789/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον

  1. Mohammad Abuayyash Fadi Ibrahim
  2. Fakih Labib Mahmood
  3. Alrefaei Kamel Ημερομηνία: 15 Μαίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Παφίτης Κατηγορούμενος 2 παρών Π Ο Ι Ν Η για τον Κατηγορούμενο αρ. 2 Ο κατηγορούμενος 2 (στο εξής ο «Κατηγορούμενος») κρίθηκε ένοχος στην δεύτερη και τρίτη κατηγορία που αφορούν τα αδικήματα της κατοχής και κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος, ήτοι 16 χαρτονομισμάτων των €500, αντίστοιχα κατόπιν παραδοχής του ενώ η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη. Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και κατηγορία για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος (πρώτη κατηγορία) και παραχάραξη νομίσματος (τέταρτη κατηγορία) οι οποίες, όμως, διακόπηκαν στις 30.4.2013 και ο Κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτές. Να σημειωθεί ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τα όσα αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με το ότι μετά την επιβολή ποινής αυτός θα κληθεί και θα καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας. Η κατηγορία της παραχάραξης νομίσματος είχε διακοπεί στις 30.4.2013 και σε σχέση με τον πρώτο και τρίτο κατηγορούμενο, ενώ ο μεν πρώτος έχει παραδεχθεί ενοχή στην κατηγορία της κατοχής στις 30.4.2013, ο τρίτος κατηγορούμενος αρνείται και τις τρείς κατηγορίες (συνομωσία, κατοχή και κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος) και η υπόθεση είναι ορισμένη για συνέχιση αργότερα σήμερα. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα: Ο Kατηγορούμενος αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο 28.9.2008 από το παράνομο αεροδρόμιο της Τύμβου. Στις 10.11.2009 τέλεσε γάμο με κύπρια και η τελευταία άδεια παραμονής που του είχε δοθεί λήγει στις 26.9.
  4. Πριν από τις 21.11.2012 και πιο συγκεκριμένα περίπου 10 μέρες προηγουμένως λήφθηκε πληροφορία από πληροφοριοδότη της Αστυνομίας ότι αλλοδαποί μετέφεραν στις ελεύθερες περιοχές από τα κατεχόμενα αριθμό πλαστών χαρτονομισμάτων των 500 ευρώ συνολικής αξίας 22,000 ευρώ, τα οποία θα διοχέτευαν στην αγορά. Ο πληροφοριοδότης της Αστυνομίας μιλώντας μέσω τρίτου προσώπου ήρθε σε επαφή με κάποιο αραβόφωνο και του παρουσιάστηκε ως πελάτης ενδιαφερόμενος να αγοράσει τα πιο πάνω χαρτονομίσματα. Η αρχική συμφωνία που είχε γίνει μέσω τηλεφώνου ήταν 100 ευρώ για κάθε πλαστό χαρτονόμισμα των 500 ευρώ. Το πρόσωπο αυτό στις 21.11.2012 διευθέτησε συνάντηση για αγοραπωλησία στο χώρο στάθμευσης του εστιατορίου McDonalds στο Στρόβολο. Κατόπιν της πιο πάνω πληροφορίας, ενημερώθηκε η ΚΥΠ καθώς και το ΤΑΕ για την επικείμενη επιχείρηση. Η πληροφορία έφερε το πρόσωπο αυτό να μεταβαίνει στο χώρο της συνάντησης με αυτοκίνητο μάρκας Toyota Vitz χρώματος αργυρού. Στις 21.11.2012 και περί ώρα 16:45 το εν λόγω όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΝΑ111 στάθμευσε σε χώρο στάθμευσης υπεραγοράς ακριβώς απέναντι από τα ΜcDonalds. Εντός του οχήματος βρίσκονταν κάποια πρόσωπα. Κατόπιν συντονισμένης επιχείρησης με το ΤΑΕ ο Αστ. 452 μετέβηκε στο μέρος πεζός και φθάνοντας κοντά στο όχημα πρόσεξε εντός αυτού να βρίσκεται ένα άτομο, του υπέδειξε τα χρήματα που είχε στην κατοχή του και του ζήτησε να του δείξει τα πλαστά. Το πρόσωπο αυτό τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο ο οποίος μετά πάροδο 2 λεπτών ήρθε στο μέρος πεζός. Ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του ένα μαύρο μικρό τσαντάκι όπου μέσα υπήρχε αριθμός χαρτονομισμάτων των 500 ευρώ συνολικού ποσού 8,000 ευρώ. Για το ποσό αυτό τα δυο αυτά πρόσωπα ζήτησαν 4,000 ευρώ. Ο Αστ. 452 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο όσο και από το άλλο πρόσωπο να του δώσουν ένα χαρτονόμισμα για να ελέγξει την ποιότητα και αφού εκ πρώτης όψεως φαινόταν πλαστό συμφώνησαν όπως του πωλήσουν τις €8,000 στην τιμή των €2,
