Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ζήνωνα Ζήνωνος κ.α., Υπόθεση αρ.: 15227/2011, 26/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15227/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
- Ζήνωνα Ζήνωνος
- Γιώργου Τουμάζου Κατηγορουμένου 26 Ιουνίου,
- Για κατηγορούσα αρχή: κα Χ. Θεμιστοκλέους. Για κατηγορούμενο 2: κος Χ. Δημητριάδης. Κατηγορούμενος 2, παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 29 του Κεφ. 154 και κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 20 και 29 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, στις 29.11.10 στη Λακατάμεια, συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 1 να κλέψει και έκλεψε από ανοικτό, μη περιφραγμένο χωράφι το μπροστινό μούτρο αυτοκινήτου €300 περιουσία του Φώτη Φωτίου. Κατέθεσαν 3 μάρτυρες κατηγορίας. Ο ΜΚ1, Α/Α 1446 Μιχάλης Κυριάκου, υιοθέτησε κατάθεσή του. Πήρε φωτογραφίες των εξαρτημάτων αυτοκινήτου μέσα στο φορτηγό με αριθμούς εγγραφής ΗΒΥ749 καθ' υπόδειξη του αστ. 2467 Α. Λούτσιου, Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν καθ' υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης. Ο ΜΚ2, Φώτης Φωτίου, υιοθέτησε κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, Τεκμήριο
- Είναι μηχανικός αυτοκινήτων και έχει μαγαζί στην οδό Λίμνης 440 στη Λακατάμεια. Ο χώρος είναι περιφραγμένος και στην είσοδο υπάρχει μεταλλική καγκελόπορτα. Εδώ και 3 χρόνια, σε χαλίτικο, μη περιφραγμένο χωράφι, 10 μέτρα από το μαγαζί του, έχει 10 κομμάτια αυτοκινήτων, δηλαδή «μούτρα μπροστινά, πισινά και άλλα μέρη οχημάτων» που τα χρησιμοποιεί σαν εξαρτήματα. Στις 29.11.10 γύρω στις 12.00 όταν βγήκε έξω από το μαγαζί του, είδε δύο άτομα να φορτώνουν ένα μούτρο αυτοκινήτου που βρισκόταν στο χαλίτικο χωράφι. Τους ρώτησε τι κάνουν και του είπαν πως φορτώνουν παλιοσίδερα. Τους είπε ότι ήταν δικά του και του είπαν ότι είναι άχρηστα. Φόρτωσαν το μούτρο του αυτοκινήτου στο αυτοκίνητο Hyundai με αριθμούς εγγραφής ΗΒΥ
- Η αξία του κομματιού ήταν €
- Αναγνώρισε στις φωτογραφίες το «μούτρο» που είχε κλαπεί και το αυτοκίνητο στο οποίο βρισκόταν. Το χαλίτικο χωράφι «είναι σύνορα» με το δικό του χωράφι. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι έχει ένα μωρό, «ότι τον έβαλε ο άλλος που ήταν μαζί του να πάει να πιάσει παλιοσίδερα γιατί δεν είχε δουλειά». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τους περίμενε να φορτώσουν κα μετά βγήκε από το μαγαζί. Του υπεβλήθη ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν γνώριζαν ότι ήταν δικό του και θα το κατέβαζαν αμέσως κάτω. Υπήρχε ένα μούτρο στο αυτοκίνητο και ένα που προσπαθούσαν να φορτώσουν και το κατέβασε κάτω η αστυνομία. Το χωράφι δεν είναι δικό του, δεν είναι περιφραγμένο και δεν του ανήκει. Μίλησε με τον ιδιοκτήτη και του είπε ότι μπορεί να τα έχει μέσα. Αγόρασε τα παλιοσίδερα. Το μούτρο έχει στο θώρακα κάποιο σασί number και με βάση αυτό υπάρχει το τιμολόγιο. Το αγόρασε από το εξωτερικό. Δεν υπάρχει κάτι πέραν του αριθμού του σασί που να υποδεικνύει ότι είναι δικό του. Το χωράφι το χρησιμοποιούσε για ενάμιση χρόνο περίπου. Του υπεβλήθη πως αναφέρει γεγονότα που δεν τα έγραψε στην κατάθεσή του και απάντησε πως ο αστυνομικός δεν του ζήτησε απόδειξη και ότι στην κατάθεσή του αναφέρθηκε σε 3 χρόνια που τοποθετεί τα εξαρτήματα στο χαλίτικο. Ανέφερε πως πήρε το χωράφι το
- Δεν θυμάται το χρόνο. Σε υποβολή ότι δεν αναφέρει για δεύτερο μούτρο και το είπε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο απάντησε ότι «το κρατούσαν και το μισό ήταν προς το αυτοκίνητο, για να το φορτώσουν και εκεί τους σταμάτησα». Η αξία του εξαρτήματος ήταν €300, αν πουλιόταν για παλιοσίδερα θα ήταν €
- Δέχθηκε πως στον ανοιχτό χώρο μπορεί να μπει οποιοσδήποτε αλλά «υπάρχει νόμος που λέει ότι δεν έχει το δικαίωμα να μπει οποιοσδήποτε ούτε σε ανοικτό χώρο από τη στιγμή που δεν του ανήκει». Του υπεβλήθη ότι δεν έλαβε τα μέτρα να φαίνεται πως ήταν δικά του. Απάντησε πως «δεν ήταν απαραίτητο να γνωρίζουν όλοι ότι είναι του συνεργείου». Του υπεβλήθη ότι οποιοσδήποτε περπατούσε έξω μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν άχρηστα και παλιά σίδερα. Απάντησε πως δεν είχε κανείς δικαίωμα να τα πάρει αφού δεν του ανήκουν. Μισό αυτοκίνητο δεν είναι παλιοσίδερο. Ο ΜΚ3, αστ. 24767 Λούτσιος, υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Στο Τεκμήριο 4, κατάθεσή του, αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 του παραδέχτηκαν ότι πήραν τα εξαρτήματα για να τα πουλήσουν σαν παλιοσίδερα αφού υπολόγισαν πως δεν είχαν ιδιοκτήτη. Πήρε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, Τεκμήριο
- Σε αυτήν ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι ο Ζηνωνής (κατηγορούμενος 1), του είπε πως υπήρχαν κάτι παλιοσίδερα «πεταξούμενα» και να πάνε να τα πάρουν για να τα πουλήσουν. Φόρτωσαν ένα μούτρο στο αυτοκίνητο του και εκείνη την ώρα κάποιος πήγε και τους είπε πως ήταν δικά του. Του ζήτησε συγγνώμη και του εξήγησε πως δεν ήξερα πως ήταν δικά του, αλλά εκείνος τους είπε ότι θα τηλεφωνούσε στην αστυνομία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είδε ένα μούτρο αυτοκινήτου στο όχημα, αυτό που φαίνεται στις φωτογραφίες. Και οι δύο κατηγορούμενοι του ανέφεραν πως υπολόγισαν πως δεν υπήρχε ιδιοκτήτης. Μετά το τέλος της υπόθεσης, ο δικηγόρος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση επειδή (α) δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να προσδιορίζει τον καταρτισμό συμφωνίας ή το περιεχόμενο της (1η κατηγορία) και (β) ότι βασικά δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε δόλια, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Η κατηγορούσα αρχή εισηγήθηκε πως η μαρτυρία είναι επαρκής για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνον όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 191). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos
(1980)1 J.S.C σελ. 145, Απόφαση Ε. Δ. Λευκωσίας Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Σε σχέση με την 1η κατηγορία, την κατηγορία της συνωμοσίας, αναφέρω τα ακόλουθα: Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας έχουν καθοριστεί στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134. Αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 142-143: "... Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcahy v. R.
(1868)L.R. 34 H.L. 328, O´ Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035, παράγρ. 28-4)." Στη σελ. 144, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και, επομένως, ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης." Στην παράγραφο 33-4 υπό τον τίτλο "The Ingredients of Conspiracy, (a) Agreement, General" του συγγράμματος Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice
(1999)αναφέρονται τα ακόλουθα: "The essence of conspiracy is the agreement. When two or more agree to carry their criminal scheme into effect, the very plot is the criminal act itself: Mulcahy v. R.
(1868)L.R. 3 H.L. 306 at 317; R. v. Warburton
(1870)L.R. 1 C.C.R. 274; R. v. Tibbits and Windust
(1902)1 K.B. 77 at 89; R. v. Meyrick and Ribuffi, 21 Cr. App. R. 94, CCA. Nothing need be done in pursuit of the agreement: O´ Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1; repentance, lack of opportunity and failure are all immaterial: R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48. As the essence of conspiracy is agreement, withdrawal therefrom goes to mitigation only: R. v. Gortat and Pirog
(1973)Crim. L. R. 648, Crown Court (Cusack J.)." Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης (Mens Rea) σχετική είναι η παράγραφος 33-12 στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω: "Mens Rea is an essential element in conspiracy only in that there must be an intention to be a party to an agreement to do an unlawful act. In R. v. Anderson
(1986)A.C. 27, HL, Lord Bridge said: "But, beyond the mere fact of agreement, the necessary mens rea of the crime is, in my opinion, established if, and only if, it is shown that the accused, when he entered into the agreement, intended to play some part in the agreed course of conduct in furtherance of the criminal purpose which the agreed course of conduct was intended to achieve. Nothing less will suffice; nothing more is required" (at p. 39E). Είναι εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία προς διάπραξη κλοπής. Από τη θεληματική δε κατάθεση του κατηγορούμενου, δεν υπάρχει ο,τιδήποτε ενοχοποιητικό. Από την κατάθεση αυτή προκύπτει πως θα πήγαιναν με τον 1ο κατηγορούμενο να πάρουν κάποια παλιοσίδερα που είχαν αφεθεί και όχι να διαπράξουν κλοπή. Σε σχέση με την 2η κατηγορία, η κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Το άρθρο 255 που είναι το γενικό άρθρο της κλοπής, στο βαθμό που ενδιαφέρει, προβλέπει τα εξής: «
- Κλέβει όποιος, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό. Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.» Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3)). Τα δε συστατικά στοιχεία που η κατηγορούσα αρχή οφείλει να τεκμηριώσει για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής είναι ότι: (α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, (β) ότι αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ο κατηγορούμενος στη συνέχεια την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση, (γ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) ότι η περιουσία είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στο δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Έχω την άποψη ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί το mens rea του αδικήματος. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε δολίως, ούτε και ότι είχε πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στο σύνολό της δεν δεικνύει ότι το «μούτρο» δεν ήταν εγκαταλελειμμένο. Ούτε και δεικνύει πως ο κατηγορούμενος δεν πίστευε ότι ήταν εγκαταλελειμμένο ή είχε ενδείξεις ότι δεν ήταν εγκαταλελειμμένο (βλ Archbold, Criminal Pleading Evidence and Practice, 2013, para 21 - 30 και την πρόσφατη απόφαση Regina v. Rostron and Collinson
(2003)EWCA Crim 2206). Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στις 2 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ)........................................ Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο