← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΓΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 624/13, 27/6/2013

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΓΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 624/13, 27/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2013:9 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ Στ. Σταύρου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 624/13 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ν - ΑΓΝΗΣ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 27 Ιουνίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Δ. Θεοδώρου Για κατηγορούμενη: κ. Κ. Σαββίδης Κατηγορούμενη παρούσα Π Ο Ι Ν Η Αρχικώς η Κατηγορούμενη αντιμετώπιζε κατηγορία για απόπειρα φόνου κατά παράβαση του Άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ.

  1. Σε μεταγενέστερο στάδιο προστέθηκε δεύτερη κατηγορία για το αδίκημα της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ.
  2. Tαυτόχρονα ανεστάλη η κατηγορία της απόπειρας φόνου. Στην κατηγορία της εκ προθέσεως πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης η Κατηγορούμενη παραδέχτηκε ενοχή. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως. Η Κατηγορούμενη είναι διαζευγμένη μητέρα τεσσάρων ενήλικων παιδιών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε σε οικία μαζί με τα παιδιά της Κλεόβουλο Πέτρου ηλικίας 24 ετών, Κυριάκο Πέτρου ηλικίας 20 ετών, Γιώργο Πέτρου ηλικίας 22 ετών (εφεξής «το θύμα»), Μικαέλα Πέτρου ηλικίας 25 ετών και τoν ανήλικο εγγονό της και γιο της κόρης της Χρίστο ηλικίας 3 ½ ετών. Οι γιοι της κατηγορούμενης Κλεόβουλος και Κυριάκος είναι άτομα με νοητική στέρηση. Η οικογένεια παρακολουθείται και λαμβάνει δημόσιο βοήθημα από το Γραφείο Ευημερίας. Στις 10/2/2013 γύρω στις 5.00 μ.μ. ενώ η Κατηγορούμενη ευρισκόταν στην οικία της ενεπλάκη σε λογομαχία με το θύμα και την κόρη της Μικαέλα για κάποια ασήμαντη αφορμή. Ακολούθως η Κατηγορούμενη μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Πύλης Πάφου όπου κατήγγειλε ότι είχε δεχθεί επίθεση από το θύμα και εφοδιάστηκε με ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί από γιατρό. Εν συνεχεία επέστρεψε στην οικία της όπου συνέχισε να καυγαδίζει με την κόρη της Μικαέλα και το θύμα. Κατά τη διάρκεια του καβγά το θύμα την έπιασε με τα χέρια του από το λαιμό και την έσπρωξε από τη σάλα όπου βρίσκονταν στην κουζίνα. Αμέσως τότε η Κατηγορούμενη άρπαξε ένα κουζινομάχαιρο μήκους 30 εκ. με λεπίδα μήκους 18 εκ. και πλάτους 2,4 και το κάρφωσε στο λαιμό του θύματος. Εν συνεχεία κάλεσε την Αστυνομία και ασθενοφόρο το οποίο μετέβη στη σκηνή και μετέφερε το θύμα τραυματισμένο στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας γύρω στις 6.30 μ.μ. Το θύμα έφερε θλαστικό τραύμα μήκους 2-3 εκ., αριστερά τραχηλικής υποκλειδίου χώρας. Κρατήθηκε δε στο αγγειοθωρακικοκαρδιακό θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για περαιτέρω νοσηλεία. Την ίδια μέρα και γύρω στις 9-9.30 μ.μ. στο ΤΑΕ Λευκωσίας η Κατηγορούμενη έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος ισχυριζόμενη ότι κατά τη διάρκεια λογομαχίας που είχε με τη θυγατέρα της είχε επέμβει το θύμα και τη κτύπησε με τα χέρια του. Ακολούθησε στις 11.30 μ.μ. η σύλληψη της Κατηγορούμενης δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Στο θύμα έγινε την ίδια ημέρα ιατροδικαστική εξέταση όπου διεπιστώθη ότι έφερε συρραμμένο τραύμα μήκους 1,8 εκ. (3 ραφές) στην αριστερή τραχηλική χώρα και ιατροβενή παροχέτευση στην αριστερή πλάγια θωρακική χώρα. Έλαβε δε εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 18/2/
  3. Ιατροδικαστική εξέταση διενεργήθη και στην Κατηγορούμενη ενώ τελούσε υπό κράτηση όπου διεπιστώθη ότι αυτή έφερε μικρά εξογκώματα (κουβαράκια) στην αριστερή μετωπιαία χώρα και στη δεξιά κροταφοινιακή χώρα. Επιπλέον η Κατηγορούμενη έφερε απόσπαση επιδερμίδας διαστάσεων 1,8 χ 1 εκ. στον δεξιό αγκώνα και εκδορά μετά εφελκίδων διαστάσεων 0,6 χ 0,1 εκ. στην πρόσθια χώρα του αριστερή πήχη. Η Κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο συνήγορος της Κατηγορούμενης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής αναφέρθηκε εν πρώτοις στις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες διεπράχθη το επίδικο αδίκημα αναφέροντας ότι ενώ η Κατηγορούμενη είχε λογομαχία με την κόρη της Μικαέλα για μια όχι σημαντική αφορμή επενέβη το θύμα κτυπώντας τη μητέρα του με τα χέρια. Στη συνέχεια η Κατηγορούμενη μετέβη για παράπονο στον αστυνομικό σταθμό της Πύλης Πάφου όπου, αφού είχε καταγγείλει το συμβάν αυτό, εφοδιάστηκε με ιατρικό έντυπο. Όταν επέστρεψε στην οικία της για να πάρει τα ρούχα της και να μεταβεί στο νοσοκομείο για εξέταση συνάντησε τα παιδιά της και σε εκείνο το στάδιο, όπως το έθεσε ο συνήγορος, ο μεταξύ τους προηγούμενος καβγάς αναζωπυρώθηκε. Κατά τη διάρκεια του καβγά, όπως ανέφερε ο συνήγορος, το θύμα έπιασε την Κατηγορούμενη από το λαιμό με τα χέρια του και την έσπρωξε από τη σάλα όπου βρίσκονταν και καβγάδιζαν στην κουζίνα. Είναι κατ΄ εκείνο το στάδιο που η αντίδραση της Κατηγορουμένης και εφόσον η κόρη της δεν είχε επέμβει για να τους χωρίσει ήταν να αρπάξει ένα κουζινομάχαιρο και να το καρφώσει στο λαιμό του θύματος. Ήταν η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι κάτω από τις πιο πάνω περιστάσεις η Κατηγορούμενη ενήργησε κατόπιν αναπότρεπτης προκλήσεως. Ως ελαφρυντικά στοιχεία ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλέστηκε την άμεση παραδοχή της Κατηγορούμενης και τη συνεργασία της με τις αστυνομικές αρχές, την ειλικρινή μεταμέλεια της και το λευκό ποινικό της μητρώο. To αδίκημα που προσδιορίζεται στο Άρθρο 228 (α) του Κεφ. 154 επισημαίνουμε ότι είναι από τα πλέον σοβαρά του Ποινικού Κώδικα και ποινικοποιεί σοβαρές πράξεις βίας επαγόμενες δυσμενείς συνέπειες για το θύμα και πράξεις βίας δυνάμενες λόγω των επιθετικών μέσων (όπλων) που χρησιμοποιούνται να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος[1]. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού αντανακλάται στην ποινή ισόβιας φυλάκισης με την οποία τιμωρείται. Κατά την επιμέτρηση της ποινής σε αδικήματα με σοβαρό τραυματισμό λαμβάνονται υπόψη πέραν κάποιων γενικότερων παραγόντων κάποιοι ειδικότεροι παράγοντες σχετικοί με την ίδια τη φύση του αδικήματος. Αυτοί οι παράγοντες συμπυκνώνονται στο Σύγγραμμα Thomas on Priciples of Sentencing,

(1970)(σελ. 93) στο πιο κάτω απόσπασμα το οποίο υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Achilleas Ch. Kaouras v. Republic
(1977)2 C.L.R. 335 στη σελίδα 337: «Sentences in the majority of cases fall within the range of three to seven years imprisonment. The most important factor influencing the choice of sentence appears to be the element of premeditation. Other factors which appear to be relevant include the degree of injury intended and actually inflicted. Use of a weapon appears to be significant mainly as an indication of premeditation. Provocation is particularly significant in reducing the gravity of the offence in the view of the Court.» Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνονται και στο Σύγγραμμα Blackstone' s Criminal Practice
(2003)όπου στη σελίδα 179, παρα. Β2.42 αναφέρονται τα εξής: «The normal sentencing bracket is in the range of three to eight years, although sentences over eight years are upheld in particularly grave cases. Relevant aggravating factors include the extent of the injuries, the degree of premeditation, . use of a weapon, and kicking or stamping on the victim. Mitigating factors such as a plea of guilty and the previous good character of the offender may be of little weight in very serious cases, but significant provocation is also to be taken into account.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας για σκοπούς έμφασης) Τονίζουμε ότι από τα πιο πάνω προκύπτουν βασικά δύο επιβαρυντικοί παράγοντες. Ο προσχεδιασμός και η προμελέτη και η έκταση των τραυμάτων που υφίσταται το θύμα. Τα αποτελέσματα της βίας και της εγκληματικής δράσης, γενικά, σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου εγκλήματος. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, η οποία αφορούσε το ίδιο αδίκημα, οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μία από τις παραμέτρους που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του. Μόνο όπου οι συνέπειες που επιφέρει το έγκλημα στον παραπονούμενο δεν είναι προβλεπτές μειώνεται η σημασία τους στον προσδιορισμό της σοβαρότητας του εγκλήματος. Η σοβαρότητα του αδικήματος αναδεικνύεται μέσα και από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.43 (ανωτέρω) ο εφεσείων που ήταν σχιζοφρενής και που είχε μειωμένη κρίση και δρούσε υπό το κράτος παραληρητικών ιδεών (στο παρελθόν διετέλεσε και τρόφιμος στο ψυχιατρείο) επιτέθη απρόκλητα σε άγνωστο του πρόσωπο και του κατάφερε επανειλημμένα κτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, στη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματος του. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών την οποία εφεσίβαλε ως έκδηλα υπερβολική, προβάλλοντας ως λόγο, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσέδωσε τη δέουσα βαρύτητα στην κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση σημείωσε ότι η φυλάκιση ήταν η μόνη προσφερόμενη επιλογή που θα ήταν δυνατό να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα του αδικήματος και να προστατεύσει το κοινό, από τον επικίνδυνο εφεσείοντα. Στην υπόθεση Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, για το ίδιο και πάλι αδίκημα, επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Σε αυτή την υπόθεση ο εφεσείων είχε εκδιωχθεί από νυχτερινό κέντρο από το φρουρό ασφαλείας, επέστρεψε με μαχαίρι και κτύπησε τον εν λόγω φρουρό στο στήθος, προκαλώντας του κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, το οποίο τελικά δεν του άφησε μόνιμη βλάβη. Προέβαλε και αυτός την ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση, παρουσιάζοντας και ιατρική έκθεση του ψυχιάτρου Δρ. Βερεσιέ, βάσει της οποίας χρειαζόταν άμεση θεραπεία λόγω ακριβώς αυτής του της κατάστασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση του εφεσείοντος τόνισε ότι αδικήματα βίας που στρέφονται εναντίον προσώπων με στόχο να πλήξουν τη σωματική τους ακεραιότητα και υγεία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Τέλος, στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), για όμοιο και πάλι αδίκημα επιβλήθηκε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 6 ετών. Σε εκείνη την υπόθεση, μετά από κάποιο οικογενειακό διαπληκτισμό, ο εφεσείων κτύπησε με σουγιά το θύμα (υποψήφιο γαμπρό του) στο λαιμό και στον αριστερό μηρό, προκαλώντας του σοβαρότατο τραύμα στον νωτιαίο μυελό με αποτέλεσμα να προκληθεί τετραπληγία στο θύμα. Η έφεση με την οποία προσέβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική απορρίφθηκε με ταυτόχρονη και πάλι υπόδειξη του Εφετείου πως για αδικήματα βίας θα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Από τη Νομολογία προκύπτει, επίσης, ότι κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Επειδή στην παρούσα υπόθεση έχουμε κληθεί από το συνήγορο Υπεράσπισης να θεωρήσουμε ότι προ τη διάπραξης του επίδικου αδικήματος υπήρξε πρόκληση από πλευράς του θύματος έναντι της Κατηγορούμενης, βρίσκουμε σκόπιμο να ασχοληθούμε ειδικότερα με αυτό το θέμα. Το θέμα δε αυτό θα μας απασχολήσει κατά δύο τρόπους. Θα πρέπει αφενός να καθορίσουμε τι συνιστά πρόκληση εντός της έννοιας του Νόμου, αφετέρου δε να θέσουμε τις αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα της πρόκλησης ως παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Όσον αφορά την έννοια της πρόκλησης παραπέμπουμε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Αεροπόρου,
(1997)2 Α.Α.Δ. 17.[2] Αναφέρονται τα εξής στην εν λόγω απόφαση από το Δικαστή Νικολάου ο οποίος εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου (στις σελίδες 23-24): «Η έννοια της πρόκλησης, όπως είναι γνωστή στο κοινό δίκαιο, περιγράφεται στην κλασσική, καθώς χαρακτηρίστηκε, καθοδήγηση του Devlin J. στην Duffy
(1949)1 All E.R. 932. Έχει ως εξής: «Provocation is some act, or series of acts, done by the (victim) to the accused which would cause in any reasonable person, and actually causes in the accused, a sudden and temporary loss of self-control, rendering the accused so subject to passion as to make him or her for the moment not master of his mind.» Στην υπόθεση Χριστάκης Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 352 θεωρήθηκε ότι υπήρχε πρόκληση εκ μέρους του θύματος το γεγονός ότι για αρκετό χρονικό διάστημα πριν τη φονική πράξη το θύμα ενοχλούσε την οικογένεια του κατηγορούμενου και ότι αμέσως πριν τη φονική πράξη σε συζήτηση μεταξύ θύματος και κατηγορούμενου ο πρώτος απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο λέγοντας του «εσύ εν είσαι άνθρωπος» φράση που κυριολεκτικά πυροδότησε την παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Νικολάου v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 51, προκύπτει ότι θεωρήθηκε ως πρόκληση το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και τα θύματα είχαν λογομαχήσει μικρό χρονικό διάστημα πριν την παράνομη συμπεριφορά μέσα σε νυκτερινό κέντρο και ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε γροθιά στο κεφάλι από ένα από τα θύματα. Αν υπάρχει πρόκληση, τότε ανάλογα και με το βαθμό και το είδος αυτής, η πρόκληση αποτελεί σημαντικό ελαφρυντικό παράγοντα. Όπως έχει δε τονισθεί στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), κάτω από το βάρος της πρόκλησης μπορεί το άτομο που τη δέχεται να χάσει τον αυτοέλεγχο του και να δράσει αντίθετα απ' ό,τι επιβάλλει η λογική. Ο παράγοντας αυτός δεν αποτιμάται αόριστα αλλά συγκεκριμένα στο πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και σε συνάρτηση, πάντα, με τις αντιδράσεις του προκληθέντα. Σειρά παλαιότερων αλλά και πρόσφατων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζουν το γεγονός ότι ενώ η πρόκληση δεν δικαιολογεί την παράνομη πράξη, ούτε αποτελεί υπεράσπιση, συνιστά παράγοντα για μετριασμό της ποινής. Αναφέρουμε από τις παλαιότερες αποφάσεις την υπόθεση Kyrmizis v. The Republic
(1965)2 C.L.R. 55 και Pantazis v. The Republic
(1967)2 C.L.R. 277. Από τις πρόσφατες αποφάσεις αναφέρουμε την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Αεροπόρου (ανωτέρω) και την υπόθεση Χριστάκης Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στην τελευταία μάλιστα υπόθεση το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε αποδώσει τη δέουσα βαρύτητα στον παράγοντα της πρόκλησης θεωρήθηκε σαν αρκετός λόγος για να μειωθεί η πρωτόδικα επιβληθείσα ποινή της 12ετούς φυλάκισης σε 8ετή φυλάκιση. Έχουμε λάβει υπόψη κάθε παράγοντα που έχει σχέση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Τονίζουμε, όπως προέκυψε από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, το ρόλο και τη συμπεριφορά του θύματος πριν από τα κρίσιμα γεγονότα και ιδιαίτερα την προκλητική του στάση έναντι της Κατηγορουμένης κατά τη διάρκεια που η τελευταία λογομαχούσε με την κόρη της. Ενόψει τούτου κρίνουμε ότι υπήρχε πρόκληση εν τη εννοία του Νόμου όπως ανελύθη ανωτέρω. Συγκεκριμένα το ίδιο το θύμα επενέβηκε στην εν λόγω λογομαχία και έπιασε με τα χέρια του από το λαιμό την Κατηγορούμενη σπρώχνοντας την από τη σάλα στην κουζίνα. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που η Κατηγορούμενη έπιασε ένα κουζινομάχαιρο και το κάρφωσε στο λαιμό του θύματος. Βεβαίως δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Κατηγορούμενη χρησιμοποίησε μαχαίρι το οποίο αποτελεί επιθετικό μέσο δυνάμενο να επιφέρει σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία ενός προσώπου. Το γεγονός δε ότι ο τραυματισμός του θύματος δεν του άφησε μόνιμα κατάλοιπα δεν διαφοροποιεί ιδιαίτερα τη σοβαρότητα της πράξης της Κατηγορούμενης, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που εγκυμονούνταν από την ίδια τη χρήση αυτή καθ΄ εαυτή του μαχαιριού. Επισημαίνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση όπως προέκυψε από τα ενώπιον μας τεθέντα γεγονότα, δεν υπήρξε από πλευράς Κατηγορούμενης οποιοσδήποτε προσχεδιασμός ή προμελέτη του εγκλήματος το οποίο διέπραξε με αποτέλεσμα να ελλείπει ένας επιβαρυντικός παράγοντας. Όσον αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορούμενης λαμβάνουμε υπόψη το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι΄ αυτή από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για αναλφάβητο άτομο εφόσον δεν έτυχε στοιχειώδους εκπαίδευσης, και διαζευγμένη μητέρα τεσσάρων ενηλίκων παιδιών εκ των οποίων τα δύο αντιμετωπίζουν πρόβλημα νοητικής καθυστέρησης. Επιπλέον, το θύμα, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στην αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης, είναι πρόσωπο εξαρτημένο σε ναρκωτικές ουσίες για τον οποίο η Κατηγορούμενη κατέβαλε πολλές προσπάθειες για την απεξάρτηση του μεταφέροντας τον σε κέντρα απεξάρτησης χωρίς, όμως, θετικό αποτέλεσμα. Σημειώνουμε, επίσης, ότι η οικογένεια της τυγχάνει παρακολούθησης ένεκα των πιο πάνω προβλημάτων από το Γραφείο Ευημερίας. Χωρίς αμφιβολία οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορουμένης είναι ιδιαίτερα δύσκολες, ενώ η ίδια η Κατηγορούμενη βίωσε στη ζωή της πολύ άσχημες καταστάσεις. Ως ελαφρυντικά στοιχεία λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη παραδέχτηκε ενοχή και συνεργάστηκε με την Αστυνομία και ότι, τελικώς, παραδέχτηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου. Σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρει ότι η παραδοχή του Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο προς όφελος του ως ένδειξη μεταμέλειας και συντριβής για την παράνομη πράξη.[3] Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψη το λευκό της ποινικό μητρώο. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, το Δικαστήριο λαμβάνει, επίσης, υπόψη του παρόλο που δεν λέχθηκε από τους συνηγόρους, ότι το τραύμα στο θύμα δεν φαίνεται να του άφησε κατάλοιπα και τίποτα προς το αντίθετο λέχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Όπως έχει επισημανθεί και στη σχετική νομολογία[4] τα αποτελέσματα της ασκηθείσας βίας σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος και «οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μια από τις παραμέτρους που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του». Το Δικαστήριο έχοντας εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή την όλη υπόθεση κρίνει ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής και ό,τι έχει αναφερθεί πιο πάνω ως μετριαστικός παράγοντας δεν μπορεί, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, να εξουδετερώσει είτε τη σοβαρότητα της εγκληματικής πράξης, είτε το στοιχείο της αποτροπής που χρειάζεται να αποδοθεί στην ποινή. Επισημαίνουμε ότι η εξατομίκευση δεν συναρτάται αποκλειστικά με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν πιο πάνω καταγραφεί λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό μιας όσο το δυνατό εξισορροπημένης ποινής ώστε να αντανακλά τόσο στοιχεία της σοβαρότητας και αποτρεπτικότητας όσο και τα προσωπικά περιστατικά της Κατηγορούμενης. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως τους έχουμε αναδείξει ανωτέρω, επιβάλλουμε στην Κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης τριών ετών. Θα εξετάσουμε στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο Υπεράσπισης. Το Άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του Νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης.[5] Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνουμε ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν τέτοια δεδομένα τόσο σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορουμένης όσο και σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, η παρούσα περίπτωση αφορά άτομο 51 ετών που είναι διαζευγμένη μητέρα τεσσάρων ενηλίκων παιδιών, εκ των οποίων τα δύο, ο Κλεόβουλος και ο Κυριάκος είναι άτομα με νοητική στέρηση, η δε οικογένεια της παρακολουθείται και λαμβάνει δημόσιο βοήθημα από το Γραφείο Ευημερίας. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος υπογραμμίζουμε ότι υπήρχε έντονο το στοιχείο της πρόκλησης, ενώ στο θύμα δεν προκλήθηκαν μόνιμες βλάβες από τον τραυματισμό του. Εν πάση δε περιπτώσει σημειώνουμε ότι η Κατηγορούμενη μεταμελήθηκε για την πράξη της παραδεχόμενη τόσο προς τις αστυνομικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τη διάπραξη του αδικήματος. Στο στοιχείο αυτό εντάσσουμε και τον πρότερο βίο της Κατηγορούμενης η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει απασχολήσει τα Δικαστήρια με οποιονδήποτε τρόπο. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται περισσότερο να προσδοκεί σε αναστολή.[6] Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι η παραδοχή και η μεταμέλεια είναι στοιχεία που πρέπει να ενθαρρύνονται από τα Δικαστήρια στην επιβολή της ποινής αλλά και της παροχής μιας δεύτερης ευκαιρίας στον κατηγορούμενο[7], ιδιαίτερα όταν αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου όπως στην παρούσα περίπτωση.[8] Χωρίς να υποβιβάζουμε τη σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος, αποφασίσαμε όπως ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής. Ως εκ τούτου διατάσσεται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη για χρονικό διάστημα τριών ετών από σήμερα δυνάμει του Άρθρου 3 του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε. (Επεξηγούνται στην κατηγορούμενη οι συνέπειες σε περίπτωση διάπραξης κατά την περίοδο αναστολής οιουδήποτε αδικήματος τιμωρείται με φυλάκιση). (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Π.Ε.Δ. (Υπ.) Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ [1] Δέστε Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ
  1. [2] Δέστε και την πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Σακαρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 21/2011 και 25/2011, ημερ. 14.7.
  2. [3] Δέστε, επίσης, το Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελίδες 65-
  3. [4] Δέστε Πισκόπου (ανωτέρω) στη σελίδα
  4. [5] Δέστε Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Κυριάκος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. [6] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. [7] Δέστε, μεταξύ άλλων, Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22. [8] Δέστε, μεταξύ άλλων, Loizou v. Republic
(1971)2 C.L.R. 196. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.