← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρίας Γυψιώτη κ.α., Υπόθεση αρ.: 25703/2010, 3/7/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μαρίας Γυψιώτη κ.α., Υπόθεση αρ.: 25703/2010, 3/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 25703/2010 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον

  1. Μαρίας Γυψιώτη
  2. Μαρίας Ιωάννου Κατηγορουμένων 3 Ιουλίου,
  3. Για κατηγορούσα αρχή: κος Μ. Κουτσόφτας. Για κατηγορούμενες 1 και 2: κος Ρ. Βραχίμης. Κατηγορούμενες 1 και 2, παρούσες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν κατηγορία παράλειψης διενέργειας πράξης που είχαν καθήκον να εκτελέσουν, κατά παράβαση του άρθρου 237 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενες στις 8.6.2010 παρέλειψαν να διενεργήσουν πράξη την οποία είχαν καθήκον να εκτελέσουν με την οποία προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή ενώ είχαν καθήκον να έχουν υπό τη φύλαξή τους την Παναγιώτα Ολίβια Βενιζέλου, παρέλειψαν να το πράξουν με αποτέλεσμα να της προκληθούν 9 δαγκωματιές σε διάφορα μέρη του σώματός της. Στην ουσία, τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν παραδεκτά. Η ΜΚ1, Φρόσω Βενιζέλου, υιοθέτησε την κατάθεσή της, Τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρει ότι έπαιρνε τα δίδυμά της ηλικίας 23 μηνών στο νηπιαγωγείο «Joyland» στο Τσέρι από τις 7.30 - 13.
  5. Στις 8.6.10 ντύνοντας τα το πρωί δεν διαπίστωσε να είχαν κάποιο σημάδι πάνω τους. Παρέδωσε τα παιδιά στο σύζυγό της να τα πάρει σχολείο. Η ώρα 10.21 δέχθηκε τηλεφώνημα από τη διευθύντρια του νηπιαγωγείου (κατηγορουμένη 1), η οποία άρχισε να τη ρωτά αν πρόσεξε αν η Παναγιώτα Ολίβια είχε οποιαδήποτε σημάδια πάνω της. Της απάντησε αρνητικά και η κατηγορουμένη 1 της είπε ότι στην πλάτη της Παναγιώτας Ολίβιας εμφανίστηκαν σημάδια, κοκκινίλες και μπορεί να είναι αλλεργία. Την ίδια ώρα η ΜΚ1 πήγε στο νηπιαγωγείο και διαπίστωσε στην πλάτη και στο στήθος της Παναγιώτας Ολίβιας κοκκινίλες στρογγυλές σαν δαγκωματιές. Την πήρε στον παιδίατρο ο οποίος διαπίστωσε ότι επρόκειτο για δαγκωματιές και εκχυμώσεις στην πλάτη μπροστά και πίσω. Μετά, την πήρε στο Γενικό Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για δαγκωματιές. Δεν γνωρίζει ποια κοπέλα του νηπιαγωγείου είχε υπό τη φύλαξή της την Παναγιώτα Ολίβια στις 8.6.
  6. Η κατηγορουμένη 1 είναι η διευθύντρια του νηπιαγωγείου ενώ η κατηγορουμένη 2 η δασκάλα στην αίθουσα των μωρών της. Η ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 το πιστοποιητικό του παιδιάτρου και Τεκμήριο 6 της Δρ. Άντρης Πάρπα, χειρούργου οδοντίατρου - ορθοδοντικού. Πήρε φωτογραφίες, Τεκμήριο 2 της κατάστασης του κοριτσιού. Όταν πήγε να το πάρει από το σχολείο ήταν έντρομο και έκλαιγε με αναφιλητά. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε πως εκείνη έντυσε τα παιδιά εκείνη τη μέρα. Ζήτησε τη βοήθεια της ορθοδοντικού γιατί ο ιατροδικαστής δεν καθόρισε στην έκθεσή του τη ηλικία του ατόμου που δάγκωσε την κόρη της, μη αποκλείοντας έτσι το γιο της. Απέκλεισε το ενδεχόμενο τα δαγκώματα να έγιναν σε άλλο χρονικό σημείο. Ο ΜΚ2, σύζυγος της ΜΚ1, στις 8.6.10 μετέφερε στις 7.20 τα δίδυμα παιδιά τους στο σχολείο, 100 μέτρα από το σπίτι του. Η ώρα 10.30 του τηλεφώνησε η ΜΚ1 και του είπε πως μετέφερνε την Παναγιώτα Ολίβια στο γιατρό. Όταν έπαιρνε τα μωρά στο σχολείο τα παρελάμβανε η μητέρα της κατηγορουμένης
  7. Έβαζαν τα παιδιά σε τάξη που ήταν διάφορες ηλικίες και του έλεγαν ότι σε λίγο θα έρθει και η δασκάλα τους. Παραδίδοντας το μωρό το πρωί δεν είδε οποιαδήποτε σημάδια. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η μητέρα της κατηγορουμένης 1 εκείνη τη μέρα έβαλε τα μωρά σε μια μεγάλη αίθουσα με παιδιά και μια δασκάλα. Αρνήθηκε ότι παρέδωσε τα μωρά στην κατηγορουμένη
  8. Στο σημείο αυτό κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός

(1)η κατάθεση της Παναγιώτας Σάκαλου, του Γραφείου Ευημερίας, στην παρουσία της οποίας εξέτασε την Ολίβια ο Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ4) και
(2)η κατάθεση του Αστ. 2601 Χ. Λουκά, ο οποίος πήρε την καταγγελία της ΜΚ1, ήταν παρών κατά την εξέταση της Ολίβιας από το Δρ. Σοφοκλή Σοφοκλέους και κατηγόρησε γραπτώς τις 2 κατηγορούμενες και τους πήρε ανακριτική κατάθεση, Τεκμήρια 12, 13, 14 και
  1. Επίσης, πήρε κατάθεση από την Κατερίνα Μοδέστου και Χρυστάλλα Στεφάνου, Τεκμήρια 16 και 17 και Ευτυχία Ζένιου, Τεκμήριο
  2. Στην ανακριτική της κατάθεση η κατηγορουμένη 1 ανέφερε ότι στις 8.6.10 η ώρα 7.30 ο ΜΚ2 παρέδωσε στην ίδια τα παιδιά μέχρι τις 07.40 που ήρθε η δασκάλα τους Μαρία Ιωάννου (κατηγορουμένη 2) και η Χρυστάλλα Στεφάνου. Από κει και πέρα ανέλαβε τη φύλαξή τους η κατηγορουμένη 2 με τη βοηθό της. Η ώρα 10.00 η κατηγορουμένη 2 της ανέφερε ότι η Ολίβια είχε κάτι πάνω της. Τους τα έδειξε και υπολόγισε ότι θα ήταν αλλεργία. Η κατηγορουμένη 2 ανέφερε ότι στις 8.6.10 γύρω στις 8.00 μπήκε στην τάξη της. Εκεί ήταν η βοηθός της και η κατηγορουμένη
  3. Δεν πρόσεξε κατά την παραλαβή των παιδιών οποιοδήποτε σημάδι στο σώμα της Ολίβιας. Ήταν συνέχεια μαζί με τα παιδιά που ήταν ήσυχα. Η Ολίβια ήταν ευδιάθετη. Η βοηθός δεν ήταν συνέχεια μαζί της. Η ώρα 10.10 έβγαλε τα παιδιά στην αυλή για την πρόβα της γιορτής τους. Δεν ήρθαν σε επαφή με άλλα παιδιά και δεν πρόσεξε να προκλήθηκε το παραμικρό μεταξύ τους. Όταν σήκωσε την Ολίβια για να τη βάλει στη σκηνή πρόσεξε τα σημάδια στο σώμα της. Τότε τα έδειξε στην διευθύντρια, κατηγορουμένη
  4. Ο ΜΚ3 ήταν ο παιδίατρος, Χαράλαμπος Διονυσίου. Με βάση το Τεκμήριο 5 εξέτασε το παιδί στις 11 π.μ. και διαπίστωσε «εκτεταμένα δαγκώματα και κατά τόπους εκχυμώσεις στην πλάτη, οπίσθιο και πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα». Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι φαίνονταν καθαρά εντυπώματα δοντιών και στις φωτογραφίες τα οποία δεν πιστεύει να δημιουργήθηκαν από κάποιο όργανο. Ο ΜΚ4 Σοφοκλής Σοφοκλέους, εξέτασε την Παναγιώτα Ολίβια, 23 μηνών, και προέκυψαν από την εξέταση τα ακόλουθα:
  5. 7 θλαστικές εκχυμώσεις (εντυπώματα οδόντων) 2 χ 2 εκ. η κάθε μια στη ραχιαία επιφάνεια του κορμού.
  6. 2 θλαστικές εκχυμώσεις (εντυπώματα οδόντων) 2 χ 2 εκ. η κάθε μια στην αριστερή μαστική χώρα (Τεκμήριο 19). Τα δόντια ήταν παιδικά. Πιθανώς να ήταν περισσότερα από αυτά που φαίνονται στη φωτογραφία του δίδυμού της αδελφού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν μπορεί να φανταστεί από ποιο παιγνίδι θα μπορούσαν να προκληθούν τέτοια εντυπώματα. Η ΜΚ5, Άντρη Πάρπα, αξιολόγησε τις φωτογραφίες, Τεκμήριο
  7. Το κοριτσάκι φέρει δαγκώματα από παιδί ηλικίας 3 - 4 χρονών. Καταδεικνύεται η ηλικία από το μέγεθος της οδοντοστοιχίας και λόγω του ότι διαγράφεται συγκεκριμένος αριθμός νεογιλών δοντιών από την οδοντοστοιχία του. Από τις φωτογραφίες προκύπτει ότι πρόκειται για δόντια που δεν αντιστοιχούν στο δίδυμο αδελφό της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είναι από το μέγεθος των δοντιών που φαίνεται ότι τα δόντια είναι νεογιλά, δεν είναι μόνιμα. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου το Τεκμήριο 20, κατάθεση της Δρ. Νικολαΐδου, η οποία παρατήρησε 9 σημάδια που έμοιαζαν με αποτυπώματα δοντιών ανθρώπου στην πλάτη και πρόσθια θωρακική χώρα της Ολίβιας. Μετά το τέλος της υπόθεσης ο κος Βραχίμης εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δαγκώθηκε το κοριτσάκι. Έχει αποδειχθεί μόνο, ήταν η θέση του, ότι το τελευταίο παραδόθηκε δαγκωμένο. Δεν υπάρχει, πρόσθεσε, μαρτυρία ότι οι 2 κατηγορούμενες παρέλειψαν να έχουν υπό τη φύλαξή τους το παιδί. Ήταν δε η θέση του ότι ισχύουν όσα λέχθηκαν στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 98. Σύμφωνα δε με το συνήγορο, το άρθρο 20 δεν ισχύει εφόσον με βάση της μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής οι δύο κατηγορούμενες είχαν ξεχωριστά υπό τη φύλαξή τους το παιδί. Ο κος Κουτσόφτας εισηγήθηκε στην αγόρευσή του ότι η μητέρα της κατηγορουμένης 1 δεν ήταν παιδονόμος για να παραλαμβάνει παιδιά και ότι με βάση τον περί Παίδων Νόμο δεν καλύπτονταν τα παιδιά με το αντίστοιχο προσωπικό. Ήταν η θέση του ότι η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχειοθετεί αμέλεια. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Η απαλλαγή του κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνον όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένιος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 191). Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos
(1980)1 J.S.C σελ. 145, Απόφαση Ε. Δ. Λευκωσίας Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Έρχομαι τώρα στη νομική πτυχή. Το άρθρο 237 του Κεφ. 154 προβλέπει τα ακόλουθα: «237. Όποιος διενεργεί παράνομα οποιαδήποτε πράξη ή παραλείπει να διενεργήσει πράξη την οποία έχει καθήκον να εκτελέσει η οποία δεν είναι πράξη ή παράλειψη που ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, από την οποία πράξη ή παράλειψη προκαλείται σωματική βλάβη σε άλλο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μάρκου
(2005)2 Α.Α.Δ. 36 ο παραπονούμενος, Γεώργιος Χρίστου, στις 7.10.2001, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Προφήτη Ηλία στην Ορόκλινη για περίπατο, μαζί με τους σκύλους του, συνάντησε τον εφεσίβλητο, τον οποίο δε γνώριζε, να κάθεται και να κρατά στα χέρια του όπλο, που εκτοξεύει βέλη. Μετά από φιλική συνομιλία με τον εφεσίβλητο για τη χρήση του τόξου και την εξήγηση του εφεσίβλητου ότι με αυτό «παίζω πουλλούδια», ξεκίνησε να φύγει. Κάλυψε απόσταση τρία με τέσσερα μέτρα και, ξαφνικά, αισθάνθηκε κάτι να τον κτυπά. Γύρισε και είδε ότι επρόκειτο για βέλος, το οποίο είχε καρφωθεί στην ωμοπλάτη του. Φοβήθηκε και έτρεξε προς το χωριό. Επειδή ο εφεσίβλητος τον ακολούθησε, ο παραπονούμενος, με το καμάκι που κρατούσε, τον κτύπησε στο αριστερό χέρι. Στην προσπάθειά του να απομακρυνθεί, ο παραπονούμενος κτύπησε στο πόδι και δεν μπορούσε να κινηθεί. Άγνωστοι τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι το βέλος είχε εισχωρήσει σε βάθος 10 εκ. Αφαιρέθηκε με θωρακοτομή. Ο εφεσίβλητος, στρατιωτικός, μερικές μέρες αργότερα, όταν εντοπίστηκε και εξετάστηκε, διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστική εκχύμωση στο αριστερό χέρι, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, προκλήθηκε από άγνωστο, τον οποίο τραυμάτισε τυχαία με βέλος. Από την κατάθεση του εφεσίβλητου προέκυψε ότι αυτός βρήκε τυχαία τη βαλλίστρα έτοιμη για χρήση στην περιοχή του Προφήτη Ηλία στην Ορόκλινη όπου βρισκόταν για κυνήγι. Ο παραπονούμενος, τον οποίο δεν γνώριζε, τον πλησίασε φιλικά και μίλησαν σε σχέση με τη χρήση της βαλλίστρας. Όταν ο παραπονούμενος έφευγε, γύρισε και ο ίδιος να φύγει, τραβώντας μαζί του τη βαλλίστρα. Φαίνεται ότι χωρίς να το καταλάβει, πάτησε τη σκανδάλη, με αποτέλεσμα το βέλος που εκτοξεύτηκε από τη βαλλίστρα να καρφωθεί στην ωμοπλάτη του παραπονούμενου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μόνη μαρτυρία που υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατηγορία του άρθρου 237 του Κεφ. 154 ήταν αυτή του τραυματισμού του παραπονούμενου με βέλος και γενικότερα ότι οι περιστάσεις όπως προέκυπταν από τη μαρτυρία, δεν δικαιολογούσαν την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συμμερίστηκε την άποψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Είχε υποστηριχτεί κατ' Έφεση ότι υπήρχαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αμελούς πράξης, όπως π.χ. η κατάθεση του εφεσίβλητου και η μετέπειτα απολογία του στον παραπονούμενο. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος στην παρούσα υπόθεση, αποδίδουν στις δύο δασκάλες ότι παρέλειψαν να έχουν υπό τη φύλαξή τους την Παναγιώτα Ολίβια Βενιζέλου, με αποτέλεσμα να της προκληθούν 9 δαγκωματιές. Αναμφίβολα, οι 9 δαγκωματιές προκλήθηκαν, δημιουργώντας εύλογα ερωτηματικά για το κατά πόσο η φύλαξη των παιδιών του επίδικου νηπιαγωγείου ήταν ασφαλής. Όμως, είναι γεγονός, πως δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ποια από τις δύο κατηγορούμενες, οι οποίες ας σημειωθεί, δεν είχαν με βάση τη μαρτυρία ταυτόχρονα τη φύλαξη του παιδιού, παρέλειψε να έχει υπό τη φύλαξή της την Παναγιώτα Ολίβια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του πατέρα, αυτός παρέδωσε το παιδί στη μητέρα της κατηγορουμένης 1. Η κατηγορουμένη 1 λέει στην κατάθεσή της πως η ίδια παρέλαβε το παιδί στις 7.30 και στις 7.40 το παρέδωσε στην κατηγορουμένη 2 η οποία στην κατάθεση της λέει πως μπήκε στην τάξη της περίπου η ώρα 8.00 και πρόσεξε τα σημάδια η ώρα 10.00. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα δεν διορθώνει την κατάσταση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Textbook of Criminal Law» του Glanville Williams 2nd ed, στη σελ. 359: "In offences of negligence, like manslaughter (on one view) or careless driving, a person will be liable as accessory if what the perpetrator did was within his contemplation and if he knew (or was reckless as to) the facts that made the conduct negligent". Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι δύο κατηγορούμενες γνώριζαν την οποιαδήποτε παράλειψη η μια της άλλης, ή αδιαφόρησαν για αυτήν και τις τυχόν προεκτάσεις ή επιπτώσεις της. Οι αρχές που τυγχάνουν εφαρμογής στις ποινικές υποθέσεις στις οποίες το στοιχείο της αμέλειας αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος τέθηκαν στην απόφαση στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 98, στη σελ. 104 και 105: «Σύμφωνα με τον Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παραγ. 1-14, χρήση του όρου "αμέλεια" παρόμοια με την πιο πάνω έχει γίνει από τον Lord Atkin στην Andrews v. Director of Public Prosecutions
(1937)A.C. 576, στην οποία τονίστηκε: "Simple lack of care such as will constitute civil liability is not enough: for purposes of the criminal law there are degrees of negligence: and a very high degree of negligence is required to be proved before the felony is established." Σε μετάφραση: Απλή έλλειψη επιμέλειας η οποία ισοδυναμεί με αστική ευθύνη δεν είναι αρκετή: για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου υπάρχουν βαθμοί αμέλειας: και είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ψηλός βαθμός αμέλειας προτού αποδειχθεί το έγκλημα." Το τί πρέπει να κάμει ο κατήγορος για να αποδείξει αμέλεια το πραγματεύεται ο Glanville Williams στο βιβλίο του "Textbook of Criminal Law", σελ. 44: "What should a prosecutor do to prove negligence? In an action in tort for negligence the plaintiff must give particulars of the alleged negligence in his statement of claim. For example, in a running-down case he will say that the defendant drove too fast, on the wrong side of the road, without keeping a proper look-out, and so on. There are no similar pleadings in criminal cases, but the prosecutor who alleges negligence must be prepared to say what the defendant could and should have done (or refrained from doing) in order to avoid the accident or other occurrence. The evidence given on the negligence issue is almost exclusively evidence of what the defendant did (or failed to do). After that, it is for the jury (or magistrates) to say whether the defendant's behaviour showed a lack of due caution." Σε μετάφραση: "Τί πρέπει να κάμει ο κατήγορος για να αποδείξει αμέλεια; Σε αγωγή για αστική αμέλεια ο ενάγων πρέπει να δώσει λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας στην έκθεση απαίτησης. Για παράδειγμα σε υπόθεση τραυματισμού πεζού από αυτοκίνητο θα πεί ότι ο ενάγων οδήγησε με μεγάλη ταχύτητα, στην εσφαλμένη μεριά του δρόμου, χωρίς να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα κλπ. Δεν υπάρχουν παρόμοια δικόγραφα στις ποινικές υποθέσεις, αλλά ο κατήγορος που ισχυρίζεται αμέλεια πρέπει να είναι έτοιμος να πεί τι μπορούσε να κάμει και έπρεπε να κάμει ο κατηγορούμενος (ή να απείχε από το να το κάμει) για να αποφύγει το ατύχημα ή άλλο συμβάν. Η μαρτυρία που δίνεται πάνω στο θέμα της αμέλειας είναι σχεδόν αποκλειστικά μαρτυρία για το τί έκαμε ο κατηγορούμενος (ή παρέλειψε να κάμει). Μετά από αυτό εναπόκειται στους ενόρκους (ή τους πταισματοδίκες) να πούν κατά πόσο η συμπεριφορά του εναγομένου αποκάλυπτε έλλειψη της δέουσας προσοχής." (Βλ. και Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 30, 39, στην οποία υποδείχθηκε ότι "η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων" (Βλ. και Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, 163).» Ποια ακριβώς ήταν η παράλειψη της κάθε κατηγορουμένης που συνιστούσε την αμέλεια στην παρούσα περίπτωση, δεν έχει αποδειχθεί με επαρκή μαρτυρία. Συνεπώς, θα ήταν συμπερασματική και/ή υποθετική η κατάληξη σε αμέλεια. Η ποινική αμέλεια δεν τεκμαίρεται. Το δόγμα του res ipsa loquitor δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε ποινικές υποθέσεις όπου η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξάλλου, όπως προανέφερα, σε υποθέσεις ποινικής αμέλειας το βάρος απόδειξης δεν είναι αυτό της πιθανολόγησης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις (απλή έλλειψη επιμέλειας) αλλά ψηλός βαθμός αμέλειας. Καταλήγω συνεπώς, ότι δεν έχει αποδειχθεί το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της αμέλειας. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενες 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ) ........................................ Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.