← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρίνος Παρέλλης, Αρ. Υπόθεσης: 25804/2012, 9/7/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρίνος Παρέλλης, Αρ. Υπόθεσης: 25804/2012, 9/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25804/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Μαρίνος Παρέλλης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Έ. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Στις 3.11.2011 επεσυνέβηκε θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα στη συμβολή της Λεωφόρου Λεμεσού με την οδό Αρμενίας στην επαρχία Λευκωσίας με ενεχόμενο το όχημα με αρ. εγγραφής KKQ 962 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και την πεζή Ambrosia Balaodan Valdez τέως από τις Φιλιππίνες, ηλικίας 54 ετών (στο εξής «το θύμα»), η οποία διασταύρωνε την Λεωφόρο Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για το αδικήμα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα και κρίθηκε ένοχος σε αυτό μετά από παραδοχή του. Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και τα οποία δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση έχουν ως ακολούθως: Την 3.11.2011 και περί ώρα 16:53 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KKQ 962 στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ. Λεμεσού στην Λευκωσία, με κατεύθυνση από Λευκωσία προς την ελεγχόμενη από φώτα συμβολή με την οδό Αρμενίας, έχοντας ως επιβάτη σε ειδικό κάθισμα τον 3χρονο γιό του. Εισερχόμενος στην πιο πάνω συμβολή με πράσινο φως και ευθεία πορεία παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα το θύμα το οποίο διασταύρωνε την Λεωφ. Λεμεσού πάνω στην διάβαση πεζών, από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του. Από τη σύγκρουση το θύμα εκτινάχθηκε στον αέρα και στη συνέχεια κτύπησε βίαια στην άσφαλτο με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γ.Ν.Λ/σίας συνοδεία της Μ.Κ.3 όπου ο επί καθήκοντι ιατρός (Μ.Κ.4) πιστοποίησε το θάνατο της η ώρα 17:

  1. Την σκηνή επισκέφθηκε η ώρα 17:10 ο Μ.Κ.5 ο οποίος βρήκε το ενεχόμενο αυτοκίνητο στην τελική του θέση και τον κατηγορούμενο παρών. Όταν πληροφορήθηκε για το θάνατο του θύματος, απέκλεισε τη σκηνή την οποία διατήρησε ανέπαφη μέχρι την άφιξη των Μ.Κ. 9,11 και 12 η ώρα 17:50, τους οποίους ενημέρωσε για τις ενέργειες του και τις πληροφορίες που είχε για το δυστύχημα. Στη σκηνή επίσης υπόβαλε τον κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη «0». Ο Μ.Κ. 9 με την βοήθεια του Μ.Κ. 12 και στην παρουσία του κατηγορούμενου, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και σημείωσε σε αυτό όλα τα ευρήματα και το σημείο επαφής του αυτοκινήτου με το θύμα το οποίο υπέδειξε ο κατηγορούμενος με το γράμμα «Χ» και έλαβε τις απαραίτητες μετρήσεις. Στην σκηνή ο Μ.Κ.9 παρατήρησε τα ακόλουθα: - Το δυστύχημα έγινε κατά την διάρκεια της μέρας (δύση ηλίου 16:43-περίοδος ημέρας μισή ώρα μετά δηλ. 17:13). - Ο καιρός ήταν αίθριος. - Ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. - Η Λεωφόρος Λεμεσού είναι δρόμος με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, δύο προς κάθε κατεύθυνση. - Οι δύο λωρίδες προς την ίδια κατεύθυνση χωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή ενώ τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με κτιστή νησίδα. - Στο ύψος της συμβολής με οδό Αρμενίας σύμφωνα με την πορεία που είχε ο κατηγορούμενος σχηματίζεται τρίτη λωρίδα για στροφή δεξιά προς την οδό Αρμενίας. - Τόσο στην οδό Αρμενίας όσο και στο σημείο που διασταύρωνε το θύμα υπήρχε διάβαση πεζών χρωματισμένη με κόκκινο χρώμα η οποία δεν ελέγχεται με φώτα ή με το σύστημα τύπου «ΣΤΑΜΑΤΗΣ - ΓΡΗΓΟΡΗΣ». - Η συμβολή ελέγχετο από φώτα τα οποία κατά την άφιξη των Μ.Κ. 9,11 και 12 στη σκηνή λειτουργούσαν κανονικά. - Η ορατότητα του κατηγορούμενου από την στιγμή που το θύμα εισήλθε στην Λεωφ. Λεμεσού για να διασταυρώσει από την εξ' αντιθέτου πορεία που είχε ο κατηγορούμενος μετρήθηκε και ήταν 150 μέτρα. - Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50χαω. - Στην σκηνή του δυστυχήματος εντοπίστηκαν στην άσφαλτο ίχνη από θραύσματα γυαλιών καθώς επίσης και ένας φακός από τα γυαλιά του θύματος (βλέπε γράμμα Β1 επί σχεδίου - Τεκμήριο 1 - και φωτογραφίες 4 και 5 στο Τεκμήριο 2Α). - Εντοπίστηκαν επίσης ίχνη αίματος και τριβής του θύματος στην άσφαλτο (βλέπε γράμμα Β2 επί σχεδίου και φωτογραφίες 7 και 8 στο Τεκμήριο 2Α). - Στο σημείο που ακινητοποιήθηκε το θύμα βρέθηκε μεγάλη κηλίδα αίματος (γράμμα Β3 επί σχεδίου και φωτογραφίες 9 και 10 στο Τεκμήριο 2Α). - Το αυτοκίνητο KKQ 962 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος βρέθηκε στην τελική του θέση (γράμμα A3 επί σχεδίου). - Το σημείο επαφής «Χ» τοποθετήθηκε με βάση την υπόδειξη του κατηγορούμενου ενώ το σημείο επαφής «X1» με βάση την κατάθεση και υπόδειξη του Μ.Κ.
  2. - Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου υπέστηκε εκτεταμένη ζημιά στην μπροστινή πλευρά και τον ανεμοθώρακα. - Το θύμα τραυματίσθηκε θανάσιμα στην σκηνή και πιστοποιήθηκε ο θάνατος της στο Γ.Ν.Λ/σίας. Η σκηνή φωτογραφήθηκε από τον M.Κ.
  3. Το ενεχόμενο αυτοκίνητο μεταφέρθηκε με ρυμουλκό στην Τροχαία Λ/σίας όπου την 7.11.2011 ο Λοχ. 4721 Θ. Θεοκλέους στη παρουσία του M.Κ. 11 το έλεγξε μηχανικά και δεν διαπίστωσε σε αυτό οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα πριν το δυστύχημα. Κατά την διάρκεια του ελέγχου ο Μ.Κ. 11 έβγαλε αριθμό φωτογραφιών (βλέπε Τεκμήριο 2Β). Την 3.11.2011 και ώρα 20:15 στην Τροχαία Λ/σίας ο M.Κ. 11 κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού τον ενημέρωσε γραπτώς για τα δικαιώματα του, τον μετέφερε για κράτηση στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λακατάμιας. Την 4.11.2011 και μεταξύ των ωρών 11:15-13:00 στην Τροχαία Λ/σίας ο Μ.Κ. 9 στην παρουσία του Μ.Κ. 12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον απέλυσε η ώρα 13:10 (Τεκμήριο 3). Την 4.11.2011 και ώρα 14:00 στο νεκροτομείο του Γ.Ν.Λ/σίας, στην παρουσία του Μ.Κ. 10 ο ιατροδικαστής Ν. Χαραλάμπους διενήργησε την νενομισμένη νεκροψία στη σορό του θύματος αφού αναγνωρίσθηκε από τον Μ.Κ. 7 και διαπίστωσε ότι ο θάνατός της προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Η σορός φωτογραφήθηκε από τον Μ.Κ. 10 (βλέπε Τεκμήριο 2Γ). Την 31.1.2012 και μεταξύ των ωρών 18:00-18:20 στην Τροχαία Λ/σίας ο Μ.Κ. 9 στην παρουσία του Μ.Κ. 12 έλαβε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο υποβάλλοντάς του ερωτήσεις σχετικές με την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και
  4. Του υπέδειξε επίσης το πρόχειρο σχέδιο στο οποίο τοποθετήθηκαν οι θέσεις των δύο μαρτύρων μέσα στο δρόμο την ώρα του δυστυχήματος, την πορεία του θύματος καθώς επίσης και την τοποθέτηση του σημείου επαφής «Χ1» σύμφωνα με την κατάθεση του Μ.Κ.
  5. Ο κατηγορούμενος διαφώνησε με το σημείο «X1» ενώ για τις άλλες υποδείξεις που αφορούσαν πορείες μαρτύρων δεν θυμόταν αν τους είδε, για να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Την 18.7.2012 και μεταξύ των ωρών 15:00-15:20 στην Τροχαία Λευκωσίας ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο απάντησε: «Ότι ειχα να πω το είπα στην κατάθεση μου». Τέλος, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ούτε έχει βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησής του. Ο κ. Στεφάνου στα πλαίσια της εμπεριστατωμένης αγόρευσής του για σκοπούς μετριασμού της ποινής αναφέρθηκε τόσο στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσο και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Με αναφορά στα πιο πάνω γεγονότα, ο συνήγορος απέδωσε το ατύχημα σε ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορούμενου αφού ερχόμενος προς την συμβολή της Λεωφ. Λεμεσού με την οδό Αρμενίας και προτού εισέλθει σε αυτήν, και ενώ είδε το πράσινο φως να ανάβει για τα οχήματα ως η πορεία του, στιγμιαία έστρεψε την προσοχή του προς τα δεξιά με σκοπό να ελέγξει εάν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο από εκείνη την πλευρά, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα το θύμα, το οποίο εισήλθε τρέχοντας εντός της πορείας του κατηγορούμενου χωρίς να ελέγξει προηγουμένως το δρόμο. Επιχειρηματολογώντας ο κ. Στεφάνου έκανε αναφορά στις καταθέσεις των Μ.Κ. 1 και 2 (Τεκμήρια 4 και 5) και επεσήμανε το γεγονός ότι το δυστύχημα έγινε κατά την δύση του ηλίου και ενώ ο φωτισμός ήταν μειωμένος και το θύμα φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος. Συνεχίζοντας, ο συνήγορος του κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, στοιχείο που δεικνύει την μεταμέλεια του, το λευκό του ποινικό μητρώο, όπως επίσης το γεγονός ότι πρόκειται για πρόσωπο καλού χαρακτήρα. Επιπρόσθετα, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η ασφαλιστική εταιρεία του κατηγορούμενου έχει αποζημιώσει πλήρως τους νόμιμους κληρονόμους του θύματος και προς επιβεβαίωση της θέσης του αυτής παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική δήλωση απαλλαγής ημερομηνίας 30.10.
  6. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από όπου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 42 ετών. Είναι παντρεμένος και από τον γάμο του απέκτησε δυο παιδιά ηλικίας 9 1/2 και 5 ετών. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του είναι δημόσιοι υπάλληλοι με συνολικά μηνιαία εισοδήματα εκ €5,800, ενώ καταβάλλουν δόσεις συνολικά ανερχόμενες σε €1,685 μηνιαίως. Mε βάση όλα τα πιο πάνω και με δεδομένο τον συγκλονισμό του κατηγορούμενου από τον θάνατο του θύματος ο κ. Στεφάνου κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει τον κατηγορούμενο με την μέγιστη δυνατή επιείκια. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «
  7. Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω πρόνοιες, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/1972, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, ενώ με βάση το άρθρο 20Α του ιδίου Νόμου, προβλέπεται εξουσία επιβολής βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις στον τόπο μας και για το λόγο αυτό η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Επίσης, στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 242, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 249: «Τα θανατηφόρα δυστυχήματα κατάντησαν τραγικό καθημερινό φαινόμενο στον τόπο μας, ο οποίος κατέχει χείριστη θέση στον κατάλογο των ευρωπαϊκών χωρών, ειδικά για τα θανατηφόρα δυστυχήματα αλλά και γενικότερα, για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής συμπεριφοράς. Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καταγράφονται και σε αριθμό άλλων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543. Όπως επίσης προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, η ποινή που επιβάλλεται σε πρόσωπο το οποίο καταδικάσθηκε για ένα τέτοιο αδίκημα είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται ότι καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την επιλογή του είδους της ποινής που θα πρέπει να επιβάλει, αποτελεί το κατά πόσον η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αφορά σε μια στιγμιαία αβλεψία ή σφάλμα ή απροσεξία ή κατά πόσον αφορά σε μια εγωιστική παραγνώριση και αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια άλλων προσώπων. Όπως έχει τονιστεί, στην περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή θα πρέπει να περιορίζεται σε χρηματικό πρόστιμο, συνδυαζόμενη με στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδήγησης, εκτός φυσικά αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Από την άλλη, όμως, εαν το θανατηφόρο ατύχημα είναι αποτέλεσμα εγωιστικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, με την οποία παραγνωρίζει την ασφάλεια άλλων προσώπων, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλλει ποινή στερητική της ελευθερίας, συνδυαζόμενη και πάλι με στέρηση της άδειας οδηγού. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 66, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Χρίστου Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399). Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844, ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 114 και 115: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.12.2011 στην Ποινική Έφεση αρ. 54/2011 Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές που έθεσε η νομολογία. Με αναφορά στην R v. Βοswell [1984] 3 All ER 353, υποδείχθηκε ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Άλλοι τέτοιοι παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγοντας είναι επίσης η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσον περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Για σκοπούς προσδιορισμού του είδους της ποινής το Δικαστήριο καλείται καταρχήν να αποφασίσει κατά πόσον το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε από κάποιο στιγμιαίο σφάλμα στο οποίο υπέπεσε ο κατηγορούμενος, όπως το εισηγείται η υπεράσπιση, ή λόγω κακής, επικίνδυνης και απερίσκεπτης οδήγησης με πλήρη αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια άλλων προσώπων. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε το επίδικο τροχαίο δυστύχημα παρατηρούνται τα ακόλουθα: Στην κατάθεση που λήφθηκε από τον Μ.Κ. 2 επί του κατηγορητηρίου κ. Σωκράτη Ιωσηφίδη, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, ο μάρτυρας αναφέρει ότι ενώ ήταν σταματημένος στα φώτα τροχαίας στην οδό Αρμενίας με κατεύθυνση την Λεωφ. Λεμεσού είδε το θύμα να περπατά στο πεζοδρόμιο της οδού Αρμενίας στα δεξιά του και να κατευθύνεται προς την Λεωφ. Λεμεσού. Όταν έφθασε στο ύψος της Λεωφ. Λεμεσού εισήλθε στο δρόμο και άρχισε να διασταυρώνει κάθετα με γοργό βήμα. Ακολούθως, το θύμα έφτασε στην κτιστή νησίδα και αφού ανέβηκε σε αυτήν, όταν έφθασε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (ήτοι όπου εκινείτο ο κατηγορούμενος) κατέβηκε στο δρόμο «χωρίς να σταματήσει και να κοιτάξει αριστερά με επίσης γοργό βήμα». Παρόμοια ήταν η θέση της Μ.Κ. 1 κας. Άντρης Χαραλάμπους η οποία στην κατάθεσή της (Τεκμήριο 5) αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν στη Λεωφ. Λεμεσού με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Λάρνακα είδε το θύμα να μπαίνει στο δρόμο «τρέχοντας από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία που είχε ...... και χωρίς να κοιτάξει ούτε δεξιά ούτε αριστερά». Ο δε κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι κινείτο με ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου και εισερχόμενος στη συμβολή της Λεωφ. Λεμεσού με την οδό Αρμενίας έστρεψε την προσοχή του στα δεξιά, οπότε ξαφνικά και σε απόσταση 2 μέτρων μπροστά του είδε το θύμα και προτού προλάβει να αντιδράσει, το θύμα κτύπησε στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το θύμα εισήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο κατηγορούμενος με γοργό βήμα και χωρίς να κοιτάξει και να ελέγξει το δρόμο προτού εισέλθει σε αυτόν, η κατάληξή μου δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι ο κατηγορούμενος υπέπεσε σε μοιραίο, δυστυχώς, στιγμιαίο σφάλμα και/ή απροσεξία με το να μην αντιληφθεί το θύμα έγκαιρα στο δρόμο. Παρόλα αυτά όμως, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε αλόγιστα αφού δεν είχε επαρκή έλεγχο της κίνησης που υπήρχε κατά τον δεδομένο χρόνο στη Λεωφ. Λεμεσού όπου εκινείτο και δεν αντελήφθηκε έγκαιρα την ύπαρξη του θύματος στο δρόμο. Αποτελεί, επομένως, κατάληξή μου στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ότι ο θάνατος του θύματος ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας και/ή απροσεξίας του κατηγορουμένου. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω)). Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Παρόλα αυτά, έχοντας υπόψη τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζω τις συνέπειες των πράξεων του κατηγορούμενου, που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου, την έκταση της αμέλειας του κατηγορουμένου όπως περιγράφεται πιο πάνω και το ότι οι πραξεις και παραλείψεις του συνιστούν ένα στιγμιαίο σφάλμα και όχι μια εγωιστική συμπεριφορά αδιάφορη για τις ζωές των προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, έχω καταλήξει ότι η αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η χρηματική ποινή. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου τη παραδοχή του αφού σύμφωνα με τη νομολογία η παραδοχή ενοχής αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο καθώς επίσης τη μεταμέλεια του όπως έχει εκφρασθεί μέσω του συνηγόρου του, και το γεγονός ότι ο θάνατος του θύματος τον έχει συγκλονίσει. Ως μετριαστικός παράγοντας κρίνεται επίσης το γεγονός της αποζημιώσης των νομίμων κληρονόμων του θύματος από την ασφαλιστική εταιρεία του κατηγορούμενου. Λαμβάνονται περαιτέρω υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, και ιδιαίτερα, το ότι πρόκειται για ένα φιλήσυχο οικογενειάρχη, άτομο καλού χαρακτήρα. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου, επιβάλλεται σε αυτόν ποινή προστίμου €2,000. Αναφορικά με το ενδεχόμενο στέρησης της άδειας οδήγησης από τον κατηγορούμενο, ήταν η θέση του κ. Στεφάνου ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν ειδικοί λόγοι ώστε το Δικαστήριο να μην εκδώσει μια τέτοια διαταγή ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος μεταφέρει τα παιδιά του στο σχολείο και στις απογευματινές απασχολήσεις τους λόγω του ότι η σύζυγός του παρακολουθεί αρκετές ώρες την εβδομάδα μαθήματα για το μεταπτυχιακό της και σε τακτά χρονικά διαστήματα ταξιδεύει στο εξωτερικό στα πλαίσια της εργασίας της με αποτέλεσμα να απουσιάζει από το σπίτι για κάποιο αριθμό ημερών. Όπως έχει νομολογηθεί, η στέρηση της άδειας οδήγησης αποτελεί πρόσφορο τιμωρητικό μέτρο για παραβιάσεις της τροχαίας και μπορεί να επιβληθεί οποτεδήποτε το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τα περιστατικά της υπόθεσης (βλέπε μεταξύ άλλων Ευαγόρου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 593 και Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135). Όπως δε έχει λεχθεί στην υπόθεση Τσιέλεπης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 401, σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής της στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από την μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορούμενου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, ο κατηγορούμενος που οδηγούσε στην εξωτερική λωρίδα της Λεωφ. Σπύρου Χριστοδούλου, τραυμάτισε θανάσιμα πεζή η οποία διέσχιζε τη λεωφόρο από τα δεξιά του προς τα αριστερά του. Υπήρχε μεγάλη ορατότητα και η πεζή διένυσε μεγάλη απόσταση μέχρι τη σύγκρουση. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος δυνάμει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα και πρωτοδίκως του επιβλήθηκε πρόστιμο £850 και στέρηση της άδειας οδήγησης για 18 μήνες. Κατ΄ έφεση η ποινή μειώθηκε σε £500 πρόστιμο και η στέρηση της άδειας οδήγησης για 12 μήνες. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές και έχοντας υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και τις συνθήκες διάπραξης του, και χωρίς να παραγνωρίζω τη συντρέχουσα αμέλεια του θύματος, κρίνω ότι η στέρηση της άδειας οδήγησης από τον κατηγορούμενο είναι επιβεβλημένη. Με όλο τον σεβασμό προς τον κ. Στεφάνου, τα όσα αναφέρθηκαν δεν συνιστούν ειδικούς λόγους ώστε ο κατηγορούμενος να μην αποστερηθεί του πιο πάνω δικαιώματος του. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο 5 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησής του και ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 9 μηνών. Η στέρηση να αρχίζει από αύριο. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, τα οποία ως έχει αναφερθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέρχονται σε €75,00, να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ............ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.