  5. Ενώ ο Αστ. 452 μετρούσε τα χρήματά του, εμφανίστηκε η Αστυνομία και το άλλο πρόσωπο και o Κατηγορούμενος τράπηκαν σε φυγή και ανακόπηκαν πιο κάτω. Τα χαρτονομίσματα εξετάστηκαν από τον Αστ. 975 Σοφοκλέους, πραγματογνώμονα, ο οποίος διαπίστωσε ότι αυτά ήταν πλαστά. Στην κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε τα αδικήματα της κατοχής και κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος, όπως επίσης ότι γνώριζε ότι τα χαρτονομίσματα ήταν πλαστά. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ τελεί υπό κράτηση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση από 13.5.
  6. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου o συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από όπου προκύπτει ότι κατάγεται από τον Λίβανο και είναι ηλικίας 34 ετών και άνεργος. Είναι παντρεμένος με κύπρια υπήκοο ηλικίας 41 ετών η οποία εργάζεται στο Μακάρειο Νοσοκομείο ως βοηθός θαλάμου και λαμβάνει μισθό €1,700 μηνιαίως. Η σύζυγός του έχει δυο παιδιά από τον προηγούμενο της γάμο, ηλικίας 21 και 20 ετών. Ο μεν γιος της διαμένει με τον πατέρα του και είναι άνεργος, η δε κόρη της φοιτά στο πανεπιστήμιο Frederick και πρόσφατα έχει μετακινηθεί σε άλλη κατοικία. Ο Κατηγορούμενος δεν διατηρεί καλές σχέσεις με τα παιδιά της συζύγου του, πλην όμως, ως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος προσέχει το παιδί το οποίο ανέλαβε η σύζυγός του ως ανάδοχη μητέρα τις ώρες που η ίδια εργάζεται. Το αγόρι αυτό, το οποίο είναι αδελφότεκνος της συζύγου του Κατηγορούμενου, είναι σήμερα ηλικίας 4 ετών και όπως αναφέρεται σε σχετικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 13.5.2013 που εκδόθηκε από Λογοθεραπεύτρια παρακολουθεί μαθήματα λογοθεραπείας αφού παρουσιάζει διαταραχές στο λόγο και την ομιλία, όπως επίσης προβλήματα απτικοκινητικού συντονισμού. Όπως επίσης καταγράφεται στην Έκθεση της Eργοθεραπεύτριας Λουιζιάννας Κονσάλβες Αντζουλής η οποία επίσης προσκομίστηκε από τον κ. Παφίτη, το παιδί παρακολουθεί εβδομαδιαίο πρόγραμμα στο Παιδοψυχιατρικό Τμήμα του Μακάρειου Νοσοκομείου από τον Απρίλιο του 2013, και στόχος αυτών των εργοθεραπευτικών παρεμβάσεων είναι η βελτίωση της ανάπτυξής του στον αντιληπτικό, κινητικό και στον γνωστικό τομέα και το να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει κάποιες δυσκολίες στις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής. Ως επίσης καταγράφεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η σύζυγος του Κατηγορούμενου έχει υποβληθεί σε μεταμόσχευση κερατοειδούς στο δεξί της μάτι και χρειάζεται να υποβληθεί και σε δεύτερη, ενώ ο ίδιος ο Κατηγορούμενος επίσης χρειάζεται να υποβληθεί σε μεταμόσχευση στο αριστερό του μάτι. Να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι από την πλευρά της υπεράσπισης δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο να επεξηγεί με λεπτομέρεια τα πιο πάνω προβλήματα του Κατηγορούμενου και/ή της συζύγου του και την αναγκαιότητα για υποβολή τους σε επέμβαση. Επίσης, ο κ. Παφίτης επεσήμανε την παραδοχή του Κατηγορούμενου άνκαι αυτή δεν ήταν άμεση, το λευκό του ποινικό μητρώο, τη συνεργασία του με την Αστυνομία, όπως επίσης τόνισε τον κίνδυνο εξωδικαστηριακής τιμωρίας του Κατηγορούμενου ενόψει της πιθανότητας απέλασής του από τη Δημοκρατία με βάση την τακτική που ακολουθείται από την Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο συνήγορος κάλεσε επίσης το Δικαστήριο όπως για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου ληφθεί υπόψη ο βαθμός συμμετοχής του και το γεγονός ότι τα πλαστά χαρτονομίσματα δεν κυκλοφόρισαν στην αγορά και δεν κινδύνευσαν οι συναλλαγές. Τέλος, ο κ. Παφίτης εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η όλη επιχείρηση για την αγοραπωλησία των πλαστών χαρτονομισμάτων στήθηκε από την Αστυνομία κατόπιν της πληροφορίας που λήφθηκε λίγες ημέρες προηγουμένως. Τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό προκύπτει, πρωτίστως, από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Με βάση το άρθρο 5 του περί Νομίσματος (Παραχάραξη και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου Ν. 110(Ι)/2004το αδίκημα της κατοχής παραχαραγμένου νομίσματος τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη, ενώ το αδίκημα της κυκλοφορίας τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο με την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (βλέπε Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.ά.

