← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 748/09, 4/6/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 748/09, 4/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 748/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Εναντίον

  1. Στέλιος Χριστοδούλου
  2. Χρυσάνθη Χριστοδούλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ Ματσας Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ---- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μία κατηγορία ψευδορκίας ο καθένας, δηλαδή ότι είπαν ψέματα ενόρκως ότι κάποια γραμμάτια που είναι υπογραμμένα προς όφελος του παραπονούμενου είναι πλαστογραφημένα. Επίσης αντιμετωπίζουν το αδίκημα της δημόσιας βλάβης για τα ίδια γεγονότα, δηλαδή ότι έδωσαν κατάθεση στην αστυνομία για κατά φαντασία αδίκημα, ήτοι ότι τα 8 γραμμάτια προς όφελος του παραπονούμενου ήταν πλαστογραφημένα. Θέση του παραπονούμενου Λοΐζου Πηλαβάκη με βάση την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 έγινε φίλος του μετά που ανέλαβε χωματουργικές εργασίες για λογαριασμό του κατά την ανακαίνιση του ξενοδοχείου Ηλύσια. Ανέφερε επίσης στην κατάθεση του ότι μέχρι το 2007 δεν είχε κανένα πρόβλημα με τον κατηγορούμενο 1 ενώ αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε ζητήσει επιστροφή των χρημάτων του πολύ πιο πριν το
  3. Ισχυρίζεται ότι δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο 1 για να κτίσει το σπίτι του. Αρχικά του χορήγησε το ποσό των ΛΚ5000 με επιταγή και μετά του χορήγησε σε διάφορες ημερομηνίες και άλλα ποσά με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ30386 μαζί με τους τόκους. Ανέφερε ότι έδωσε αυτά τα χρήματα στον κατηγορούμενο 1 επειδή του είχε εμπιστοσύνη. Σημειώνεται ότι ο παραπονούμενος είναι οικονομολόγος και δίδασκε αυτό το μάθημα στο Λύκειο ενώ δεν πήρε τις δέουσες προφυλάξεις για να επιβεβαιωθεί ότι ο κατηγορούμενος θα του επέστρεφε τα χρήματα παρά τις γνώσεις του σ' αυτό το ζήτημα. Γι' αυτό το ζήτημα δεν ήταν καθόλου πειστικός επειδή η μοναδική του εξήγηση ήταν ότι εμπιστεύτηκε τον κατηγορούμενο 1 και δεν φαντάστηκε ποτέ ότι θα έφθανε στο Δικαστήριο για να εισπράξει τα χρήματα του. Ανέφερε ότι δάνεισε χρήματα στον κατηγορούμενο 1 οκτώ φορές με επιταγές και ότι με κάθε επιταγή που έδιδε ο ΜΚ3 στον κατηγορούμενο 1, ο κατηγορούμενος 1 υπέγραφε γραμμάτιο της ίδιας ημέρας προς όφελος του ΜΚ
  4. Είναι παράξενο ότι αυτά τα χρήματα χορηγήθηκαν σε οκτώ δόσεις, δηλαδή οκτώ φορές που ο ΜΚ3 είχε την ευκαιρία να σκεφθεί τις συνέπειες των πράξεων του, και δεν ζήτησε εξασφαλίσεις γι' αυτά τα χρήματα. Επίσης από έρευνα που έγινε από την αστυνομία εντοπίσθηκαν μόνο τρεις επιταγές (βλ τεκμήριο 9α, 9β και 9γ). Στην αστυνομική του κατάθεση, που είναι και ανακριτική κατάθεση διότι η αστυνομία διερεύνησε το αδίκημα της πλαστογραφίας των γραμματίων εναντίον του ΜΚ3 αυτός ανέφερε ότι δεν μπορεί να δώσει πλήρη στοιχεία για τις οκτώ επιταγές για να ανευρεθούν. Ο ΜΚ3 δεν προσκόμισε κανένα άλλο στοιχείο για τις υπόλοιπες πέντε επιταγές. Δεν υπάρχει ανεξάρτητος μάρτυρας για να αποδείξει ότι πράγματι ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε τα οκτώ γραμμάτια επειδή οι μόνοι που φέρονται να τα υπέγραψαν ήταν οι κατηγορούμενοι και τα γραμμάτια είναι συμπληρωμένα με γραφή του ΜΚ
  5. Άλλο σημείο αντίφασης της μαρτυρίας του ΜΚ3 είναι ότι στην κατάθεσή του και στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι οι διαφορές του με τον κατηγορούμενο 1 άρχισαν το
  6. Εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι δεν είχε τα μηχανήματα για να προβεί στις εργασίες ανακαίνισης του υπογείου του ξενοδοχείου ενώ αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι τον ενόχλησε και πολύ πριν το 2007 για πάρει τα χρήματά του. Επίσης, αυτά τα χρήματα σύμφωνα με τον ΜΚ3 δόθηκαν από το 2000 μέχρι 2001 ενώ οι εργασίες δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν μέχρι το
  7. Είναι πάρα πολύ παράξενο ότι η συμφωνία για την εργασία δεν τέθηκε γραπτώς εφόσον θα υπήρχε τέτοια καθυστέρηση για τα χρήματα και θα περνούσαν χρόνια μέχρι ο ΜΚ3 να πάρει την αξία των χρημάτων του. Άλλο σημείο προβληματικό είναι ότι ο ΜΚ3 προσπάθησε να αντιπαραβάλει την επιταγή τεκμήριο 9β με το γραμμάτιο τεκμήριο 11.
  8. Θέση του ήταν ότι οι επιταγές που έδιδε στον κατηγορούμενο 1 έφεραν την ίδια ημερομηνία με το γραμμάτιο. Ανέφερε ότι το τεκμήριο 11.1 δεν είναι το αρχικό γραμμάτιο αλλά γραμμάτιο όπου ανανεώθηκε το δάνειο και προστέθηκε ο τόκος των ΛΚ400.
  9. Ανέφερε ότι το αρχικό γραμμάτιο το κατέστρεψε. Αυτό είναι πάρα πολύ παράξενο εφόσον είναι πρόσωπο που γνωρίζει οικονομικά και δίδασκε στους μαθητές του τι προϋποθέσεις πρέπει να υπάρχουν για την εγκυρότητα των συναλλαγών. Δεν πείθει η γενική του εξήγηση περί πλήρης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του κατηγορούμενο 1 αφού τέτοια δείγματα γραφής για το αξιόχρεο του κατηγορούμενου 1 δεν είχε και αντιθέτως, ως ανέφερε και ο ίδιος είχε αντίθετες ενδείξεις. Εάν η επιταγή 9β είναι αντίστοιχη με το γραμμάτιο, τεκμήριο 11.1, τότε λογικό θα ήταν να είχαν δοθεί οι ΛΚ5000.00 το 1999 και όχι στις 10/5/2000 που είναι η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής. Η συγκεκριμένη επιταγή δεν ταιριάζει με κανένα άλλο από τα γραμμάτια χρονικά και σε σχέση με το ποσό του γραμματίου. Επομένως, το οικοδόμημα επί του οποίου στηρίζεται η εκδοχή του ΜΚ1 δηλαδή ότι κάθε επιταγή αντιστοιχεί με γραμμάτιο που υπογράφθηκε την ίδια ημέρα δεν στοιχειοθετείται επαρκώς. Όταν στριμώχθηκε κατά την αντεξέταση άρχισε να μην μπορεί να απαντήσει και έλεγε συνέχεια ότι δεν ξέρει ότι πρέπει να ελέγξει τα στοιχεία του. Ήταν φανερό όμως το γεγονός ότι δεν ξέρει καλά ή/και δεν θυμάται καλά τα στοιχεία που αφορούν τις εν λόγω συναλλαγές. Εκείνο το οποίο μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση είναι πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος μορφωμένος σε οικονομικά ζητήματα να έχει παραχωρήσει τόσα χρήματα σε οποιονδήποτε και να μην είναι σε θέση να παρουσιάσει τα στοιχεία και εξασφαλίσεις γι' αυτά τα δάνεια; Δεν είμαι σίγουρη κατά πόσο η ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΚ3 ήταν τόσο φτωχή επειδή είναι εξαιρετικά αφελής ή/και συγχυσμένος. Επειδή η αντεξέταση του ΜΚ3 ήταν μεγάλη και διήρκησε πολλές μέρες είχα την ευκαιρία να τον παρακολουθήσω. Η εκτίμησή μου για την κακή ποιότητα της μαρτυρίας του είναι ότι ο ΜΚ3 ξεχνά εύκολα και ότι οι νοητικές του ικανότητες, πιθανόν λόγω ηλικίας, να τον έχουν εγκαταλείψει. Άρχιζε καλά αλλά μετά στις λεπτομέρειες επικρατούσε σύγχυση. Υπήρχαν στιγμές κατά την αντεξέταση που απαντούσε καλά και άλλες στιγμές που δεν είχε διαύγεια και δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε πει πέντε λεπτά προηγουμένως. Επίσης δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο ΜΚ3 ανακρίθηκε ως ύποπτος για το αδίκημα της πλαστογραφίας των γραμματίων αφού τέθηκε η θέση στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας από τους κατηγορούμενους ότι οι υπογραφές τους ήταν πλαστογραφημένες πιθανόν από τον ΜΚ
  10. Παρόλο τούτο ήρθε στο Δικαστήριο πρόθυμα και άφοβα για να δώσει μαρτυρία. Δηλαδή, η παρούσα ποινική υπόθεση δεν προέκυψε επειδή ο ΜΚ3 έκαμε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου αφού ο ίδιος αρχικά θεωρείτο ύποπτος για το αδίκημα της πλαστογραφίας. Ισχυρίσθηκε ο μάρτυρας ότι τα γραμμάτια τεκμήριο 11.1 και 11.2 είναι τα μόνα γραμμάτια που ανανεώθηκαν και αφορούν δάνεια που έγιναν με παλαιότερα γραμμάτια τα οποία έχει σχίσει. Αυτά τα νέα γραμμάτια δεν ταιριάζουν με τις επιταγές που έχουν κατατεθεί και θέση του μάρτυρα ήταν ότι παράλληλα με την καταβολή του ποσού σε επιταγές ο κατηγορούμενος 1 υπέγραφε γραμμάτιο της ίδιας ημέρα με τα ίδια στοιχεία. Τα γραμμάτια αναφέρουν δάνειο που έγινε σε μετρητά ενώ ο ΜΚ3 επέμενε ότι όλα τα ποσά δόθηκαν σε επιταγές. Όμως αυτές τις επιταγές δεν μπορούσε να τις παρουσιάσει στο Δικαστήριο και εκείνες που παρουσίασε δεν ταίριαζαν με τα στοιχεία στα γραμμάτια. Κατά την πρώτη δικάσιμο ανέφερε ότι δεν έβλεπε χωρίς τα γυαλιά του και ενώ γνώριζε το περιεχόμενο της κατάθεσής του δεν έφερε τα γυαλιά του στο Δικαστήριο. Τα γραμμάτια δείχνουν ότι ο ΜΚ3 δάνεισε στον κατηγορούμενο 1 χρήματα οκτώ φορές ενώ αποδεδειγμένα ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε ξοφλήσει τα προηγούμενα γραμμάτια. Ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί δεν ανανέωσε όλα τα γραμμάτια που είχαν λήξει. Δεν μπορούσε να δώσει εξήγηση για το γεγονός ότι έδωσε χιλιάδες λίρες στον κατηγορούμενο 1 πριν την έναρξη των εργασιών και ούτε έδωσε εξήγηση για το πώς ήταν βέβαιος ποια θα ήταν η αξία των εργασιών που θα έκανε ο κατηγορούμενος 1 για να ξέρει τι ποσό θα μπορούσε να του δανείσει. Ήταν σίγουρος ότι ο αριθμός των επιταγών ήταν οκτώ ενώ τελικά αποδείχθηκε ότι οι επιταγές ίσως να ήταν εννέα. Στην κατάθεσή του είπε ότι όλα τα γραμμάτια είχαν υπογραφεί στην οικία του κατηγορούμενου 1 στον Οίκο ενώ ενόρκως ανέφερε ότι κάποια από τα γραμμάτια είχαν υπογραφεί στο γραφείο του στον Πεδουλά. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι το αρχικό δάνειο προς τον κατηγορούμενο 1 ήταν για το ποσό των ΛΚ5000 ενώ ενόρκως για πρώτη φορά στην αντεξέταση ανέφερε ότι το αρχικό δάνειο ήταν για το ποσό των ΛΚ4000.
  11. Η μαρτυρία του ήταν τόσο συγχυσμένη που δεν μπορούσα να αντιληφθώ ποια γραμμάτια ήταν τα ανανεωμένα και ποια τα αρχικά. Αναφορικά με τον τεκμήριο 11.8, θέση του ήταν ότι πρόκειται για ανανέωση και ότι η επιταγή δόθηκε το
  12. Όμως το γραμμάτιο γράφει ότι τα χρήματα προήρθαν από τα χρήματα του υιού του ΜΚ3 και αυτός ο γάμος έγινε το
  13. Επομένως, δεν μπορεί να είναι σωστό ότι τα χρήματα δόθηκαν από τα λεφτά του γάμου που έγινε το 2001 το
  14. Θέση του ήταν ότι δάνεισε ένα υπέρογκο ποσό χρημάτων (ΛΚ28,000) στον κατηγορούμενο 1 επειδή θα του εκτελούσε ίσης αξίας εργασία στην ανακαίνιση του ξενοδοχείου ενώ το συμβόλαιο που κατατέθηκε ήταν για εργασίες αξίας ΛΚ12000 και ο ίδιος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε ήδη εκτελέσει εργασίες ΛΚ9600 και ότι πληρώθηκε. Επομένως, παρέμεινε υπόλοιπο μόνο ΛΚ2400 και έτσι δύσκολα γίνεται πιστευτό χωρίς συμβόλαιο ότι εύλογα ο ΜΚ3 είχε την προσδοκία ότι ο κατηγορούμενος 1 θα του έκανε επιπρόσθετες εργασίες αξίας ΛΚ
  15. Βέβαια ως θα φανεί πιο κάτω αυτό το επιχείρημα μπορεί να αντιστραφεί και εναντίον του κατηγορούμενου 1 ο οποίος θα πρέπει να λογοδοτήσει για τα υπόλοιπα χρήματα που φαίνεται να πήρε από τον ΜΚ
  16. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της ψευδορκίας και της δημόσιας βλάβης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι είπαν ψέματα σε σχέση με τις υπογραφές τους στα τεκμήρια 11.1 μέχρι 11.
  17. Η μαρτυρία της συζύγου του ΜΚ3 Κατερίνα Πηλαβάκη (ΜΚ4) θα ήταν σημαντική εάν θα μπορούσε να αποδείξει ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή αυτών των τεκμηρίων. Όμως αντεξεταζόμενη άρχισε να αμφιταλαντεύεται για την δήλωση στην κατάθεσή της ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή όλων των γραμματίων. Επίσης, δέχθηκε ότι κάποια γραμμάτια είχαν ανανεωθεί αλλά δεν μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο ήταν παρούσα κατά την υπογραφή και των ανανεωμένων γραμματίων. Θεωρώ ότι είπε την αλήθεια ότι εκείνη και σύζυγος της έδωσαν χρήματα δανεικά στους κατηγορούμενους αλλά η μνήμη της ήταν ελλιπής σε σχέση με το ζήτημα της υπογραφής των γραμματίων και τελικώς δεν μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο ήταν πάντοτε παρούσα κατά την υπογραφή των γραμματίων ή άλλαξε την εκδοχή της ενόρκως επειδή ο ΜΚ3 την έπεισε ή την υπενθύμισε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ήταν παρούσα. Επομένως, η μαρτυρία της δεν επιβεβαιώνει την εκδοχή του ΜΚ3 αλλά και ούτε την αποδυναμώνει. Ο εμπειρογνώμονας, γραφολόγος, Κ. Μαρκίδης, ΜΚ5, με την χρήση της αναλυτικής συγκριτικής μεθόδου έκανε σύγκριση δειγμάτων γραφής που ετοιμάσθηκαν από τους κατηγορούμενους και τις αμφισβητούμενες υπογραφές επί των οκτώ πρωτότυπων γραμματίων. Επίσης, πήρε υπογραφές που έγιναν από τους κατηγορούμενους σε ανύποπτο χρόνο και έκανε την ίδια σύγκριση με τις αμφισβητούμενες. Ετοίμασε πίνακες για να εξηγήσει τα ευρήματά του. Για να προβεί στην σύγκριση χρησιμοποίησε ειδικά εργαλεία. Οι πίνακες αποτυπώνουν τα όσα είδε ο ΜΚ5 όταν εξέτασε τις υπογραφές με την χρήση των εργαλείων. Το συμπέρασμα του ήταν ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές με τις γνήσιες υπογραφές παρουσιάζουν ομοιότητες ως προς την μορφή, τεχνική, τρόπο σχηματισμού και πρόκειται για υπογραφές των κατηγορούμενων στην θέση του εκδότη και μάρτυρα αντίστοιχα. Δεν έχω τις γνώσεις που έχει ο ΜΚ5, αλλά με μία ματιά στους πίνακες τεκμήρια 26 και 27, διαπιστώνω ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές σε σύγκριση με τις γνήσιες υπογραφές φαίνονται παρόμοιες. Η γενική εικόνα που σχηματίζεται από το δικό μου το άπειρο μάτι, χωρίς ειδικές γνώσεις και εργαλεία, είναι ότι φαίνονται αυτές οι υπογραφές το ίδιο. Όμως η υπεράσπιση αμφισβητεί τα ευρήματα του ΜΚ5, και συμφωνώ με την θέση της υπεράσπισης ότι ο εμπειρογνώμονας οφείλει να δώσει εκείνες τις εξηγήσεις και τα εχέγγυα στο Δικαστήριο διά να γίνει κατορθωτό ο έλεγχος των συμπερασμάτων του. Χωρίς τέτοια στοιχεία αδυνατώ να κάνω οποιοδήποτε έλεγχο επί των συμπερασμάτων του ειδικού και θα πρέπει το Δικαστήριο να βασισθεί τυφλά στα συμπεράσματα του ειδικού. Τα συμπεράσματα του ΜΚ5 συνιστούν μία γνώμη. Αλλά αυτή η γνώμη σχηματίσθηκε όταν διαπίστωσε συγκεκριμένα στοιχεία επί των υπογραφών. Αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία τα ανέφερε στο Δικαστήριο. Πέραν μίας γενικής διατύπωσης ότι παρατήρησε ομοιότητες στην μορφή, τεχνική και τρόπο σχηματισμού των υπογραφών έδωσε πέντε συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι οι υπογραφές αποδίδονται στους κατηγορούμενους. Οι πνευματικές διεργασίες του μάρτυρα βάσει των οποίων κατέληξε στα εν λόγω συμπεράσματα πρέπει να γίνονται γνωστές στο Δικαστήριο με σωστό έλεγχο αυτών των συμπερασμάτων. Εφόσον ως ανέφερε ο μάρτυρας η γραφολογία δεν είναι θετική επιστήμη, αλλά μία μελέτη όπου ο εμπειρογνώμονας χρησιμοποιεί συγκεκριμένη μέθοδο διά να συγκρίνει την γραφή οφείλει ο εμπειρογνώμονας να είναι συγκεκριμένος επί των παρατηρήσεων του κατά την σύγκριση της αμφισβητούμενης γραφής. Οφείλει να αναφέρει τι είναι επί παραδείγματι τα ειδικά χαρακτηριστικά των δύο υπογραφών, και ποιες είναι οι συγκεκριμένες ομοιότητες στην μορφή των υπογραφών κτλ. Εάν δεν είναι γνωστά αυτά τα πράγματα στο Δικαστήριο και εάν δεν τα γνωρίζει αυτά τα συγκριμένα στοιχεία το Δικαστήριο, τότε αναπόφευκτα θα καταφύγει στην γνώμη του ειδικού χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε κρίση δική του το Δικαστήριο επί της γνώμης του ειδικού. Με δεδομένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την ορθότητα των συμπερασμάτων και η υπεράσπιση αμφισβητεί έντονα αυτά τα συμπεράσματα θα πρέπει να εξηγηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι και τα συγκεκριμένα στοιχεία που έλαβε υπόψη του ο εμπειρογνώμονας για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Η γενική τοποθέτηση του ειδικού ήταν ότι έλαβε υπόψη του όλα τα γραφικά γνωρίσματα για να καταλήξει στο τελικό συμπέρασμα σε μεγέθυνση, δηλαδή όπως εμφανίζονται οι καταγραφές με την χρήση εργαλείων. Παρουσίασε συγκριτικούς πίνακες των υπογραφών αμφισβητούμενων και γνήσιων για να εξηγήσει τα ευρήματά του. Αυτοί οι ειδικοί λόγοι είναι πέντε και τα διατύπωσε ως εξής:
  18. Οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γραμμένες με ταχύτητα και η χάραξη της γραφής επί του χάρτου είναι αυθόρμητη.
  19. Η γραφή δεν παρουσιάζει αδικαιολόγητο τρέμουλο ή σταμάτημα ως θα ήταν στην περίπτωση που πρόσωπο θα προσπαθούσε να μιμηθεί την γνήσια υπογραφή των κατηγορούμενων.
  20. Οι υπογραφές των δύο κατηγορούμενων είναι δύσκολες στον σχηματισμό, δηλαδή δύσκολα θα μπορούσε να τις αντιγράψει κάποιος χωρίς αυτό γίνει αντιληπτό.
  21. Η γενική μορφή των υπογραφών τόσο στις αμφισβητούμενες όσο και στις γνήσιες είναι η ίδια. Αυτό το διαπίστωσα και η ίδια με βάση των συγκριτικών πινάκων και λόγω του μεγάλου αριθμού γνήσιων δειγμάτων υπογραφών και αμφισβητούμενων υπογραφών.
  22. Η τεχνική σχηματισμού των γραμμάτων είναι η ίδια. Η πορεία που ακολουθείται για τον σχηματισμό των γραμμάτων είναι η ίδια υπάρχει το ίδιο σημείο έναρξης και το ίδιο σημείο κατάληξης των υπογραφών. Τελική κατάληξη του εμπειρογνώμονα ήταν ότι αυτά τα ειδικά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά δεν θα μπορούσαν να γίνουν με διαφορετικό τρόπο. Δέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι υπάρχουν παραλλαγές στην γραφή τόσο μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των γνήσιων υπογραφών αλλά υπάρχουν και τέτοιες παραλλαγές μεταξύ των υπογραφών που γνωρίζουμε ότι έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Επίσης μπορεί μία παραλλαγή που παρουσιάζεται στις αμφισβητούμενες υπογραφές να εμφανίζεται επίσης σε ένα ή δύο ή περισσότερα δείγματα των γνησίων. Αυτό κατά την άποψη του ειδικού δεν σημαίνει ότι έγιναν από διαφορετικό πρόσωπο αφού η γραφή διατηρεί τα ειδικά γνωρίσματα σε κάθε περίπτωση. Τουναντίον, εξήγησε ότι τέτοιες παραλλαγές είναι απόλυτα φυσιολογικές αφού η κάθε υπογραφή έγινε σε διαφορετικό χρόνο, κάτω από διαφορετικές συνθήκες όταν οι κατηγορούμενοι είχαν διαφορετική ψυχολογική διάθεση. Η αντεξέταση επί αυτού του σημείου ήταν πολύ σκληρή και θεωρώ ότι ο ΜΚ5 έδωσε πειστικές απαντήσεις σε όλα τα σημεία. Ανέφερε ότι η καταληκτική γραμμή του τελευταίου γράμματος επί της υπογραφής της κατηγορούμενης 2 μπορεί να διαφέρει ελαφρώς μεταξύ των δειγμάτων αλλά η τεχνική σχηματισμού είναι η ίδια. Η γραμμή που χωρίζει το «Α» διαφέρει στο μήκος αλλά η μορφή και η τεχνική σχηματισμού του «Α» είναι η ίδια σε κάθε περίπτωση. Η οριζόντια γραμμή ποικίλει σε μήκος αλλά έχει το ίδιο σημείο έναρξης σε όλα τα δείγματα. Ανέφερε ότι τα περισσότερα δείγματα έχουν γίνει με τέσσερις ανεξάρτητες κινήσεις εκτός των δειγμάτων που έχουν αριθμηθεί 1.2 και 1.6 από τον ειδικό. Εξήγησε όμως ότι σ' αυτά τα δείγματα λείπει μία γραφική κίνηση διότι το «Α» ενώνεται με το «ν». Σε κάποια δείγματα η γραμμή που τέμνει το «Α» δεν είναι η ίδια αλλά σε ένα από τα γνήσια δείγματα, επί παραδείγματι, απουσιάζει εξ' ολοκλήρου τέτοια γραμμή. Θέση του ΜΚ5 ήταν ότι όλα τα δείγματα παρουσιάζουν μία ανοδική πορεία κατά τον σχηματισμό της υπογραφής. Είναι γεγονός ότι τα γνήσια δείγματα παρουσιάζουν αυτή την τάση σε λιγότερο βαθμό αλλά εξακολουθεί να υπάρχει. Αυτό αποδεικνύει ότι η γραφή του ιδίου προσώπου μπορεί να παρουσιάσει φυσιολογικές παραλλαγές αλλά παρουσιάζονται εκείνα τα ειδικά χαρακτηριστικά που έχει αναλύσει τα οποία παραμένουν πάντα τα ίδια και που αποκλείει την ύπαρξη αυτών των γνωρισμάτων τόσο στα γνήσια δείγματα όσο και στα αμφισβητούμενα παρά μόνο εάν είχε γίνει από το ίδιο άτομο. Με την ίδια επιτυχία απάντησε ερωτήσεις σε σχέση με φυσιολογικές παραλλαγές που παρουσιάζονται στις υπογραφές του κατηγορούμενου
  23. Το Αγγλικό «e» πουθενά δεν παρουσιάζεται καθαρογραμμένο αλλά σε κάποια δείγματα αυτό το γράμμα ξεχωρίζει περισσότερο ως ανεξάρτητο χαρακτήρα αλλά σε άλλα όχι. Όμως αυτές οι παραλλαγές παρουσιάζονται σε σχέση μ' αυτό το γράμμα μέσα στα δείγματα που γνωρίζουμε ότι αποδίδονται στον κατηγορούμενο
  24. Το σημείο έναρξης του γράμματος «l» είναι πάντοτε στην ίδια απόσταση με κάποια παραλλαγή ανεξάρτητα από την διατύπωση του χαρακτήρα «e». Δέχθηκε ότι τα δείγματα που πάρθηκαν από το ημερολόγιο παρουσιάζουν μία μικρότερο σε μέγεθος υπογραφή αλλά εξήγησε ότι αυτό είναι φυσιολογικό διότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε απεριόριστο χώρο για να κάνει υπογραφή και έγραφε πάνω σε χαρτί με γραμμές και υπέγραφε δίπλα από κάθε καταχώρηση. Απορρίπτω εξ' ολοκλήρου το ενδεχόμενο αυτός ο μάρτυρας να προέβη στο συγκεκριμένο συμπέρασμα σκόπιμα. Το συμπέρασμα του ήταν το αποτέλεσμα προσεκτικής και επισταμένης μελέτης ως εμφαίνεται από τα στοιχεία που έθεσε υπόψη μου αυτός ο μάρτυρας. Επιπρόσθετα το ζήτημα προέκυψε όταν οι κατηγορούμενοι ισχυρίσθηκαν ότι οι υπογραφές τους είχαν πλαστογραφηθεί. Επομένως, κατά την εξέταση των υπογραφών εκείνο το οποίο εξέταζε ο ΜΚ5 ήταν κατά πόσο οι υπογραφές είχαν πλαστογραφηθεί. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει την θέση ότι ο ΜΚ5 δεν ενήργησε αμερόληπτα και επιστημονικά για την αξιολόγηση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του. Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να δώσει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να κρίνει την ορθότητα των δικών του συμπερασμάτων. Δεν είναι ρόλος του εμπειρογνώμονα να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου. «Duty of expert is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions so as to enable the judge or jury to form their own independent judgement by the application of these facts proved in evidence».[1] Ελεύθερη μετάφραση: «Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να παρέχει στον Δικαστή ή στους ενόρκους τις αναγκαίες επιστημονικές πληροφορίες διά να εξετάσουν την ορθότητα των συμπερασμάτων των ώστε αυτοί να είναι σε θέση να σχηματίσουν την δική τους κρίση αφού εφαρμόσουν αυτά τα στοιχεία στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί». (Phipson on Evidence 15η edition Sweet & Maxwell opinion Expert Evidence par. 37-12) Ο ΜΚ5 εξήγησε με απόλυτη σαφήνεια τα ευρήματα του. Συμφώνησε με τις γενικές αρχές όπως αυτές διατυπώνονται σε διάφορα συγγράμματα γραφολογίας, μεταξύ άλλων αυτών του κ. Βέννη, στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Μάτσας. Δεν θεωρώ ότι παρέβηκε οποιοδήποτε γενικό κανόνα μεθολογίας της συγκριτικής μεθόδου. Δεν θεωρώ, επί παραδείγματι, ότι αγνόησε ουσιώδης διαφορές μεταξύ των γνήσιων δειγμάτων υπογραφής και των αμφισβητούμενων υπογραφών. Αντιθέτως, οι πίνακες που ετοίμασε και τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο για να εξηγήσει πως εφάρμοσε την συγκριτική μέθοδο με βάση την εμπειρία του με βοήθησαν να αντιληφθώ γιατί κατέληξε στα συγκεκριμένα ευρήματα και να συμφωνήσω μαζί του ότι αυτά τα εύρημα είναι ορθά διότι πράγματι αυτές οι μικρό διαφορές φαίνονται ότι πρόκειται για φυσιολογικές παραλλαγές. Τα ειδικά χαρακτηριστικά που εντόπισε σε όλα τα δείγματα είναι αυτά που αποτυπώνονται από τον γραφών ασυναίσθητα σε κάθε υπό εξέταση υπογραφή. Εφόσον αυτές οι υπογραφές είναι το προϊόν φυσιολογικής γραφής ως εξήγησε ο ΜΚ5 προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι πρέπει να έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Επομένως, η μέθοδος αυτή εφαρμόσθηκε σωστά και τα αποτελέσματα είναι αξιόπιστα. Αναφορικά με την μαρτυρία των κατηγορούμενων υπήρχαν κάποιες μικρές αντιφάσεις μεταξύ της ένορκης μαρτυρίας και τις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία το 2008, ως και επίσης τις ένορκες δηλώσεις τεκμήρια 7 και 8, που κατατέθηκαν στα πλαίσια της αγωγής 8417/
  25. Επιπρόσθετα, η εκδοχή τους παρουσιάζει κενά που δημιουργούν εύλογα ερωτήματα. Θέση τους ήταν ότι οι εργασίες έγιναν από το 1999 μέχρι και το 2001 ενώ ο ΜΚ3 κατέθεσε ως τεκμήριο 18-1 μέχρι 18-7 αποδείξεις που αφορούσαν πληρωμές από τον ΜΚ3 προς τον κατηγορούμενο 1 για το ποσό ΛΚ9600.00 συνολικά μέσα στο
  26. Το ποσό της αξίας των χωματουργικών εργασιών με βάση το συμβόλαιο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ήταν ΛΚ12,000.
  27. Οι επιταγές που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 9α, 9β, 9γ και 10 είναι πολύ μεταγενέστερα αυτών των αποδείξεων εισπράξεως και μία απλή μαθηματική προσθήκη του ποσού των ΛΚ9600 μαζί με την συνολική αξία των επιταγών υπερβαίνει του ποσού των ΛΚ12000 που αφορά το συμβόλαιο. Επομένως, δεν μπορεί να ευσταθεί η θέση του κατηγορούμενου 1 ότι αυτές οι επιταγές αφορούν αξία της εργασίας με βάση εκείνο το συμβόλαιο. Εφόσον πήρε πολύ περισσότερο από το ποσό των ΛΚ12000 δεν μπορεί να ευσταθεί και ο ισχυρισμός του ότι έχει να πάρει χρήματα από τον ΜΚ3 για τις επιπρόσθετες εργασίες. Αυτός ο ισχυρισμός ουδέποτε υποβλήθηκε στον ΜΚ3 για να τοποθετηθεί. Είναι ισχυρισμός που τον ανέφερε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και αναφέρθηκε στις επιπρόσθετες και απλήρωτες εργασίες με γενικό ατεκμηρίωτο τρόπο ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσο έγιναν τέτοιες εργασίες. Είναι επίσης σημαντικό ότι ενώ θέση του είναι ότι ο ΜΚ3 του οφείλει χρήματα από 1999 για επιπρόσθετες εργασίες ουδέποτε τα διεκδίκησε δικαστικώς ή άλλως πως ειδικά από ένα άνθρωπο που του έκανε τόσο κακό. Επομένως, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος 1 απέτυχε να δώσει λογαριασμό για όλα τα χρήματα που πήρε από τον ΜΚ3 και γι' αυτό δεν γίνεται πιστευτός. Η κατηγορούμενη 2 περιορίσθηκε σε λιτή δήλωση ότι αυτή ουδέποτε υπέγραψε αυτά τα γραμμάτια. Όταν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία το 2008 ανέφερε ότι δεν ήξερε τις δοσοληψίες του συζύγου της, κατηγορούμενου 1, και γενικά εξέφρασε πλήρη άγνοια για την όλη υπόθεση. Στο Δικαστήριο όμως ξαφνικά παρουσιάστηκε γνώστης όλων των δεδομένων και ήταν και βέβαιη ότι όχι μόνο δεν ήταν η δική της υπογραφή επί των γραμματίων αλλά και οι υπογραφές του συζύγου της ήταν πλαστογραφημένες. Εφόσον ήταν τόσο πεπεισμένη ότι οι υπογραφές του συζύγου της ήταν πλαστογραφημένες όφειλε να το αναφέρει και στην αστυνομία όταν κατάγγειλε την υπόθεση το
  28. Δύσκολα μπορεί να επικρατεί και η θέση της υπεράσπισης ότι σκόπιμα ο ΜΚ3 έστησε την υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Εάν σκοπός του ήταν να πάρει χρήματα από τους κατηγορούμενους με πλαστά στοιχεία δεν πιστεύω ότι θα επέλεγε την κατηγορούμενη 2 ως μάρτυρα για την υπογραφή του συζύγου της, θα διάλεγε ένα πιο αξιόπιστο πρόσωπο. Η κατηγορούμενη 2 δεν με έπεισε και την θεωρώ αναξιόπιστη. Με δεδομένο την κακή ποιότητα της μαρτυρίας των παραπονούμενων, ΜΚ3 και ΜΚ4, δύσκολα θα μπορούσα να στηριχθώ στην μαρτυρία αυτή για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Γι' αυτό τον λόγο δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενα του ως κατ' ισχυρισμό αυτόπτες μάρτυρες της υπογραφής των επίδικων γραμματίων. Παρόλο τούτο υπάρχουν ορισμένα γεγονότα που είναι αναντίλεκτα και βοηθούν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής:
  29. Το ποσό που πληρώθηκε στον κατηγορούμενο 1 αν προστεθεί το ποσό της αξίας των τεσσάρων επιταγών τεκμήρια 9α, 9β, 9γ και 10 μαζί με τις αποδείξεις πληρωμής τεκμήριο 18-1 μέχρι 18-7, υπερβαίνουν το ποσό των ΛΚ12000, που είναι η αξία του συμβολαίου για εργασίες χωματουργικές. Ο κατηγορούμενος 1, δεν έδωσε πειστική εξήγηση για το γεγονός ότι έλαβε αυτά τα ποσά. Επομένως, φαίνεται να υπερπληρώθηκε.
  30. Οι κατηγορούμενοι τόσο στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν στα πλαίσια της αγωγής 8417/07 και στις καταθέσεις που έδωσαν στην αστυνομία ανέφεραν ότι οι υπογραφές στα γραμμάτια δεν ήταν δικές τους υπογραφές αλλά το προϊόν πλαστογραφίας.
  31. Αυτή η καταγγελία έγινε όταν ήδη είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον των κατηγορουμένων για οφειλή στα πλαίσια της αγωγής 8417/
  32. Οι υπογραφές επί των γραμματίων μοιάζουν με την γνήσια υπογραφή των κατηγορούμενων και έτσι οι υπογραφές αυτές είτε έγιναν από τους ιδίους τους κατηγορούμενους ή από πρόσωπο που προσπαθούσε να μιμηθεί την υπογραφή τους. Αφού δεν μπορώ να στηριχθώ στην μαρτυρία του ΜΚ3 για να εξάξω οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με το σημείο 4 πιο πάνω η μόνη άλλη μαρτυρία είναι αυτή του εμπειρογνώμονα γραφολόγου και εξεταστή εγγράφων Μάριου Μαρκίδη, ΜΚ
  33. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία εμπειρογνώμονα γραφολόγου δεν υστερεί έναντι μαρτυρίας προσώπου που έχει άμεση γνώση σε σχέση με την υπογραφή εγγράφου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Άντρη Ηρακλέους 2 ΑΑΔ 1

(2005)το Εφετείο επεξήγησε ότι μαρτυρία που προέρχεται από εμπειρογνώμονα γραφολόγο είναι εξίσου καλή με άμεση μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας εγγράφων. Επομένως, θα μπορούσα να στηριχθώ εξ' ολοκλήρου στην επιστημονική μαρτυρία του ΜΚ5 διά να καταλήξω σε συμπέρασμα σε σχέση με το επίδικο ερώτημα το οποίο είναι κατά πόσο αυτές οι υπογραφές είναι πλαστογραφημένες. Διαφωνώ με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία του ΜΚ5 δεν είναι ικανοποιητική από μόνη της να οδηγήσει σε καταδίκη των κατηγορούμενων. Δεν μπορώ να στηριχθώ με ασφάλεια στην μαρτυρία των παραπονούμενων για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Όμως ούτε έχω καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο ΜΚ3 κατασκεύασε από μόνος του τις εν λόγω υπογραφές. Θεωρώ, ότι τα πιο πάνω ευρήματα θέτουν σε αμφιβολία τέτοια θεώρηση των πραγμάτων. Επίσης, με δεδομένο ότι ο ΜΚ5 δεν είχε υπόψη του οτιδήποτε που αφορούσε την υπόθεση παρά μόνο τους όρους εντολής θεωρώ ότι είναι λανθασμένη η θέση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα θα πρέπει να πλαισιωθεί μέσα στην υπόλοιπη μαρτυρία και/ή να επηρεάζεται από την υπόλοιπη μαρτυρία. Συνεπώς, αυτό που θα πρέπει να εξετασθεί είναι η επιστημονική γνώμη του ΜΚ5 και κατά πόσο αυτή στηρίζεται σε γερά θεμέλια ούτως ώστε να μπορώ να στηριχθώ απόλυτα σ' αυτή. Ο ΜΚ5 έχει τα προσόντα και την πείρα για να εξετάσει και να αξιολογήσει τις υπογραφές για να αποφανθεί κατά πόσο είναι γνήσιες ή πλαστές. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο ΜΚ5 έκανε πρόχειρη εργασία με αποτέλεσμα να μην δώσει την απαιτούμενη προσοχή σε διαφορές μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των υπογραφών που με βεβαιότητα αποδίδονται στους κατηγορούμενους. Ήταν θέση της υπεράσπισης ότι εάν ο ΜΚ5 είχε λάβει υπόψη του αυτές τις διαφορές δεν θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα. Η εξέταση των εγγράφων είναι επιστήμη όπως όλες τις άλλες αλλά διαφέρει από άλλες επιστήμες διότι η πείρα και γνώσεις του εξεταστή είναι βασικός παράγοντας διά να γίνει η ορθή αξιολόγηση και εκτίμηση των υπογραφών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες εφαρμόζονται τα κριτήρια «Daubert» κατά την αξιολόγηση επιστημονικής μεθόδου από τα Δικαστήρια για να αποφανθούν κατά πόσο θα επιτρέψουν μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να βοηθήσει τους ενόρκους στην εξαγωγή συμπερασμάτων της υπόθεσης. Στην δική μας την περίπτωση η αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ5 οδηγεί στην ουσία σε καταδίκη των κατηγορούμενων διότι η γνώμη του είναι ότι αυτά είναι τα πρόσωπα που υπέγραψαν τα γραμμάτια. Θεώρησα λοιπόν ότι ήταν επιβεβλημένο να εξετάσω εις βάθος την μαρτυρία αυτή και να εφαρμόσω τα κριτήρια «Daubert». Αυτά τα κριτήρια είναι πέντε και είναι ως ακολούθως:
  1. Κατά πόσο η συγκεκριμένη επιστημονική μέθοδος μπορεί να βεβαιωθεί και να ελεγχθεί.
  2. Ποιο είναι το ποσοστό λάθους κατά την χρήση αυτής της μεθόδου;
  3. Κατά πόσο αυτή η μέθοδος τυγχάνει ευρείας αποδοχής από την επιστημονική κοινωνία.
  4. Κατά πόσο υπάρχουν καθορισμένα κριτήρια που καθορίζουν αυτή την μέθοδο και ακολουθούνται από όλους. Αυτό το στοιχείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για να υπάρχει η ισχυρή πεποίθηση ότι ο γραφολόγος δεν έχει καταλήξει σε αυθαίρετα συμπεράσματα που μπορεί να ελεχθούν;
  5. Κατά πόσο αυτή η μέθοδος είναι γενικά αποδεκτή στην ίδια την κοινωνία ως μία αξιόπιστη μέθοδος. Ομόσπονδο Δικαστήριο της Αμερικής εφάρμοσε τα πιο πάνω κριτήρια στην επιστημονική μέθοδο της αναλυτικής σύγκρισης γραφής μεταξύ γνωστής και αμφισβητούμενης γραφής στην υπόθεση United States v Prime 431 F. 3d 1147 (9th Cir. 2005). Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο εμπειρογνώμονας γραφολόγος είχε συγκρίνει την γνωστή γραφή του κατηγορούμενου με την αμφισβητούμενη γραφή διά να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι από τα 76 από τα υπό εξέταση έγγραφα 45 ήταν του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος πληρούσε τα πιο πάνω κριτήρια για τους ακόλουθους λόγους και παραθέτω το αυτούσιο κείμενο πιο κάτω: «
  6. Where the theory or technique can be or has been tested. Handwriting analysis is performed by comparing a known sample or handwriting to the document in question to determine if they were written by the same person. The government and (handwriting expert) Storer provided the court with ample support for the proposition that an Individual's handwriting is so rarely identical the expert handwriting analysis can reliably gauge the likelihood that the same individual wrote two samples. The most significant support came from Professor Sargur N. Srihari of the Center of Excellence for Document Analysis and Recognition at the State University of New York at Buffalo, who testified that the result of his published research was that "handwriting is individualistic". With respect to this case in particular, the court noted that Storer's training credentials in the Secret Service as well as her certification by the American Board of Forensic Document Examiners were "impeccable". The court also believed that Storer's analysis in this case was reliable given the "extensive" 112 pages containing Prime's known handwriting.
  7. Whether the technique has been subject to peer review and publication. The Court cited to numerous journals where articles in this area subject handwriting analysis to peer review by not only handwriting experts, but others in the forensic science community. Additionally, the Kam study which evaluated the reliability of the technique employed by (expert) Storer of using known writing samples to determine who drafted a document of unknown authorship, was both published and subjected to peer review. The court also noted that the Secret Service has instituted a system of internal peer review whereby each document reviewed is subject to a second, independent examination.
  8. The known or potential rate of error. In concluding that the type of handwriting analysis Storer was asked to perform had an acceptable rate of error, the court relied on studies conducted by Professor Moshe Kam of the Electrical and Computer Engineering Department at Drexel University. Proferssor Kam's studies demonstrated that expert handwriting analysis tend to be quite accurate at the specific task Storer was asked to perorm - determining whether the author of a known writing sample is also the author of a questioned writing sample. When the two samples were in fact written by the same person, professional handwriting analysis correctly arrived at that conclusion 87% of the time. On the other hand when the samples were written by different people, handwriting analysis erroneously associated them no more than 6,5% of the time. While Kam's demonstrates some degree of error, handwriting analysis need not be flawless in order to be admissible. Rather, the Court had in mind a flexible inquiry focused "solely on principles and methodology, not on the conclusions that they generate" Daubert 509 U.S. at 595, 113 S. Ct.
  9. As long as the process in generally reliable, any potential error can be brought to the attention of the jury through cross-examination and the testimony of other experts.
  10. The existence and maintenance of standards controlling the technique's Operation. The court recognized that although this area has not been completely standardized, it is moving in the right direction. The Secret Service laboratory where Storer works has maintained its accreditation with the American Society of Crime Laboratory Directors since 1998, based on an external proficiency test. Furthermore, the standard nine-point scale used to express the degree to which the examiner believes the handwriting samples match was established under the auspices of the American Society for Testing and Materials ("ASTM"). The court reasonably concluded that any lack of standardization is not in and of itself a bar to admissibility in court.
  11. General acceptance. The court recognized the broad acceptance of handwriting analysis and specifically its use by such law enforcement agencies as the CIA, FBI, and the United States Postal Inspection Service. Given the comprehensive inquiry into Storer's proffered testimony, we cannot say that the district court abused its discretion in admitting the expert handwriting analysis testimony. The district court's thorough and careful application of the Daubert factors was consistent with all six circuits that have addressed the admissibility of handwriting expert testimory, and determined that it can satisfy the reliability threshold. See United Staes v. Crisp, 324 F. 3d 261, 269 - 70 (4th Cir. 2003); United States v. Mooney, 315 F. 3d 54, 63 (1st Cir. 2002); United States v. Jolivet, 224 F. 3d 902, 906 (8th Cir. 2000); United States v. Paul, 175 F. 3d 906, 911 (11th Cir. 1999); United States v. Jones, 107 F 3d 1147, 1161 (6th Cir. 1997); United Stated v. Velasquez, 64 F 3d 844, 850 - 52 (3d Cir. 1995). Prime, 431 F. 3d at 1153 - 54 (other citations omitted)». O εμπειρογνώμονας έχει χρησιμοποιήσει την αναλυτική συγκριτική μέθοδο για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Αυτή είναι επιστημονικά αποδεκτή μέθοδος και με την εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθόδου το περιθώριο λάθους είναι περιορισμένο ειδικά εάν ο εμπειρογνώμονας έχει μεγάλη πείρα στην εξέταση γραφής. Ως εξήγησα πιο πάνω δεν θεωρώ ότι ο εμπειρογνώμονας είχε οποιεσδήποτε προκαταλήψεις κατά την εξέταση των αμφισβητούμενων υπογραφών. Αποκλείω, το ενδεχόμενο να έχει αγνοήσει εικονικές διαφορές των υπογραφών μεταξύ των δειγμάτων και των αμφισβητούμενων υπογραφών επίτηδες. Κατά την άποψη μου είναι ελάχιστες οι πιθανότητες κατά λάθος να έχει αγνοήσει τις διαφορές αφού όταν εξέταζε τις υπογραφές έψαχνε για διαφορές για να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν πλαστογραφημένες. Εκείνο το οποίο διαπίστωσε ήταν ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές είχαν γίνει με ταχύτητα χωρίς ίχνη δισταγμού και φυσιολογικά. Αυτό το συγκεκριμένο εύρημα αυτόματα αποκλείει πάρα πολλές πιθανότητες. Δύο είναι οι πιθανότητες. Η μία είναι ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γνήσιες και έγιναν από τους κατηγορούμενους. Η άλλη εκδοχή είναι πρόσωπο που να γνώριζε τόσο καλά την υπογραφή των κατηγορουμένων και που έκανε φοβερή εξάσκηση ώστε να ήταν σε θέση να σχηματίσει τις υπογραφές τους πολλαπλές φορές και να μην φαίνεται ότι τις αντέγραψαν. Πιο κάτω θα εξηγήσω γιατί υπάρχει και άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία που να αποκλείει την πιθανότητα οι υπογραφές αυτές να έγιναν από ένα εξαιρετικό πλαστογράφο. Ουδέποτε υποβλήθηκε η θέση στον εμπειρογνώμονα ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές τόσο του κατηγορούμενου όσο και της κατηγορούμενης 2 έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι ο παραπονούμενος γνώριζε την υπογραφή ή είχε στην κατοχή του την γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης
  12. Όμως και γραφολογικά υπάρχουν λόγοι, που εξήγησε ο εμπειρογνώμονας, που να αποκλείουν αυτή την πιθανότητα. Είναι γεγονός ότι ο κ. Μαρκίδης ετοίμασε μία λιτή έκθεση που δεν επεξήγησε με μεγάλη λεπτομέρεια τα πέντε σημαντικά ευρήματα που τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές και γνήσιες υπογραφές έγιναν από το ίδιο τρόπο. Αλλά θεωρώ ότι κατά την κυρίως εξέταση αλλά και την αντεξέταση απεκάλυψε σε μεγάλο βαθμό τις νοητικές εργασίες που έκανε για να πείσει το Δικαστήριο για την ορθότητα των πέντε ευρημάτων που καταγράφονται στην έκθεση. Εξάλλου πέραν τούτου κατέθεσε τους πίνακες που έκανε που δείχνουν όλες τις υπογραφές σε μεγέθυνση ως και επίσης τις σημειώσεις του που δείχνουν πως εξέτασε τον τρόπο σχηματισμού των υπογραφών. Αναφορικά με το θέμα της κλίσης των υπογραφών του κατηγορούμενου 1 με ανοδική πορεία, θέση του ΜΚ5, με την οποία συμφωνώ, είναι ότι αυτή η ανοδική τάση παρουσιάζεται και στα δείγματα γραφής έστω και σε μικρότερο βαθμό. Αυτό σημαίνει ότι ασυναίσθητα αυτό το χαρακτηριστικό παραμένει διαχρονικό στοιχείο και έτσι δεν είναι στοιχείο που θέτει σε αμφιβολία την γνώμη του ΜΚ
  13. Για την απουσία του γράμματος «ε» ισχύει το ίδιο. Ο ΜΚ5 εξήγησε και αυτό φαίνεται καθαρά στα γνήσια τεκμήρια και στους πίνακες ότι το «ε» δεν καταγράφεται πάντοτε ακόμη και στα γνήσια δείγματα γραφής. Υπάρχει μία αμφισβητούμενη υπογραφή όπου εμφανίζεται το «ε». Επομένως οι παραλλαγές που εμφανίζονται μεταξύ αμφισβητούμενης γραφής και γνήσιας γραφής δεν είναι μεγαλύτερη από τις παραλλαγές που υπάρχουν ακόμη και ανάμεσα των υπογραφών που αποδίδονται στον κατηγορούμενο
  14. Αναφορικά με τον τρόπο που ενώνεται το γράμμα «τ» με το γράμμα «λ» σημείωσε η υπεράσπιση ότι στις αμφισβητούμενες υπογραφές ενώνεται το «τ» κατευθείαν με το «λ» ενώ κάτι δεν συμβαίνει στα γνήσια δείγματα. Αυτό το σημείο μου δημιούργησε προβληματισμό. Φαινομενικά οι υπογραφές είναι οι ίδιες. Αυτό δείχνει η μεγέθυνση των υπογραφών στους πίνακες. Τα ευρήματα του εμπειρογνώμονα στηρίζονται σε δύο προϋποθέσεις που κατά την άποψη μου δεν επεξήγησε επαρκώς στην κυρίως εξέταση για να ελέγξω την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Η πρώτη προϋπόθεση είναι ότι ο τρόπος σχηματισμού της υπογραφής στις αμφισβητούμενες υπογραφές και στις γνήσιες είναι ο ίδιος. Ανέφερε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή σχηματίζεται με μία συνεχόμενη γραφική κίνηση. Εξήγησε ότι αυτό το αποτέλεσμα είναι οφθαλμοφανές στην μεγέθυνση των υπογραφών στους πίνακες. Εξήγησε ότι στην μεγέθυνση φαίνονται τα γραφολογικά γνωρίσματα στον μη εμπειρογνώμονα και φαίνεται εάν υπάρχει σταμάτημα ή διακοπή της γραφής. Αργότερα στην αντεξέταση διευκρίνισε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η πένα δεν έφυγε καθόλου από το χαρτί για να σχηματιστούν οι υπογραφές αλλά εννοεί ότι η κάθε ανεξάρτητη κίνηση δεν έχει σταμάτημα. Για τον κατηγορούμενο 1 διευκρίνισε ότι η υπογραφή σχηματίζεται ως γραφική παράσταση με μία συνεχή γραφική κίνηση από την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτό εμφανίζεται στις αμφισβητούμενες υπογραφές και στις γνήσιες. Εξήγησε ότι ο σχηματισμός του «λ» είναι χαμηλά και όχι ψηλά εκεί όπου πρέπει να σχηματίζεται στο «ε». Κάποτε το «ε» φαίνεται, κάποτε φαίνεται ως γραμμή και κάποτε καθόλου αλλά εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η έναρξη του σχηματισμού του «λ» στην υπογραφή αρχίζει πάντα χαμηλά από εκείνο το σημείο. Ότι αυτό συμβαίνει μπορούσα να το διαπιστώσω αφού και στα δείγματα δεν φαίνεται σε αρκετές περιπτώσεις το «ε» ως ξεχωριστό γράμμα αλλά το σημείο έναρξης σχηματισμού του «λ» αρχίζει από το ίδιο σημείο. Είπε επίσης ότι η πίεση της γραφής δεν εξετάζεται με συγκεκριμένο όργανο. Φαίνεται από την μεγέθυνση. Η δεύτερη προϋπόθεση στην οποία στηρίζεται το συμπέρασμα του ΜΚ5 ότι πρόκειται για γραφή του ιδίου προσώπου είναι ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή αποτελεί το προϊόν φυσιολογικής γρήγορης γραφής και όχι προσπάθεια απομίμησης. Αυτό το εξήγησε παραπέμποντας στην μεγέθυνση της γραφής στους πίνακες και διευκρινίζοντας ότι οι υπογραφές έγιναν με ταχύτητα και ότι αυτό τεκμαίρεται από τον ρυθμό και την ποιότητα της γραμμής χάραξης του τύπου που παρουσιάζουν οι γραμμές. Δεύτερο, είναι φυσιολογική γραφή επειδή δεν υπάρχουν αδικαιολόγητα σταματήματα ή τρέμουλο που είναι χαρακτηριστικά προσπάθειας απομίμησης γραφής. Τρίτο, ανέφερε ότι υπάρχει βαθμός δυσκολίας σχηματισμού των υπογραφών και έτσι χρειάζεται τεχνική σχηματισμού. Τέταρτο, η γενική μορφή όλων των υπογραφών είναι ίδια. Πέμπτο η τεχνική σχηματισμού που παρουσιάζουν δηλαδή η πορεία έναρξης της υπογραφής μέχρι της κατάληξης είναι η ίδια. Θεωρώ ότι ο ΜΚ5 εξήγησε αυτό το εύρημα επαρκώς. Εξήγησε επί παραδείγματι, τι εργαλεία χρησιμοποίησε για να εξετάσει την γραφή και εξήγησε ποια είναι εκείνα τα σημάδια επί της γραφής που τον οδηγά στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για φυσιολογική γραφή. Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση για επιμέρους ζητήματα οι απαντήσεις του ήταν αρκετά ικανοποιητικές. Εξήγησε με λεπτομέρεια τα δύο σημαντικά συμπεράσματα δηλαδή τον τρόπο σχηματισμού της υπογραφής και ότι πρόκειται για φυσιολογική γραφή για να στοιχειοθετήσει την γνώμη του ότι πρόκειται για υπογραφές του ίδιου ατόμου. Στηρίχθηκε σ' αυτές τις δύο προϋποθέσεις και εξήγησε γιατί προκύπτουν και σύνδεσε αυτές τις δύο προϋποθέσεις για να τεκμηριώσει το εύρημά του ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι των κατηγορούμενων 1 και
  15. Με δεδομένο ότι οι υπογραφές σχηματίστηκαν με τον ίδιον τρόπο και ότι πρόκειται για φυσιολογική γραφή οι μικρές παραλλαγές της γραφής του είναι φυσιολογικές. Αυτές οι παραλλαγές που εμφανίζονται τόσο μεταξύ των γνήσιων δειγμάτων όσο και μεταξύ των γνήσιων και αμφισβητούμενων δειγμάτων είναι κάτι το αναμενόμενο. Όμως κατά την αντεξέταση ο ΜΚ5 αναφέρθηκε εκτενώς στις παραλλαγές που του υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση και εξήγησε γιατί κάθε μία από αυτές δεν τον ανησυχεί και δεν αλλοιώνει τα συμπεράσματά του. Για την απόσταση μεταξύ των γραμμάτων «τ» και «λ» μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των γνησίων θεωρώ ότι ο ΜΚ5 έδωσε ικανοποιητική εξήγηση. Τέτοια διαφορά δεν υπάρχει και υπάρχουν παραλλαγές σε σχέση με την απόσταση ακόμη και μεταξύ των υπογραφών που σίγουρα αποδίδονται στον κατηγορούμενο
  16. Σε σχέση με τον τρόπο σχηματισμού του γράμματος «Σ» ο ΜΚ5 ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση και θεωρώ ότι έδωσε ικανοποιητική απάντηση. Το «Σ» έχει γίνει με μία κίνηση και με τον ίδιο τρόπο. Αυτό είναι ολοφάνερο από τους πίνακες. Η τεχνική σχηματισμού είναι η ίδια. Δηλαδή ο φιόγκος το «Σ» υπάρχει στις αμφισβητούμενες και στις γνήσιες Κάποιες μικροδιαφορές στο κενό στο «ε» υπάρχουν αλλά είναι παραλλαγές και οι ίδιες παραλλαγές υπάρχουν και ανάμεσα στις γνήσιες υπογραφές. Για την κατηγορούμενη 2 διευκρίνισε ότι η υπογραφή της σχηματίζεται συνεχόμενα με τέσσερις ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις. Η πρώτη γραφική κίνηση είναι το «Α». Μετά σχηματίζεται η οριζόντια γραμμή που τέμνει τα δύο σκέλη. Τρίτο ακολουθεί η έναρξη του γράμματος «Ν» μέχρι την κατάληξη και τέλος μπαίνει η οριζόντια γραμμή που τέμνει το «Γ» και το τελικό «y». Σε κάποιες αμφισβητούμενες υπογραφές διευκρίνισε ότι υπάρχουν μόνο τρεις ανεξάρτητες κινήσεις διότι δεν σήκωσε πλήρως την πένα για να σχηματίσει το «Α» και μετά το «Ν» και τα ενώνει με μία πολύ λεπτή γραμμή που όσο και φαίνεται. Για την γραμμή που τέμνει το «Α» στην υπογραφή της κατηγορούμενης 2 ανέφερε ότι ο τρόπος σχηματισμού για το «Α» στις αμφισβητούμενες υπογραφές και στις γνήσιες είναι ο ίδιος. Η γραμμή δεν είναι η ίδια σε μήκους πουθενά. Υπάρχουν παραλλαγές και αυτές είναι φυσιολογικές. Το «Α» έγινε με μία γραφική κίνηση που μετά ενώνεται με το «Ν». Η μορφή και τεχνική σχηματισμού της οριζόντιας γραμμής είναι η ίδια και στις δύο περιπτώσεις. Έχω ικανοποιηθεί ότι τέτοιες παραλλαγές είναι φυσιολογικές και δείχνουν ότι η γραφή είναι του ιδίου προσώπου. Το ίδιο ισχύει για την γραμμή που τέμνει το «τ» στις υπογραφές της κατηγορούμενης
  17. Έφερε παράδειγμα την υπογραφή στο 2.15 τεκμήριο 25 όπου η γραμμή που τέμνει το «τ» απουσιάζει ολότελα και πάλι όμως αφορά γραφή του ιδίου προσώπου και εντάσσεται σε φυσιολογική παραλλαγή. Ο τρόπος σχηματισμού του «Α» έχει επηξηγηθεί από τον ΜΚ5 είναι ο ίδιος. Γραφικά μπορεί να φαίνεται ότι η δεύτερη οριζόντια γραμμή του «Α» σε κάποιες γνήσιες υπογραφές καταλήγει ελαφρώς έξω από το «Α» αλλά δέχομαι την θέση του ΜΚ5 ότι αυτή είναι παραλλαγή επειδή ο τρόπος σχηματισμού και κίνηση για σχηματισμό του «Α» είναι ο ίδιος. Για το γράμμα «h» o MK5 εξήγησε ότι ο τρόπος σχηματισμού ότι είναι ο ίδιος στις αμφισβητούμενες υπογραφές και τις γνήσιες. Δεν είναι αλήθεια ότι η γραμμή του «h» στις αμφισβητούμενες δεν έχει άνοιγμα στο στρογγυλό μέρος. Υπάρχει η διπλή γραμμή και το στρογγυλό μέρος του «h» και στις δύο περιπτώσεις. Το τελικό σχήμα σε κάθε υπογραφή είναι ελαφρώς διαφορετικός αλλά αυτό είναι μία φυσιολογική παραλλαγή γραφής του ιδίου προσώπου. Το ίδιο ισχύει για το γράμμα «y». Ο τρόπος σχηματισμού είναι ο ίδιος και η καταληκτική γραμμή του γράμματος επεκτείνεται δεξιά κάτω σε όλες τις υπογραφές. Υπάρχουν αποκλίσεις αλλά αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το χέρι δεν αποτυπώνει το ίδιο αποτέλεσμα κάθε φορά. Άκουσα τον ΜΚ5 με προσοχή. Θεωρώ ότι εξέτασε την υπόθεση με την απαιτούμενη προσοχή. Έλαβε υπόψη όλους τις παραμέτρους της υπόθεσης. Χρησιμοποίησε επιστημονικά αποδεκτή μέθοδο για να καταλήξει στα συμπεράσματά του. Εξήγησε ότι η συγκριτική αναλυτική μέθοδος δεν είναι μία θετική επιστήμη αλλά διευκρίνισε ότι εάν δύο εμπειρογνώμονες εξετάσουν την υπόθεση και τα ίδια τεκμήρια και είναι αντικειμενικοί θα καταλήξουν στο ίδιο συμπέρασμα. Διαφωνώ ότι δεν εξήγησε τα συμπεράσματά του. Αντεξετάστηκε τρεις δικασίμους, του υποβλήθηκαν δύσκολες και λεπτομερείς ερωτήσεις και τις απάντησε και μ' αυτόν τον τρόπο συμπλήρωσε οποιαδήποτε κενά δυνατόν να αφέθηκαν μετά την κυρίως εξέταση. Ένα είναι το ζητούμενο σ' αυτή την υπόθεση κατά πόσο οι υπογραφές ανήκουν στους κατηγορούμενους. Φαινομενικά αυτές οι υπογραφές ομοιάζουν με τις γνήσιες υπογραφές. Αυτό το δείχνουν οι πίνακες που είναι μεγέθυνση των υπογραφών των τεκμηρίων των υπογραφών που έχουν τεθεί ενώπιον μου. Τα ευρήματα του ΜΚ5 βασίζονται στην προϋπόθεση ότι αυτές οι υπογραφές έχουν ετοιμασθεί φυσιολογικά, όχι με τρόπο που να υποδηλεί ότι κάποιος προσπαθούσε να αντιγράψει τις υπογραφές. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω είμαι ικανοποιημένη ότι αυτό έχει αποδειχθεί από τον ΜΚ
  18. Ήταν σημαντικό εύρημα που το στήριξε πλήρως ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές σχηματίσθηκαν με τις ίδιες γραφικές κινήσεις ως οι γνήσιες υπογραφές. Θα ήταν δύσκολο εάν όχι απίθανο για τον ΜΚ3 να αντιγράψει τις υπογραφές των δύο κατηγορούμενων με ταχύτητα και με φυσιολογικό τρόπο όση εξάσκηση και να είχε κάνει. Θεωρώ ότι θα ήταν αδύνατον για τον ΜΚ3 να αντιγράψει τις υπογραφές των κατηγορούμενων και να το κάνει με την χρήση των ίδιων κινήσεων γραφής. Μόνο ένας πολύ εξειδικευμένος γραφολόγος θα μπορούσε επί παραδείγματι να εξετάσει την γνήσια υπογραφή της κατηγορούμενης 2 να διαπιστώσει ότι αυτή διαμορφώνεται με τέσσερις συγκεκριμένες κινήσεις και να τις κάνει για να αντιγράψει την υπογραφή της κατηγορούμενης
  19. Σίγουρα τέτοια δυνατότητα δεν την είχε ο ΜΚ3 και έτσι δεν μπορεί να είναι το πρόσωπο που έκανε τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Ανέφερα πιο πάνω γιατί δεν μπορούσα να στηριχθώ στην μαρτυρία του ΜΚ3 για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Όμως και ούτε μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι είναι πρόσωπο που σκόπιμα είπε ψέματα για να βλάψει τους κατηγορούμενους. Υπήρχαν στιγμές κατά την αντεξέταση που έσβηνε ο ΜΚ
  20. Υπήρχαν στιγμές που έλεγε κάτι διαφορετικό από εκείνο που είχε πει πριν από λίγη ώρα. Η γενική εικόνα που αποκόμισα για τον ΜΚ3 ήταν αυτή της πλήρης σύγχυσης. Σίγουρα δεν αποκόμισα την εικόνα μίας καλά στημένης σκευωρίας εναντίον των κατηγορούμενων. Αντιθέτως, ο ΜΚ3 είχε γραμμάτια που υπογράφηκαν το 2001, έληξαν χωρίς να πληρωθούν, δεν τα ανανέωσε και περίμενε χρόνια για να διεκδικήσει αυτά τα χρήματα. Δηλαδή, αποδυνάμωσε αισθητά την πιθανότητα να εισπράξει αυτά τα χρήματα λόγω καθυστέρησης και νομικά δεν έκανε βήματα για να κατοχυρώσει τα δικαιώματα του. Οπότε δεν θεωρώ ότι υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου που να στοιχειοθετεί εύρημα για σκευωρία. Αντιθέτως, ενώπιον μου υπάρχει μαρτυρία για επαγγελματική συνεργασία του κατηγορούμενου 1 με τους παραπονούμενους με χρηματικές συναλλαγές. Στην επίδικη ένορκη δήλωση που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής 8417/07 στην παράγραφο 12.β (τεκμήριο 7) ανέφερε ότι οι δοσοληψίες του με τον παραπονούμενο αφορούν την περίοδο 1999-2000 ενώ στη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (τεκμήριο 3) ανέφερε ότι οι εργασίες αφορούσαν περίοδο 1999-
  21. Ενόρκως, ανέφερε ότι οι εργασίες αφορούσαν την περίοδο από 1999 μέχρι 2002,
  22. Στην ένορκη δήλωση τεκμήριο 7 ανέφερε ότι έλαβε γνώση της αγωγής που αφορούσε οφειλή που προκύπτει από συναλλαγματικές υπογραφείσας από τον ίδιο αλλά δεν προέβη σε καταγγελία εναντίον του παραπονούμενου παρά μόνο μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης και λήψη μέτρων εναντίον του για εκτέλεση της απόφασης. Υπάρχουν και οι αποδείξεις πληρωμής που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο που αφορούν διαφορετικές ημερομηνίες από τις επιταγές. Ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις γι' αυτές τις πληρωμές που εάν προστεθούν υπερβαίνουν τις ΛΚ12000 που αφορούσε το συμβόλαιο για τις χωματουργικές εργασίες. Επομένως, η υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν αναιρεί και δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τα ευρήματα του ΜΚ5 ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές έγιναν από τους κατηγορούμενους. O MK5 χρησιμοποίησε αποδεκτή επιστημονική μέθοδο για να καταλήξει στα ευρήματά του. Θεωρώ ότι ενήργησε επαγγελματικά και αντικειμενικά για να αξιολογήσει τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου. Οι τρεις δικάσιμοι και η μακρά αντεξέταση του ΜΚ5 απεκάλυψαν εκτενώς τις νοητικές εργασίες του ΜΚ5 και έτσι ήμουν σε θέση να αξιολογήσω τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στα εν λόγω συμπεράσματα. Έχω ικανοποιηθεί και θεωρώ ότι τα συμπεράσματα αυτά είναι θετικά με τον απαιτούμενο βαθμό σιγουριάς. Δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που κατά την άποψή μου να θέτει σε αμφισβήτηση αυτά τα συμπεράσματα, είμαι έτοιμη να στηριχθώ εξ' ολοκλήρου σ' αυτή την μαρτυρία. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ5 καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές στο κάτω μέρος των επίδικων γραμματίων ανήκουν στους κατηγορούμενους 1 και
  23. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 υπέγραψαν αυτά τα γραμμάτια αλλά ενόρκως στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας δεν είπαν την αλήθεια. Επιπρόσθετα προέβηκαν σε ψευδή καταγγελία στην αστυνομία με κατάθεση ότι οι εν λόγω υπογραφές δεν ήταν δικές τους. Επειδή οι υπογραφές είναι δικές τους και είπαν ψέματα στην αστυνομία ότι ουδέποτε υπέγραψαν αυτά τα γραμμάτια και κατηγόρησαν τον παραπονούμενο για κατά φαντασία ποινικό αδίκημα είναι ένοχοι για δημόσια βλάβη κατά παράβαση του άρθρου
  24. Επειδή προέβηκαν σε ψευδή κατάθεση στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας, δηλαδή καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις στα πλαίσια της αγωγής 8417/07 τεκμήρια 7 και 8 στις οποίες ισχυρίστηκαν ότι ουδέποτε υπέγραψαν τα επίδικα γραμμάτια ενώ κάτι τέτοιο με βάση την μαρτυρία του ΜΚ5 αποδεικνύεται ότι δεν αληθεύει είναι ένοχοι και για το αδίκημα της ψευδορκίας κατά παράβαση του άρθρου 110 του ποινικού κώδικα. Έχει αποδειχθεί η ενοχή τους στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και κρίνονται ένοχοι. (Υπ.) ......... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.