Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Τουραπής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 851/2012, 17/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 851/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
- Χρίστος Τουραπής
- Παντελάκης Θεοδοσίου Κατηγορουμένων ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Οκτωβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος αρ. 2 παρών. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος αρ. 2 βρέθηκε ένοχος μετά τη δική του παραδοχή στην κατηγορία αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα ότι έκλεψε υλικό που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς κατά παράβαση των άρθρων 255, 264 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες του αδικήματος που εκτίθενται στο κατηγορητήριο αλλά και τα γεγονότα που έχουν αναφερθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο, για το οποίο έχει ανασταλεί η ποινική δίωξη λόγω του ότι δεν εντοπίστηκε και το οποίο ας σημειωθεί αντιμετώπιζε εκτός από την παρούσα και άλλες σοβαρές κατηγορίες, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1ης και 30 Μαρτίου του 2010 στη Παλουριώτισσα της επαρχίας Λευκωσίας έκλεψε την επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με αριθμό 14-388827, ημερ. 10.3.2010 για ποσόν €1.209,02 που αποτελούσε το επίδομα ανεργίας του Χριστάκη Πέτρου από την Παλουριώτισσα και η οποία είχε αποσταλεί ταχυδρομικώς στη διεύθυνση διαμονής του Χριστάκη Πέτρου. Το αδίκημα διαφάνηκε μετά από παράπονο που είχε υποβάλει ο παραπονούμενος Χριστάκης Πέτρου στις 31.5.2010 όταν δεν είχε λάβει την επιταγή με το επίδομα ανεργίας που ανέμενε. Από εξετάσεις που έγιναν προέκυψε ότι η επιταγή αυτή είχε πλαστογραφηθεί και κυκλοφόρησε στην Υπεραγορά Αθηαινίτης. Μέσα από την διερεύνηση προέκυψε η εμπλοκή του κατηγορούμενου σε ότι αφορά την κλοπή της εν λόγω επιταγής ο οποίος ανέφερε ότι την βρήκε στο ταχυδρομικό του κιβώτιο και αντελήφθηκε ότι του είχε αποσταλεί από λάθος. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πλαστογραφία, κυκλοφορία της επιταγής είτε στην απόσπαση αγαθών και χρημάτων από την Υπεραγορά Αθηαινίτης. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα €25 τα οποία ζήτησε να πληρωθούν από τον κατηγορούμενο. Ζήτησε επίσης όπως η εν λόγω επιταγή η οποία κρατείται στην Αστυνομία ως τεκμήριο να παραμείνει στην κατοχή της Αστυνομίας αφού εκκρεμεί η υπόθεση εναντίον του άλλου προσώπου που είχε εμπλακεί στη διάπραξη των αδικημάτων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και τα όσα αναγράφονται σε αυτήν, την ενίσχυσε δε με την κατάθεση ιατρικών πιστοποιητικών σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, ότι προέβηκε σε παραδοχή μόλις έλαβαν το μαρτυρικό υλικό για την παρούσα υπόθεση, γι' αυτό κάλεσε το Δικαστήριο να θεωρήσει την παραδοχή του ως άμεση. Ανέφερε το πρόβλημα εξάρτησης του κατηγορουμένου από το αλκοόλ στο οποίο απέδωσε και την διάπραξη του υπό κρίσιν αδικήματος που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος, όπως επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε παρόμοιου είδους πράξη έκτοτε. Κάλεσε το Δικαστήριο να εξαντλήσει όλη του την επιείκεια σε σχέση με το πρόσωπο του κατηγορουμένου και σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του κατηγορούμενου μια που το αδίκημα είναι σοβαρό και δεν υποσκελίζει την σοβαρότητα του, να αναστείλει την ποινή δίδοντας στον κατηγορούμενο μια ευκαιρία για να αποδείξει ότι το υπό κρίση περιστατικό ήταν μεμονωμένο. Με βάση τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 264 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αν αυτό που κλάπηκε είναι υλικό που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση 7 χρόνων. Από την ποινή λοιπόν που προβλέπεται, εξάγεται αβίαστα η σοβαρότητα του υπό κρίσιν αδικήματος. Βεβαίως δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι ο κατηγορούμενος εκδικάζεται συνοπτικά. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που είναι ενώπιον μου ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 50 ετών, άνεργος και διαμένει στον Προσφυγικό Συνοικισμό Αγίας Βαρβάρας στην Παλουριώτισσα. Δεν ολοκλήρωσε την φοίτηση του στο σχολείο, απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική του θητεία επειδή ο μεγαλύτερος του αδερφός είναι αγνοούμενος και μέχρι το 1990 διέμενε στο εξωτερικό αρχικά στην Ελλάδα και μετά στη Σουηδία. Το 1990 επέστρεψε στην Κύπρο, έκτοτε δεν εργάζεται λόγω εξάρτησης του στο αλκοόλ, γι' αυτό και λαμβάνει μηνιαίως το ποσόν των €452 από το Ταμείο Δημοσίου Βοηθήματος το οποίο είναι και το μοναδικό του εισόδημα. Η εξάρτηση του κατηγορούμενου στο αλκοόλ συνεχίζει εδώ και χρόνια, έχει εισαχθεί πάμπολλες φορές στο πρόγραμμα της «ΘΕΜΕΑ» για αποτοξίνωση χωρίς όμως να έχει μέχρι σήμερα καταφέρει να απεξαρτηθεί. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα γιατί με παράνομη ενέργεια ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου που κατοχυρώνεται από το σύνταγμα και από τη Ευρωπαϊκή Συνθήκη Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν το αδίκημα και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Το αδίκημα της κλοπής παρουσιάζει έξαρση με αποτέλεσμα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου να προκύπτει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, η δε συνήθης ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Παραπέμπω ενδεικτικά στις αποφάσεις Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, Ηassan ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71. Αναφέρω το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 για να διαφανεί και η προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί στις περιπτώσεις κλοπής: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη». Λαμβάνω υπ' όψιν μου την παραδοχή του κατηγορουμένου με την οποία έχει εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος και χρήμα, το λευκό ποινικό του μητρώο, αλλά και το χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων που ήταν ο Μάρτιος του 2013 μέχρι σήμερα που έχουν παρέλθει 3½ χρόνια και σε αυτό το διάστημα ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου ότι ο κατηγορούμενος δεν απεκόμισε οποιονδήποτε όφελος από την εν λόγω επιταγή, αλλά και το ότι έκλεψε την επιταγή αναγνωρίζοντας ότι δεν είναι δική του. Έχοντας κατά νου τις περιστάσεις του αδικήματος όπως και το χρόνο που έχει διαρρεύσει θεωρώ ότι όντως η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν μεμονωμένη και έχει άμεση σχέση και με την εξάρτηση του στο αλκοόλ. Εν όψει όλων των ανωτέρω επιβάλλεται στην κατηγορία που έχει παραδεχθεί ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Όπως έχει αναφερθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του κάλεσε το Δικαστήριο να αναστείλει τυχόν ποινή φυλάκισης που έχει κρίνει ότι θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
- Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, έχει παραδεχθεί τη διάπραξη του αδικήματος και στο διάστημα των 3½ ετών που έχουν μεσολαβήσει δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα γεγονός που αποδεικνύει το μεμονωμένο του υπό κρίσιν περιστατικού. Επίσης αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ και είναι ανίκανος για εργασία. Οι προσωπικές του συνθήκες δεν είναι καθόλου καλές ενώ οι προσπάθειες του για απεξάρτηση από το αλκοόλ δεν έχουν καρποφορήσει. Ο κατηγορούμενος όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν αποκόμισε οποιονδήποτε όφελος από την παράνομη αυτή του πράξη. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή των επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως, στην επιθυμία μου να δοθεί σε αυτόν μία τελευταία ευκαιρία. Τούτων δεδομένων, οι επιβληθείσες ποινές φυλακίσεως αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Ο κατηγορούμενος θα πληρώσει τα έξοδα μαρτύρων κατηγορίας που ανέρχονται στο ποσόν των €
- Το τεκμήριο να παραμείνει στην κατοχή της Αστυνομίας. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο