← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σάββας Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 15136/11, 17/5/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σάββας Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 15136/11, 17/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15136/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Σάββας Σάββα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17 Μαïου, 2013. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χριστούδιας Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στην Κατηγορία της Επίθεσης Προκαλούσας Πραγματική Σωματική Βλάβη κατά παράβαση των αρ. 2, 3

(1)
(4), 15, 16, 22 και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 18.3.2011 επιτέθηκε εναντίον του υιού του Παναγιώτη Σάββα και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Την 18.3.2011 τηλεφώνησε στον Σταθμό ο θείος του Παναγιώτη Σάββα, και ανέφερε ότι είχε λάβει τηλεφώνημα από τον Παναγιώτη ο οποίος του είπε ότι τον χτύπησε ο Κατηγορούμενος πατέρας του. Την ίδια μέρα Αστυφύλακες μαζί με την Γεωργία Ιωάννου Κοινωνική Λειτουργό, μετέβηκαν στην οικία του Κατηγορούμενου, όπου εντόπισαν τον Παραπονούμενο. Ο Παραπονούμενος τους είπε ότι πριν λίγο ο πατέρας του τον χτύπησε με τα χέρια του σε διάφορα μέρη του σώματος του, ενώ ο Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν επίσης παρόντας, παραδέχθηκε. Ο Παραπονούμενος εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και διαπιστώθηκε ότι έφερε μικροεκδορές και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος του. Ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο κ. Χριστούδιας, αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής, έκανε αναφορά στην παραδοχή του Κατηγορούμενου, και στο λευκό του ποινικό μητρώο. Ήταν η θέση του ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο γεγονός, μία αυθόρμητη αντίδραση, και ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο για να συνετίσει το παιδί του. Όπως ανέφερε, η πράξη του Κατηγορούμενου έγινε από αγάπη. Συγκεκριμένα, το παιδί απουσίαζε από σπίτι για πολλή ώρα και ο Κατηγορούμενος πατέρας του ανησύχησε. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ο ευπαίδευτος συνήγορος. Σύμφωνα με αυτήν, ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 42 ετών, παντρεμένος και πατέρας 2 ανήλικων παιδιών. Ο ίδιος εργάζεται ως οδηγός με εισοδήματα ύψους €. 1.400,00 μηνιαίως, ενώ η σύζυγος του ασχολείται με την φροντίδα των παιδιών τους. Τα παιδιά παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες και παρακολουθούν ενισχυμένα μαθήματα. Οι σχέσεις στην οικογένεια χαρακτηρίζονται καλές, όμως ο Κατηγορούμενος και η οικογένεια του δεν ήθελαν να έχουν συνεργασία με την Υπηρεσία, αφού θεωρούσαν ότι δεν χρειάζεται οποιασδήποτε μορφής παρέμβαση. Το άρθρο 3
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, προβλέπει ότι οποιοσδήποτε ασκεί βία στα πλαίσια του αρ. 3
(1)διαπράττει αδίκημα και υπόκειται σε ποινή φυλακίσεως μέχρι 5 χρόνια ή σε χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.3.000,00 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζήνωνα Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας στην οικογένεια κατέστησε αναγκαία την θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, στον οποίο προβλέπονται αυξημένες ποινές για εγκλήματα βίας στην οικογένεια, σε σύγκριση με τα ανάλογα αδικήματα στον Ποινικό Κώδικα. Χαρακτηριστικά λέχθηκε σε σχέση με αυτό: «Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής». Όπως επισημάνθηκε και στην Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, η σοβαρότητα αυτής της φύσης αδικημάτων έγκειται στο γεγονός ότι η βία στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας. (βλ. επίσης Κωνσταντίνος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 28/2010 ημερ. 7.5.2010). Χαρακτηριστικό θεωρώ και το απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2003)2 Α.Α.Δ. 534, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η ιδιαίτερη αυστηρότητα με την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η άσκηση βίας σε μέλος της οικογένειας κατηγορουμένου, τονίστηκε και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου, Ποιν. Εφ. 7012 ημερ. 11.4.2001. Είναι αδιανόητο κάποιος να κακοποιείται στο οικογενειακό σπίτι που αποτελεί το καταφύγιο του και όπου θα έπρεπε να βρίσκει προστασία και στοργή». Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπ' όψιν μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και την παραδοχή του έστω και μετά από αλλαγή απάντησης. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου το γεγονός ότι επρόκειτο, όπως αναφέρθηκε, για μεμονωμένο γεγονός. Η σοβαρότητα αδικημάτων βίας στην οικογένεια, όμως, είναι δεδομένη. Μάλιστα στην υπό εκδίκαση περίπτωση έχουμε ένα ανήλικο μικρό και ανυπεράσπιστο παιδάκι, να γίνεται θύμα βίας από τον ίδιο του τον πατέρα, ο οποίος και θα έπρεπε να είναι ο προστάτης του. Με όλο το σέβας προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, το ότι ο μικρός έλειπε από το σπίτι αρκετή ώρα δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για την βάναυση συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, αλλά ούτε και μπορώ να δεχτώ την θέση ότι ήταν μία πράξη που έγινε από αγάπη, αφού το χτύπημα του Κατηγορούμενου ήταν τόσο δυνατό που 3 - 4 μέρες μετά φαίνονταν στο πρόσωπο του παιδιού ακόμη σημάδια από το χέρι του Κατηγορούμενου (βλ. φωτογραφίες Τεκμήριο Α). Το δε όλο περιστατικό έλαβε χώρα μπροστά και από άλλα μέλη της οικογένειας, ενώ ασύλληπτο είναι και το αίσθημα που πρέπει να ένιωθε το παιδί πηγαίνοντας σχολείο με εμφανή τα σημάδια αυτά πάνω του. Τούτων δεδομένων, τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ως μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεδομένης όμως της σοβαρότητας του αδικήματος, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της, που δεν μπορεί να είναι άλλο από στερητική της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία ποινή φυλακίσεως 4 μηνών. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή της πιο πάνω ποινής θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της, ως η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκιας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, ενώ εν τέλει παραδέχθηκε ενοχή. Επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας, που έλαβε χώρα μετά από ανησυχία του Κατηγορούμενου λόγω της απουσίας του παιδιού από το σπίτι. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας οι σχέσεις μεταξύ της οικογένειας είναι γενικά καλές, αλλά και τις συνέπειες της άμεσης φυλάκισης τόσο στο παιδί όσο και στα λοιπά μέλη της οικογένειας. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως. Τούτων δεδομένων, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. ....................................... Μαρίνα Παπαδοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.