Andreas G Afantitis ν. Βάσου Άσπρου, Αρ. Υπόθεσης: 10712/2010, 22/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 10712/2010 Μεταξύ: Andreas G. Afantitis Παραπονουμένων ν. Βάσου Άσπρου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 2013 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους: κα Π. Κακογιάννη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Θωμά Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα (πρώτη κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι περί την 2.2.2010 χωρίς εύλογη αιτία έδωσε εντολή στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής με αριθμό 87335412 ημερομηνίας 30.1.2010 για το ποσό των €5,750 η οποία όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή δεν εξοφλήθηκε λόγω των σχετικών οδηγιών του Κατηγορούμενου για ανάκληση της πληρωμής της. Να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και κατηγορία για εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις (δεύτερη κατηγορία) στην οποία όμως αθωώθηκε και απαλλάχθηκε και δεν κλήθηκε σε απολογία. Για τους σκοπούς παρουσίασης της υπόθεσης για τους Παραπονούμενους, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Γιώργος Αφαντίντης, Διευθύνων Σύμβουλος των Παραπονούμενων (Μ.Κ.1) και ο υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ. Λοΐζος Ευθυμίου (Μ.Κ.2), ενώ μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου στην πρώτη κατηγορία και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ.155 ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Παραθέτω, ωστόσο, μια σύνοψη των θέσεων που κάθε ένας από αυτούς προέβαλε στο Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.1 κος Γεώργιος Αφαντίτης είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος των Παραπονούμενων και ως ανέφερε στο Δικαστήριο γνωρίζει προσωπικά την υπόθεση όπως επίσης όλα τα γεγονότα που αφορούν στα επίδικα θέματα. Σύμφωνα με τον κ. Αφαντίτη ο Κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στους Παραπονούμενους την επίδικη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 87355412 ημερομηνίας 30.1.2010 για το ποσό των €5.750,00 (Τεκμήριο 1), η οποία όταν κατατέθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα, επιστράφηκε απλήρωτη στις 2.2.2010 λόγω του ότι η πληρωμή είχε ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής. Όπως κατέθεσε στο Δικαστήριο κατά την αντεξέτασή του, η επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο προς εξόφληση των τιμολογίων με αριθμούς 00927 και 00928 ημερομηνίας 10.12.2009 για το συνολικό ποσό των €5.750,00 (τα τιμολόγια κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2) και σημείωσε ότι εκτός από την υπογραφή του Κατηγορούμενου, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία επί της επιταγής συμπληρώθηκαν από τον ίδιο. Σε σχέση με τα τιμολόγια με αριθμούς 00927 και 00928 (Τεκμήριο 2), τα οποία φέρουν την υπογραφή του Κατηγορούμενου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αφορούσαν επιδιόρθωση του γεωργικού τρακτέρ του Κατηγορούμενου από το συνεργείο των Παραπονούμενων, κατόπιν οδηγιών του Κατηγορούμενου, ο οποίος ήταν και ενήμερος για όλες τις σχετικές χρεώσεις και εργασίες τις οποίες και αποδέχθηκε. Ο Μ.Κ.2 κ. Λοϊζος Ευθυμίου, είναι υπάλληλος στο υποκατάστημα Αγγλισίδων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο αφού διατηρούσε λογαριασμούς στο εν λόγω υποκατάστημα και όπως ανέφερε στο Δικαστήριο η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στο υποκατάστημα όπου εργάζεται αφού κατατέθηκε από τους Παραπονούμενους και δεν εξαργυρώθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω του ότι στις 11.12.2009 ο Κατηγορούμενος έδωσε εντολή για μη πληρωμή της. Στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2009 και την παρέδωσε στον μηχανικό των Παραπονούμενων με το όνομα Κυριάκος, προκειμένου το βράδυ της ίδιας ημέρας να πήγαινε να παραλάβει το τρακτέρ του, όπως και έπραξε. Τα τιμολόγια, Τεκμήριο 2, παρουσιάστηκαν αργότερα και πιο συγκεκριμένα περί τα τέλη του 2009 με αρχές Ιανουαρίου του 2010 και ενώ ο Κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι το τρακτέρ είχε ακόμη προβλήματα. Ο ίδιος είχε δώσει οδηγίες στους Παραπονούμενους όπως αλλαχθεί το ντεπόζιτο του τρακτέρ και του αναφέρθηκε ότι η αλλαγή αυτή θα κόστιζε €1,
- Παρόλα αυτά, δεν αλλάχθηκε το ντεπόζιτο παρά μόνο κολλήθηκε και επιπρόσθετα έγιναν κάποιες επιδιορθώσεις στο τρακτέρ για τις οποίες δεν είχαν δοθεί οδηγίες από αυτόν, που και πάλι δεν εκτελέστηκαν όπως έπρεπε. Για το λόγο αυτό, έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του όπως αποστείλει στους Παραπονούμενους σχετική επιστολή και στα πλαίσια αυτά αποστάληκε η επιστολή ημερομηνίας 4.1.2010 (Τεκμήριο 4). Παράλληλα, προχώρησε σε ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, λόγω του ότι οι εργασίες που αναφέρονται στα τιμολόγια δεν είχαν γίνει. Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω να κρίνω την αξιοπιστία τους. Κάνοντας αρχή με τον Μ.Κ.1 κ. Γεώργιο Αφαντίτη θα πρέπει να λεχθεί ότι ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από αμεσότητα, συνέπεια και σταθερότητα. Ως εκ της θέσεως του ως υπεύθυνος του συνεργείου των Παραπονουμένων έδωσε στο Δικαστήριο όλες τις πληροφορίες και εξηγήσεις αναφορικά με τις επιδιορθώσεις που έγιναν στο γεωργικό τρακτέρ του Κατηγορουμένου και επίσης ήταν σαφής ως προς τις χρεώσεις που περιλαμβάνονται στα τιμολόγια (Τεκμήριο 2) και ότι προτού διεκπεραιωθούν οι συγκεκριμένες εργασίες και δημιουργηθούν τα συγκεκριμένα έξοδα ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε σχετικά τηλεφωνικώς και συμφώνησε όπως γίνουν οι εργασίες και αποδέχθηκε το κόστος τους. Επίσης, σε σχέση με το θέμα του ντεπόζιτου του πετρελαίου στο οποίο έκανε αναφορά ο Κατηγορούμενος στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο κ. Αφαντίτης έδωσε πλήρη και αληθή περιγραφή των όσων είχαν συμβεί, και ανέφερε με λεπτομέρεια ότι αρχικά έλαβε τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο αναφορικά με το ότι το ντεπόζιτο του πετρελαίου είχε διαρροή και ότι θα το κολλούσε ο ίδιος. Λόγω, όμως, του ότι συνεχιζόταν το πρόβλημα, σε μεταγενέστερη τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν, οι Παραπονούμενοι του εισηγήθηκαν αντικατάσταση του ντεποζίτου, και για το σκοπό αυτό έγινε σχετική παραγγελία. Δυστυχώς, έφθασε στην Κύπρο λανθασμένο ντεπόζιτο και οι Παραπονούμενοι εισηγήθηκαν στον Κατηγορούμενο να κολλήσουν οι ίδιοι το ντεπόζιτο μέχρι να έρθει το καινούργιο, όπως και έγινε. Ακολούθως, έφθασε στην Κύπρο με courier το σωστό ντεπόζιτο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, το οποίο εφαρμόσθηκε κανονικά στο τρακτέρ που επιδιορθώθηκε πλήρως, εξ' ου και ο Κατηγορούμενος αργότερα το πώλησε σε τρίτο πρόσωπο. Τέλος, ο Μ.Κ.1 ήταν κατηγορηματικός ότι οι επιδιορθώσεις που έγιναν δεν καλύπτονταν από την εγγύηση αφού είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από την ημερομηνία αγοράς του τρακτέρ και ότι ο Κατηγορούμενος υπέγραψε τα τιμολόγια αποδεχόμενος πλήρως τόσο τις χρεώσεις όσο και τις εργασίες που είχαν γίνει. Στη βάση όλων των πιο πάνω, λοιπόν, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κ.Γεωργίου Αφαντίτη γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητα της. Ο υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου κ. Λοίζος Ευθυμίου (Μ.Κ.2) έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται επίσης αποδεκτή. Ανέφερε όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση και ήταν σχετικά με τα καθήκοντά του και δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ κατά την αντεξέταση του μάρτυρα του υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι πελάτης της Τράπεζας Κύπρου και δεν διατηρεί λογαριασμό εκεί, όπως επίσης ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε διαταγή για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής, στη μαρτυρία του ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε κανένα από τα στοιχεία αυτά. Το δε γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο τις γραπτές οδηγίες του Κατηγορουμένου προς την Τράπεζα ημερομηνίας 11.12.2009, καθότι αυτό δεν ζητήθηκε από την κα. Κακογιάννη, κρίνεται ότι δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του αφού το γεγονός της ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής δεν αμφισβητείται από τον Κατηγορούμενο. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, θα πρέπει από την αρχή να λεχθεί ότι η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν πτωχή αφού η μαρτυρία του ήταν ασαφής και συγχυσμένη, ενώ ήταν εμφανής η προσπάθειά του να αποκρύψει από το Δικαστήριο τα αληθινά γεγονότα προκειμένου να δικαιολογήσει με κάθε τρόπο την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Κατηγορούμενος προέβαλε τρείς διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Και εξηγώ: Αρχικά, ισχυρίστηκε ότι είχε συμφωνήσει με τους Παραπονούμενους την αλλαγή του ντεποζίτου του πετρελαίου του τρακτέρ του έναντι του ποσού των €1,600 αλλά αντί οι Παραπονούμενοι να αντικαταστήσουν το ντεπόζιτο με καινούργιο, το κόλλησαν χωρίς να επιδιορθωθεί το πρόβλημα. Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια αυτά ο Κατηγορούμενος δεν έκανε αναφορά στην ύπαρξη και/ή ισχύ οποιασδήποτε εγγύησης η οποία να κάλυπτε το κόστος αντικατάστασης του ντεποζίτου ή ότι οι Παραπονούμενοι ανέλαβαν να επιδιορθώσουν με δικά τους έξοδα το τρακτέρ του ως ήταν οι σχετικές υποβολές του κ. Θωμά στον Μ.Κ.1, αλλά τουναντίον ανέφερε ότι συμφώνησε να πληρώσει στους Παραπονούμενους το ποσό των €1,
- Παράλληλα, σημειώνεται ότι ενώ κατά την αντεξέταση του Μ.Κ. 1 ο κ. Θωμά υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η επιδιόρθωση του τρακτέρ συμφωνήθηκε να γίνει από τους Παραπονούμενους λόγω του ότι καλυπτόταν από την σχετική εγγύηση, εντούτοις κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι η εγγύηση που κάλυπτε το τρακτέρ είχε λήξει από το
- Αργότερα, και στην πορεία της μαρτυρίας του ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ότι οι εργασίες που περιλαμβάνονται στα τιμολόγια που κατατέθηκαν μαζί ως Τεκμήριο 2, έγιναν από τους Παραπονούμενους χωρίς την εντολή του και/ή την έγκρισή του. Η δε τρίτη εκδοχή που προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο ήταν ότι οι εργασίες που καταγράφονται στα τιμολόγια (Τεκμήριο 2) δεν έγιναν από τους Παραπονούμενους, με τρόπο ώστε να μην οφείλει σε αυτούς οποιοδήποτε ποσό. Επί αυτής της θέσης του Κατηγορούμενου, αξίζει να σημειωθεί ότι σε υποβολή της κας. Κακογιάννη προς αυτόν ότι είχε υποχρέωση εξόφλησης των τιμολογίων και κατ' επέκταση της επίδικης επιταγής, ο Κατηγορούμενος δικαιολόγησε την μη πληρωμή της επιταγής λόγω της ελαττωματικότητας του γεωργικού τρακτέρ. Οι πιο πάνω εκδοχές είναι αφενός διαφορετικές και αφετέρου αντικρουόμενες αφού δεν μπορούν να ισχύσουν ταυτόχρονα και παράλληλα. Αξίζει δε να σημειωθεί επιπρόσθετα ότι ενώ ο κ. Θωμά υπέβαλε στον Μ.Κ. 1 ότι μετά την 30.1.2010 κάποιος υπάλληλος των Παραπονουμένων επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι δεν χρωστά στους Παραπονούμενους οποιοδήποτε ποσό και η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στην Τράπεζα εκ λάθους, ο Κατηγορούμενος στην μαρτυρία του δεν έκανε οποιαδήποτε τέτοια αναφορά, με τρόπο ώστε η σχετική υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης να παρέμεινε μετέωρη. Παρομοίως, σημειώνεται ότι στην μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό του Μ.Κ. 1 επί το ότι μετά την επιδιόρθωση του τρακτέρ από τους Παραπονούμενους ο Κατηγορούμενος πώλησε το τρακτέρ σε τρίτο πρόσωπο. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω και σε σχέση με τη θέση του Κατηγορούμενου ότι είδε τα τιμολόγια για πρώτη φορά περί τα τέλη του 2009 με αρχές του 2010 παρατηρούνται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την θέση του Κατηγορούμενου, η επίδικη επιταγή εκδόθηκε περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2009 και ο ίδιος, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, προέβηκε σε ανάκληση της πληρωμής της επιταγής 2-3 ημέρες αφού παρέλαβε το τρακτέρ από τους Παραπονούμενους. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν ως μη ανταποκρινόμενοι στην αλήθεια αφού σύμφωνα με τον Μ.Κ. 2 (ο οποίος και δεν αντεξετάστηκε επί της θέσης του αυτής), οι οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο στις 11.12.
- Τα ίδια ισχύουν και αναφορικά με τη θέση του Κατηγορούμενου επί το ότι τα τιμολόγια (Τεκμήριο 2) του δόθηκαν πολύ αργότερα και πιο συγκεκριμένα περί τα τέλη του 2009 με αρχές του 2010, αφού τα εν λόγω τιμολόγια, τα οποία και καταγράφουν όλες τις εργασίες που διεκπεραιώθηκαν από τους Παραπονούμενους, έχουν εκδοθεί στις 10.12.2009 και φέρουν την υπογραφή του Κατηγορούμενου, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε σχετική εξήγηση από αυτόν τόσο σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους τα υπέγραψε (εφόσον δεν συμφωνούσε ότι οι εργασίες αυτές έγιναν ή ότι έγιναν σωστά) όσο και σε σχέση με την ημερομηνία υπογραφής τους. Στη βάση όλων των πιο πάνω, λοιπόν, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνεται απορριπτέα και απορρίπτεται. Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα ανάλογα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ως περιγράφεται πιο πάνω. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Είναι νομολογημένο ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το φέρει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Charitonos v. The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε μεταξύ άλλων Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος καθορίζεται στο άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 που έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Επίσης, το εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου υποδεικνύει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και μη σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2), όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στις υποθέσεις Γιάννης Βούρας ν. Ανδρέα, Λουκά Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 Α.Α.Δ. 153 και Philippa Estates Ltd. v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ.142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση της επιταγής από τον κατηγορούμενο, και (β) Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου κρίνω ότι και τα δύο συστατικά στοιχεία έχουν αποδειχθεί από την πλευρά των Παραπονουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επί του θέματος αυτού δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον κ. Θωμά ότι δεν έχει δοθεί μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε και/ή υπέγραψε την επίδικη επιταγή αφού ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην μαρτυρία του δεν αμφισβήτησε ότι υπέγραψε και εξέδωσε την επίδικη επιταγή αλλά αντίθετα ανέφερε ότι το έπραξε. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το ζήτημα της κατάθεσης της επιταγής στην τράπεζα για πληρωμή και το ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής αφού αφενός ο Κατηγορούμενος παραδέχεται στη μαρτυρία του ότι έδωσε οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής για τους λόγους που ο ίδιος επικαλείται αφετέρου τα στοιχεία αυτά προκύπτουν και από τις σφραγίδες που έχουν τεθεί επί της επίδικης επιταγής σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 305Α. Επομένως, στη βάση της αποδεκτής ενώπιον μου μαρτυρίας και των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η πλευρά των Παραπονούμενων έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αφού απέδειξε τα ακόλουθα γεγονότα:
- Πρώτον, ότι η επίδικη επιταγή (Τεκμήριο 1) εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο περί την 10.12.2009 ο οποίος αφού την υπέγραψε την παρέδωσε στους Παραπονούμενους προς εξόφληση των τιμολογίων που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2 και αφορούσαν την επιδιόρθωση του γεωργικού τρακτέρ του από το συνεργείο των Παραπονουμένων.
- Η πληρωμή της επίδικης επιταγής ανακλήθηκε από τον Κατηγορούμενο με γραπτές οδηγίες του ημερομηνίας 11.12.
- Επιπρόσθετα, από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι η επίδικη επιταγή κατατέθηκε προς εξαργύρωση στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd (υποκατάστημα Στασίνου) στις 29.1.2010 και ακολούθως παρουσιάστηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στις Αγγλισίδες και στις 2.2.2010 επιστράφηκε με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής Stop Payment», γεγονός που επίσης δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Ενόψει της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος που αφορά το αδίκημα της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής και της παραδοχής του Κατηγορούμενου ότι ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής και με δεδομένη τη σφραγίδα που τέθηκε επί αυτής, η θέση του κ. Θωμά ότι η πλευρά των Παραπονουμένων όφειλε να παρουσιάσει κατάσταση του λογαριασμού του Κατηγορούμενου ώστε να αποδεικνύεται ότι η επιταγή δεν έχει εξαργυρωθεί δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Τέλος, σε σχέση με τη θέση του κ. Θωμά ότι η πλευρά των Παραπονουμένων έπρεπε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τους λόγους ανάκλησης της επίδικης επιταγής, παρατηρώ ότι οι Παραπονούμενοι απέδειξαν, ως όφειλαν, το γεγονός της πρόκλησης της μη εξόφλησης της επιταγής από τον Κατηγορούμενο που είναι αρκετό για τους σκοπούς της υπόθεσης τους. Οι οποιοιδήποτε λόγοι για τους οποίους ανακλήθηκε η επίδικη επιταγή αφορούν την υπεράσπιση, η οποία έχει και την υποχρέωση να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων για το εύλογο της ανάκλησης. Συνεπώς, με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ. Από τη στιγμή που στην προκειμένη περίπτωση όλα τα συστατικά στοιχεία του υπό κρίση αδικήματος έχουν αποδειχθεί, το βάρος ύπαρξης «εύλογης αιτίας» για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής, όπως αυτή παρέχεται μέσα από το άρθρο 305Α
(2), πέφτει στους ώμους του κατηγορούμενου, ο οποίος καλείται να αποδείξει το γεγονός αυτό με την προσκόμιση μαρτυρίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλέπε μεταξύ άλλων Papadopoulos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ.108, GP Ergatides Motors Ltd. v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd. v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά «εύλογη αιτία» στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου (πιο πάνω). Συγκεκριμένα, στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης και αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στη φράση bona fide (καλή τη πίστη) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honesty» (ειλικρίνεια). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου
(2), ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος, στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδάφιο 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, ήτοι του μη ανακλητού της επιταγής. Μέσα στα ίδια νομικά πλαίσια κινείται και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.1.2012 στην Ποινική Έφεση Αρ. 246/2009, Αντρέου v. Vangel Art Ltd και άλλος και η πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 31.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 38/2010 στην Φωτίου ν. Exantas Marine Enterprises Ltd. Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος προέβαλε διάφορες και αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τους λόγους για τους οποίους προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής και η μαρτυρία του απορρίφθηκε από το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγούνται λεπτομερώς πιο πάνω. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, ελλείπει το όποιο υπόβαθρο γεγονότων, επί του οποίου θα μπορούσε να γίνει εύρημα από το Δικαστήριο ότι η ενέργεια του Κατηγορουμένου να προβεί σε ανάκληση της επίδικης επιταγής ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Τουναντίον, είναι εμφανές ότι τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο σε σχέση με τον λόγο ανάκλησης της επιταγής αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις προβληθείσες με μοναδικό σκοπό να δικαιολογήσει την πράξη του. Πέραν τούτου, αξίζει να σημειωθεί και κάτι άλλο. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 305Α
(2), επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας μπορεί να γίνει από κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της (βλέπε Κονιζίδου ν. Αρέστη (αρ. 1)
(2009)2 Α.Α.Δ. 345). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του Μ.Κ. 2 ο κ. Θωμά υπέβαλε σε αυτόν, μεταξύ άλλων, ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε ανάκληση πληρωμής της επίδικης επιταγής, παρόλο που ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το σημείο αυτό στη μαρτυρία του και ο ίδιος κατέθεσε ότι όντως προέβηκε σε ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Όταν δε ο Μ.Κ. 2 έκανε αναφορά στις γραπτές οδηγίες του Κατηγορούμενου, δεν του ζητήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το έγγραφο αυτό. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αυτές και ενόψει της μη προσκόμισης των σχετικών οδηγιών του Κατηγορούμενου προς την Τράπεζα Κύπρου για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής, οι όποιες θέσεις του Κατηγορούμενου ως προς τους λόγους για τους οποίους προέβηκε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής παραμένουν μετέωρες και χωρίς τεκμηρίωση. Ανεξαρτήτως των όσων αμέσως αναφέρονται πιο πάνω, επαναλαμβάνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο, στο βαθμό που όφειλε, ότι πίστευε ειλικρινά ότι είχε δικαίωμα να προβεί στην ανάκληση της εν λόγω επιταγής. Η πεποίθησή του, πέραν του ότι δεν ήταν ειλικρινής, δεν ήταν ούτε και εύλογη με βάση τα γεγονότα και τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και συνθέτουν την υπόθεση. Ενδεικτικό της μη ύπαρξης εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής και του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν είχε εύλογη αιτία να ενεργήσει ως έπραξε είναι η κακοπιστία με την οποία ενήργησε αφού όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και έχουν γίνει αποδεκτά, ενώ ο Κατηγορούμενος υπέγραψε τα τιμολόγια (Τεκμήριο 2) και παρέδωσε στους Παραπονούμενους την επίδικη επιταγή στις 10.12.2009, η οποία θα ήταν πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο, προκειμένου, όπως ο ίδιος ανέφερε, να παραλάβει το γεωργικό τρακτέρ από τους Παραπονούμενους το βράδυ της ίδιας ημέρας, την αμέσως επόμενη ημέρα προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής. Συνεπώς, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε ούτε και πίστευε ποτέ ότι είχε λόγο να ανακαλέσει την επίδικη επιταγή και όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε δεν μπορούν παρά να κριθούν ως εκ των υστέρων σκέψεις. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Δεν παραγνωρίζω ότι στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αποδίδεται σε αυτόν ότι ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής την 2.2.2010 ενώ σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου η ανάκληση έγινε στις 11.12.2009. Έχοντας, όμως, κατά νου τις αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Sammy Imbrahim Imbahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39 και Ανδρέας Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458 είμαι της άποψης και ως εκ τούτου κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει πλην όμως με την διαφοροποίηση των λεπτομερειών της ώστε η ημερομηνία ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής να είναι η 11.12.2009 και όχι η 2.2.2010 που αναφέρεται στις λεπτομέρειες. Κατά συνέπεια, και με βάση τα όσα έχω αναφέρει, κρίνω ότι η πλευρά των Παραπονούμενων απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή τους εναντίον του Κατηγορουμένου, τον οποίο βρίσκω ένοχο στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει με την πιο πάνω διαφοροποίηση. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο