ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ioana Sorina Colceriu κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 848/13, 22/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2013:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ Στ. Σταύρου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 848/13 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ν -
- Ioana Sorina Colceriu
- Paul Posa
- Mike John Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2013 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δημητρίου Για Κατηγορουμένη 1: κα Δήμου Για Κατηγορούμενο 2: κ. Παφίτης Κατηγορούμενοι παρόντες Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα αμφότεροι παραδέχτηκαν την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή να προμηθεύσουν ηρωίνη σε άλλα πρόσωπα (1η κατηγορία). Η Κατηγορουμένη 1 παραδέχτηκε την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και συγκεκριμένα 1,6297 γραμμάρια ηρωίνης (5η κατηγορία). Παραδέχθηκε επίσης την κατηγορία της προμήθειας σε άλλο πρόσωπο της πιο πάνω ποσότητας ναρκωτικών (6η κατηγορία). Περαιτέρω αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α και συγκεκριμένα ποσότητας 637,6 γραμμαρίων ηρωίνης (7η κατηγορία) και την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και συγκεκριμένα της πιο πάνω ποσότητας ηρωίνης (8η κατηγορία). Τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Η πρώτη κατηγορούμενη είναι από τη Ρουμανία ηλικίας 35 ετών, αφίχθη στην Κύπρο για τελευταία φορά πριν από 5 έτη σε σχέση με τον επίδικο χρόνο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος επίσης από τη Ρουμανία ηλικίας 44 ετών, αφίχθη στην Κύπρο για τελευταία φορά τέσσερις μήνες πριν από τον επίδικο χρόνο. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν συγκάτοικοι στον ουσιώδη χρόνο. Κατά τον μήνα Ιανουάριο του 2013 η πρώτη κατηγορούμενη στην παρουσία και του δεύτερου κατηγορούμενου είχαν μεταβεί σε διαμέρισμα στη Λευκωσία και προμηθεύτηκαν ναρκωτικές ουσίες Τάξεως Α και συγκεκριμένα ηρωίνη. Οι οδηγίες που τους δόθηκαν ήταν να μεταφερθούν αυτές οι ναρκωτικές ουσίες μέσω κατεχομένων στην Κωνσταντινούπολη έναντι αμοιβής και κάλυψη των εξόδων διακίνησης τους. Στις 28/1/2013 είχαν παραληφθεί οι ναρκωτικές ουσίες που αναφέρθηκαν ανωτέρω τόσον από την πρώτη όσον και από το δεύτερο κατηγορούμενο, πλην, όμως, μετά από συζήτηση που είχαν μεταξύ τους αποφάσισαν να μην ταξιδέψουν στην Κωνσταντινούπολη αλλά να διαθέσουν την ηρωίνη στην Κύπρο. Κατόπιν σχετικής πληροφορίας που είχε δοθεί στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών Λευκωσίας στις 15/2/2013 ο ΜΚ1 της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών Λευκωσίας είχε τηλεφωνική επαφή με την πρώτη κατηγορούμενη και προσποιήθηκε ότι ήθελε να προμηθευτεί ναρκωτικές ουσίες, πλην όμως θα ήθελε ένα δείγμα σε πρώτο στάδιο για αξιολόγηση. Το γεγονός αυτό η πρώτη κατηγορούμενη το κοινοποίησε στο δεύτερο κατηγορούμενο. Ακολούθως στις 15/2/2013, συναντήθηκε η πρώτη κατηγορούμενη με το μάρτυρα κατηγορίας 1 τον οποίον προμήθευσε με ποσότητα ναρκωτικής ουσίας κατηγορίας Α και, πιο συγκεκριμένα, 1 γραμμάριο και 6297 χιλιοστά γραμμαρίου ηρωίνης. Συγχρόνως η πρώτη κατηγορούμενη ανέφερε στο μάρτυρα κατηγορίας 1 ότι είχε στην κατοχή της, όπως η ίδια ανέφερε, ακόμα 600 με 650 γραμμάρια ηρωίνης. Ο μάρτυρας κατηγορίας 1 της ανάφερε ότι θα εξέταζε το δείγμα αυτό και ότι εάν ήταν ικανοποιητικό θα προέβαινε, όπως της ανέφερε, στην αγορά της υπόλοιπης ποσότητας. Κατόπιν τούτου ο μάρτυρας κατηγορίας 1 ήρθε ξανά σε τηλεφωνική επαφή με την πρώτη κατηγορούμενη και της ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει όλη την ποσότητα που είχε στην κατοχή της. Προς τούτον τόσον η πρώτη όσον και o δεύτερος κατηγορούμενος είχαν συσκευάσει την ποσότητα αυτή στο διαμέρισμα τους με σκοπό να την προωθήσουν προς το μάρτυρα κατηγορίας
- Ο δεύτερος κατηγορούμενος για το σκοπό αυτό είχε χρησιμοποιήσει και γάντια τα οποία μετά τη συσκευασία είχε πετάξει. Ακολούθως στις 18/2/13 διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ πρώτης κατηγορούμενης και του μάρτυρα κατηγορίας
- Έγινε η συνάντηση και η πρώτη κατηγορούμενη παρέδωσε στο μάρτυρα κατηγορίας 1 ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και, πιο συγκεκριμένα, 637,6 δέκατα του γραμμαρίου ηρωίνης. Αμέσως ο μάρτυρας κατηγορίας 1 αποκάλυψε την ιδιότητα του στην πρώτη κατηγορούμενη την οποίαν συνέλαβε. Αυτή ακολουθείτο από απόσταση από τον δεύτερο κατηγορούμενο ο οποίος εντοπίσθη από μέλη της Αστυνομίας, τα οποία ευρίσκοντο στην ευρύτερη περιοχή. Οδηγήθηκαν στα γραφεία της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών και ανακρινόμενοι και οι δύο κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν τα γεγονότα ως αναφέρθηκαν προηγουμένως. Η πρώτη κατηγορούμενη δεν έχει προηγούμενες καταδίκες, σε αντίθεση με τον δεύτερο κατηγορούμενο ο οποίος στις 18/10/2010 στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 25804/10 αντιμετώπιζε δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε σε διάρρηξη κατοικίας και η δεύτερη κατηγορία κλοπή από κατοικία και είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 9 και 6 μηνών αντίστοιχα. Κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η συνήγορος της Κατηγορουμένης 1 αναφέρθηκε εν πρώτοις στις προσωπικές της περιστάσεις και υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που είχε ετοιμαστεί. Συγκεκριμένα η Κατηγορούμενη είναι ηλικίας 35 ετών και βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 5 χρόνια. Είναι μητέρα 2 παιδιών. Το ένα παιδάκι της ηλικίας 2 ½ ετών λόγω της δύσκολης οικονομικής της κατάστασης αναγκάσθηκε να το στείλει να ζει με τη γιαγιά. Πριν από 7 περίπου μήνες η Κατηγορούμενη γέννησε ένα παιδάκι το οποίο αναγκάσθηκε να δώσει για υιοθεσία και το οποίο σήμερα ζει με τη θετή του οικογένεια. Η συνήγορος ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής η άμεση παραδοχή της κατηγορουμένης 1 τόσο στις Αστυνομικές Αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς, επίσης, και η συνδρομή και η συνεργασία της με τις διωκτικές αρχές για εντοπισμό του προμηθευτή των ναρκωτικών ουσιών. Τέλος ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης τονίζοντας ότι αυτή δεν έχει απασχολήσει ποτέ τις αρχές είτε τις τοπικές, είτε της χώρας της, δηλαδή της Ρουμανίας. Στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής που έγινε εκ μέρους του συνηγόρου του Κατηγορουμένου 2 τονίστηκε ιδιαίτερα ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 στην τέλεση των επιδίκων αδικημάτων. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του ότι ηγετικό ρόλο είχε η κατηγορουμένη 1 επισημαίνοντας ότι ήταν αυτή που είχε κάνει τη δική της επαφή με τον προμηθευτή και τη δική της συμφωνία και ότι από τον κατηγορούμενο 2 είχε ζητήσει τη βοήθεια του να τη συνοδεύσει στο χώρο όπου θα τα προμηθεύονταν χωρίς ο κατηγορούμενος 2 να έχει ρόλο ή να παίρνει τις αποφάσεις καθόσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων και ενεργειών. Ο συνήγορος τόνισε ότι ο κατηγορούμενος 2, ευρισκόμενος σε δεινή οικονομική κατάσταση χρωστώντας το ενοίκιο του, ήθελε οπωσδήποτε να εξασφαλίσει το ποσό των €300 για να φύγει στη χώρα του και ότι ήταν αυτή η αμοιβή που του είχε υποσχεθεί η κατηγορουμένη 1 για να τη βοηθήσει στις ενέργειές της. Πρόσθεσε δε ότι αρχικά ο κατηγορούμενος 2 είχε αρνηθεί να συμμετάσχει σε αυτές τις παράνομες ενέργειες και ότι, αργότερα, ενέδωσε και συμφώνησε να το κάνει. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 2 αναφερόμενος στις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων και στην επιχείρηση της Αστυνομίας υποστήριξε ότι μεσολάβησε η «ενθάρρυνση» της Αστυνομίας επικαλούμενος την παγίδευση ως μετριαστικό παράγοντα και όχι ως παράγοντα που ανατρέπει την καταδίκη του κατηγορούμενου. Ζήτησε, επίσης, να ληφθεί υπόψη του Δικαστηρίου για σκοπούς μετριασμού της ποινής η άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου τόσο στις διωκτικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία οδήγησε στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης και το βαθμό συμμετοχής που είχε στην τέλεση των αδικημάτων. Σ΄ ό,τι αφορά τις προσωπικές του συνθήκες και περιστάσεις ο κος Παφίτης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια αποτελεί κοινωνική μάστιγα και απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια λαμβανομένων υπόψη των πολύ σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η χρήση τους στην ανθρώπινη υπόσταση γενικά, ειδικά των σκληρών ναρκωτικών, όπως χαρακτηρίζονται αυτά της Τάξεως Α. Προς τούτο έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία από την οποία διαπιστώνεται πως από το σύνολο των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής έχει εδραιωθεί στη δικανική κρίση ο παράγοντας που αφορά στην αποτροπή. Συγκεκριμένα έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί ότι στη συλλογική προσπάθεια που καταβάλλεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι περιορισμένης σημασίας, ενώ τονίζεται ιδιαίτερα η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών με σκοπό την αποτροπή διάπραξης τέτοιων ή παρόμοιων αδικημάτων, γενικώς. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Sak
(2005)2 Α.Α.Δ. 377, το οποίο δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων, στο στάδιο της ποινής: «Αναμφίβολα η ηρωίνη αποτελεί ένα από τα πιο σκληρά ναρκωτικά και οι δυσμενείς προεκτάσεις που μπορεί να επιφέρει η χρήση της οδήγησαν στην κατάταξη της στην κατηγορία "Α" και τόσο η κατοχή της όσο και η κατοχή της με σκοπό την προμήθεια της τιμωρείται με αυστηρότατες ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει κατ' επανάληψη την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών, σε μια προσπάθεια μείωσης της διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Σε αρκετές δε αποφάσεις έχει τονισθεί ότι οι επιβαλλόμενες ποινές θα πρέπει να καταστούν αυστηρότερες για να επενεργούν αποτρεπτικά στο είδος αυτό των αδικημάτων τα οποία κλονίζουν τα υγιή θεμέλια της κοινωνίας. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός κατοχής των ναρκωτικών είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής. Ιδιαίτερα η επιβολή αυστηρών ποινών επιβάλλεται σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας και/ή διάθεσης τους σε τρίτα πρόσωπα, (βλ. Esper ν. Δημοκρατίας
(1972)2 Α.Α.Δ. 73, Hassan ν. Δημοκρατίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 210, Moussa ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 320). Η αντιμετώπιση υποθέσεων κατοχής και εμπορίας σκληρών ναρκωτικών έχει επισύρει αυστηρές ποινές. Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Mallouk ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 711, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 237 γραμμαρίων ηρωίνης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 χρόνων, στην υπόθεση Sikaf ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 467, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 587,3421 γραμμαρίων κοκαΐνης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 χρόνων και στην υπόθεση El Kara ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ηρωίνης βάρους 247,183 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 χρόνων. Πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Dos Santos
(2005)2 Α.Α.Δ. 297, ποινή 6 χρόνων φυλάκισης η οποία επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο για κατοχή με σκοπό προμήθεια 1,021 γραμμαρίων κοκαΐνης, αυξήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε ποινή φυλάκισης 9 χρόνων.» Αξίζει, επίσης, να αναφέρουμε τις υποθέσεις Saliba ν. Γενικού Εισαγγελέα,
(2008)2 Α.Α.Δ. 388, στην οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δέκα ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 130.2612 γραμμαρίων ηρωίνης, την Tomatari ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 169, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια 498 γραμμαρίων οπίου όπου επιβλήθηκε επίσης ποινή φυλάκισης δέκα ετών και την Ηροδότου ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ.175, στην οποία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας χαπιών «έκσταση» επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα ετών. Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία για υποθέσεις ναρκωτικών το ύψος των ποινών εξαρτάται μεταξύ άλλων παραγόντων από το είδος και την ποσότητα των ναρκωτικών. Θεωρούμε σκόπιμο στο στάδιο αυτό να ξεκαθαρίσουμε το θέμα της παγίδευσης. Λέμε ξεκάθαρα ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα αθέμιτης παγίδευσης. Η νομολογία επί του θέματος είναι σαφής. Παγίδευση έχουμε μόνο όταν πρόσωπο υποκινεί άλλο στη διάπραξη παραβίασης του Νόμου, στην οποία παραβίαση άλλως δεν θα προέβαινε και στη συνέχεια καταθέτει εναντίον του σε σχέση με το συγκεκριμένο αδίκημα.[1] Eξάλλου δεν ήταν ούτε θέση της ίδιας της Υπεράσπισης ότι υπήρξε αυτού του είδους η αθέμιτη παγίδευση. Διακρίνεται έτσι από την παθητική συμμετοχή οργάνων της τάξης με την παροχή ευκαιρίας στον επίδοξο παραβάτη να εκπληρώσει τους σκοπούς του, που είναι ανεκτή, από την υποκίνηση (incitement) του εγκλήματος που είναι απαράδεκτη. Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, η κατηγορούμενη ενδιαφερόταν, σύμφωνα με πληροφορίες της Αστυνομίας, να εξεύρει αγοραστές για να τους πωλήσει συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών. Ο ΜΚ.1 προσποιούμενος τον αγοραστή, ήρθε σε επαφή με την κατηγορούμενη 1 και της πρόσφερε την ευκαιρία να υλοποιήσει αυτό το οποίο επιθυμούσε και το οποίο θα έπραττε ούτως ή άλλως, όποιος και να της το ζητούσε, τόσο εκείνη όσο και ο κατηγορούμενος 2 με τον οποίο είχε συμφωνήσει να διαθέσουν στην Κύπρο τα ναρκωτικά και όχι στην Κωνσταντινούπολη όπως ήταν η αρχική τους επιδίωξη. Εγείρεται, ωστόσο, στα περιστατικά της υπόθεσης ζήτημα θεμιτής παγίδευσης, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Mousa Haggag v. Δημοκρατίας
(1997)2 A.A.Δ. 521 όπου τονίστηκε ότι η παγίδευση ναι μεν δεν αποτελεί υπεράσπιση αλλά μπορεί να προσμετρηθεί ως λόγος για μετριασμό της ποινής και το Δικαστήριο μπορεί, επομένως, να προσδώσει στον παράγοντα αυτό τη βαρύτητα που δικαιολογούν τα περιστατικά της υπόθεσης. Με την επισήμανση, ωστόσο, ότι η απόφαση στην Mousa (ανωτέρω) εκδόθηκε πολύ πριν η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ξεκαθαρίσει στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 105 ότι η παγίδευση μπορεί κάτω από κάποιες περιστάσεις να προβληθεί ως υπεράσπιση, υπό την έννοια ότι όπου αποδεικνύεται αθέμιτη παγίδευση μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας. Κατά την αντίληψη μας, όμως, η Κανάρης δεν διαφοροποίησε την προγενέστερη νομολογία σ' ό,τι αφορά την βαρύτητα που προσδίδεται στην (θεμιτή) παγίδευση για σκοπούς ποινής. Κατά συνέπεια έχουμε την άποψη ότι η παγίδευση ως λόγος για μετριασμό της ποινής συνεχίζει να έχει τη δύναμη που του αναγνώρισε η προγενέστερη νομολογία και εναπόκειται στο Δικαστήριο να προσδώσει στον παράγοντα αυτό τη βαρύτητα που δικαιολογούν τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Και τα περιστατικά της παρούσας δεν προσομοιάζουν μ' εκείνα της Mousa αφού στη Mousa - όπως ήταν η κρίση του Εφετείου - το έγκλημα οργανώθηκε και σκηνοθετήθηκε από την Αστυνομία, εξ ου και η δραστική μείωση της ποινής από τα 12 έτη σε μερικούς μήνες προκειμένου ο κατηγορούμενος να τύχει άμεσης αποφυλάκισης. Στην προκειμένη περίπτωση χωρίς να παραγνωρίζουμε την από μέρους της Αστυνομίας παροχή ευκαιρίας στους κατηγορούμενους προς διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων, θεωρούμε ότι αυτό δεν συνιστά στοιχείο που πρέπει να επιδράσει ουσιαστικά στην επιμέτρηση της ποινής. Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνουμε υπόψη τόσο το είδος των ναρκωτικών, τα οποία εντάσσονται στην κατηγορία των σκληρών ναρκωτικών, όσο και την ποσότητα η οποία είναι αρκετά μεγάλη. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όπως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Παρά το γεγονός ότι φαίνεται από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι η κατηγορούμενη 1 είχε κατά κάποιο τρόπο την πρωτοβουλία των κινήσεων, εντούτοις δεν κρίνουμε ότι η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 μπορεί να διαφοροποιηθεί απ΄ εκείνη της κατηγορούμενης 1 αφού είχε ουσιαστική συμμετοχή και συνδρομή στην τέλεση των επιδίκων αδικημάτων εφόσον σε πρώτο στάδιο, κατόπιν συζήτησης που είχαν μεταξύ τους, από κοινού αποφάσισαν να μην μεταφερθούν οι ναρκωτικές ουσίες μέσω κατεχομένων στην Κωνσταντινούπολη αλλά να τις διαθέσουν στην Κύπρο και έπειτα μαζί με την κατηγορούμενη 1 συσκεύασαν την μεγάλη αυτή ποσότητα ναρκωτικών που προοριζόταν για πώληση στον ΜΚ.1. Με άλλα λόγια ο κατηγορούμενος 2 γνωρίζοντας πλήρως τη φύση και τις συνέπειες των πράξεων του δέχτηκε να συνεργαστεί με την κατηγορουμένη 1 και να συμμετέχει ενεργά στη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων με μοναδικό σκοπό την εξασφάλιση οικονομικού οφέλους. Έχοντας αναφερθεί στο βαθμό συμμετοχής και το ρόλο του κατηγορουμένου 2 στη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων δεν διαφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι αυτός βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής από κατοικία. Μολονότι οι προηγούμενες καταδίκες κατά γενικό κανόνα αφαιρούν από ένα κατηγορούμενο ερείσματα επιεικείας[2], στην προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νου τη διαφορετική φύση του αδικήματος που αφορά η μια και μόνο προηγούμενη του καταδίκη, δεν θα προσδώσουμε στο στοιχείο αυτό ιδιαίτερη βαρύτητα και να τον θέσουμε σε δυσμενέστερη μοίρα. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες και για τους δύο κατηγορούμενους λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή τους στις Αστυνομικές Αρχές και τη συνεργασία τους με την Αστυνομία η οποία φαίνεται να οδήγησε στον εντοπισμό και άλλου προσώπου. Με την παραδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου διαφαίνεται, επίσης, η έμπρακτη μεταμέλεια τους για τα αδικήματα που διέπραξαν. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων όπως αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους τους και όπως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκαν γι΄ αυτούς. Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω θεωρούμε ότι η ποινή φυλάκισης είναι αναπόφευκτη, πλην όμως το ύψος αυτής θα αντανακλά όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες και, ειδικότερα, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τις προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην 6η κατηγορία, για το αδίκημα της προμήθειας σε άλλο πρόσωπο 1,6297 γραμμάρια ηρωίνης, επιβάλλουμε στην κατηγορούμενη 1 ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην 5η κατηγορία δεν επιβάλλουμε στην κατηγορούμενη 1 οποιαδήποτε ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την κατηγορία εμπεριέχονται στην 6η κατηγορία. Στην 8η κατηγορία, για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα 637,6 γραμμαρίων ηρωίνης, επιβάλλουμε και στους δύο κατηγορούμενους ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην 7η κατηγορία δεν επιβάλλουμε οποιαδήποτε ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την κατηγορία εμπεριέχονται στην 8η κατηγορία. Στην 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας δεν θεωρούμε σκόπιμο να επιβάλουμε ποινή καθότι έχει επιβληθεί ποινή στα γενεσιουργά αδικήματα. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ασκώντας τις εξουσίες που μας παρέχει το Άρθρο 31 του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, διατάσσουμε όπως τα επίδικα ναρκωτικά κατασχεθούν και καταστραφούν. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Π.Ε.Δ. (Υπ.) Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ [1] Δέστε Μοusa Haggag v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 52, σελ. 63-65, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ.1)
(2005)2 Α.Α.Δ. 105, σελ. 111-119, Σέλλας και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 215, σελ. 223-224, Πισσούριος ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 178, σελ. 181-182 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2005, ημερ. 26.1.2007 [2] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.17 και Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο