← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Nίκου Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 36943/12, 12/6/2013

Δημοκρατία ν. Nίκου Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 36943/12, 12/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2013:8 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ Στ. Σταύρου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 36943/12 Δημοκρατία - ν -

  1. Nίκου Ιωάννου
  2. Πολύδωρου Πολυδώρου
  3. Σάββα Κεττένη
  4. Κωνσταντίνου Μιχαήλ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12.6.13 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Χαραλάμπους Για κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Παπαϊωάννου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος 2 κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε την κατηγορία της κατοχής (7η κατηγορία) και την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ποσότητας 27,059.78 κιλών κάνναβης (26η κατηγορία). Τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως ακολούθως. Στις 19.12.12 κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε από την ΥΚΑΝ για απόκρυψη μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών σε συγκεκριμένο αυτοκίνητο, μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου την ίδια μέρα και ώρα 08:30 εντόπισαν το ύποπτο όχημα σταθμευμένο στην οδό Λευκονοίκου στον Κόρνο και ακολούθως το έθεσαν υπό παρακολούθηση. Γύρω στις 12:15 στο μέρος κατέφθασε ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν δύο πρόσωπα και συνοδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος
  5. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 2 αφού εισήλθε στο ύποπτο όχημα, κατευθύνθηκε προς τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας. Έτυχε παρακολούθησης από τα μέλη της ΥΚΑΝ και στη συνέχεια ανεκόπη στον παλιό δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας. Ακολούθησε προκαταρκτική έρευνα από μέλος της ΥΚΑΝ στο όχημα όπου εντοπίστηκε εντός αυτού αριθμός παγωνιέρων, πακέτων και πλαστικών σακκούλων οι οποίες περιείχαν 27,059.78 κιλά κάνναβης. Ο Κατηγορούμενος 2 πληροφορήθηκε για το αδίκημα και του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και δεν απάντησε. Όπως προέκυψε από τις έρευνες της Αστυνομίας, η ανευρεθείσα ποσότητα ναρκωτικών εισήχθη από την Ελλάδα στην Κύπρο από τον πρώην 1ο κατηγορούμενο, Νίκο Ιωάννου (εφεξής Ιωάννου) ο οποίος ενεργούσε και για λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ο Ιωάννου είχε τοποθετήσει τα ναρκωτικά εντός του οχήματος του κατηγορούμενου 2 και μάλιστα στο χώρο που τελικώς ανευρέθηκαν από την Αστυνομία. Όπως προέκυψε ο Κατηγορούμενος 2, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Ιωάννου, προτίθετο να κατέχει τα ναρκωτικά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια σε μέρα που θα τον ενημέρωνε σχετικά ο Ιωάννου, θα του τα επέστρεφε. Οι έρευνες αποκάλυψαν ότι η μέρα που ο Κατηγορούμενος 2 θα επέστρεφε τα ναρκωτικά στον Ιωάννου ήταν η 19.12.12, δηλαδή η μέρα που συνελήφθη. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρθηκε εν πρώτοις στο λευκό ποινικό του μητρώο, στην πλήρη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και τη συνδρομή του για πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης υπογραμμίζοντας, το γεγονός ότι άμεσα ο Κατηγορούμενος 2 και μόλις αυτός μεταφέρθηκε στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας και χωρίς να ζητήσει να μιλήσει προηγουμένως με δικηγόρο εξέφρασε την επιθυμία να δώσει θεληματική κατάθεση με την οποία παραδέχτηκε την ενοχή του και, περαιτέρω, εξιστόρησε όλα όσα γνώριζε ο ίδιος βοηθώντας το έργο των ανακριτικών αρχών. Όπως επεσήμανε ο συνήγορος, η συνδρομή του Κατηγορούμενου ήτο ουσιαστική και καθοριστική εφόσον οδήγησε στη σύλληψη και άλλων ατόμων που εμπλέκοντο. Ως σημαντικό μετριαστικό στοιχείο που επικαλέστηκε ο συνήγορος ήταν και η ουσιαστική βοήθεια που προτίθεται ο Κατηγορούμενος 2 να προσφέρει στην Κατηγορούσα Αρχή καταθέτοντας ως μάρτυρας κατηγορίας. Επιπλέον ο κ. Παπαϊωάννου επικαλέστηκε την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου από την αρχή της διαδικασίας και την έμπρακτη μεταμέλεια του στη βάση όλων των πιο πάνω γεγονότων. Στη συνέχεια της αγόρευσής του ο συνήγορος επικεντρώθηκε στις συνθήκες και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενεπλάκη ο Κατηγορούμενος 2 στη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων. Χωρίς να παραλείψει να αναγνωρίσει τη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης σε συνάρτηση με την ποσότητα της κάνναβης που βρέθηκε στην κατοχή του, προχώρησε να εισηγηθεί ότι η εμπλοκή του είναι υποβαθμισμένη και εξαιρετικά περιορισμένη σε βαθμό που το Δικαστήριο θα πρέπει να αποκλίνει από τις συνήθεις ποινές που επιβάλλονται σε άλλες περιπτώσεις. Ειδικότερα, τόνισε ότι ο ρόλος του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος δεν ήτο ο εμπνευστής ή ο καθοδηγητής της υπόθεσης, δεν ήταν καθόλου σημαντικός και καθόλου αναγκαίος, ότι ουδέν όφελος απεκόμισε από την ανάμειξή του στην υπόθεση, ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά το μόνο περιστατικό που τον βαρύνει και, τέλος, ότι η όλη εμπλοκή του οφείλετο σε άκρως ιδιάζουσες συνθήκες. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε στη συνέχεια της αγόρευσης του, ο Κατηγορούμενος 2 ενέδωσε, τελικά, στην παράκληση του Ιωάννου να τον βοηθήσει μετά που ο τελευταίος του είχε εκμυστηρευτεί ότι ήταν παγιδευμένος και η ζωή του διέτρεχε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο από πρόσωπα του εξωτερικού που τον προμήθευσαν με τα ναρκωτικά και ότι, ενόψει του ότι η ποιότητα των ναρκωτικών δεν ήταν καλή και δεν μπορούσε ως εκ τούτου να διατεθεί στην αγορά προς αποπληρωμή των προμηθευτών, οι τελευταίοι ένιωθαν ότι είχαν εξαπατηθεί από τον Ιωάννου. Σύμφωνα με τα λεχθέντα του Ιωάννου προς τον Κατηγορούμενο 2, ο μόνος τρόπος για να προστατεύσει τη ζωή του ο Ιωάννου ήταν μέσω της επιστροφής των ναρκωτικών στους προμηθευτές. Είναι δε μέσα σε αυτά τα πλαίσια που ζήτησε την βοήθεια του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος, τελικώς, δέχτηκε να το πράξει στη βάση διαβεβαιώσεων του Ιωάννου ότι τα ναρκωτικά που θα τοποθετούνταν στο αυτοκίνητό του ήταν άχρηστα - υπό την έννοια της κακής ποιότητας. Γι΄ αυτό το λόγο θα επιστρέφονταν στους προμηθευτές προκειμένου να καταστραφούν με την ελπίδα του Ιωάννου ότι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, πιθανόν αυτοί να μην επέμεναν στην είσπραξη των χρημάτων που διεκδικούσαν, τερματίζοντας έτσι τους εκφοβισμούς και τις απειλές τους. Στη συνέχεια της αγόρευσης του ο κ. Παπαϊωάννου αναφέρθηκε σε έκταση στις προσωπικές και επαγγελματικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για άτομο το οποίο από μικρή ηλικία και μετά που είχε εγκαταλείψει πρόωρα το σχολείο και συμπλήρωσε την στρατιωτική του θητεία εργάστηκε σκληρά με τον πατέρα του ο οποίος ασχολείτο με λεωφορεία. Αναφέρθηκε και στις επιπρόσθετες υποχρεώσεις και ευθύνες που επωμίστηκε μετά το θάνατο του πατέρα του προκειμένου να βοηθήσει τη μητέρα του και τις δύο αδελφές του. Ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την εκτεταμένη αναφορά του στο πρόσωπο και στο συνολικό πρότερον βίο του Κατηγορούμενου 2 σε μια προσπάθεια να αποδείξει ότι αυτός ουδεμία σχέση ή ανάμειξη είχε με υποθέσεις ναρκωτικών, να επιδείξει μέγιστη επιείκεια μέσα στο πλαίσιο της αρχής της εξατομίκευσης της ποινής. Υποστήριξε δε ότι η διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων αποτελεί κυριολεκτικά μεμονωμένο περιστατικό σοβαρής αφέλειας και επιπολαιότητας που δεν θα πρέπει να εξοντώσει και/ή καταστρέψει το υπόλοιπο της ζωής του, επισημαίνοντας ότι η κοινωνία δεν χρήζει προστασίας από άτομα όπως τον ίδιο γιατί δεν αποτελεί κίνδυνο. Περαιτέρω ο συνήγορος Υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε την ακριβή ποσότητα των ναρκωτικών και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν υπολόγιζε ότι ήταν τόσο μεγάλη. Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία ο Κατηγορούμενος 2 έχει παραδεχτεί είναι από τα πλέον σοβαρά και αυτό αντανακλάται από τη μέγιστη ποινή που προνοείται για καθένα από αυτά από το σχετικό Νόμο. Ειδικά για το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα προβλέπεται ως μέγιστη ποινή αυτή της φυλάκισης δια βίου ανεξάρτητα από την κατηγορία των ναρκωτικών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια αποτελεί κοινωνική μάστιγα και απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια λαμβανομένων υπόψη των πολύ σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η χρήση τους στην ανθρώπινη υπόσταση γενικά. Προς τούτο έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία από την οποία διαπιστώνεται πως από το σύνολο των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής έχει εδραιωθεί στη δικανική κρίση ο παράγοντας που αφορά στην αποτροπή. Συγκεκριμένα έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί ότι στη συλλογική προσπάθεια που καταβάλλεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι περιορισμένης σημασίας, ενώ τονίζεται ιδιαίτερα η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών με σκοπό την αποτροπή διάπραξης τέτοιων ή παρόμοιων αδικημάτων, γενικώς. Χαρακτηριστικά παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χρίστου ν. Δημοκρατίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 448: «...Τα αδικήματα που παραβιάζουν τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο, και ιδιαίτερα η προμήθεια και εμπορία των παρανόμων ουσιών που αναφέρονται σ' αυτόν, είναι άκρως σοβαρά. Γι΄αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποτρεπτικές ποινές για να προστατευθεί η κοινωνία μας από τη μάστιγα των ναρκωτικών που δυστυχώς επέλασε και στη μικρή μας χώρα, μολονότι έχει μια μικρή κοινωνία η οποία παλαιότερα ήταν συνεκτική και συνδεδεμένη. Η ιδιότητα αυτή της κοινωνίας μας απέτρεπε το είδος του εγκλήματος, ειδικά του οργανωμένου, που σήμερα όμως παρουσιάζει αυξητική τάση με πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην ευταξία του κράτους. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού η νομολογία ορίζει πως οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου έχουν περιθωριακή συμβολή ως ελαφρυντικό στοιχείο στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Mansour and other ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 434, Landau ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, Chanine ν. Δημοκρατίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 183 και Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127).» Θεώρηση της πλούσιας, δυστυχώς, νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών καταδεικνύει την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιας φύσης αδικημάτων με την επιβολή πολύχρονων ποινών φυλάκισης, το ύψος των οποίων κυμαίνεται, μεταξύ άλλων παραγόντων, από το είδος, την ποσότητα και τον σκοπό κατοχής των ναρκωτικών. Στην προκειμένη περίπτωση επισημαίνουμε ότι η επίδικη ποσότητα των 27 και πλέον κιλών είναι αρκετά μεγάλη και ότι αυτή εισήχθη στην Κύπρο από την Ελλάδα μέσω του Ιωάννου με τελικό σκοπό, προφανώς, τη διοχέτευση αυτής στην κυπριακή αγορά και την κατάληξη της, κυρίως, σε νέα άτομα με όλες τις ολέθριες συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη το ρόλο του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα ότι αυτός για πρώτη φορά ενεπλάκη σε τέτοιας φύσεως δραστηριότητα όπως, επίσης, και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποφάσισε να εμπλακεί για να διευκολύνει τον Ιωάννου, όπως προέκυψε από τα ενώπιον μας τεθέντα γεγονότα. Ο Κατηγορούμενος 2 συναίνεσε να τοποθετηθούν τα ναρκωτικά στο αυτοκίνητο του όπου και θα τα φύλαττε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια, σε συγκεκριμένη ημέρα μετά που θα τον ενημέρωνε σχετικά ο Ιωάννου, θα τα επέστρεφε σ΄ αυτόν. Με κάθε εκτίμηση δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση του κου Παπαϊωάννου ότι ο ρόλος του Κατηγορούμενου 2 στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν καθόλου σημαντικός και αναγκαίος. Μπορεί ο ρόλος και η συμμετοχή του να μην ήταν κυρίαρχος και πρωταγωνιστικός αλλά η δική του βοήθεια και συμμετοχή υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ήταν και αναγκαία και απαραίτητη για σκοπούς ολοκλήρωσης της όλης συμπεριφοράς του Ιωάννου και, ως τέτοια, ήταν αναπόσπαστο μέρος της όλης έκνομης δραστηριότητας στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά δε την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο τρόπος αντιμετώπισης της 26ης κατηγορίας δεν θα πρέπει να απέχει σημαντικά από τον τρόπο αντιμετώπισης κατηγορίας για απλή κατοχή επισημαίνουμε ότι είναι σωστό εν πρώτοις να λεχθεί ότι η επίδικη κατηγορία με βάση τα γεγονότα που την περιβάλλουν σαφώς δεν εμπίπτει στην κλασική περίπτωση κατηγορίας κατοχής με σκοπό την προμήθεια εφόσον πρόκειται για περίπτωση προσώπου που κατέχει παρανόμως ναρκωτικά τα οποία επαναποτέθηκαν (deposited) σε αυτόν για ασφαλή φύλαξη με πρόθεση να τα επιστρέψει στο πρόσωπο που του τα εναπόθεσε. Κάτι τέτοιο, όπως είναι νομολογημένο, στοιχειοθετεί μεν το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια αλλά τα περιστατικά της περίπτωσης αυτής διακρίνονται από τις συνήθεις περιπτώσεις κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Τούτου λεχθέντος δεν μπορεί από την άλλη να ειπωθεί ότι τέτοια περιστατικά δικαιολογούν την αντίκριση της κατηγορίας, για σκοπούς επιβολής ποινής, ως μιας περίπτωσης που αφορά το αδίκημα της απλής κατοχής. Υπογραμμίζουμε εδώ ότι με βάση τη νομική αρχή που καθιέρωσε η αγγλική υπόθεση R. v. Maginnis [1987] 1 All E.R.907[1], στην οποία πολύ σωστά μας παρέπεμψε ο συνήγορος Υπεράσπισης, πρόσωπο το οποίο κατέχει ναρκωτικά υπό συνθήκες φύλαξης με σκοπό την μετέπειτα επιστροφή τους στον προμηθευτή του διαπράττει το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κατοχής με σκοπό την προμήθεια με βάση την Maginnis (ανωτέρω) έχει την έννοια πέραν της απλής κατοχής και επιστροφής στον προμηθευτή και του επιπρόσθετου στοιχείου της εξυπηρέτησης του προμηθευτή στην εκπλήρωση των παρανόμων του σκοπών[2] κι αυτό ανεξάρτητα από τον τελικό προορισμό των ναρκωτικών, στοιχείο ουσιαστικό αναφορικά με τη σοβαρότητα της αξιόποινης του πράξης. Επανερχόμενοι στις συνθήκες διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων θεωρούμε ότι αυτές, όπως περιγράφονται πιο πάνω, διαχωρίζουν την υπό κρίση περίπτωση από τις κλασσικές υποθέσεις οργανωμένης εμπορίας ναρκωτικών οι οποίες δικαιολογούν την επιβολή ιδιαίτερα αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Η έλλειψη συμμετοχής του Κατηγορούμενου 2 σε οργανωμένη ομάδα εγκληματιών καθορίζεται μάλιστα ρητά από το Άρθρο 30
(4)(β)(vii) του σχετικού Νόμου ως στοιχείο που καθιστά τα αδικήματα λιγότερο σοβαρά. Αυτό το στοιχείο όπως και η κατοχή και φύλαξη της επίδικης ποσότητας των ναρκωτικών και ο δευτερεύον ρόλος του Κατηγορούμενου 2, όπως τον έχουμε επεξηγήσει ανωτέρω στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, είναι παράγοντες οι οποίοι συνηγορούν υπέρ επιεικέστερης μεταχείρισης του. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Ηussein Hassan v. Aστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356: «. Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος των συνενόχων στην τέλεση του εγκλήματος οπωσδήποτε διαβαθμίζεται και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής». Σε σχέση με τις αποφάσεις στις οποίες μας παρέπεμψε ο κ. Παπαϊωάννου για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής τις οποίες έχουμε λάβει υπόψη μας, επισημαίνουμε ότι τα γεγονότα τους διαφέρουν σημαντικά, υπογραμμίζοντας, ταυτόχρονα, ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την επιβολή ποινής καταδεικνύει απλώς την τάση αντιμετώπισης συγκεκριμένων αδικημάτων. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον Κατηγορούμενο λαμβάνουμε υπόψη περαιτέρω την άμεση παραδοχή του για τη διάπραξη των αδικημάτων τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο, καθώς, επίσης, τη συνδρομή και συνεργασία του με τις Αστυνομικές αρχές η οποία δεν περιορίστηκε μόνο στη δική του ανάμειξη αλλά οδήγησε στον εντοπισμό και σύλληψη άλλων ατόμων. Στα πλαίσια δε της όλης συνδρομής του προς την Αστυνομία λαμβάνουμε υπόψη και την πρόθεση του να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση. Τούτων λεχθέντων δεν διαφεύγει της προσοχής μας, βέβαια, ότι ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα έτσι ώστε η επιλογή του για μη παραδοχή να ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη. Από την άλλη, όμως, επισημαίνουμε τη στάση του Κατηγορούμενου 2 ο οποίος από μόνος του ομολόγησε στην Αστυνομία την διάπραξη των αδικημάτων και συνεργάστηκε πλήρως με τις αρχές με σκοπό την εξιχνίαση της υπόθεσης. Θεωρούμε σκόπιμο εδώ να παραπέμψουμε στις υποθέσεις Eminyet κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216 και Klimetova v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ.
  1. Η άμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου δείχνει και την έμπρακτη μεταμέλεια του για την αξιόποινη συμπεριφορά του για την οποία απολογήθηκε και στο Δικαστήριο. Επίσης λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου και τον πρότερον βίο του όπως τον έχει περιγράψει σε έκταση ο συνήγορος υπεράσπισης και όπως προκύπτει από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε γι΄ αυτόν. Ως ελαφρυντικό παράγοντα λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψη και το λευκό ποινικό του μητρώο. Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την ποινή φυλάκισης αναπόφευκτη, πλην, όμως, το ύψος αυτής θα αντανακλά όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και τους προαναφερθέντες ελαφρυντικούς παράγοντες. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην 26η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της προμήθειας σε άλλο πρόσωπο επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης έξι ετών. Στην 7η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κατοχής δεν επιβάλλουμε οποιαδήποτε ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την κατηγορία εμπεριέχονται στην 26η κατηγορία. Η έκτιση της ποινής αρχίζει από την ημερομηνία κράτησης του Κατηγορούμενου 2 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή από 28/12/
  2. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Π.Ε.Δ. (Υπ.) Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Στ. Σταύρου, Ε.Δ. [1] Δέστε την υπόθεση Tekinder Pel κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.551 στη σελ..597. [2] "That of enabling the recipient to apply the thing handed over to purposes for which he desires or has a duty to apply it." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.