Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστου Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 8674/2012, 20/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8674/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Χρίστου Μιχαήλ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παπαθεοδώρου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τις ακόλουθες κατηγορίες: - Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα (πρώτη κατηγορία). - Οδήγηση υπό την επίρρεια αλκοόλης κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 11 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου Ν. 174/86και του άρθρου 20Α του Ν. 86/72 (δεύτερη κατηγορία). - Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2 και Ν3 χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας (τρίτη κατηγορία). Παραδέχθηκε αρχικά την δεύτερη κατηγορία, ενώ σε σχέση με την πρώτη και τρίτη κατηγορία αρνήθηκε ενοχή. Διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία και σε σχέση με την τρίτη κατηγορία αθωώθηκε και απαλλάχθηκε και δεν κλήθηκε σε απολογία. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία στην οποία κλήθηκε σε απολογία, αφού κατέθεσε ενόρκως και η υπόθεση ήταν ορισμένη για τελικές αγορεύσεις προέβηκε σε παραδοχή. Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Θύμα του τροχαίου δυστυχήματος είναι η Εύα Τσεριώτου, ηλικίας 77 ετών. Στις 3.7.2011 και περί ώρα 04:30 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΧΝ 313 στην οδό Θησέως στην Παλαιά Λευκωσία με κατεύθυνση από την Αρχιεπισκοπή προς την οδό Νικηφόρου Φωκά έχοντας συνοδηγό την Μ.Κ.
- Φθάνοντας στη διασταύρωση των οδών Θησέως - Οθέλλου και Κλέαρχου κτύπησε σε πεζούλι από μπετόν αριστερά της πορείας του και στη συνέχεια αφου εκτράπηκε προς τα δεξιά, το αυτοκίνητο ευθυγραμμίστηκε και συνέχισε την πορεία του με μπλοκαρισμένους τροχούς με αποτέλεσμα να παρασύρει το θύμα το οποίο διασταύρωνε την οδό Κλεάρχου ερχόμενο από την οδό Οθέλλου, αριστερά προς τα δεξιά ως η πορεία του. Στην συνέχεια συνέχισε την πορεία του και προσέκρουσε βίαια σε τοίχο της οικίας στην οδό Θησέως 59, ιδιοκτησίας του Παναγιώτη Κουμπάρου, όπου και ακινητοποιήθηκε. Από το κτύπημα το θύμα εκτινάχθηκε προς τα δεξιά και έπεσε στην άσφαλτο με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με ασθενοφόρο όπου πιστοποιήθηκε ο θάνατος του. Με το ίδιο ασθενοφόρο μεταφέρθηκαν ο κατηγορούμενος και η M.Κ.
- Τη σκηνή του δυστυχήματος επισκέφθηκε πρώτος την ίδια μέρα και ώρα 04:40 ο Μ.Κ.2 ο οποίος βρήκε τόσο το θύμα όσο και τον κατηγορούμενο πεσμένους στην άσφαλτο και το ενεχόμενο όχημα στην τελική του θέση και απέκλεισε τη σκηνή. Στη συνέχεια ετοιμάστηκε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής στο οποίο σημειώθηκε με το γράμμα Χ το σημείο επαφής του αυτοκινήτου με το θύμα, με το γράμμα Χ1 το σημείο που κτύπησε το ενεχόμενο αυτοκίνητο στο αριστερό πεζούλι και με το γράμμα Χ2 το σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου στον τοίχο της οικίας αρ.
- Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, με ανατολή ηλίου 04:34 και δύση ηλίου 18:
- Σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου δεν υπήρχε οδικός φωτισμός ενώ έξω από την οικία αρ. 59 στην οδό Κλεάρχου υπήρχε ενας ηλεκτρικός πάσσαλος με λαμπτήρα υψηλής ισχύος ο οποίος παρείχε ικανοποιητικό ως προς την παρουσία του θύματος αφού η επαφή του αυτοκινήτου με το θύμα έγινε πλησίον του αναφερόμενου ηλεκτρικού πασσάλου. Ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και ο δρόμος σύμφωνα με την πορεία του οδηγού ήταν επίπεδος και μονής κατευθύνσεως. Πρόκειται για δρόμο εντός της παλιάς Λευκωσίας ο οποίος ήταν στενός, χωρίς πεζοδρόμια και με οικίες αριστερά και δεξιά και με όριο ταχύτητας 50 χλμ. Σύμφωνα με την έκθεση του M.Κ.11 κατά τον χρόνο του δυστυχήματος άναβαν τα χαμηλά φώτα του ενεχόμενου οχήματος. Λόγω του ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να μετρηθεί η ακτίνα φωτός του εν λόγω οχήματος αφού έσπασε το δεξιό φανάρι μετρήθηκαν τα φώτα άλλων οχημάτων σαλούν παρόμοιου τύπου και διαπιστώθηκε ότι στηv χαμηλή στάση μία ανθρώπινη φιγούρα ήταν ευδιάκριτη από 30-35 μέτρα (σχετικός έλεγχος έγινε από τον Μ.Κ.13 - βλέπε Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με την απόσταση αυτή και σε συνδυασμό με τον ηλεκτρικό πάσσαλο που υπήρχε ο κατηγορούμενος μπορούσε να δει το θύμα από τα 28 μέτρα όταν αυτό βρισκόταν στην οδό Κλεάρχου έξω από την οικία αρ. 59, σε απόσταση 1,30 μέτρα πίσω απο το σημείο επαφής (η απόσταση αυτή μετρήθηκε στη σκηνή από τον Μ.Κ. 12 - βλέπε Τεκμήριο 11). Το θύμα φορούσε μαύρο φουστάνι και μαύρη φανέλα. Στη σκηνή εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης του ενεχόμενου αυτοκίνητου μήκους 8.40μ. Το σημείο Χ ήταν εμφανές από τα φρέσκα τριψίματα (μαυρίσματα) από το αριστερό μπροστινό ελαστικό του αυτοκινήτου στο αριστερό πεζούλι (φωτογραφίες 7 και 8 του Τεκμηρίου 8). Το σημείο Χ1 προσδιορίσθηκε σύμφωνα με την πορεία των ιχνών τροχοπέδησης του αυτοκινήτου και τη θέση που βρέθηκε το θύμα μετά το κτύπημα (φωτογραφίες 10 - 16 του Τεκμηρίου 8). Το σημείο Χ2 ήταν εμφανές από τις ζημίες στον τοίχο και την τελική θέση του αυτοκινήτου (φωτογραφίες 16-19 του Τεκμηρίου 8). Ολόκληρο το μπροστινό μέρος και ο ανεμοθώρακας του ενεχόμενου οχήματος έπαθε ζημιά, μέρος του τοίχου της οικίας κατέπεσε, και το θύμα τραυματίσθηκε θανάσιμα. Ο κατηγορούμενος υπέστηκε εκδορές στο αριστερό γόνατο, άλγος δεξιού αγκώνα και θλαστικό τραύμα στο κάτω χείλος. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου έτυχε των Πρώτων Βοηθειών και απολύθηκε. Η Μ.Κ. 1 τραυματίσθηκε ελαφρά στο δεξί χέρι και επίσης μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με συγγενικό της πρόσωπο όπου έτυχε των Πρώτων Βοηθειών και απολύθηκε. Η σκηνή φωτογραφήθηκε από τον Μ.Κ. 13 και έγινε μηχανικός έλεγχος στο όχημα του κατηγορούμενου και διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε σ' αυτό οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα πριν το δυστύχημα. Την 3.7.2011 και ώρα 06:55 στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ο Μ.Κ.5, κατόπιν συγκατάθεσης του κατηγορούμενου και οδηγιών της Μ.Κ.4, έλαβε ένα φιαλίδιο με αίμα από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο) το οποίο παραδόθηκε στην Μ.Κ.
- Ακολούθως, αφού ο κατηγορούμενος απολύθηκε η Μ.Κ.6 κατόπιν δικής του συγκατάθεσης τον υπέβαλε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 39mg. Στη συνέχεια η Μ.Κ.6 τον υπόβαλε σε τελικό έλεγχο αλκοόλης με πρώτο αποτέλεσμα 34mg και δεύτερο 33 mg. Το δείγμα μεταφέρθηκε στο Κρατικό Χημείο και από ανάλυση που έγινε διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την ώρα του δυστυχήματος είχε στο αίμα του ποσότητα 125mg αντί 50 mg που είναι το επιτρεπτό από το Νόμο όριο. Την ίδια ημέρα και ώρα 09:40 ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε από τον Μ.K. 13 κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε: «Εντάξει» και μεταφέρθηκε στα Αστυνομικό Κρατητήρια Λακατάμειας για κράτηση. Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο για τα αδικήματα που διερευνούνταν και κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του υποδείχθηκε και επεξηγήθηκε το πρόχειρο σχέδιο και ερωτήθηκε αν επιθυμούσε να μεταβεί στη σκηνή προκειμένου να υποδείξει οτιδήποτε άλλο. Αφού συμφώνησε με το σχέδιο (Τεκμήριο 2), το υπόγραψε ως ορθό χωρίς να επιθυμεί να μεταβεί στη σκηνή. Την 4.7.2011 και ώρα 10:30 η ιατροδικαστής Ε. Αντωνίου διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σορό του θύματος αφού αναγνωρίσθηκε από την Μ.Κ.8 και απεφάνθη ότι ο θάνατος του προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η σορός φωτογραφήθηκε από τον Μ.Κ. 12 (βλέπε Τεκμήριο 14). Την 6.3.2012 και ώρα 17:30 ο Μ.Κ.12 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για όλα τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε: «Δεν παραδέχομαι καμιά κατηγορία». Τέλος, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ενώ έχει 2 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησής του. Ο κ. Παπαθεοδώρου στην αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής, ευθύς εξ' αρχής αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και συμφώνησε με τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτά εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Με αναφορά στα πιο πάνω γεγονότα, ο συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε στο Δικαστήριο ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στην παλαιά Λευκωσία και σε δρόμο που δεν είναι καθόλου φωτισμένος και ενώ το θύμα φορούσε μαύρα ρούχα, όπως επίσης ότι κατά την ώρα που συνέβηκε το ατύχημα συνήθως δεν κυκλοφορούν πεζοί. Ο κ. Παπαθεοδώρου επίσης υποστήριξε ότι αφού ο κατηγορούμενος είδε το θύμα χρησιμοποίησε τα φρένα του προς αποφυγή του δυστυχήματος, πλην όμως κτύπησε στο πεζούλι και έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα τον τραυματισμό και έπειτα τον θάνατο του θύματος. Με δεδομένο και το ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου ήταν 30-40 χλμ, ήτοι εντός του επιτρεπόμενου ορίου, ανκαι υπό τις περιστάσεις ομολογουμένως μεγάλη όπως την χαρακτήρισε, ο κ. Παπαθεοδώρου κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει την συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως ένα στιγμιαίο λάθος ενόψει του ότι η αβλεψία του έγκειται στο ότι δεν αντελήφθηκε έγκαιρα το πεζούλι στο οποίο κτύπησε. Συνεχίζοντας, ο συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την παραδοχή του στο Δικαστήριο, παρόλο που έγινε σε πολύ προχωρημένο στάδιο, και το λευκό του ποινικό μητρώο. Επιπρόσθετα, επεσήμανε στο Δικαστηρίο ότι για σκοπούς μετριασμού της ποινής του κατηγορούμενου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος έχει επηρεαστεί ψυχολογικά από το όλο περιστατικό ενόψει και του ότι το θύμα ήταν γιαγιά της μητέρας του. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από όπου προκύπτει ότι είναι ηλικίας 26½ ετών, άγαμος και μένει σε προσφυγικό διαμέρισμα στην Λακατάμεια μαζί με τους γονείς, τις αδελφές του ηλικίας 21 και 18 ετών και το βρέφος της μεγάλης αδελφής που είναι σήμερα 2 μηνών. Εδώ και τέσσερα χρόνια διατηρεί δεσμό με την Μ.Κ. 1 και σκοπεύουν να αρραβωνιαστούν σύντομα ανάλογα και με την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος είναι απόφοιτος Λυκείου και υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Εδώ και 7 χρόνια εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία ως πελεκάνος και λαμβάνει μισθό €970,00 μηνιαίως και συμβάλλει ουσιαστικά στη συντήρηση της οικογένειας και της αδελφής του αφού ο πατέρας του από τον Ιανουάριο του 2013 βρίσκεται με άδεια ασθενείας ύστερα από καρδιακό επεισόδιο που έπαθε λόγω της συναισθηματικής φόρτισης στην αίθουσα του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Έχει δε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς και λαμβάνει επίδομα ασθενείας, ενώ έχει υποβάλει αίτηση για πρόωρη συνταξιοδότηση λόγω ανικανότητας. Η μητέρα του δεν εργάζεται, ενώ η μια αδελφή του επίσης δεν εργάζεται και η άλλη είναι μαθήτρια. Mε βάση όλα τα πιο πάνω και με δεδομένη την επίδραση που θα έχει η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας στον κατηγορούμενο, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και αναστείλει την εκτέλεσή της. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «
- Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω πρόνοιες, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/1972, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, ενώ με βάση το άρθρο 20Α του ιδίου Νόμου, προβλέπεται εξουσία επιβολής βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις στον τόπο μας και για το λόγο αυτό η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Επίσης, στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 242, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 249: «Τα θανατηφόρα δυστυχήματα κατάντησαν τραγικό καθημερινό φαινόμενο στον τόπο μας, ο οποίος κατέχει χείριστη θέση στον κατάλογο των ευρωπαϊκών χωρών, ειδικά για τα θανατηφόρα δυστυχήματα αλλά και γενικότερα, για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής συμπεριφοράς. Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καταγράφονται και σε αριθμό άλλων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543. Όπως επίσης προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, η ποινή που επιβάλλεται σε πρόσωπο το οποίο καταδικάσθηκε για ένα τέτοιο αδίκημα είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται ότι καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την επιλογή του είδους της ποινής που θα πρέπει να επιβάλει, αποτελεί το κατά πόσον η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αφορά σε μια στιγμιαία αβλεψία ή σφάλμα ή απροσεξία ή κατά πόσον αφορά σε μια εγωιστική παραγνώριση και αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια άλλων προσώπων. Όπως έχει τονιστεί, στην περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή θα πρέπει να περιορίζεται σε χρηματικό πρόστιμο, συνδυαζόμενη με στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδήγησης, εκτός φυσικά αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Από την άλλη, όμως, εαν το θανατηφόρο ατύχημα είναι αποτέλεσμα εγωιστικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, με την οποία παραγνωρίζει την ασφάλεια άλλων προσώπων, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλλει ποινή στερητική της ελευθερίας, συνδυαζόμενη και πάλι με στέρηση της άδειας οδηγού. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 66, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Χρίστου Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399). Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844, ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 114 και 115: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.12.2011 στην Ποινική Έφεση αρ. 54/2011 Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές που έθεσε η νομολογία. Με αναφορά στην R v. Βοswell [1984] 3 All ER 353, υποδείχθηκε ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Άλλοι τέτοιοι παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγοντας είναι επίσης η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσον περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Το κατά πόσον το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό μπορούν επίσης να θεωρηθούν ελαφρυντικά στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή σε τέτοιου είδους αδικήματα. Το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και τις πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 και Παμπακάς και άλλος v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487). Για σκοπούς επιβολής ποινής το Δικαστήριο καλείται σε πρώτο στάδιο να αποφασίσει κατά πόσον το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε από κάποιο στιγμιαίο σφάλμα στο οποίο υπέπεσε ο κατηγορούμενος, όπως το εισηγείται η υπεράσπιση, ή λόγω κακής, επικίνδυνης και απερίσκεπτης οδήγησης με πλήρη αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια άλλων προσώπων. Επί του θέματος αυτού, ήταν η θέση του κ. Παπαθεοδώρου ότι το ατύχημα προκλήθηκε ουσιαστικά από την παράλειψη του Κατηγορούμενου να αντιληφθεί έγκαιρα το πεζούλι πάνω στο οποίο κτύπησε και έπειτα έχασε τον έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να κτυπήσει το θύμα. Με όλο το σεβασμό προς τον συνήγορο υπεράσπισης, κρίνω ότι τα όσα υποστηρίζει δεν ευσταθούν, αλλά αντίθετα η όλη οδική συμπεριφoρά του κατηγορούμενου δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως εγωιστική και παντελώς παραγνωρίζουσα την ασφάλεια των άλλων προσώπων που ενδεχόμενα να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Και εξηγώ: Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και με τα οποία συμφώνησε ο κ. Παπαθεοδώρου, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας και πιο συγκεκριμένα η ώρα 04:
- Σύμφωνα με την πορεία του κατηγορούμενου δεν υπήρχε οδικός φωτισμός ενώ έξω από την οικία αρ. 59 στην οδό Κλεάρχου υπήρχε ενας ηλεκτρικός πάσσαλος με λαμπτήρα υψηλής ισχύος ο οποίος παρείχε ικανοποιητικό φωτισμό ως προς την παρουσία του θύματος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και ο δρόμος σύμφωνα με την πορεία του οδηγού ήταν επίπεδος και μονής κατευθύνσεως. Ο δρόμος βρίσκεται εντός της παλιάς Λευκωσίας και ήταν στενός, χωρίς πεζοδρόμια και με οικίες αριστερά και δεξιά και με όριο ταχύτητας 50 χλμ. Σύμφωνα δε με την έκθεση του M.Κ.11 κατά τον χρόνο του δυστυχήματος άναβαν τα χαμηλά φώτα του οχήματος του κατηγορούμενου. Λόγω του ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να μετρηθεί η ακτίνα φωτός του εν λόγω οχήματος αφού έσπασε το δεξιό φανάρι μετρήθηκαν τα φώτα άλλων οχημάτων σαλούν παρόμοιου τύπου και διαπιστώθηκε ότι στηv χαμηλή στάση μία ανθρώπινη φιγούρα ήταν ευδιάκριτη από 30-35 μέτρα (σχετικός έλεγχος έγινε από τον Μ.Κ.13). Σύμφωνα με την απόσταση αυτή και σε συνδυασμό με τον ηλεκτρικό πάσσαλο που υπήρχε ο κατηγορούμενος μπορούσε να δει το θύμα από τα 28 μέτρα όταν αυτό βρισκόταν στην οδό Κλεάρχου έξω από την οικία αρ. 59, σε απόσταση 1,30 μέτρα πίσω απο το σημείο επαφής. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4), κατά τον χρόνο αμέσως πριν από το δυστύχημα, οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα 30-40 χαω, ενώ ο ίδιος δεν ένιωθε καλά αφού ζαλιζόταν λόγω του ότι είχε καταναλώσει αλκοολ στο μπαράκι στο οποίο βρισκόταν με την φίλη του (Μ.Κ. 1). Πιο συγκεκριμένα, είχε πιεί έξι ποτήρια ουίσκι με κόκα κόλα μεταξύ των ωρών 00:40 - 04:
- Όπως δέχθηκε, μάλιστα, κατά την αντεξέταση του, δεν έβλεπε και τόσο καλά και τα αντανακλαστικά του δεν ήταν καλά. Παρόλα αυτά, και ενώ με δική του παραδοχή είχε επίγνωση ότι η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση είχε ελαττωθεί σε μεγάλο βαθμό, αποφάσισε να οδηγήσει το αυτοκίνητο του. Όπως δε ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την αντεξέτασή του, παρόλο που είχε αντιληφθεί ότι δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει αποφάσισε να το πράξει διότι έπρεπε να πάρει την φίλη του σπίτι, αψηφώντας με αυτό τον τρόπο τους κινδύνους που ενείχε αυτή του η ενέργεια. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος, οδηγεί υπό αυτές τις συνθήκες, με ταχύτητα 30-40 χαω με τα φώτα αναμμένα στη χαμηλή στάση και ενώ ο δρόμος στον οποίο κινείτο ήταν στενός με σπίτια δεξιά και αριστερά, οι πόρτες των οποίων ανοίγουν αμέσως στο δρόμο (βλέπε φωτογραφίες 1 και 2/Τεκμήριο 8). Στη συνέχεια, ενώ μπορεί να αντιληφθεί το θύμα στα 28 μέτρα, αυτός λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, αντιλαμβάνεται το θύμα στα 20 μέτρα (όπως αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση) και προσπαθώντας να την αποφύγει, κτυπά στο πεζούλι που ήταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου και χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και χτυπά το θύμα. Όλα τα πιο πάνω δεικνύουν ότι ο τραγικός θάνατος του θύματος δεν προκλήθηκε από ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορούμενου αλλά από μια αλυσίδα ενεργειών και παραλείψεων του που συνολικά ειδωμένες συνιστούν απερίσκεπτη και επικίνδυνη οδήγηση με πλήρη αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει, το έπραξε και ενώ οι συνθήκες του δρόμου όπως περιγράφονται πιο πάνω δημιουργούσαν ένα προφανή και σοβαρό κίνδυνο, αυτός συνέχισε να οδηγεί με τα φώτα στην χαμηλή τους στάση και την ταχύτητα του σε επίπεδα τα οποία ως αποδείχθηκε (εκ του αποτελέσματος) ήταν μοιραία. Εάν ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών και οδηγούσε με τρόπο που ήταν ανάλογος των συνθηκών που επικρατούσαν στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή, θα ήταν σε θέση να λάβει τα ορθά και ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε το ατύχημα να αποφεύγετο. Το δε γεγονός ότι το θύμα φορούσε μαύρα ρούχα και ότι κατά την ώρα που επεσυνέβηκε το ατύχημα δεν ήταν αναμενόμενο να χρησιμοποίουσαν τον δρόμο πεζοί, δεν μπορεί παρά να έχει πολύ περιορισμένη σημασία, ενόψει του ότι εαν ο κατηγορούμενος είχε επαρκή κατόπτευση του δρόμου και δεν οδηγούσε υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών και εάν η οδήγηση του εσύναδε με τις συνθήκες του δρόμου κατά τη δεδομένη στιγμή, θα μπορούσε να αντιληφθεί έγκαιρα το θύμα και να ελάμβανε μέτρα για αποφυγή του δυστυχήματος. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι παρά το ότι το θύμα φορούσε μαύρα ρούχα ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία της στο δρόμο σε απόσταση 20 μέτρων. Στην υπόθεση Σάββας Σάββα (πιο πάνω), ο εφεσείων κτύπησε θανάσιμα με το αυτοκίνητό του το θύμα, 17 ετών, ο οποίος στεκόταν με φίλους του σε ένα σημείο της λεωφόρου Στροβόλου στο Τσέρι, όπου ανέμενε αυτοκίνητο φίλου του για να μεταβεί στο σπίτι του. Τα γεγονότα αυτά διαδραματίστηκαν χαράματα της πρωτοχρονιάς 2007 και εκτός από τον θανάσιμο τραυματισμό του θύματος οδήγησαν και στον ελαφρύ τραυματισμό μιας δεκαεφτάχρονης φίλης του. Ο εφεσείων εγκατέλειψε την σκηνή του ατυχήματος. Σε κατάθεσή του στην Αστυνομία, η οποία εντόπισε τον εφεσείοντα και οδηγήθηκε σ' αυτόν από την περιγραφή αυτοπτών μαρτύρων του αυτοκινήτου του, ο εφεσείων παραδέχθηκε πως το αυτοκίνητο που ενεπλάκη στο δυστύχημα ήταν δικό του και ότι ο ίδιος ήταν ο οδηγός κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Ισχυρίστηκε, όμως, πως λόγω της κατάστασής του (είχε καταναλώσει ποσότητα οινοπνεύματος) δεν αισθάνθηκε να είχε εμπλακεί σε δυστύχημα το οποίο όμως, εφόσον του λέχθηκε πως έγινε, παραδέχθηκε πως ήταν ο υπαίτιος. Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, σε κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης συμπεριφοράς ενώ οδηγούσε αυτοκίνητο, ενώ κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στις κατηγορίες της εγκατάλειψης του τόπου του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια, οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, οδήγησης ενώ η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή υπερέβαινε το καθορισμένο όριο κατά παράβαση του Άρθρου 5 του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986 και εγκατάλειψης της σκηνής του δυστυχήματος χωρίς να πληροφορήσει για τα στοιχεία του. Του επιβλήθηκαν στην 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 ετών και 10 βαθμοί στην άδεια οδήγησης και στέρηση της ικανότητας να κατέχει άδεια οδήγησης για 4 χρόνια, στην 2η κατηγορία, 1 ½ έτος φυλάκιση και στην 4η κατηγορία, 1 ½ έτος φυλάκιση. Κατά την εκδίκαση της έφεσης παρέμεινε προς συζήτηση μόνο το θέμα της ποινής και ειδικότερα αυτής που επιβλήθηκε στην 1η κατηγορία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε συνοπτικά στους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς παράγοντες οι οποίοι οδηγούν στην μείωση της μέγιστης ποινής που το Δικαστήριο έχει εξουσία σύμφωνα με την πρόνοια του οικείου νόμου να επιβάλει, αποδέχθηκε την έφεση και μείωσε την ποινή στην 1η κατηγορία σε 2 ½ έτη φυλάκιση αφού έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στον υποκειμενικό παράγοντα της μεγάλης και εθελοντικής προσφοράς του εφεσείοντος στο συνάνθρωπό του, ως δότη αιμοπεταλίων, στοιχείο που ταυτόχρονα ανατρέπει και το στίγμα που του αποδόθηκε ως ασυνείδητου ανθρώπου ένεκα του τραγικού συμβάντος. Σε ότι αφορά την ποινή του 1 ½ έτους φυλάκισης στην κατηγορία της οδήγησης με ποσοστό αλκοόλης στο αίμα πέραν του καθορισμένου, αυτή αντικαταστάθηκε με ποινή προστίμου €400 ενόψει του ότι ήταν εκτός της γραμμής των ποινών που επιβάλλονται από τα Δικαστήρια. Στην υπόθεση Κυριάκος Παντέλα (πιο πάνω), ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, καθώς και στην κατηγορία για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος έχοντας στο αίμα του 157 χιλιοστά αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος, αντί του καθορισθέντος, τότε, ορίου των 50 χιλιοστών. Καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών στην πρώτη κατηγορία και ποινή προστίμου €450 στην τρίτη. Στη δεύτερη κατηγορία δεν του επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή. Η έφεση στρεφόταν κατά της ποινής. Τα γεγονότα της υπόθεσης είχαν ως εξής: Στις 19.8.2008 ο κατηγορούμενος ύστερα από κατανάλωση οινοπνεύματος σε φεστιβάλ στο χωριό Σίμου οδήγησε το αυτοκίνητό του, με τον πατέρα του στην μπροστινή θέση και το θύμα, επιβάτη στο πίσω κάθισμα. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής ο πατέρας του του ζήτησε να σταματήσει για φυσική του ανάγκη. Όταν ο πατέρας του κατέβηκε από το αυτοκίνητο αντιλήφθηκε τον εφεσείοντα να θέτει σε κίνηση το όχημά του. Σε απόσταση 500 περίπου μέτρων έγινε το δυστύχημα. Όταν ο πατέρας του πλησίασε στη σκηνή είδε τον εφεσείοντα εκτός του αυτοκινήτου τραυματισμένο, ενώ το θύμα παρέμεινε εγκλωβισμένο. Ανασύρθηκε αναίσθητο από νοσηλευτικούς λειτουργούς που έφτασαν στη σκηνή από το Νοσοκομείο της Πόλης Χρυσοχούς. Είχε παραμορφωμένο πρόσωπο, κατάγματα στα χέρια και ανοικτό κάταγμα του κρανίου. Τελικά εξέπνευσε. Η έφεση η οποία ασκήθηκε κατά της ποινής απορρίφθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι ναι μεν το γεγονός ότι ο εφεσείων σταμάτησε το αυτοκίνητο για να το ξεκινήσει αμέσως μετά, να μην μπορούσε, υπό την αυστηρή έννοια, να θεωρηθεί ως κατ' εξακολούθηση αδιάφορη συμπεριφορά, που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως επιβαρυντικό στοιχείο, όμως δεν μπορούσε να μείνει χωρίς επισήμανση, αφού ο εφεσείων είχε την ευκαιρία να ξανασκεφτεί την πράξη του και να μην επιχειρήσει να οδηγήσει ξανά το όχημα του, για να καταλήξει 500 μέτρα αργότερα σε τραγωδία. Τέλος, στην υπόθεση Χρίστος Ρηγίνου Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460, ενώ ο εφεσείων οδηγούσε κατά τη διάρκεια της νύκτας το όχημά του στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού έχοντας συνεπιβάτιδά του μια συνάδελφό του, συγκρούστηκε στο πίσω μέρος προπορευόμενου φορτηγού με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά ο ίδιος και η κοπέλλα η οποία λίγες μέρες αργότερα υπέκυψε στα τραύματά της. Η νύκτα ήταν βροχερή, ο οδικός φωτισμός ανύπαρκτος ή μηδαμινός και το οδόστρωμα του δρόμου δεν ήταν παντού επίπεδο. Η ταχύτητά του ήταν 123 χ.α.ω και το φορτηγό, το οποίο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με αναμμένα φώτα, ήταν ορατό, όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, από απόσταση 150 μ. Ο εφεσείων ήταν παντρεμένος με μία κόρη 15 χρονών. Είχε επίσης λευκό ποινικό μητρώο και δεν βαρύνετο με οποιουσδήποτε βαθμούς ποινής. Από τον τραυματισμό στο πρόσωπο υπέστη σοβαρή ζημιά στο αριστερό του μάτι, με αποτέλεσμα, παρά τις χειρουργικές επεμβάσεις που του έγιναν, να εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παρουσιάζει σημαντική απώλεια όρασης. Ως αποτέλεσμα της μείωσης των εισοδημάτων από την εργασία του και των ιατρικών εξόδων που κλήθηκε να καταβάλει, αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες. Ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στην κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ο εφεσείων ενώ γνώριζε ότι οι συνθήκες του δρόμου δημιουργούσαν ένα προφανή και σοβαρό κίνδυνο, συνέχισε με την ίδια ταχύτητα χωρίς να μεταβάλει τον τρόπο οδήγησης του ώστε να συνάδει με τις συνθήκες που τη δεδομένη στιγμή επικρατούσαν στον δρόμο, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών. Η έφεση που ασκήθηκε από την υπεράσπιση αφορούσε το ύψος της ποινής ως υπερβολική. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού έκρινε ότι η οδική συμπεριφορά του εφεσείοντα ήταν μεμπτή, επεσήμανε ότι ο μόνος επιβαρυντικός παράγοντας που υπήρχε ήταν η ταχύτητα των 123 χ.α.ω., πάντοτε σε σχέση με τις συνθήκες του δρόμου τη δεδομένη στιγμή, ενώ δεν είχαν εντοπισθεί άλλοι ιδιαίτερα επιβαρυντικοί παράγοντες. Κρίθηκε, μάλιστα, ότι το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν μπορούσε να κατατάξει την συμπεριφορά του εφεσείοντα στις πλέον σοβαρές, και για το λόγο αυτό η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης κρίθηκε υπό τις περιστάσεις υπερβολική και μειώθηκε σε δύο έτη. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω)). Για σκοπούς προσδιορισμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου καταρχήν τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, όπως επίσης το γεγονός ότι το δυστύχημα δεν οφειλόταν σε ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορούμενου αλλά τουναντίον η συμπεριφορά του εμπεριείχε σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που ενδεχόμενα να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Ως επιβαρυντικό στοιχείο λαμβάνεται σοβαρά υπόψη το ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών και ενώ ο ίδιος είχε πλήρη επίγνωση του ότι η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση είχε μειωθεί σε μεγάλο βαθμό. Όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε, λόγω του ότι ήταν υπό την επήρρεια αλκοόλης, ενώ οδηγούσε ήταν ζαλισμένος, έβλεπε μπροστά του αλλά όχι και «τόσο καλά» και έβλεπε θολά. Παρομοίως, επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί και το ότι ενώ ο κατηγορούμενος εκινείτο σε ένα δρόμο της παλαιάς Λευκωσίας ο οποίος είναι στενός και όπου δεξιά και αριστερά υπάρχουν σπίτια οι πόρτες των οποίων ανοίγουν στο δρόμο) με σχεδόν ανύπαρκτο φωτισμό, εκινείτο με 30-40 χλμ. και με τα φώτα του οχήματός του στη χαμηλή τους στάση, ήτοι με τρόπο που δεν μπορεί να κριθεί ως αρμόζων με τις συνθήκες του δρόμου όπως τις έχω περιγράψει. Αναφορικά με την μεταμέλεια την οποία επικαλείται η υπεράσπιση θα ήθελα στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι με δεδομένο το δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να υπερασπίσει τον εαυτό του, ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αμφισβήτησε την κατηγορία μέχρι το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οπότε και προέβηκε σε παραδοχή. Όπως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων, η μεταμέλεια δεν μπορεί να καταντά μόνο λεκτική αλλά πρέπει να είναι και έμπρακτη, κάτι το οποίο δεν παρατηρείται στην παρούσα υπόθεση, αφού καθόλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και ειδικότερα κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος αρνείτο ότι υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα και τον θάνατο του θύματος. Ως προς το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, παρόλο που γενικά μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας, εντούτοις όπως έχει υποδειχθεί και στην υπόθεση Κυριάκος Παντέλα (πιο πάνω), σε τέτοιας φύσεως αδικήματα το νεαρό της ηλικίας δεν μπορεί να επενεργήσει έτσι, ιδιαίτερα ενόψει του ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν αυξηθεί επικίνδυνα τα τελευταία χρόνια και είναι ακριβώς τα νεαρά άτομα τα οποία θα πρέπει να συνετιστούν. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό του μητρώο και τις προσωπικές του συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και ιδιαίτερα, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο πατέρας του και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος υποστηρίζει οικονομικά την οικογένεια του. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η συγγενική σχέση που είχε ο κατηγορούμενος με το θύμα άνκαι από την πλευρά της υπεράσπισης δεν αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος συνδεόταν μαζί με το θύμα ή ότι όντως προκλήθηκε στον κατηγορούμενο οποιαδήποτε ειλικρινής φόρτιση λόγω του θανάτου του θύματος σε σχέση και με τη συγγένεια του. Πέραν τούτου να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ερωτηθείς για την ηλικία του θύματος, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί και ούτε ανέφερε στο Δικαστήριο οτιδήποτε σχετικό με την ύπαρξη συγγενικής σχέσης με το θύμα. Επί αυτού του θέματος, σε σχέση με τη θέση του κ. Παπαθεοδώρου ότι ο θάνατος του θύματος έχει επηρεάσει ψυχολογικά τον κατηγορούμενο, και χωρίς να παραγνωρίζω ότι στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν συναισθηματικά φορτισμένος κατά τη συνέντευξη, παρατηρώ ότι από την πλευρά της υπεράσπισης δεν έχει προσκομισθεί οποιοδήποτε άλλο στοιχείο προς υποστήριξη της θέσης αυτής. Η παραδοχή του κατηγορούμενου έχει περιορισμένη σημασία καθότι έγινε σε πολυ προχωρημένο στάδιο και αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και κατέθεσε ενόρκως. Εξετάζοντας την προκειμένη περίπτωση σε συνάρτηση με τις υποθέσεις Σάββα, Παντέλα και Κωνσταντίνου (πιο πάνω), διαπιστώνεται ότι ενόψει του επιβαρυντικού στοιχείου της οδήγησης υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών, η παρούσα είναι σοβαρότερη από την Κωνσταντίνου. Έχοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης τους και τις συνέπειες τους, που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου, την έκταση της αμέλειας του κατηγορουμένου, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις και ειδικότερα εκεί όπου διαπράττονται ταυτόχρονα διάφορα αδικήματα, και την ανάγκη για αποτροπή τους, έχω καταλήξει ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή στερητικής της ελευθερίας. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 1/2 ετών. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 24 μηνών η οποία να αρχίζει από την ημέρα της αποφυλάκισής του. Επιπρόσθετα, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 20(Α)
(2)
(7)του Ν.86/1972, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο 8 βαθμοί ποινής. Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ενόψει της επιβολής βαθμών ποινής και αποστέρησης του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης στην πρώτη κατηγορία δεν επιβάλλω κανένα βαθμό ποινής στη δεύτερη κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ενόψει της επιβληθείσας ποινής, θα προχωρήσω να εξετάσω τώρα την εισήγηση του κ. Παπαθεοδώρου για αναστολή της εκτέλεσής της. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 186(Ι)/2003, και το οποίο προβλέπει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μην εκτελεστεί εκτός εάν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά αφού το Δικαστήριο αποφασίσει το ύψος της ποινής ακολούθως εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Σε σχέση με τις αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 CLR 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 CLR 17, Koukos v. Police
(1986)2 CLR 1, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσον θα ανασταλεί επιβληθείσα ποινή φυλάκισης: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλέπε επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 214/2009, απόφαση ημερομηνίας 29.1.2010 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, λαμβάνω υπόψη τόσο τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, πλην όμως δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο για αναστολή των επιβληθέντων ποινών φυλάκισης. Χωρίς να παραγνωρίζω την ηλικία του κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό του μητρώο και όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρονται πιο πάνω και ειδικότερα το ότι υποστηρίζει οικονομικά την οικογένεια του, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Όπως έχω ήδη επισημάνει, τα τροχαία ατυχήματα έχουν καταστεί κοινωνική μάστιγα και τα δικαστήρια ασφαλώς και δεν μπορούν να αδιαφορούν μπροστά στο φαινόμενο αυτό. Ατυχήματα όπως αυτό της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί εάν ο κατηγορούμενος επεδείκνυε την ελάχιστη σωφροσύνη και επιμέλεια. Η παρούσα υπόθεση περιέχει έντονο το στοιχείο της αδιαφορίας αφού ενώ ο κατηγορούμενος αντελήφθηκε σε ποιό βαθμό τελούσε υπό την επήρρεια οινοπνευματωδών ποτών επέλεξε να οδηγήσει αδιαφορώντας πλήρως για την ασφάλεια των προσώπων που τυχόν να χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Υπό αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να δώσει στον κατηγορούμενο μια «δευτερη ευκαιρία» όπως το εισηγείται ο κ. Παπαθεοδώρου. Συνεπώς, η ποινή να εκτελεστεί άμεσα. Ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης τα έξοδα τα οποία προέκυψαν και που σύμφωνα με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέρχονται σε €120,00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο