Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαίρη Κυριακίδου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 30750/11, 25/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30750/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Εναντίον
- Μαίρη Κυριακίδου
- Σώτου Κάσινου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2013 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τους κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Χατζηβασιλακάς Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. --- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού συνολικά πέντε κατηγορίες που αφορούν την εκμετάλλευση της οικιακή βοηθού τους από το Βιετνάμ κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 16, 17, 22 και 23 του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας Θυμάτων Νόμου 87
(1)/
- Η αστυνομία δεν φαίνεται να έχει κάνει οποιαδήποτε ανεξάρτητη έρευνα σε σχέση με την διάπραξη αυτών των σοβαρών αδικημάτων πέραν της λήψης της κατάθεσης της παραπονούμενης. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι έκανε έρευνα στον χώρο διαμονής της αλλοδαπής οικιακής βοηθού αλλά δεν πρόσεξε ή δεν κατάγραψε οτιδήποτε που να βοηθούσε την έρευνα στην αξιολόγηση των ισχυρισμών της. Λήφθηκαν ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων όπου προβλήθηκαν ισχυρισμοί που αντικρούουν τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ΜΚ2 αλλά αυτοί οι ισχυρισμοί δεν διερευνήθηκαν. Η ΜΚ2 ήρθε από το Βιετνάμ και περίπου έξι εβδομάδες μετά την εργοδότηση της, προέβαλε καταγγελία εναντίον των εργοδοτών της για κακομεταχείριση. Κατά την ένορκη μαρτυρία της πρόσεξα ότι προέβη σε αντιφάσεις σε σχέση με τα όσα ανέφερε στην αστυνομική της κατάθεση. Επίσης απέφυγε να απαντήσει τις ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης με συγκεκριμένη απάντηση και γενικώς υποχώρησε σε πολλές από τις θέσεις τις οποίες δεν μπορούσε να τεκμηριώσει. Θέση της ήταν ότι δεν αντιλαμβάνεται την Αγγλική γλώσσα όμως όταν προέβη σε καταγγελία εναντίον του εργοδότη της σε σχέση με τις απειλές που εκστόμισε εναντίον της το λεκτικό της απειλής ήταν συγκεκριμένο. Αφού διατείνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται Αγγλικά πως θα ήταν δυνατόν να αντιληφθεί και να επαναλάβει ολόκληρη πρόταση στην Αγγλική γλώσσα για να κατηγορήσει τους εργοδότες της; Αρχικά παραδέχθηκε ότι οι εργοδότες της είχαν δώσει γραπτό πρόγραμμα εργασίας που περιείχε τα καθήκοντά της και το ωράριο της. Δεν μπορούσε όμως να αναφέρει τι περιείχε αυτό το πρόγραμμα και απέφυγε να δώσει οποιαδήποτε στοιχεία για το περιεχόμενο του προγράμματος. Ενώ θέση της ήταν ότι εργαζόταν από τις 6.00π.μ. μέχρι 9.00μ.μ. με μόνο ½ ώρα διακοπή δεν μπορούσε να δώσει λογαριασμό για το τι έκανε από τις 9.00π.μ. μέχρι 2.00μ.μ όταν οι εργοδότες της ήταν στην εργασία τους και αυτή ήταν μόνη της στο σπίτι με κανένα να την ελέγχει. Επίσης όταν ζητήθηκε να εξηγήσει κατά πόσο την υποχρέωναν να εργάζεται μέχρι αργά το βράδυ παραδέχθηκε ότι κανείς δεν της είπε τίποτα αλλά εξακολουθούσε να εργάζεται επειδή δεν είχε τελειώσει την εργασία της. Δεν ήταν σε θέση να κάνει αναφορά στην εργασία της κατά την διάρκεια της ημέρας οπότε ο ισχυρισμός ότι εργαζόταν από τις 6.00π.μ. μέχρι 9.00μ.μ. χωρίς διάλλειμα παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Το ίδιο ισχύει για το θέμα της τροφής. Δέχθηκε ότι οι εργοδότες της δεν της απαγόρευσαν να ανοίγει to ψυγείο και αποδείχθηκε ότι δεν είπε την αλήθεια ότι μόνο ψωμί υπήρχε στο σπίτι. Δέχθηκε ότι το ψωμί το έπαιρνε από το ψυγείο και είχε δικαίωμα να παίρνει φαγητό από το ψυγείο. Εφόσον έκανε πρόγευμα για τους εργοδότες της από τα φαγητά του ψυγείου και δεν της το απαγόρευσαν οι εργοδότες της να παίρνει φαγητό από το ψυγείο και ήταν μόνη της στο σπίτι τόσες ώρες δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός της ότι δεν της παρείχαν τροφή. Σε σχέση με το διαβατήριο δέχθηκε τόσο στην κατάθεση της όσο και ενόρκως ότι το διαβατήριο το είχαν στην κατοχή τους οι εργοδότες για να κανονίσουν έγγραφα που είχαν σχέση με την παραμονή της στην Κύπρο. Δέχθηκε επίσης ότι ουδέποτε της είπαν ότι κατακρατούσαν αυθαίρετα το διαβατήριο. Την δεύτερη ημέρα αντεξέτασης της δόθηκε η ευκαιρία να φέρει το πρόγραμμα εργασίας με τα καθήκοντα της αλλά παρέλειψε να το φέρει. Αναφέρθηκε σε σοβαρή επίθεση εναντίον του προσώπου της αλλά δεν ήταν σε θέση ούτε να περιγράψει την επίθεση αλλά και ούτε το τραύμα που της προκάλεσε ο κατηγορούμενος
- Ανέφερε ότι το τραύμα αιμορραγούσε και ήταν ορατό αλλά κανείς δεν είδε τέτοιο τραύμα ούτε και ο ιατρός που την εξέτασε. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την έριξε πάνω σε ένα ντουλάπι. Μετά από πίεση του δικηγόρου των κατηγορουμένων να υποδείξει σε ποιο ντουλάπι ανέφερε ότι ήταν στην πάνω πόρτα του ντουλαπιού. Όταν όμως της υποβλήθηκε ότι η συγκεκριμένη πόρτα βρίσκεται σε σημείο πιο ψηλό από το κεφάλι της δεν μπορούσε να δώσει καμία εξήγηση. Παραδέχθηκε ότι πριν προβάλει καταγγελία εναντίον των εργοδοτών της έγινε συνάντηση της κατηγορούμενης 1 με συγγενικό της πρόσωπο, και τον εργοδότη του συγγενικού της προσώπου. Σ' αυτή την συνάντηση ζήτησε αποδέσμευση από την εργοδότηση της αλλά η κατηγορούμενη 1 αρνήθηκε να της δώσει μετά αποδέσμευση. Το παράπονο υποβλήθηκε μετά από την άρνηση της κατηγορούμενης 1 να την αποδεσμεύσει αλλά ουδέποτε ανέφερε στην αστυνομία για την συγκεκριμένη συνάντηση. Τέλος, παραδέχθηκε ότι το επίδομα που παίρνει από την Δημοκρατία ως μάρτυρας προστασίας είναι πολύ μεγαλύτερο από τον μισθό που θα έπαιρνε από τους κατηγορούμενους. Πολλές φορές έκανε μεγάλο χρονικό διάστημα να απαντήσει στις ερωτήσεις και δεν ήταν αυθόρμητη, Οι απαντήσεις της ήταν ασαφής αόριστες και δεν πείσθηκα ότι εξιστορούσε πράγματα που συνέβησαν στην πραγματικότητα. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει από τα γεγονότα είναι ότι το παράπονο προέκυψε μετά από διάφορα με τους εργοδότες της και ότι από την εν λόγω καταγγελία κατόρθωσε να παρατείνει την παραμονή της στην Κυπριακή Δημοκρατία. H αστυνομικός που πήρε συνέντευξη από την παραπονούμενη στις 23.6.2010 Γ/Αστ. 3946, δεν βοήθησε καθόλου την εκδοχή της παραπονούμενης. Αντιθέτως, εκείνο που προκύπτει από αυτή την μαρτυρία είναι ότι η καταγγελία βασίσθηκε εξ' ολοκλήρου στα λεγόμενα της παραπονούμενης με κανένα ίχνος άλλης μαρτυρίας για να υποστηρίξει το εύρημα ότι έτυχε εκμετάλλευσης από τους κατηγορούμενους. Επίσης θεωρώ ότι η έρευνα που έγινε περιέχει κενά και ελλείψεις. Ανέφερε επί παραδείγματι ότι είχε συνέντευξη μαζί της για δύο ώρες στις 23 Ιουνίου, και ήταν σε κοντινή απόσταση από την παραπονούμενη αλλά δεν πρόσεξε κανένα τραύμα. Την επόμενη ημέρα την πήραν νοσοκομείο διότι παραπονέθηκε για ζαλάδες. Ανεπιτυχώς προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη επικαλέστηκε ζαλάδες και στις 23 Ιουνίου. Δεν έδωσε εξήγηση γιατί δεν την μετέφεραν στο νοσοκομείο από το πρώτο βράδυ αφού παραπονέθηκε για ζαλάδες. Ανέφερε ότι δεν ήταν δική της ευθύνη να μεριμνήσει για κάτι τέτοιο αλλά της κοινωνική λειτουργού όμως θα ήταν τουλάχιστον παράδοξο κάποιος να παραπονείται ότι δέχθηκε κτύπημα στο κεφάλι, να παραπονείται για ζαλάδες και να κρατείται για συνέντευξη δύο ώρες αντί να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Οπότε η όλη διερεύνηση της υπόθεσης δημιουργεί ερωτηματικά. Επίσης η ΜΚ3 ανέφερε ότι η παραπονούμενη της είχε πει ότι δέχθηκε κτύπημα στο κεφάλι απευθείας από τον κατηγορούμενο 2 ενώ η ΜΚ2 είχε αναφέρει ότι δέχτηκε κτύπημα στο κεφάλι όταν την έριξε κάτω ο κατηγορούμενος
- Ο ιατρός που την εξέτασε στις Α Βοήθειες ανέφερε ότι δεν παρατήρησε αντικειμενικά κλινικά ευρήματα σε σχέση με το υποτιθέμενο τραύμα στο κεφάλι. Τα ευρήματα του βασίζονται σε υποκειμενικά ευρήματα, δηλαδή σ' αυτά που του είπε η παραπονούμενη. Όμως δεν παρατήρησε οτιδήποτε στο δέρμα ή στα οστά της κεφαλής της παραπονούμενης. Η μαρτυρία του λειτουργού της ΚΙΣΑ δεν βοηθά την υπόθεση της κατηγορούσα αρχής. Δέχθηκε καταγγελία από το τηλέφωνο από πρόσωπο που δεν γνώριζε προηγουμένως. Αυτός ο μάρτυρας δεν μπορούσε να αξιολογήσει την καταγγελία και απλά προώθησε το παράπονο στην αστυνομία για να εξετασθεί αυτή η πληροφορία. Δυστυχώς, αυτή η πληροφορία ουδέποτε αξιολογήθηκε από την αστυνομία και έτσι με κανένα τρόπο δεν μπορεί αυτή η ανώνυμη πληροφορία να χρησιμοποιηθεί εναντίον των κατηγορούμενων. Αντιθέτως, κακώς η κατηγορούσα αρχή προώθησε τέτοια μαρτυρία στο Δικαστήριο αφού δεν υπήρχε πρόθεση είτε της αστυνομίας ή της κατηγορούσας αρχής να αξιολογήσει αυτή την ανώνυμη πληροφορία. Με τον τρόπο που παρουσιάστηκε αυτή η μαρτυρία απλά δημιουργήθηκαν κακές εντυπώσεις για το πρόσωπο των κατηγορούμενων χωρίς να παρέχεται στην υπεράσπιση η δυνατότητα να αντιμετωπίσει αυτή την μαρτυρία ως είναι δικαίωμα της με βάση το Σύνταγμα. Μαρτυρία που απλά προδιαθέτει το Δικαστήριο εναντίον των κατηγορούμενων χωρίς να τηρούνται τα εχέγγυα της δίκαιας δίκης είναι ανεπίτρεπτη και καμία σημασία δεν μπορεί να δώσει το Δικαστήριο σε μία ανώνυμη πληροφορία. Η όλη υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται στην μαρτυρία της παραπονούμενης που για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω αναλυτικά κρίνεται αναξιόπιστη. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. Υπ.)........... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο