← Κύπρος

ΦΑΝΟΥ ΑΓΑΠΗΤΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΜΙΧΑΗΛ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20521/2010, 3/6/2013

ΦΑΝΟΥ ΑΓΑΠΗΤΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΜΙΧΑΗΛ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20521/2010, 3/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20521/2010 Μεταξύ: ΦΑΝΟΥ ΑΓΑΠΗΤΟΥ Παραπονούμενου -v-

  1. ΓΙΩΡΓΟΣ Π. ΜΙΧΑΗΛ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ
  3. ΝΙΚΗΣ Μ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενων ----------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 3 Ιουνίου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κα. Χ. Ηλιοφώτου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος 2: Παρών. Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι μετά από δική τους παραδοχή σε 21 κατηγορίες έκαστος που αφορούν την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος και την παροχή συνδρομής στην έκδοση των επίδικων επιαταγών αντίστοιχα, κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Πιο συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ότι κατά την περίοδο 20.9.2007 - 31.12.2007 η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε προς τον Παραπονούμενο με τη συνδρομή του δεύτερου κατηγορούμενου τις ακόλουθες επιταγές της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Εργατών οι οποίες κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω παρουσιάσεως τους: - Επιταγή ημερομηνίας 20.9.2007 για το ποσό των ₤322,00, - Επιταγή ημερομηνίας 5.10.2007 για το ποσό των ₤200,00, - Επιταγή ημερομηνίας 10.10.2007 για το ποσό των ₤242,75, - Επιταγή ημερομηνίας 20.10.2007 για το ποσό των ₤479,85, - Επιταγή ημερομηνίας 25.10.2007 για το ποσό των ₤300,00, - Επιταγή ημερομηνίας 31.10.2007 για το ποσό των ₤300,00, - Επιταγή ημερομηνίας 10.11.2007 για το ποσό των ₤284,05, - Επιταγή ημερομηνίας 10.11.2007 για το ποσό των ₤300,00, - Επιταγή ημερομηνίας 20.11.2007 για το ποσό των ₤300,00, - Επιταγή ημερομηνίας 20.11.2007 για το ποσό των ₤200,00, - Επιταγή ημερομηνίας 5.12.2007 για το ποσό των ₤400,00, - Επιταγή ημερομηνίας 10.12.2007 για το ποσό των ₤126,50, - Επιταγή ημερομηνίας 15.12.2007 για το ποσό των ₤126,50, - Επιταγή ημερομηνίας 15.12.2007 για το ποσό των ₤300,00, - Επιταγή ημερομηνίας 25.12.2007 για το ποσό των ₤460,00, - Επιταγή ημερομηνίας 25.12.2007 για το ποσό των ₤355,78, - Επιταγή ημερομηνίας 25.12.2007 για το ποσό των ₤300,00, - Επιταγή ημερομηνίας 31.12.2007 για το ποσό των ₤569,50, - Επιταγή ημερομηνίας 31.12.2007 για το ποσό των ₤277,00, - Επιταγή ημερομηνίας 31.12.2007 για το ποσό των ₤538,00, και - Επιταγή ημερομηνίας 31.12.2007 για το ποσό των ₤400,
  1. Εκθέτοντας τα γεγονότα για σκοπούς επιβολής της ποινής η συνήγορος του Παραπονούμενου υιοθέτησε τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ως το Κατηγορητήριο και περαιτέρω ανέφερε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση από πλευράς Κατηγορουμένων αφού ουδέν ποσό κατέβαλαν στον Παραπονούμενο. Δεν αναφέρθηκαν διαθέσιμα προηγούμενα. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής ο συνήγορος των Κατηγορούμενων υιοθέτησε τις οικονομικές, οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του δεύτερου κατηγορούμενου ως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας προκύπτει μεταξύ άλλων ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι 52 ετών, έγγαμος και άνεργος. Η σύζυγος του με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, σήμερα ηλικίας 27 και 24 ετών, είναι ηλικίας 47 ετών και εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα ειδών υπόδησης. Ο ίδιος είναι πτωχεύσας από το 2004 και τα εισοδήματα της οικογένειας ανέρχονται συνολικά σε €1,735 μηνιαίως, στο οποίο περιλαμβάνεται ποσό €385,00 που αφορά ανεργιακό επίδομα που λαμβάνει o κατηγορούμενος από τον Οκτώβριο του
  2. Η επιχείρηση που διατηρούσε (κατηγορούμενη 1) τερμάτισε τις δραστηριότητες της το
  3. Τα όσα ανάφερε ο συνήγορος υπεράσπισης για σκοπούς μετριασμού της ποινής των κατηγορουμένων, όπως επίσης όλα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του δεύτερου κατηγορούμενου είναι καταγεγραμμένα και θα ληφθούν δεόντως υπόψη στα πλαίσια επιβολής της ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000,00 ή και οι δύο ποινές. Αδικήματα τέτοιας φύσεως βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας και για το λόγο αυτό κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό εκριζώνοντας το έτσι από τα θεμέλια της κυπριακής κοινωνίας. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 60 στις σελίδες 64 και 65 αντίστοιχα: «Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις.» Χαρακτηριστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου ν. Rolandos Enterprises Ltd
(2004)2 Α.Α.Δ. 546 στη σελίδα 548, το οποίο ομιλεί από μόνο σε σχέση με τις σοβαρές διαστάσεις που προσλαμβάνουν τέτοιου είδους αδικήματα στη χώρα μας: «Δεν θα επαναλάβουμε αυτά που κατά κόρον έχουν ειπωθεί. Να σημειώσουμε μόνο πως για την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των ποινικών υποθέσεων, με κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, έχει γίνει ειδικό πρόγραμμα εργασίας των δικαστών ώστε αυτές να εκδικάζονται κατά αποκλειστικότητα από συγκεκριμένο δικαστή κατά επαρχία. Τούτο από μόνο του δεν περιποιεί τιμή στη χώρα μας. Η συνεχιζόμενη παρανομία, που πλήττει άμεσα στις καθημερινές συναλλαγές των ανθρώπων, που αναμένεται να διεξάγονται στη βάση της νομιμότητας και τιμιότητας, πρέπει να σταματήσει, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα μας έγινε μέλος της μεγάλης οικογένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη παρανομία, τότε βεβαίως και τα Δικαστήρια θα την αντιμετωπίσουν με πιο αυστηρές ποινές. Ενόψει δε της φύσης του αδικήματος και της συχνότητας, που ακόμη παρατηρείται στη διάπραξη του, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος ο νομοθέτης με πρόσφατη τροποποίηση του νόμου (Ν.25
(1)/2003) αύξησε τη χρηματική ποινή που προβλεπόταν στον προηγούμενο νόμο από £1500 σε £5000 και τη φυλάκιση από 2 σε 3 χρόνια.» Στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 79, όπου υποδείχθηκε ότι τα τελευταία χρόνια το αδίκημα αυτό κατάντησε η μάστιγα της εμπορικής ζωής του τόπου αφού ένας κοινότατος τρόπος συναλλαγής μεταβλήθηκε από τους επιτήδειους σε όργανο εξαπάτησης, λέχθηκε ότι το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι βαρύ επειδή έχει καταλυτικές συνέπειες στα συναλλακτικά ήθη και την εμπορική πίστη (βλέπε επίσης Κονιζίδου ν. Αρέστη
(2009)2 Α.Α.Δ. 579). Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Έχω ακούσει με μεγάλη προσοχή τα γεγονότα τα οποία περιβάλουν την διάπραξη των αδικημάτων όπως αυτά εκτέθηκαν από την συνήγορο του Παραπονούμενου, όπως επίσης όλα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής των κατηγορουμένων. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όπως αναφύεται μέσα από την προαναφερθείσα νομολογία αλλά και το ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι έναντι του ποσού της επίδικης επιταγής ουδέν ποσό πληρώθηκε, παρόλο που δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν και άλλες υποθέσεις για παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Σε ότι αφορά την πρώτη κατηγορούμενη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι στο παρόν στάδιο δεν διεξάγει εργασίες. Προς όφελος του δεύτερου κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, την άμεση παραδοχή του και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Σε σχέση με τον δεύτερο κατηγορούμενο μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, όχι, όμως, και το είδος της ποινής. Σε ότι αφορά τη θέση του κ. Γεωργίου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει στα πλαίσια επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη του ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν το 2007 και την καθυστέρηση η οποία διαπιστώνεται στην καταχώρηση της υπόθεσης παρατηρούνται τα ακόλουθα: Πράγματι, όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο τα αδικήματα για τα οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή έχουν διαπραχθεί κατά το έτος 2007, ενώ η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε τον Αύγουστο του 2010 χωρίς να δοθεί προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση από την πλευρά του Παραπονούμενου. Από την άλλη, όμως, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης από τον Παραπονούμενο, αλλά η όλη καθυστέρηση οφειλόταν στις κατ' επανάλειψη απουσίες των κατηγορουμένων 2 και 3 από το Δικαστήριο (σημ: η υπόθεση τελικά αποσύρθηκε για την κατηγορούμενη 3) και την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης εναντίον τους τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να εκτελεστούν άμεσα. Να σημειωθεί επίσης ότι από την υπεράσπιση δεν υπήρξε εισήγηση για οποιαδήποτε μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου 2 στο διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα πέραν του ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι άνεργος από τον Οκτώβριο του 2012, με τρόπο ώστε να μην στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του (βλέπε Αντώνης Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 103). Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι καλείται να επιβάλει ποινή στους κατηγορούμενους μετά από πάροδο 6 χρόνων από τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον δεύτερο κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί, πέραν από το γεγονός ότι τέτοιες παράνομες ενέργειες υπονομεύουν και πλήττουν τις οικονομικές συναλλαγές και την εμπορική πίστη της χώρας μας και γενικά επηρεάζουν δυσμενώς την οικονομία της. Στη βάση όλων των πιο πάνω επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορούμενη ποινή προστίμου €100,00 σε κάθε κατηγορία (1η, 3η, 5η, 7η, 9η, 11η, 13η, 15η, 17η, 19η, 21η, 23η, 25η, 27η, 29η, 31η, 33η, 35η, 37η, 39η και 41η κατηγορία). Στον δεύτερο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε κάθε κατηγορία (2η, 4η, 6η, 8η, 10η, 12η, 14η, 16η, 18η, 20η, 22η, 24η, 26η, 28η, 30η, 32η 34η, 36η, 38η, 40η και 42η). Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Σημειώνεται ότι από την πλευρά της υπεράσπισης δεν έγινε εισήγηση για αναστολή της ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186
(1)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία διέπραξε ο δεύτερος κατηγορούμενος και η ανάγκη αποτροπής είναι δεδομένες και το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές, προκειμένου να καταδείξει, ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματισθεί. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν τεθεί ενώπιον μου λήφθηκαν δεόντως υπόψη για τον καθορισμό τόσο του είδους όσο και του ύψους της ποινής. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο. Επομένως, η ποινή να εκτελεστεί άμεσα και να αρχίζει από την 17.4.2013, ημερομηνία από την οποία τελεί υπό κράτηση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, παρά την επιβολή ποινής φυλάκισης στον δεύτερο κατηγορούμενο, ενόψει της φύσης της υπόθεσης ως ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 εξ' ημισείας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με δεδομένη, ωστόσο, την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον δεύτερο κατηγορούμενο το ποσό των εξόδων (και σε σχέση με την πρώτη κατηγορούμενη) να καταβληθεί εντός 6 μηνών μετά την έκτιση της ποινής του δεύτερου κατηγορούμενου. (Υπ.)........................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Ακάλυπτη επιταγή/Άρθρο 305Α
(1)/Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.