← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κυριάκου Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 6114/2013, 4/7/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κυριάκου Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 6114/2013, 4/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥKΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6114/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Κυριάκου Κυριάκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4 Ιουλίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Έ. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Τσιαννή Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Στις 5.1.2012 επεσυνέβηκε θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα στο δρόμο Παλαιχωρίου - Λευκωσίας στην επαρχία Λευκωσίας με ενεχόμενα οχήματα το μονοκάμπινο με αρ. εγγραφής ΗΤΡ 561 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΡΡ 161 που οδηγούσε το θύμα, Βασιλική Κωνσταντίνου, τέως από την Κλήρου, ηλικίας 59 ετών. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για το αδικήμα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα (πρώτη κατηγορία) και το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, ήτοι ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμανση που χαράχτηκε από την αρμόδια αρχή και παραβίασε άσπρη συνεχή γραμμή (δεύτερη κατηγορία). Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και στις δυο κατηγορίες που αντιμετώπιζε κατόπιν παραδοχής του. Τα γεγονότα ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και τα οποία δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση έχουν ως ακολούθως: Την 5.1.2012 και περί ώρα 14:15 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μονοκάμπινο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΤΡ 561 στο δρόμο Παλαιχωρίου - Λευκωσίας με κατεύθυνση προς Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, στο γεφύρι πάνω από τον ποταμό Σερράχη, παρά το χωριό Κλήρου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να συγκρουστεί μετωπικά με το εξ' αντιθέτου του ερχόμενο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΡΡ 161 που οδηγούσε το θύμα. Από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης το πίσω μέρος του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΕΡΡ 161 ανασηκώθηκε γυρίζοντας ταυτόχρονα προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να κτυπήσει και να καθίσει πάνω στο μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου όπου και ακινητοποιήθηκε. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου γύρισε και αυτό με το πίσω μέρος του αριστερά και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του. Την σκηνή επισκέφθηκε η ώρα 14:35 ο Μ.Κ.3 ο οποίος βρήκε τα ενεχόμενα αυτοκίνητα στην τελική τους θέση. Το θύμα ήταν σοβαρά τραυματισμένο και παγιδευμένο στη θέση του οδηγού και είχε τις αισθήσεις της. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν και αυτός παγιδευμένος εντός του οχήματος του και παρόλο που ήταν τραυματισμένος είχε τις αισθήσεις του. Στη σκηνή παρόντες ήταν και οι Μ.Κ. 1 και

  1. Στη σκηνή κατέφθασαν μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας με επικεφαλής τον Υπαστυνόμο Χρ. Παναγή, οι οποίοι αποπαγίδευσαν το θύμα. Τόσο το θύμα όσο και ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γ.Ν.Λ/σίας συνοδεία της Μ.Κ.4, όπου ο επί καθήκοντι ιατρός Μ.Κ.5 πιστοποίησε τον θάνατο του θύματος η ώρα 16:04 ενώ ο κατηγορούμενος αφού έτυχε των Πρώτων Βοηθειών παρέμεινε για περαιτέρω νοσηλεία ως πολυτραυματίας στο Χειρουργικό Τμήμα καρδιάς, αγγείων και θώρακα. Ακολούθως, ο Μ.Κ.3 απέκλεισε τη σκηνή την οποία διατήρησε ανέπαφη μέχρι την άφιξη των M.Κ. 11 και 12 η ώρα 15:30, τους οποίους ενημέρωσε για τις ενέργειές του και τις πληροφορίες που είχε για το δυστύχημα. Ο M.Κ.11 με την βοήθεια του Μ.Κ.12 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο και σημείωσε σε αυτό όλα τα ευρήματα, το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχόμενων αυτοκίνητων με το γράμμα «Χ», το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου του θύματος στο μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα με το γράμμα «X1» και έλαβε όλες τις απαραίτητες μετρήσεις. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας (δύση ηλίου 17:49) και ο καιρός ήταν αίθριος. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή. Ο δρόμος στο σημείο του δυστυχήματος σχημάτιζε δεξιά στροφή με ελαφριά κατωφέρεια σύμφωνα με την πορεία του κατηγορουμένου. Ο δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα κυκλοφορίας για την κάθε κατεύθυνση. Η ορατότητα του κατηγορούμενου ως προς την πορεία του αυτοκίνητου του θύματος μετρήθηκε από τον M.Κ. 11 και ήταν 80μ. Ο δρόμος είναι εκτός κατοικημένης περιοχής με όριο ταχύτητας 65 χαω. Στην σκηνή του δυστυχήματος εντοπίστηκαν τριψίματα στην άσφαλτο που προκλήθηκαν από εξαρτήματα των αυτοκίνητων κατά την διάρκεια της σύγκρουσης και της απεμπλοκής τους όπως και χώματα και λάδια τα οποία έπεσαν από τα δύο αυτοκίνητα κατά τη σύγκρουση και κατέληγαν στη τελική θέση των δυο αυτοκινήτων. Τόσο τα τριψίματα όσο και τα χώματα και τα λάδια βρίσκονταν μέσα στην λωρίδα που χρησιμοποιούσε το θύμα (σχετικές είναι οι φωτογραφίες υπ. αρ. 9 και 10 του Τεκμηρίου 3Α). Τα ενεχόμενα οχήματα βρέθηκαν στην τελική τους θέση (γράμματα Α2 και Β2 επί σχεδίου- Τεκμήριο 1- και φωτογραφίες 1 - 4 του Τεκμηρίου 3Α). Το σημείο σύγκρουσης «Χ» τοποθετήθηκε με βάση τις πορείες των δύο οχημάτων, τις ζημιές που υπέστησαν, την τελική τους θέση και τα ίχνη που αναφέρονται πιο πάνω. Το σημείο σύγκρουσης «X1» τοποθετήθηκε στο σημείο που το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΡΡ 161 ανέβηκε στο προστατευτικό κιγκλίδωμα. Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου υπέστηκε ζημιά στο μπροστινό μέρος του από τη μέση προς τα δεξιά. Συγκεκριμένα, υπέστηκε ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα, στο καπό, στο μπροστινό δεξιό φτερό, στο μπροστινό δεξιό τροχό και στην πόρτα του οδηγού, ενώ το αυτοκίνητο του θύματος υπέστηκε ζημιά στο μπροστινό μέρος του από τη μέση προς τα δεξιά. Συγκεκριμένα, υπέστηκε ζημία ο μπροστινός προφυλακτήρας, το καπό, τα μπροστινά φανάρια και ο δεξιός μπροστινός τροχός. Επίσης θρυμματίστηκε ο μπροστινός ανεμοθώρακας και διπλώθηκε η καμπίνα. Από τη σύγκρουση του με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου το μπροστινό μέρος και η μηχανή σπρώχθηκαν προς τα μέσα. Από τη σύγκρουση στο κιγκλίδωμα υπέστηκε ζημιές ο πισινός προφυλακτήρας. Λόγω των πολλαπλών ζημιών που υπέστησαν και τα δύο οχήματα στάληκε επιστολή στο Τ.Ο.Μ για την διαγραφή τους Το μεταλλικό κιγκλίδωμα δεν υπέστηκε καμιά ζημιά. Το μεν θύμα τραυματίσθηκε θανάσιμα στη σκηνή και πιστοποιήθηκε ο θάνατος της στο Γ.N.Λ/σίας, ο δε κατηγορούμενος τραυματίστηκε σοβαρά και ως πολυτραυματίας μεταφέρθηκε στο Γ.Ν.Λ/σίας όπου αφού έτυχε χειρουργικής επέμβασης κρατήθηκε για νοσηλεία στο Χειρουργικό Τμήμα καρδιάς, αγγείων και θώρακα. Η σκηνή φωτογραφήθηκε από τον M.Κ.
  2. Τα ενεχόμενα αυτοκίνητα μεταφέρθηκαν με ρυμουλκό στην Τροχαία Λ/σίας όπου την 8.1.2012 ο Λοχ. 4721 Θεοκλέους στην παρουσία του Μ.Κ.9 τα έλεγξε μηχανικά και δεν διαπίστωσε σε αυτά οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα πριν το δυστύχημα. Κατά την διάρκεια του ελέγχου ο Μ.Κ. 9 έβγαλε αριθμό φωτογραφιών. Λήφθηκε ένα φιαλίδιο με αίμα από τον κατηγορούμενο το οποίο παραδόθηκε στον Μ.Κ.
  3. Την 6.1.2012 και ώρα 09:00 στο νεκροτομείο του Γ.Ν.Λ/σίας, στην παρουσία του Μ.Κ. 10 ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σορό του θύματος αφού αναγνωρίσθηκε από την Μ.Κ.6 και διαπίστωσε ότι ο θάνατός της προήλθε από κάκωση σώματος και ζωτικών οργάνων ως είναι κατά τροχαίο ατύχημα. Η σορός φωτογραφήθηκε από τον Μ.Κ.
  4. Από το πρόχειρο σχέδιο που ετοιμάστηκε ο M.Κ.11 σχεδίασε άλλο επί κλίμακας (Τεκμήριο 1). Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς επί του ότι την 5.1.2012 και περί ώρα 14:15 στον δρόμο Παλαιχωρίου - Λευκωσίας παρά το χωριό Κλήρου ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΤΡ561 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ενάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του θύματος και ότι κατά την ίδια ημερομηνία και ώρα και στον ίδιο τόπο οδηγούσε το ίδιο αυτοκίνητο και παραβίασε σήμα τροχαίας δηλαδή άσπρη συνεχή γραμμή. Αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο απάντησε: «Δεν εκατάλαβα πως έκαμα το άξιτεντ». Τέλος, αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ούτε έχει βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησής του. Η κα. Τσιαννή στα πλαίσια της αγόρευσής της αναφέρθηκε τόσο στις συνθήκες διάπραξης του δυστυχήματος όσο και στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Με αναφορά στα πιο πάνω γεγονότα, η συνήγορος υπεράσπισης επεσήμανε στο Δικαστήριο ότι το ατύχημα έλαβε χώρα λόγω του ότι ο κατηγορούμενος αποκοιμήθηκε ενόψει του ότι επηρεάστηκε από τη λήψη του σιροπιού Medofed το οποίο του δόθηκε την ίδια ημέρα και που δυνατόν να προκαλέσει υπνηλία στα άτομα που το λαμβάνουν. Απέδωσε, λοιπόν, το ατύχημα σε ένα στιγμιαίο σφάλμα από μέρους του κατηγορούμενου ενόψει του ότι ο ίδιος λόγω ηλικίας και φυσικής κατάστασης δεν αντελήφθηκε, ως όφειλε, τις οδηγίες και τις συστάσεις της γιατρού που του χορήγησε το συγκεκριμένο σιρόπι. Η κα. Τσιαννή σημείωσε επίσης ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε σοβαρά από το ατύχημα και προς τούτο παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος υπέστηκε πολυτραυματισμό από το ατύχημα και παρέμεινε στο νοσοκομείο κατά την περίοδο 5.1.2012 - 23.1.
  5. Ήταν, τέλος, η θέση της συνηγόρου ότι το θύμα, η οποία ήταν μαθητευόμενη οδηγός και δεν συνοδευόταν από κάποιο άλλο πρόσωπο, δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε ελιγμό προς το σκοπό αποφυγής του δυστυχήματος. Συνεχίζοντας, η συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, στοιχείο που δεικνύει την μεταμέλεια του, το λευκό του ποινικό μητρώο, όπως επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν επαγγελματίας οδηγός για πέραν των 30 χρόνων χωρίς να διαπράξει οποιαδήποτε τροχαία παράβαση. Επιπρόσθετα, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η ασφαλιστική εταιρεία του κατηγορούμενου έχει αποζημιώσει πλήρως την διαχειρίστρια της περιουσίας του θύματος και προς επιβεβαίωση της θέσης της αυτής παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετική δήλωση απαλλαγής ημερομηνίας 17.5.
  6. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από όπου προκύπτει ότι είναι ηλικίας 74 ετών. Είναι συνταξιούχος και διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία παλαιού τύπου μαζί με την σύζυγό του, την μικρότερη κόρη τους ηλικίας 35 ετών και την αλλοδαπή φροντίστρια. Πέραν από την 35χρονη κόρη του, από τον γάμο τους απέκτησαν άλλα τρία παιδιά ηλικίας 46, 45 και 43 ετών τα οποία ζούν με τις οικογένειες τους σε άλλες οικίες. Ο κατηγορούμενος εργάστηκε αρχικά σε κατάστημα με ταπετσαρίες ενώ παράλληλα βοηθούσε τον πατέρα του στα χωράφια. Αργότερα, εργάστηκε σε έμπορο ξυλείας ως εργάτης - οδηγός και λίγο πριν από την συνταξιοδότησή του εργάστηκε σε έμπορα σιδήρου επίσης ως εργάτης - οδηγός. Ο κατηγορούμενος λαμβάνει σύνταξη εκ €703,00 μηνιαίως ενώ η σύζυγός του επίσης λαμβάνει σύνταξη εκ €352,00 μηνιαίως. Το 2009 η σύζυγός του υπέστηκε εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα η δεξιά της πλευρά να είναι εντελώς ακίνητη. Η ίδια δυσκολεύεται να κινηθεί και μπορεί να το πράξει με τη βοήθεια μπαστουνιού υποβασταζόμενη από τον κατηγορούμενο. Γενικότερα, όπως προκύπτει από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο κατηγορούμενος συμβάλλει σημαντικά στην φροντίδα της συζύγου του αφού η ίδια δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετείται. Mε βάση όλα τα πιο πάνω και με δεδομένη την επίδραση που θα έχει η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας στον κατηγορούμενο και στη σύζυγό του, η συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε όπως σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και αναστείλει την εκτέλεσή της. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί τα ακόλουθα: «
  7. Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω πρόνοιες, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν.86/1972, το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, ενώ με βάση το άρθρο 20Α του ιδίου Νόμου, προβλέπεται εξουσία επιβολής βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης. Αναμφίβολα το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται και από τις προβλεπόμενες ποινές. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις στον τόπο μας και για το λόγο αυτό η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «..Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Επίσης, στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 242, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 249: «Τα θανατηφόρα δυστυχήματα κατάντησαν τραγικό καθημερινό φαινόμενο στον τόπο μας, ο οποίος κατέχει χείριστη θέση στον κατάλογο των ευρωπαϊκών χωρών, ειδικά για τα θανατηφόρα δυστυχήματα αλλά και γενικότερα, για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής συμπεριφοράς. Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με του κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καταγράφονται και σε αριθμό άλλων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 460 και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού Στυλιανού
(2009)2 Α.Α.Δ. 543. Όπως επίσης προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, η ποινή που επιβάλλεται σε πρόσωπο το οποίο καταδικάσθηκε για ένα τέτοιο αδίκημα είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα περιστατικά της υπόθεσης, την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, τα σοβαρά επακόλουθα της αλόγιστης, επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης καθώς και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Επιπρόσθετα, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου φαίνεται ότι καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την επιλογή του είδους της ποινής που θα πρέπει να επιβάλει, αποτελεί το κατά πόσον η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αφορά σε μια στιγμιαία αβλεψία ή σφάλμα ή απροσεξία ή κατά πόσον αφορά σε μια εγωιστική παραγνώριση και αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια άλλων προσώπων. Όπως έχει τονιστεί, στην περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή θα πρέπει να περιορίζεται σε χρηματικό πρόστιμο, συνδυαζόμενη με στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να κατέχει άδεια οδήγησης, εκτός φυσικά αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Από την άλλη, όμως, εαν το θανατηφόρο ατύχημα είναι αποτέλεσμα εγωιστικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, με την οποία παραγνωρίζει την ασφάλεια άλλων προσώπων, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλλει ποινή στερητική της ελευθερίας, συνδυαζόμενη και πάλι με στέρηση της άδειας οδηγού. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Charalambous v. Police
(1986)2 C.L.R. 128, Σταύρος Δημητρίου Τσιολής ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 66, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Παμπακάς ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 487, Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115, Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331, Νίκος Χ'Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεώργιου Χρίστου Τόμα
(2005)2 Α.Α.Δ. 713 και Χαράλαμπος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 399). Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας τις κατευθυντήριες γραμμές ως προς τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να αποφασιστεί κατά πόσο ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης τα οποία έθεσε η Αγγλική απόφαση R v. Guilfoyle [1973] 2 All E.R. 844, ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 114 και 115: «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο ενώ το λευκό του ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινής φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με το λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.» Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.12.2011 στην Ποινική Έφεση αρ. 54/2011 Κυριάκος Παντέλας v. Αστυνομίας, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για την πρόκληση θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, επαναδιατύπωσε τις πιο πάνω αρχές που έθεσε η νομολογία. Με αναφορά στην R v. Βοswell [1984] 3 All ER 353, υποδείχθηκε ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επιμονή και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες. Άλλοι τέτοιοι παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγοντας είναι επίσης η ύπαρξη προηγουμένων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσον περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθεια του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Το κατά πόσον το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό μπορούν επίσης να θεωρηθούν ελαφρυντικά στοιχεία. Για σκοπούς προσδιορισμού του είδους της ποινής το Δικαστήριο καλείται σε πρώτο στάδιο να αποφασίσει κατά πόσον το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε από κάποιο στιγμιαίο σφάλμα στο οποίο υπέπεσε ο κατηγορούμενος, όπως το εισηγείται η υπεράσπιση, ή λόγω κακής, επικίνδυνης και απερίσκεπτης οδήγησης με πλήρη αδιαφορία σχετικά με την ασφάλεια άλλων προσώπων. Επί του θέματος αυτού, ήταν η θέση της κας. Τσιαννή ότι το ατύχημα προκλήθηκε ουσιαστικά από το σφάλμα του κατηγορούμενου να οδηγήσει ενώ έλαβε το συγκεκριμένο φάρμακο το οποίο δυνατόν να του προκαλούσε υπνηλία, παρά τις σχετικές συστάσεις και οδηγίες της γιατρού του, τις οποίες δεν αντελήφθηκε επαρκώς. Με όλο το σεβασμό προς την συνήγορο υπεράσπισης, κρίνω ότι τα όσα υποστηρίζει δεν ευσταθούν, ενοψει των όσων αναφέρονται πιο κάτω: Όπως αναφέρεται στην κατάθεση που λήφθηκε από την Δρ. Μαρία Ποπίδου (Τεκμήριο 5) η οποία είναι γιατρός στο Αγροτικό Κέντρο Υγείας Παλαιχωρίου, ο κατηγορούμενος προσήλθε στο ιατρείο της το πρωινό της 5.1.2012 αναφέροντας συμπτώματα κοινού κρυολογήματος, πονοκέφαλο, πυρετό, ρηνίτιδα και υγρό βήχα. Του δόθηκαν συστάσεις για λήψη υγρών, panadol επί πυρετού, σιρόπι medofed 10mlχ2, αποσυμφορητικό φάρμακο για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της αναπνευστικής οδού. Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για τις παρενέργειες του φαρμάκου medofed και ότι μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και του αναφέρθηκε ότι δεν πρέπει να οδηγεί και να παραμείνει κατ' οίκον καθόσον λαμβάνει το φάρμακο αυτό. Η υπνηλία είναι παρενέργεια του φαρμάκου αυτού η οποία αναφέρεται και στις σχετικές οδηγίες του. Σύμφωνα με την Δρ. Ποπίδου σε κάποιους ανθρώπους, ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου, μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και σε κάποιους άλλους όχι, ενώ αρχίζει να δρα στον ασθενή περίπου μισή με μία ώρα μετά τη λήψη του. Το φύλλο οδηγιών χρήσης του φαρμάκου medofed κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 και σε αυτό καταγράφεται μεταξύ άλλων ότι «μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και να επηρεάσει αρνητικά την ακουστική ικανότητα. Οι ασθενείς δεν πρέπει να οδηγούν, να χειρίζονται μηχανήματα ή να ασχολούνται με εργασίες που απαιτούν αυξημένη ετοιμότητα και εγρήγορση πριν βεβαιωθούν ότι οι αντιδράσεις τους δεν έχουν επηρεαστεί». Στην ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι δεν θυμάται πως επεσυνέβηκε το τροχαίο ατύχημα και ότι κάποιες ώρες πριν οδηγήσει είχε πιεί το φάρμακο medofed για τον λαιμό και μια γουλιά ζιβανία, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την μη κατανόηση των οδηγιών (συστάσεων) της Δρος Ποπίδου, με τρόπο ώστε το σχετικό επιχείρημα της κας Τσιαννή να παραμένει μετέωρο και χωρίς τεκμηρίωση. Είναι φανερό από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου ότι το επίδικο δυστύχημα προκλήθηκε λόγω του ότι ο κατηγορούμενος αποκοιμήθηκε συνεπεία της λήψης του φαρμάκου medofed του οποίου μια από τις παρενέργειες είναι η υπνηλία. Ο κατηγορούμενος ενώ πληροφορήθηκε για την παρενέργεια αυτή από την Δρ. Ποπίδου η οποία και του σύστησε να περιοριστεί κατ' οίκον και να μην οδηγήσει, οδήγησε το αυτοκίνητό του παρά τις συστάσεις αυτές και αφού αποκοιμήθηκε έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και εισήλθε εντός της λωρίδας της αντίθετης κατεύθυνσης με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε το θύμα το οποίο έτυχε να περνά από την αντίθετη κατεύθυνση και τον τραγικό θάνατό της. Η πράξη του να οδηγήσει το αυτοκίνητό του υπό αυτές τις συνθήκες ήταν απερίσκεπτη αφού ο ίδιος εν γνώσει του ορατού, προβλεπτού και υπαρκτού κινδύνου να επηρεαστεί από την λήψη του φαρμάκου αυτού, αγνόησε τις συστάσεις της γιατρού του, αδιαφορώντας πλήρως για την ασφάλεια των προσώπων που τυχόν να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Κώστας Σιμιλλίδης ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 152, όπου ενώ ο εφεσείων οδηγούσε το αυτοκίνητό του στον κύριο δρόμο Πόλης Χρυσοχούς-Πωμού, με κατεύθυνση την Πόλη Χρυσοχούς, σε ένα σημείο του δρόμου εντός του χωριού Πωμού όπου υπάρχει μια δεξιά στροφή προς τη διεύθυνση του εφεσείοντα, ο τελευταίος παρέλειψε να οδηγήσει το αυτοκίνητο του στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, καθώς όφειλε, και αντί αυτού εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκείνη τη στιγμή ερχόταν το θύμα οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του. Το αυτοκίνητο του εφεσείοντα κτύπησε τη μοτοσικλέτα. Η σύγκρουση ήταν μοιραία για τον μοτοσικλετιστή. Το αυτοκίνητο του εφεσείοντα κτυπώντας το μοτοσικλετιστή τον παρέσυρε, μαζί με τη μοτοσικλέτα, σε κάποια απόσταση μετά τη σύγκρουση. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας απεβίωσε λόγω των τραυμάτων που υπέστηκε. Ο εφεσείων κατηγορήθηκε για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, και αφού κρίθηκε ένοχος του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Αποτέλεσε θέση του κατηγορούμενου ότι η οδήγηση του στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας οφειλόταν σε στιγμιαία κούραση. Επί αυτής του της θέσης παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 155: «Κρίνουμε, υπό τις περιστάσεις, πως ο ισχυρισμός του ίδιου του εφεσείοντα, ότι δηλαδή η οδήγηση του αυτοκινήτου του στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας οφειλόταν σε στιγμιαία κούραση που αισθάνθηκε, δεν ευσταθεί. Και τούτο γιατί στην εκδήλωση της κούρασης θα συνέδραμαν προηγουμένως παράγοντες οι οποίοι και έδωσαν ικανή προειδοποίηση στον εφεσείοντα για την επέλευση της. Τα πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά αναδεικνύονται στην υπόθεση, είναι τα εξής: Ο ίδιος ο εφεσείων δέκτηκε πως γνώριζε πολύ καλά τη διαδρομή. Γνώριζε επίσης ειδικά τη στροφή που έγινε το δυστύχημα, και πως η μικρή απόσταση ορατότητας περιοριζόταν ακόμη περισσότερο από δέντρα που υπήρχαν στην άκρη του δρόμου. Στο οδόστρωμα υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή που διαχώριζε τις δύο κατευθύνσεις. Ο εφεσείων από τη δική του λωρίδα βρέθηκε σ΄ αυτή της αντίθετης κατεύθυνσης, με αποτέλεσμα τη φοβερή σύγκρουση και την πρόκληση του θανάτου στο πρόσωπο που εκείνη την ώρα έτυχε να οδηγεί από την αντίθετη κατεύθυνση.» Στη βάση των πιο πάνω, λοιπόν, κρίνεται ότι το ατύχημα δεν προκλήθηκε από ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορούμενου αλλά αντίθετα προκλήθηκε λόγω της απερίσκεπτης ενέργειας του κατηγορούμενου να οδηγήσει υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω με πλήρη αδιαφορία για την ασφάλεια των προσώπων που ενδεχόμενα να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Συναφώς σημειώνεται ότι ούτε η εισήγηση της κας. Τσιαννή ως προς την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από την πλευρά του θύματος λόγω της μη λήψης οποιωνδήποτε μέτρων για αποφυγή της σύγκρουσης με βρίσκει σύμφωνη, και αυτό γιατί από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο ως προς την απόσταση στην οποία το θύμα διαπίστωσε την είσοδο του οχήματος του κατηγορούμενου στη λωρίδα κυκλοφορίας της ή την απόσταση στην οποία θα μπορούσε να το αντιληφθεί ούτε και ως προς το κατά πόσον υπήρχε υπό τις περιστάσεις δυνατότητα αποφυγής της σύγκρουσης, αν υπήρχαν άλλα οχήματα στο δρόμο κ.λ.π. Η επιβολή ποινής είναι ένα δύσκολο και πολύ λεπτό έργο αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου κατηγορουμένου από την άλλη. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύει την ποινή έτσι που να αρμόζει στις συνθήκες του κατηγορουμένου δεν ατονεί ακόμα και όταν επιβάλλεται η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Δεν πρέπει, όμως, με την εξατομίκευση της ποινής να εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό του χαρακτήρα της (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 98/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2012). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Πόσο μάλλον σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα τα οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση και αποτελούν μάστιγα της κοινωνίας μας. Είναι, πλέον, αναγκαίο τα Δικαστήρια να δώσουν το μήνυμα ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που επιφέρουν θάνατο σε πρόσωπα, πόνο αλλά και οικονομικές ζημιές δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (Βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σωτηρίου (πιο πάνω)). Για σκοπούς προσδιορισμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου καταρχήν τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, όπως επίσης το γεγονός ότι το δυστύχημα δεν οφειλόταν σε ένα στιγμιαίο σφάλμα του κατηγορούμενου αλλά τουναντίον η συμπεριφορά του εμπεριείχε σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που ενδεχόμενα να χρησιμοποιούσαν το δρόμο τη δεδομένη στιγμή. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι ενώ ο κατηγορούμενος είχε επίγνωση των πιθανών παρενεργειών του φαρμάκου medofed, ο ίδιος αποφάσισε να οδηγήσει αφού έλαβε το συγκεκριμένο φάρμακο, αψηφώντας τις συστάσεις και τις προειδοποιήσεις της γιατρού, αποτελεί επίσης επιβαρυντικό στοιχείο. Προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του η οποία σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλέπε Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28) και το λευκό του ποινικό μητρώο. Παράλληλα, ως ελαφρυντικός παράγοντας λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει κανένα βαθμό ποινής επί της άδειας του ιδιαίτερα ενόψει του ότι ήταν επαγγελματίας οδηγός για τριάντα χρόνια και υπό αυτή του την ιδιότητα βρισκόταν στους δρόμους πολύ περισσότερες ώρες σε σχέση με τον μέσο οδηγό. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου όπως αυτές παρατίθενται πιο πάνω επίσης λαμβάνονται υπόψη και ιδιαίτερα τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η σύζυγός του και η όλη στήριξη που της παρέχει ο κατηγορούμενος. Έχοντας υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, τις περιστάσεις διάπραξης τους και τις συνέπειες τους, που ήταν ο θάνατος ενός ανθρώπου, την έκταση της αμέλειας του κατηγορουμένου, την πάγια θέση της νομολογίας για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους υποθέσεις και ειδικότερα εκεί όπου διαπράττονται ταυτόχρονα διάφορα αδικήματα, και την ανάγκη για αποτροπή τους, έχω καταλήξει ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή στερητικής της ελευθερίας. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων από επιρρεπείς συμπολίτες μας δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκια προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος του να κατέχει ή να αποκτά άδεια οδήγησης για περίοδο 3 χρόνων η οποία να αρχίζει από αύριο. Επιπρόσθετα, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 20(Α)
(2)
(7)του Ν.86/1972, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο 8 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησής του. Ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης στην πρώτη κατηγορία και με δεδομένο ότι τα γεγονότα της δεύτερης κατηγορίας εμπεριέχονται στην πρώτη κατηγορία, δεν κρίνω σκόπιμο να επιβάλω οποιαδήποτε ποινή στον κατηγορούμενο στην δεύτερη κατηγορία. Ενόψει της επιβληθείσας ποινής στην πρώτη κατηγορία, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον ενδείκνυεται η αναστολή της εκτέλεσής της. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 186(Ι)/2003, και το οποίο προβλέπει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μην εκτελεστεί εκτός εάν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά αφού το Δικαστήριο αποφασίσει το ύψος της ποινής ακολούθως εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Σε σχέση με τις αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 CLR 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 CLR 17, Koukos v. Police
(1986)2 CLR 1, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (αρ. 2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327. Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσον θα ανασταλεί επιβληθείσα ποινή φυλάκισης: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλέπε επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 214/2009, απόφαση ημερομηνίας 29.1.2010 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές παρατηρώ τα ακόλουθα: Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και τους λόγους που ώθησαν τον κατηγορούμενο στη οδήγηση του οχήματος του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται η σοβαρότητα της ενέργειας του και οι τραγικές συνέπειες αυτής όπως περιγράφονται πιο πάνω. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι πρόκεται για ένα φιλήσυχο οικογενειάρχη καλού χαρακτήρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου την έμπρακτη του μεταμέλεια αφού από την πρώτη στιγμή συνεργάστηκε πλήρως με τις αστυνομικές αρχές και ακολούθως προέβηκε σε παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχει η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας στη σύζυγό του η οποία δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη από την φροντίδα και υποστήριξη του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο δικαιολογείται και κατά αυτό τον τρόπο κρίνω ότι εξυπηρετούνται στην παρούσα περίπτωση και οι σκοποί της επιβολής ποινής. Ως εκ τούτου η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Σε ότι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας τα οποία προέκυψαν και που σύμφωνα με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ανέρχονται σε €40,00 να καταβληθούν από τον κατηγορούμενο. (Υπ.) ............ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.