Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κυριάκου Ρουβήμ, Αρ. Υπόθεσης: 24465/2011, 31/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24465/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Κυριάκου Ρουβήμ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Ανδρέου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση των άρθρων 210, 211και 213 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, και των άρθρων 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86/72(πρώτη κατηγορία).
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 (δεύτερη κατηγορία).
- Χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά παράβαση των Kανονισμών 2, 65
(1),
(5),
(9)και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 (τρίτη κατηγορία). Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Θύμα του τροχαίου δυστυχήματος ήταν η Μαρούλλα Κυριάκου, τέως από το Μαρκί, συνταξιούχος, ηλικίας 63 ετών. Την 1.12.2010 και περί ώρα 17:00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής UH 727 στον δρόμο Τσερίου - Μαρκί με κατεύθυνση το Μαρκί και είχε ως συνοδηγό τον Μ.Κ.
- Σε κάποιο σημείο του δρόμου πριν την οικία των Μ.Κ. 4 και 5 παρέσυρε και τραυμάτισε το θύμα και την Μ.Κ. 2 οι οποίες περπατούσαν στην αριστερή πλευρά του δρόμου στην ίδια πορεία μαζί του. Από την επαφή το θύμα εκτινάχθηκε αριστερά και έπεσε σε παρακείμενο χωράφι πάνω σε σωρό από ξύλινους πάσσαλους της Α.Η.Κ με αποτέλεσμα να κτυπήσει βίαια με το κεφάλι και να τραυματισθεί θανάσιμα. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωοίας συνοδεία της Μ.Κ. 6 όπου πιστοποιήθηκε ο θάνατος της η ώρα 18:22 από την Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 11 με τη βοήθεια του Μ.Κ.13 και στην παρουσία του κατηγορούμενου έκανε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στο οποίο σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο επαφής του αυτοκινήτου με το θύμα και την Μ.Κ. 2 και με το γράμμα Χ1 το σημείο πτώσης του θύματος πάνω στους πάσσαλους της Α.Η.Κ. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το σχέδιο και υπέδειξε ως σημείο επαφής το γράμμα Χ
- Το δυστύχημα έγινε μετά την δύση του ηλίου, με ανατολή ηλίου 06:36 και δύση ηλίου 16:
- Υπήρχε ελάχιστο φως μέρας και επεσυνέβηκε λίγο πριν σκοτεινιάσει εντελώς, ενώ ο δρόμος φωτιζόταν από λαμπτήρες υψηλής ισχύος και ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Ο δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως και είχε πρόσφατα ασφαλτοστρωθεί και δεν υπήρχε σήμανση που να διαχωρίζει τις δυο λωρίδες, ενώ είναι εκτός κατοικημένης περιοχής και με όριο ταχύτητας 65 χαω. Σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου ο δρόμος ήταν επίπεδος 200 μέτρα πριν την σκηνή του δυστυχήματος και ελαφρά ανηφορικός και ευθύς 150 μέτρα. Μετρήθηκε η ορατότητα από τους Μ.Κ. 10,11,12 και 13 στην σκηνή με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με τα φώτα αναμμένα στην χαμηλή στάση όπως ο ίδιος οδηγούσε ενώ είχε βραδιάσει και από απόσταση 83 μέτρα ένας πεζός με μαύρα ρούχα γινόταν αντιληπτός στον δρόμο και σε απόσταση 31 μέτρα φαινόταν πολύ καθαρά. Η ορατότητα μετρήθηκε και στην περίπτωση που κινούνταν και εξ' αντιθέτου οχήματα με αναμμένα φώτα, ως ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, και το αποτέλεσμα των μετρήσεων ήταν το ίδιο. Η δε απόσταση από το τέλος της διασταύρωσης μέχρι το σημείο σύγκρουσης μετρήθηκε και είναι 14 μέτρα. Οι ζημιές στο αυτοκίνητο UH727 ήταν μπροστά αριστερό φανάρι, φτερό, καθρεφτάκι και στύλος της πόρτας συνοδηγού. Το θύμα τραυματίσθηκε θανάσιμα και η Μ.Κ. 2 τραυματίσθηκε ελαφρά στο δεξιό χέρι και μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με συγγενικό της πρόσωπο όπου έτυχε των Πρώτων Βοηθειών και απολύθηκε. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου ελέγχθηκε από τον Αστ. 4721 Θ. Θεοκλέους, στην παρουσία του Μ.Κ.12 και διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε σ' αυτό οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα πριν το δυστύχημα. Ο Ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους (Μ.Κ. 9) διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία στη σορό του θύματος και απεφάνθη ότι ο θάνατός της προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Ως επίσης αναφέρθηκε από την κα. Χαραλάμπους, η Μ.Κ. 2 και το θύμα περπατούσαν πλάγια, είχαν την ίδια πορεία με τον κατηγορούμενο και φορούσαν και οι δύο μαύρα ρούχα. Το δυστύχημα έγινε η ώρα 17:00, δηλαδή κατά τη διάρκεια που σουρούπωνε, αφού η δύση του ήλιου ήταν 16:35, υπήρχε οπτικός φωτισμός ο οποίος φώτιζε το δρόμο ικανοποιητικά και τα διερχόμενα αυτοκίνητα όπως και το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου είχαν τα φώτα της πορείας τους αναμμένα. Η Μ.Κ.2 ανέφερε στην κατάθεσή της ότι ο φωτισμός στο δρόμο ήταν αναμμένος την ώρα του δυστυχήματος. Δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου. Η Μ.Κ.2 ανέφερε επίσης ότι αυτή και το θύμα περπατούσαν πάνω στην άσπρη γραμμή όπου και χτυπήθηκαν από το αυτοκίνητο. Όσον αφορά τον τρόπο και τη σειρά που είχαν η μια με την άλλη, η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι εξ όσων θυμάται, χωρίς να είναι σίγουρη, το θύμα περπατούσε μπροστά της. Μετά από μέτρηση που έκανε ο εξεταστής διαπίστωσε ότι η επαφή της Μ.Κ. 2 ήταν με το καθρεφτάκι, ενώ η επαφή με το θύμα πρέπει να ήταν με το αριστερό φανάρι και με αυτά τα δεδομένα προκύπτει ότι το θύμα περπατούσε πιο μπροστά και πιο δεξιά από τη Μ.Κ.
- Τέλος, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την έκθεση των γεγονότων, οι δυο πλευρές κατέθεσαν εκ συμφώνου σχέδιο επί κλίμακας που ετοιμάστηκε (Τεκμήριο 1), δέσμη φωτογραφιών που λήφθηκαν από τη σκηνή και τη νεκροψία (Τεκμήριο 2) και την κατάθεση του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3). O κ. Ανδρέου στην αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής, ευθύς εξ' αρχής αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και συμφώνησε με τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Με αναφορά στα πιο πάνω γεγονότα, ο κ. Ανδρέου έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το δυστύχημα δεν έχει διαχωριστική γραμμή, όπως επίσης ότι με βάση τα όσα αναφέρει ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, από την αντίθετη πλευρά ερχόταν φορτηγό αυτοκίνητο και λόγω του ότι ήταν προσηλωμένος στο αυτοκίνητο αυτό, στην προσπάθειά του να αποφύγει ή τουλάχιστον να κρατήσει ασφαλή απόσταση σε σχέση με το φορτηγό, λόγω στιγμιαίας αβλεψίας δεν αντελήφθηκε την Μ.Κ. 2 και το θύμα και τους χτύπησε. Ο συνήγορος επεσήμανε παράλληλα αφενός το γεγονός ότι τόσο το θύμα όσο και η Μ.Κ. 2 οι οποίες φορούσαν μαύρα ρούχα, περπατούσαν επί της άσπρης γραμμής και όχι στο παγκέτο το οποίο υπήρχε με τρόπο ώστε να μην λήφθηκαν από μέρους τους οποιαδήποτε μέτρα προφύλαξης για την ασφάλεια τους, αφετέρου το ότι το δυστύχημα έλαβε χώρα σε μη κατοικημένη περιοχή και ενώ η ταχύτητα του οχήματος του κατηγορούμενου ήταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου. Εν όψει των πιο πάνω, ο κ. Ανδρέου κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει την συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως ένα στιγμιαίο λάθος με ανάλογο αντίκτυπο στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Συνεχίζοντας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την άμεση συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αστυνομικές αρχές, καθώς επίσης την παραδοχή του στο Δικαστήριο και το λευκό του ποινικό μητρώο. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από όπου προκύπτει ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 64 ετών. Είναι παντρεμένος τα τελευταία 30 χρόνια και με τη σύζυγό του κατοικούν στα Λύμπια και από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει τέσσερα παιδιά ηλικίας σήμερα 34,33, 25 και 16 ετών. Από ηλικία 13 ετών σταμάτησε το σχολείο και ξεκίνησε να εργάζεται σε μεταλλικές κατασκευές αλουμινίων. Ακολούθως, αφού ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις αποφάσισε να αναζητήσει εργασία στα πλοία, όπου και εργάστηκε για περίοδο 10 χρόνων περίπου. Με την επιστροφή του γνώρισε και παντρεύτηκε την σύζυγο του. Για αρκετά χρόνια διατηρούσε ιδιόκτητο κατάστημα πώλησης ειδών μεταλλικών κατασκευών. Περί το 1996 μεταβίβασε την εταιρεία και το κατάστημα στον μεγάλο γιο του, ενώ ο ίδιος υπέστηκε ατύχημα, πέφτοντας από μεγάλο ύψος με αποτέλεσμα να σπάσει η μία πλευρά του και να ακινητοποιηθεί για 2 χρόνια περίπου. Οταν ανάρρωσε εργάστηκε για 11 χρόνια περίπου σε ιδιωτική εταιρία, από όπου και απολύθηκε πριν 2 χρόνια εξαιτίας μείωσης του προσωπικού. Με τα χρήματα που έλαβε από την απόλυση του εξόφλησε δάνεια που διατηρούσε. Τον τελευταίο χρόνο ενοικιάζει υποστατικό στα Λύμπια το οποίο χρησιμοποιεί ως καφενείο και δεν αποφέρει οικονομικά κέρδη στον ίδιο, ενώ η οικονομική του κατάσταση είναι αρκετά δύσκολη αφού η σύζυγος του δεν εργάζεται και έχουν διάφορες οφειλές και δάνεια. Υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω, ο κ. Ανδρέου κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει τον κατηγορούμενο με πάσα δυνατή επιείκια. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω πρόνοιες, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/1972, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, ενώ με βάση το άρθρο 20Α του ιδίου Νόμου, προβλέπεται εξουσία επιβολής βαθμών ποινής. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις στον τόπο μας και για το λόγο αυτό η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Η διαπίστωση που έγινε στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543. Όπως επίσης προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, η ποινή που επιβάλλεται σε πρόσωπο το οποίο καταδικάσθηκε για ένα τέτοιο αδίκημα είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου. Επιπρόσθετα, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φαίνεται ότι καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την επιλογή του είδους της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί αποτελεί το κατά πόσον η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αφορά σε μια στιγμιαία αβλεψία, σφάλμα ή απροσεξία ή κατά πόσον αφορά σε μια εγωιστική παραγνώριση και αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια άλλων προσώπων. Όπως έχει τονιστεί, στην περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή θα πρέπει να περιορίζεται σε χρηματικό πρόστιμο, συνδυαζόμενη με στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδήγησης, εκτός φυσικά αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Από την άλλη, όμως, εάν το θανατηφόρο ατύχημα είναι αποτέλεσμα εγωιστικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, με την οποία παραγνωρίζει την ασφάλεια άλλων προσώπων, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλλει ποινή στερητική της ελευθερίας, συνδυαζόμενη και πάλι με στέρηση της άδειας οδηγού. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις: Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 66, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Χρίστου Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399). Απόλυτα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844 ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 114 και 115: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» Στην πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 28.12.2011 Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 54/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές που έθεσε η νομολογία. Με αναφορά στην R v. Βοswell [1984] 3 All ER 353, υποδείχθηκε ότι ως επιβαρυντικοί παράγοντες αποτελούν ενδεικτικά η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του κατηγορούμενου και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγοντας είναι επίσης η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για τροχαία αδικήματα, το κατά πόσον περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσον το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και τις πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491). Στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, για σκοπούς επιβολής ποινής το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον η παράλειψη του κατηγορούμενου να αντιληφθεί το θύμα και κατ' επέκταση να λάβει μέτρα για αποφυγή του δυστυχήματος υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω ήταν ένα στιγμιαίο σφάλμα ή συνιστά κακή, επικίνδυνη και απερίσκεπτη οδήγηση με πλήρη αδιαφορία για τα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν εκείνη την ώρα το δρόμο. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, ο δρόμος όπου επεσυνέβηκε το τροχαίο ατύχημα είναι διπλής κατευθύνσεως και σε αυτόν δεν υπήρχε σήμανση που να διαχωρίζει τις δυο λωρίδες, ενώ είναι εκτός κατοικημένης περιοχής, με όριο ταχύτητας 65 χαω. Η δε ταχύτητα του κατηγορούμενου δεν αναφέρθηκε ότι ήταν εκτός του ορίου αυτού. Παράλληλα, η Μ.Κ. 2 και το θύμα περπατούσαν πλάγια, είχαν την ίδια πορεία με τον κατηγορούμενο και φορούσαν και οι δύο μαύρα ρούχα. Όπως δε ανέφερε η Μ.Κ. 2, αυτή και το θύμα περπατούσαν πάνω στην άσπρη γραμμή όπου και χτυπήθηκαν από το αυτοκίνητο και η μεν επαφή της ίδιας ήταν με το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, η δε επαφή του θύματος ήταν με το αριστερό φανάρι, στοιχείο που καταδεικνύει ότι το θύμα περπατούσε πιο μπροστά και πιο δεξιά της Μ.