(2002)2 ΑΑΔ 575, 580). Όπως δε έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 στη σελίδα 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Στην υπόθεση Butucaru Rares κ.ά. v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 699 οι εφεσείοντες αντιμετώπισαν 18 κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και 14 κατηγορίες για κλοπή. Ο εφεσείων 1 αντιμετώπισε και κατηγορία κατοχής παραχαραγμένου νομίσματος αφού βρέθηκαν στην κατοχή του 10 παραχαραγμένα χαρτονομίσματα των €100. Εξ αρχής παραδέχθησαν την εμπλοκή τους και συνεργάσθησαν με την αστυνομία, παραδεχόμενοι ενοχή και ενώπιον του Δικαστηρίου. Επέστρεψαν επίσης το ποσό που είχαν αποκομίσει από την παράνομη δραστηριότητά τους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπ' όψιν το νεαρό της ηλικίας των εφεσειόντων, τη στάση τους μετά τη σύλληψή τους και τη μη αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες τους, τους επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών στις κατηγορίες που αφορούσαν κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, δύο ετών στις κατηγορίες που αφορούσαν κλοπή και τριών ετών στην κατηγορία που αφορούσε την κατοχή παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων. Κατ' έφεση οπότε και οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν τις επιβληθείσες ποινές ως έκδηλα υπερβολικές, οι ποινές των δύο ετών στις κατηγορίες της κλοπής και των τριών ετών στην κατηγορία της κατοχής παραχαραγμένου νομίσματος κρίθηκαν υπερβολικές σε συνάρτηση με το ανώτατο όριο το οποίο προβλέπεται στο νόμο και μειώθηκαν σε ένα έτος και δύο έτη αντιστοίχως, αν και η μείωση τους στερείτο οποιασδήποτε πρακτικής σημασίας αφού η ποινή για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου παρέμεινε ως είχε. Στην υπόθεση Lyubimov Kyrill v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 479, ο εφεσείων αντιμετώπιζε τις κατηγορίες κατοχής και κυκλοφορίας πλαστών χαρτονομισμάτων και απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο εφεσείων αγόρασε από το πανηγύρι του Κατακλυσμού στη Λάρνακα το 2004, αγαθά μικρής αξίας το καθένα πληρώνοντας τα με ένα χαρτονόμισμα Αμερικής των εκατόν δολαρίων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και έκρινε ένοχο τον εφεσείοντα επιβάλλοντάς του συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών στις κατηγορίες της κατοχής και της κυκλοφορίας πλαστού χαρτονομίσματος και 8 μηνών στις κατηγορίες της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ο εφεσείων εφεσίβαλε τόσο την καταδίκη του όσο και τις επιβληθείσες ποινές. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση επί της καταδίκης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβληθείσα ποινή όχι μόνο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, λαμβανομένου υπόψη του ύψους της προβλεπόμενης ποινής από το Νόμο, αλλά αντίθετα ήταν μάλλον επιεικής ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος και υπέδειξε ότι σε περίπτωση συνοπτικής δίκης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη ότι το μέγιστο της ποινής που το ίδιο μπορεί να επιβάλει είναι μέχρι 5 χρόνια. Στην υπόθεση Κώστας Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 216, η έφεση στρεφόταν εναντίον της ποινής από τον εφεσείοντα ο οποίος βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία της κατοχής πλαστών Κυπριακών χαρτονομισμάτων κατά παράβαση του άρθρου 13 του Περί Νομίσματος Νόμου, Κεφ. 197, σε δύο κατηγορίες κυκλοφορίας πλαστών κυπριακών χαρτονομισμάτων κατά παράβαση του άρθρου 11 του πιο πάνω Νόμου και σε δύο κατηγορίες για εξασφάλιση χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και καταδικάστηκε σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών στην πρώτη κατηγορία, 2 1/2 ετών στην δεύτερη και τρίτη κατηγορία και ενός έτους φυλάκιση στη τέταρτη και πέμπτη κατηγορία. Οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές για τα πιο πάνω αδικήματα ήταν για την κατηγορία κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων πέντε χρόνια φυλάκιση, για την κατηγορία της κυκλοφορίας δεκαπέντε χρόνια φυλάκιση και για την κατηγορία εξασφάλισης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, τρία χρόνια φυλάκιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβληθείσα ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική, αλλά αντίθετα επρόκειτο περί μιας επιεικούς ποινής αφού το Κακουργιοδικείο προέβηκε λόγω του συνόλου των περιστατικών σε σημαντικότατη έκπτωση από το ανώτατο όριο ποινής που προβλεπόταν για την κάθε κατηγορία από το Νόμο. Το ακόλουθο απόσπασμα στις σελίδες 227 και 228 είναι απόλυτα κατατοπιστικό ως προς τη σοβαρότητα που πρέπει να προσδίδεται σε τέτοιας φύσεως αδικήματα: «Τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται πάντοτε με σοβαρότητα από τα Δικαστήρια μας. Χαρακτηριστικά μπορεί να αναφερθεί ότι στην υπόθεση Kashawi v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 37, το Δικαστήριο τούτο επικύρωσε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων για κυκλοφορία ενός πλαστού χαρτονομίσματος των $100 δολαρίων Ηνωμένων Πολιτειών, και είπε τα πιο κάτω: "Πλαστογραφία, κατοχή και κυκλοφορία ψευδών εγγράφων είναι από μόνα τους πολύ σοβαρά αδικήματα και με κανένα τρόπο δεν πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού με τρόπο που θα φαίνεται ότι ενθαρρύνεται η διάπραξη τους πολύ περισσότερο γιατί η πλαστογραφία τραπεζογραμματίων και νομισματικών αδικημάτων δεν πρέπει να τυγχάνουν επιείκιας." Αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στην υπόθεση Kozhaya and Others v. The Republic
(1988)2 C.L.R. 67, στην οποία επικυρώθηκε ποινή τριετούς φυλάκισης για κυκλοφορία πλαστών δολαρίων. Η αγγλική νομολογία είναι πολύ διαφωτιστική πάνω στο ζήτημα. Αναφορά στις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται στην υπόθεση Howard [1985] 7 Cr.App.R. (S) 320 στην οποία τονίζονται τα πιο κάτω: "Αυτού του είδους το αδίκημα είναι αδίκημα το οποίο σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις πρέπει να τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. Ο λόγος για την επιβολή ποινής φυλάκισης είναι πρώτον για να τιμωρηθεί ο παραβάτης. Οι δευτερεύοντες λόγοι είναι για να αποτρέπουν τον ίδιο τον παραβάτη από του να διαπράξει το ίδιο αδίκημα στο μέλλον. Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος είναι να καταδειχθεί σε όσους σκοπεύουν να αποκομίσουν φθηνό και εύκολο κέρδος με την αποδοχή πλαστών χαρτονομισμάτων ότι απλώς δεν αξίζει τον κόπο. Αν επιλέξουν να κατέχουν πλαστά χαρτονομίσματα και ειδικά μεγάλες ποσότητες θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά." Το στοιχείο της αποτροπής στην επιμέτρηση της ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις τονίσθηκε και στις υποθέσεις R.v.Lister [1982] 3 Cr.App.R. (S) 331 και R.V. Ede and Siddons [1986] 8 Cr.App.R. (S) 246. Στην τελευταία υπόθεση τονίσθηκε, επίσης, ότι οι προσωπικοί ελαφρυντικοί παράγοντες πρέπει να έχουν δευτερεύουσα σημασία. Στην υπόθεση R.V. Carter [1983] 5 Cr.App.R. (S) 256 επαναλήφθηκε η αρχή ότι αδικήματα που σχετίζονται με πλαστά νομίσματα είναι σοβαρά και έκδηλα δικαιολογείται η ποινή άμεσης φυλάκισης.» Σύμφωνα με τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία, οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όπως, όμως, έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 304, η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου ενός κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής (σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Εξετάζοντας τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου παρατηρώ τα εξής για σκοπούς προσδιορισμού της ποινής: Καταρχήν, λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και ο αριθμός των πλαστών χαρτονομισμάτων και το ποσό στο οποίο αφορούσαν. Ως προς την παραδοχή του Κατηγορούμενου θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή δεν ήταν άμεση αλλά έγινε σε προχωρημένο στάδιο και πιο συγκεκριμένα αφού η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε ουσιαστικά την υπόθεσή της (παρέμενε η δήλωση κάποιων παραδεκτών γεγονότων) και αφού επιτράπηκε η κατάθεση της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου μετά από διεξαγωγή δίκης εντός δίκης. Παρόλα αυτά, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω επίσης υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, τις προσωπικές του συνθήκες ως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και με βάση τα όσα λέχθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης, όπως επίσης τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του με την όρασή τους. Επίσης, λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα απέλασης του Κατηγορούμενου υπό τις περιστάσεις που έχει επεξηγήσει ο κ. Παφίτης. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι μετά τη σύλληψή του και στα πλαίσια της ανακριτικής του κατάθεσης ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την Αστυνομία με σκοπό τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Σε ότι αφορά την θέση του κ. Παφίτη ως προς τον περιορισμένο βαθμό συμμετοχής του Κατηγορούμενου στη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων δεν μπορώ να συμφωνήσω απόλυτα και αυτό γιατί από τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί ενώπιον μου ναι μεν ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο ηθίνων νους της υπόθεσης, πλην όμως ήταν το πρόσωπο που μετέφερε και είχε στην κατοχή του τα πλαστά χαρτονομίσματα στο μέρος όπου θα γινόταν η αγοραπωλησία, όπως επίσης ένας εκ των δυο που έκαναν τις διαπραγματεύσεις αναφορικά με την τιμή πώλησής τους. Παρομοίως, δεν θα μπορούσε να επενεργήσει ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός ότι τα πλαστά χαρτονομίσματα δεν κυκλοφόρησαν στην αγορά, ως το θέτει ο κ. Παφίτης, αφού αυτό αποτράπηκε λόγω της επιχείρησης που στήθηκε από την Αστυνομία. Τέλος, ερχόμενη στη θέση του κ. Παφίτη περί παγίδευσης του Κατηγορούμενου σε σχέση με τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων παρατηρώ ότι στην υπόθεση Mousa Abdel Hady Haggag ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 52, τονίστηκε ότι η παγίδευση δεν αποτελεί υπεράσπιση αλλά μπορεί να προσμετρηθεί ως λόγος για μετριασμό της ποινής. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η απόφαση στην Mousa, εκδόθηκε πολύ πριν η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ξεκαθαρίσει στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 105 ότι η παγίδευση κάτω από κάποιες περιστάσεις μπορεί να προβληθεί ως υπεράσπιση, υπό την έννοια ότι όπου αποδεικνύεται αθέμιτη παγίδευση η δικαστική διαδικασία μπορεί ακόμα και να διακοπεί. Έχω την άποψη, όμως, ότι η Κανάρης δεν διαφοροποίησε την προγενέστερη νομολογία σε ότι αφορά τη βαρύτητα που προσδίδεται στην (θεμιτή) παγίδευση για σκοπούς επιβολής ποινής. Κατά συνέπεια, η παγίδευση ως λόγος για μετριασμό της ποινής συνεχίζει να έχει τη δύναμη που του αναγνώρισε η προγενέστερη νομολογία και εναπόκειται στο Δικαστήριο να προσδώσει στον παράγοντα αυτό τη βαρύτητα που δικαιολογούν τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση τα περιστατικά της υπόθεσης δικαιολογούν όπως ληφθεί υπόψη υπέρ του Κατηγορούμενου το γεγονός ότι η διάπραξη του αδικήματος της κυκλοφορίας έλαβε χώρα στα πλαίσια της επιχείρησης που στήθηκε από την Αστυνομία, χωρίς ωστόσο να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι με βάση τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση είχε στην κατοχή του τα πλαστά χαρτονομίσματα προκειμένου να εξεύρει αγοραστή και σε μια τέτοια περίπτωση να λάβει σχετική προμήθεια. Στο στάδιο αυτό να τονίσω ότι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, κατά την κρίση μου, όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου αλλά θα έστελλε και λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων και έντονο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον ενδείκνυται η αναστολή της έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο ως η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 186(Ι)/2003, και το οποίο προβλέπει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μην εκτελεστεί εκτός εάν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά αφού το Δικαστήριο αποφασίσει το ύψος της ποινής ακολούθως εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 373). Σε σχέση με τις αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 CLR 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 CLR 17, Koukos v. Police
(1986)2 CLR 1, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 ΑΑΔ 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 ΑΑΔ 303, Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ 327. Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσον θα ανασταλεί η ποινή φυλάκισης: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλέπε επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 214/2009, απόφαση ημερομηνίας 29.1.2010 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161) Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, εξετάζω τόσο τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και κρίνω ότι αυτές δεν είναι τέτοιες ώστε να δικαιολογούν την αναστολή της έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Όπως έχω ήδη αναφέρει η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο Κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένες και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές ώστε αφενός να τιμωρηθεί ο παραβάτης και να αποτραπεί από του να διαπράξει παρόμοια αδικήματα στο μέλλον και αφετέρου να καταδειχθεί η σοβαρότητα τέτοιων ενεργειών σε επίδοξους παραβάτες. Όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν τεθεί ενώπιον μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής, παρόλα αυτά κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο. Σε ότι αφορά την βοήθεια που παρέχεται στο παιδί το οποίο έχει αναλάβει η σύζυγός του Κατηγορούμενου ως ανάδοχη μητέρα και όχι ο Κατηγορούμενος, επισημαίνω ότι η βοήθεια αυτή περιορίζεται στο να παραμένει το παιδί με τον Κατηγορούμενο κατά τις ώρες που εργάζεται η σύζυγός του και όχι σε οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω φροντίδα ή στήριξη. Το δε πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ίδιος με το αριστερό του μάτι δεν έχει καταδειχθεί να είναι τέτοιας φύσεως ώστε η έκτιση της ποινής φυλάκισης να επηρεάζει αρνητικά την κατάσταση της υγείας του. Ως εκ τούτου, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο να εκτελεστεί άμεσα, η δε έκτιση της ποινής να αρχίζει από 13.5.2013, ημερομηνία από την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Σε σχέση με τα έξοδα, όπως αναφέρθηκε από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ότι μέχρι στιγμής έχουν προκύψει €225 έξοδα που αφορούν όλους τους κατηγορούμενους. Ωστόσο, ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο, το ποσό των €75 που του αναλογεί να καταβληθεί από τη Δημοκρατία. Στο παρόν στάδιο καμία διαταγή ως προς τα τεκμήρια. (Υπ.)........................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ποινικό/Κατοχή και Κυκλοφορία Πλαστών Χαρτονομισμάτων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.