Κ.2. Όπως αναφέρθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης και καταγράφεται και στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, όταν αυτός πλησίασε τη διασταύρωση ο δρόμος άρχισε να γίνεται ανηφορικός, ενώ το ανήφορο άρχιζε μετά τη διασταύρωση. Μπροστά του δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα και καθώς πλησίαζε τη διασταύρωση είδε να έρχεται από απέναντι ένα φορτηγό με αναμμένα τα φώτα πορείας του. Λίγο πριν φθάσει στη διασταύρωση, κινήθηκε λίγο αριστερότερα, προς την αριστερή άκρη της λωρίδας του και συνέχισε την ευθεία πορεία προκειμένου να μην εμποδίσει την πορεία του φορτηγού, ιδιαίτερα λόγω του ότι δεν υπήρχε διαχωριστική γραμμή επί του δρόμου. Μόλις πέρασε τη διασταύρωση, το φορτηγό πέρασε δίπλα του και αμέσως μετά ένιωσε ένα κτύπημα στην μπροστινή αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του. Αφού σταμάτησε στη σκηνή συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Οι πιο πάνω θέσεις του κατηγορούμενου, οι οποίες είναι κρίσιμες για τον καθορισμό του βαθμού αμέλειας του κατηγορουμένου, δεν αμφισβητούνται από την Κατηγορούσα Αρχή. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το ότι το θύμα και η Μ.Κ. 2, φορώντας μαύρα ρούχα, περπατούσαν πλάγια πάνω στην άσπρη γραμμή, έχοντας την ίδια πορεία με τον κατηγορούμενο, ενώ αριστερά του δρόμου υπήρχε επιστρωμένο παγκέτο, το οποίο δεν επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν για την ασφάλεια τους, και το ότι η απόσταση από το τέλος της διασταύρωσης μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι 14 μέτρα, η κατάληξή μου δεν μπορεί να είναι άλλη ότι ο κατηγορούμενος υπέπεσε σε μοιραίο, δυστυχώς, στιγμιαίο σφάλμα και/ή απροσεξία με το να μην αντιληφθεί το θύμα και την Μ.Κ. 2 επί του δρόμου. Κρίνω ότι δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που να δεικνύουν ότι η οδήγηση του κατηγορουμένου ήταν εγωιστική ή αδιάφορη ως προς την ασφάλεια τρίτων προσώπων. Παρόλα αυτά όμως, θεωρώ ότι η αμέλεια του κατηγορούμενου είναι μεγάλη, γεγονός που θα ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής της ποινής. Το δε γεγονός ότι, ως έχουν εκτεθεί τα γεγονότα, κατά την μέτρηση της ορατότητας στην σκηνή με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με τα φώτα αναμμένα στην χαμηλή στάση ενώ είχε βραδιάσει και από απόσταση 83 μέτρα ένας πεζός με μαύρα ρούχα γινόταν αντιληπτός στον δρόμο και σε απόσταση 31 μέτρα φαινόταν πολύ καθαρά, αποκτά περιορισμένη σημασία ενόψει όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω και ιδιαίτερα του ότι η απόσταση από το τέλος της διασταύρωσης μέχρι το σημείο Χ ήταν μόλις 14 μέτρα. Αποτελεί, επομένως, κατάληξή μου ότι ο θάνατος του θύματος ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας και/ή σφάλματος και/ή απροσεξίας του κατηγορουμένου. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου τη παραδοχή του αφού σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς επίσης τη μεταμέλεια του όπως έχει εκφρασθεί μέσω του συνηγόρου του, και το γεγονός ότι ο θάνατος του θύματος τον έχει συγκλονίσει και επηρεάσει ψυχολογικά. Λαμβάνονται περαιτέρω υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και ιδιαίτερα, το ότι πρόκειται για άτομο καλού χαρακτήρα, οικογενειάρχη, βιοπαλαιστή με διάφορα και σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Έχοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης τους και τις συνέπειες τους, που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου, την έκταση της αμέλειας του κατηγορουμένου όπως περιγράφεται πιο πάνω και το ότι οι πραξεις και παραλείψεις του συνιστούν ένα στιγμιαίο σφάλμα και όχι μια εγωιστική συμεπριφορά αδιάφορη για τις ζωές των προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, έχω καταλήξει ότι η αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η χρηματική ποινή. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή προστίμου €3,000. Επιπλέον, επιβάλλονται 5 βαθμοί ποινής και ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών. Η στέρηση να αρχίζει από αύριο. Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην πρώτη κατηγορία, δεν επιβάλλεται καμία ποινή στην δεύτερη και τρίτη κατηγορία. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας τα οποία ως έχει αναφερθεί από την κα. Χαραλάμπους ανέρχονται σε €355,00, αυτά να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο