← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 22/10/2013

Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 22/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2013:12 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 14493/13 Δημοκρατία v.

  1. Costel Viorel Moca, από τη Ρουμανία
  2. Andrei Tarita, από τη Ρουμανία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου-Ευθυμίου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ν. Παφίτης Κατηγορούμενος 1 παρών ------------------------------ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ ΑΡ. 2) Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τα αδικήματα του βιασμού και της απαγωγής προσώπου με σκοπό την παράνομη συνουσία, τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν στις 2.6.2013 στην Αλάμπρα της Επαρχίας Λευκωσίας με θύμα την Tran Thi Nghi από το Βιετνάμ. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η Μ.Κ.1, Αστ. 4916 Θάλεια Νεοφύτου, επιχείρησε να καταθέσει στο Δικαστήριο την κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο 1 (εφεξής «Κατηγορούμενος») ως τεκμήριο. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ήγειρε ένσταση για τους ακόλουθους λόγους: 1) Η κατάθεση λήφθηκε λόγω εξαναγκασμού και άσκησης ψυχικής βίας. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.1 κτυπούσε μία ράβδο στο τραπέζι εκεί όπου λαμβανόταν η κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. 2) Η κατάθεση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της αυτοενοχοποίησης, δηλαδή ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις ενώ αυτό δεν ήταν αναγκαίο και μπορούσε να μην αναφέρει οτιδήποτε. 3) Η κατάθεση δεν αντικατοπτρίζει τα όσα ακριβώς λέχθηκαν και σε αυτή η Μ.Κ.1 και η διερμηνέας κατέγραψαν ό,τι αυτές ήθελαν. 4) Υπήρξε παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων και δεν τέθηκε σε εφαρμογή ο Δικαστικός Κανόνας 3, δυνάμει του οποίου ο Κατηγορούμενος έπρεπε να είχε κατηγορηθεί χωρίς να προηγηθεί η ανάκριση ή η λήψη κατάθεσης του. Εφόσον η επίδικη κατάθεση φέρει την υπογραφή του Κατηγορούμενου, ο οποίος αρνείται το περιεχόμενο της αλλά και τη θεληματικότητα αυτής, το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή Δίκης εντός Δίκης με βάση σχετική ενδιάμεση απόφαση του. Σκοπός της Δίκης εντός Δίκης είναι να αποφασιστεί η δεκτότητα της εν λόγω κατάθεσης αφού διευκρινιστεί κατά πόσο αυτή είναι θεληματική και λήφθηκε νομότυπα σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες. Κατά τη Δίκη εντός Δίκης προσφέρθηκε μαρτυρία μόνο από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Η επίδικη κατάθεση στη Ρουμάνικη γλώσσα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2Α και η μετάφραση αυτής στην Ελληνική ως Τεκμήριο 2Β. Η Μ.Κ.1 αναγνώρισε τις εν λόγω καταθέσεις και περιέγραψε τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Στις 3.6.2013, αφού η Μ.Κ.1 ανέλαβε καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου στις 7:00 το πρωί, ενημερώθηκε από τη Γ/Αστ. Μαρία Παφίτη για το παράπονο της παραπονούμενης και διάβασε την κατάθεση της παραπονούμενης. Πήγε στο πίσω μέρος του γραφείου όπου προσήλθε ο δεύτερος Κατηγορούμενος και του έλαβε κατάθεση. Μετά το πέρας της κατάθεσης του δεύτερου Κατηγορούμενου, ο Λοχ. 4743 Γιάννος Ιωάννου της έφερε τον Κατηγορούμενο για τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης. Στο γραφείο βρισκόταν η διερμηνέας Κλαούντια Παρπή, η οποία βοήθησε και στη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του δεύτερου Κατηγορούμενου. Αρχικά η Μ.Κ.1 υπέβαλε στον Κατηγορούμενο κάποιες ερωτήσεις, όπως ποιος είναι και από πού κατάγεται, και όταν αυτός ενέπλεξε τον εαυτό του στο επίδικο επεισόδιο, του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και άρχισε η λήψη της ανακριτικής κατάθεσης. Η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε με τον εξής τρόπο. Η Μ.Κ.1 καθόταν μπροστά από ηλεκτρονικό υπολογιστή και κατέγραφε τα όσα λέγονταν στα Ελληνικά. Η διερμηνέας τα μετέφραζε στη Ρουμάνικη γλώσσα και τα κατέγραφε στη Ρουμάνικη ταυτόχρονα, ακολούθως μετέφραζε τις απαντήσεις του Κατηγορούμενου στα Ελληνικά και τόσο αυτή όσο και η Μ.Κ.1 τις κατέγραφαν ταυτόχρονα. Μετά το πέρας της κατάθεσης, το κείμενο στη Ρουμάνικη δόθηκε στον Κατηγορούμενο, ο οποίος διάβασε την κατάθεση, πληροφορήθηκε ότι μπορεί να προβεί σε διορθώσεις και αναγνώρισε ότι είναι ορθή, ο ίδιος έγραψε ιδιοχείρως το σχετικό λεκτικό και την υπέγραψε. Μετά, αυτός έσκυψε και είπε κάτι στη Ρουμάνικη γλώσσα και η Μ.Κ.1 ρώτησε τη διερμηνέα, η οποία της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είπε ότι σκέφτεται τη γυναίκα και το παιδί του. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η ίδια δεν είχε ανάμειξη στον εντοπισμό των δύο Κατηγορουμένων και την άφιξη τους στον Σταθμό, και ότι πριν την έναρξη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου είχε στην κατοχή της την κατάθεση της παραπονούμενης και την κατάθεση του δεύτερου Κατηγορούμενου, στην οποία αυτός ανέφερε ότι τον επίδικο χρόνο βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του μαζί με τον ξάδελφο του. Όταν δε ο Κατηγορούμενος της επιβεβαίωσε προφορικά την παρουσία και των δύο Κατηγορουμένων κατά τον επίδικο χρόνο στη σκηνή με την παραπονούμενη, αυτή ξεκίνησε με τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης. Η Μ.Κ.1 αρνήθηκε την υποβολή της υπεράσπισης ότι σε εκείνο το στάδιο υπήρχε επαρκής μαρτυρία για να κατηγορηθεί ο Κατηγορούμενος, αναφέροντας ότι υπήρχε ανακριτικό έργο ακόμα, όπως η έκδοση ενταλμάτων σύλληψης, υποδείξεις σκηνών και αναγνωριστικές παρατάξεις. Ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στην απάντηση του Κατηγορούμενου με την οποία εκφράζει την απολογία του για ό,τι έγινε και εισηγήθηκε ότι αυτή δεν έχει λογική και συνοχή. Η Μ.Κ.1 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατάλαβε τη νομική ερμηνεία του βιασμού, και έτσι αυτή, μέσω της διερμηνέως, του εξήγησε ότι βιασμός είναι η συνουσία ακόμα και με τη συγκατάθεση του θύματος αν αυτή έγινε υπό το καθεστώς φόβου, βίας ή σωματικής βλάβης, ο Κατηγορούμενος ρώτησε την ηλικία της παραπονούμενης, και αυτή του είπε ότι είναι σχεδόν στην ηλικία της μητέρας του, και γι΄αυτό απολογήθηκε. Η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν θυμόταν σε ποιο στάδιο του εξήγησε τι συνιστά βιασμό, χωρίς να αποκλείσει ότι αυτό ίσως έγινε κατά την έναρξη της κατάθεσης, και επέμενε ότι δεν είναι κάτι που πρέπει να καταγραφεί στην κατάθεση του. Τέλος, είπε ότι ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί για ποιο θέμα ανακρινόταν και ότι η ίδια ούτε είχε, ούτε κτύπησε σκουπόξυλο στο τραπέζι και ουδέποτε φώναζε στον Κατηγορούμενο κατά τη λήψη της κατάθεσης του, καθώς επίσης ότι κατέγραψε όλα όσα έλαβαν χώρα κατά τη λήψη αυτής. Η διερμηνέας Κλαούντια Παρπή ήταν η δεύτερη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Η Μ.Κ.2 περιέγραψε τη διαδικασία λήψης της κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο όπως αυτή αναφέρθηκε από τη Μ.Κ.1, και θυμόταν ότι είχαν γίνει κάποιες ερωτήσεις προφορικά από τη Μ.Κ.1 προς τον Κατηγορούμενο αλλά δεν θυμόταν ακριβώς πότε. Σε κατοπινό στάδιο η Μ.Κ.2 προσδιόρισε ότι οι προφορικές ερωτήσεις έγιναν πριν την έναρξη λήψης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.2 είπε ακόμα ότι εξήγησε στον Κατηγορούμενο τι σημαίνει βιασμός, και αυτός κατάλαβε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε έγινε αυτό. Η Μ.Κ.1 δεν κρατούσε ή κτυπούσε ξύλο στο τραπέζι κατά τη λήψη της κατάθεσης και η κατάθεση του Κατηγορούμενου περιλαμβάνει όλα όσα λέχθηκαν από τον Κατηγορούμενο. Μάλιστα η Μ.Κ.2 θυμάται ότι στο τέλος ο Κατηγορούμενος έδειχνε μετανιωμένος για την πράξη του και τους είπε ότι είναι παντρεμένος και έχει ένα μωρό. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Μ.Κ.2 είχε προβεί σε μετάφραση του Ρουμάνικου κειμένου της κατάθεσης του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 2Α, απευθείας στα Ελληνικά, χωρίς αναφορά στο Ελληνικό κείμενο, Τεκμήριο 2Β, και κατά την αντεξέταση της ο συνήγορος υπεράσπισης ανάλωσε χρόνο υποδεικνύοντας στη μάρτυρα ότι η μετάφραση που έκανε ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάζει διαφορές με αυτή του Ελληνικού κειμένου. Επί αυτού ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε στη Μ.Κ.2 ότι το Τεκμήριο 2Β δεν αποτελεί πιστή μετάφραση των όσων είπε ο Κατηγορούμενος κατά τη λήψη της κατάθεσης του, κάτι το οποίο η Μ.Κ.2 αρνήθηκε. Η Μ.Κ.2 τόνισε ότι η Ελληνική γλώσσα είναι πολύ πιο πλούσια από τη Ρουμάνικη και ότι δεν μπορεί να γίνεται επακριβώς μετάφραση της κάθε λέξης αλλά η μετάφραση πρέπει να αποδίδει ακριβώς το ίδιο νόημα. Τέλος, η Μ.Κ.2 αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι στην κατάθεση του κατηγορούμενου δεν καταγράφηκαν ακριβώς όλα όσα λέγονταν από τον Κατηγορούμενο ή ότι παραποίησε τα λεχθέντα του Κατηγορούμενου. Επίσης αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι κατέγραφε επιλεκτικά ό,τι η ίδια ήθελε και ότι πρόσθετε και αφαιρούσε στοιχεία σε συνεργασία με τη Μ.Κ.
  3. Ο τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Λοχίας 4743 Γιάννος Ιωάννου, ο οποίος εργαζόταν στη βάρδια της 3ης Ιουνίου 2013 από τις 7:00 το πρωί. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι ενημερώθηκε από τον Λοχία της νυκτερινής βάρδιας, 4730 Ανδρέα Χρυσάνθου, ότι εκκρεμούσε η υπόθεση βιασμού, για τις ενέργειες που είχαν γίνει μέχρι τότε και έτσι ο Μ.Κ.3 ανέλαβε τη συνέχιση της διερεύνησης της υπόθεσης. Εκτός από το παράπονο της παραπονούμενης, ο Μ.Κ.1 ενημερώθηκε ότι οι πιθανοί δράστες κινήθηκαν με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής AAA 404 και έτσι έγιναν ενέργειες για τον εντοπισμό του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της αστυνομίας. Αφού ο ιδιοκτήτης του οχήματος εντοπίστηκε, ο Μ.Κ.3 έδωσε οδηγίες σε συνάδελφους του να μεταβούν στη δηλωθείσα διεύθυνση στην Αλάμπρα, όπου δεν ανευρέθηκε. Κατόπιν πληροφοριών ότι αυτός πιθανό να βρίσκεται σε εργοστάσιο στην Αλάμπρα, και κατόπιν οδηγιών του Μ.Κ.3, ο δεύτερος Κατηγορούμενος εντοπίστηκε και του ζητήθηκε να προσέλθει στον Σταθμό, και οδηγήθηκε εκεί από την Αστυνομία. Εν τω μεταξύ εντοπίστηκε και ο Κατηγορούμενος τηλεφωνικώς και του ζητήθηκε να μεταβεί στον Σταθμό. Ο Μ.Κ.3 όρισε τη Μ.Κ.1 για τη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων των Κατηγορουμένων, και ενώ λαμβανόταν η κατάθεση από τον δεύτερο Κατηγορούμενο, προσήλθε ο Κατηγορούμενος ο οποίος παρέμεινε στην είσοδο του Σταθμού στο καθιστικό, μέχρι που ο Μ.Κ.3 τον οδήγησε στο γραφείο όπου βρίσκονταν οι Μ.Κ.1 και 2 για να του ληφθεί κατάθεση. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι δεν μίλησε με τον Κατηγορούμενο ενώ ο τελευταίος βρισκόταν στο καθιστικό του Σταθμού, παρά μόνο ρώτησε το όνομα του για να διαπιστώσει την ταυτότητα του. Ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε ότι υπέβαλε αρκετές ερωτήσεις στον Κατηγορούμενο ή ότι συνομίλησε και με τον μάστρο του Κατηγορούμενου ο οποίος τον συνόδευσε στον Σταθμό. Κατά την παραμονή του εκεί, ο Κατηγορούμενος δεν βρισκόταν υπό οποιονδήποτε περιορισμό και αν επιθυμούσε μπορούσε να έφευγε. Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε στη μαρτυρία που κατείχε η Αστυνομία, όπως αυτή προερχόταν από την παραπονούμενη και τον δεύτερο Κατηγορούμενο στην κατάθεση του, και είπε ότι σε εκείνο το στάδιο έπρεπε να γίνουν εξετάσεις για να διαπιστωθεί η πιθανή εμπλοκή των Κατηγορουμένων, δηλαδή αν αυτοί βρίσκονταν στο αυτοκίνητο τον επίδικο χρόνο. Προχωρούμε στη συνέχεια να συνοψίσουμε τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα θεληματικότητας κατάθεσης Κατηγορούμενου. Αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι πριν επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης Κατηγορούμενου που λήφθηκε στο στάδιο διερεύνησης μιας ποινικής υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, δηλαδή, μεταξύ άλλων, ότι δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου που ασκούσε εξουσία σε σχέση με την ανάκριση ή δίωξη η οποία να προκάλεσε στον Κατηγορούμενο είτε ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος, είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις, είτε που να συνιστά καταπίεση, δηλ. μεταχείριση που να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει συγκεκριμένα ότι η κατάθεση πάνω στην οποία προσπαθεί να στηριχθεί ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του Κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε μέσα σε συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του Κατηγορούμενου, και ιδιαίτερα ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση βία ή απειλή ή δεν δόθηκε στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υπόσχεση. Όπως λέχθηκε στην Ιbrahim v. R. (1914-15) All E.R. Rep.874, 877: «Ιt has long been established as a positive rule of English Criminal law, that no statement by an accused is admissible in evidence against him unless it is shown by the prosecution to have been a voluntary statement, in the sense that it has not been obtained from him either by fear of prejudice or hope of advantage exercised or held out by a person in authority." Στην υπόθεση Fournides v. R.

(1986)2 C.L.R. 73, 86-87, συνοψίζονται οι αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της θεληματικότητας μίας κατάθεσης. Τονίζεται στην εν λόγω απόφαση η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίψει μία κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, σημειώνοντας ταυτόχρονα τη βασική αρχή ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Το όλο θέμα αντίκρισης πιθανόν ύποπτων συνθηκών λήψης μίας κατάθεσης εξετάζεται πάντοτε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο ύποπτος στο στάδιο της ανάκρισης και κατάθεσης. Η θεληματικότητα μίας κατάθεσης προϋποθέτει και το στοιχείο της έλλειψης καταπίεσης. Μία κατάθεση για να κριθεί ως θεληματική πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν πάρθηκε κάτω από περιστάσεις που έκδηλα θέτουν τον Κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου.[1] Κατά την εξέταση του θέματος αν μία κατάθεση είναι ή όχι αποτέλεσμα καταπίεσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλά στοιχεία, όπως η διάρκεια της ανάκρισης, η κατάσταση υγείας και ο χαρακτήρας του υπόπτου, αν προκλήθηκε σ΄ αυτόν φόβος ή ελπίδα, ως επίσης ο τρόπος που γίνεται, αν δηλ. δόθηκε στον ύποπτο η ευκαιρία να ανασάνει ή γίνεται με τέτοιο τρόπο που επηρεάζει το μυαλό του ώστε η ελεύθερη βούληση του να τσακίζεται με αποτέλεσμα να μιλά εκεί όπου υπό διαφορετικές συνθήκες θα έμενε σιωπηλός.[2] Η έννοια της λέξης «καταπίεση» (oppression) στο πλαίσιο που εξετάζουμε περιγράφηκε από τον Δικαστή Sachs J. στην αγγλική υπόθεση R v. Priestley
(1965)51 Cr.App.Rep.1 ως εξής: «...to my mind this word, in the context of the principles under consideration imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world.» Αναπόφευκτα, η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση, όμως, μαρτυρίας σε μια Δίκη εντός Δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο στο βαθμό που κρίνεται απολύτως απαραίτητο για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα της Δίκης εντός Δίκης. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως για παράδειγμα, γενικά συμπεράσματα αξιοπιστίας του Κατηγορούμενου. Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας μαρτύρων και ιδιαίτερα του Κατηγορούμενου.[3] Όπως αναφέραμε στο στάδιο που διετάχθη η διενέργεια Δίκης εντός Δίκης, όπου ο Κατηγορούμενος αμφισβητεί το εκούσιο της υπογραφής της κατάθεσης του, που στην προκειμένη περίπτωση βασίστηκε στον ισχυρισμό περί εξαναγκασμού και άσκησης ψυχολογικής βίας, τότε αυτόματα και αναπόφευκτα αμφισβητείται και το εκούσιο του ιδίου του περιεχομένου της κατάθεσης έστω και αν αυτό εξυπακούει την ταυτόχρονη αμφισβήτηση από τον Κατηγορούμενο ότι προέβη στις απαντήσεις όπως αυτές καταγράφονται στην κατάθεση που υπέγραψε. Όπως το ζήτημα έχει εγερθεί στην προκειμένη περίπτωση, στα πλαίσια εξέτασης της θεληματικότητας της κατάθεσης καθίσταται αναπόφευκτη η εξέταση και του περιεχομένου της. Με άλλα λόγια αναπόσπαστο μέρος της εξέτασης του εκούσιου της υπογραφής της κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο είναι και το ίδιο το περιεχόμενο της και συγκεκριμένα το κατά πόσο αυτό προήλθε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο και αποτελεί αυθεντική καταγραφή των λεχθέντων στα πλαίσια της λήψης της επίμαχης ανακριτικής κατάθεσης. Όπως, συναφώς, υπεδείχθη στην υπόθεση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) Αjodha v. The State
(1981)2 All E.R 193, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 μία από τις περιπτώσεις που μπορεί να παρουσιαστούν στην πρακτική είναι και η ακόλουθη: "In the case presently under consideration, where the accused denies authorship of the statement but admits signing it under duress, the overlap of functions is more complex. Hearing evidence on the voir dire, the judge will of necessity examine all the circumstances and form his own view of how the statement came to be written and signed. In practice the issue of authorship and that of whether the signature was voluntary are likely to be inseparably linked. One can hardly envisage a case where a judge might decide that an accused was not responsible for the contents of the statement but had signed it voluntarily. A purist might say that, in considering the issue of authorship, the judge was usurping the function of the jury; but, if it is necessary to consider the issue of authorship before the judge can be satisfied that the statement was signed voluntarily, there is in truth no usurpation but only a discharge by the judge of his necessary function in deciding the question of admissibility. If the judge rules the statement to have been signed voluntarily and therefore admissible, in this, as in the simple case, the issues both of authoriship and of the manner in which the signature was obtained will again have to be canvassed before and left for consideration by the jury. ............................... ...............
  1. The accused, as in each of the instant appeals denies authorship of the written statement but claims that he signed it involuntarily. Again, for the reasons explained, the judge must rule on admissibility and, if he admits the statement, leave all issues of fact as to the circumstances of the making and signing of the statement for the jury to consider and evaluate." (δικές μας οι υπογραμμίσεις για σκοπούς έμφασης) Είχαμε την ευκαιρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσουμε προσεκτικά τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας για τους σκοπούς της Δίκης εντός Δίκης. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προσεγγίσαμε τη μαρτυρία έχοντας κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων. Θα διατυπώσουμε μόνο τα απολύτως απαραίτητα ευρήματα μας και στο βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας και χωρίς να υπεισέλθουμε σε ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ουσία της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου. Επισημαίνουμε ότι η αξιολόγηση που γίνεται είναι κατά τα ειωθότα σύντομη. Καθοριστικός δε παράγοντας είναι οι ανάγκες της ίδιας της υπόθεσης[4]. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των μαρτύρων Νεοφύτου (Μ.Κ.1) και Παρπή (Μ.Κ.2) λέμε ότι αυτή ήταν σαφής και θετική. Η Μ.Κ.1 έκανε αναφορά με λεπτομέρεια στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν από τη στιγμή που η ίδια μέσα στα πλαίσια των ενεργειών της ως ανακρίτρια στην παρούσα υπόθεση, ανέλαβε την λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2, υπό την ιδιότητα της διερμηνέως η οποία κλήθηκε να βοηθήσει στη λήψη της κατάθεσης, εξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο και τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης και γενικά την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρχή μέχρι και την ολοκλήρωση της. Η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων κατηγορίας αναφορικά με τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου υπήρξε σταθερή και άμεση χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη προσυνεννόησης ή προσχεδιασμού, ενώ δεν κλονίσθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Επισημαίνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε από πλευράς συνηγόρου Υπεράσπισης τόσο στο στάδιο διατύπωσης της ένστασης όσο και στο στάδιο που αντεξετάζονταν οι μάρτυρες κατηγορίας η απαραίτητη σαφήνεια και εξειδίκευση σε σχέση με το τι ακριβώς αμφισβητείτο σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της επίμαχης κατάθεσης. Συγκεκριμένα αναφέρουμε ότι προς τη Μ.Κ.1 αφενός υπεβλήθη απλώς ότι δεν κατέγραψε κάποια επεξήγηση εν σχέσει με την έννοια του βιασμού και αφετέρου ότι δεν δικαιολογείται η απόσταση μεταξύ των ερωτήσεων αρ.9 και αρ.
  2. Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη υποβολή και πολύ περισσότερο δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο μαρτυρίας περί του ότι η Μ.Κ.1 κατέγραφε ερωτήσεις και απαντήσεις που δεν έγιναν στην πραγματικότητα ή περί του ότι παρέλειψε να καταγράψει λεχθέντα της ίδιας ή του Κατηγορούμενου. Κατά τον ίδιο γενικόλογο και αόριστο τρόπο της υπεβλήθη ότι έγραφε κατά το δοκούν ό,τι ήθελε, πράγμα που δεν γίνεται δεκτό. Οι ίδιες γενικές υποβολές έγιναν και προς τη Μ.Κ.2, ότι δηλαδή κατέγραφε επιλεκτικά ό,τι ήθελε εξ αφορμής κάποιας δήλωσης του Κατηγορούμενου μετά το πέρας της κατάθεσης του. Σαφής και θετική υπήρξε και η μαρτυρία του Μ.Κ.3 για τα συγκεκριμένα ζητήματα που κάλυψε και αφορούσαν στον τρόπο εντοπισμού των δύο Κατηγορουμένων και προσέλευσης τους στον Αστυνομικό Σταθμό, αλλά και τη μαρτυρία που υπήρχε τον ουσιώδη χρόνο με την υπό διερεύνηση υπόθεση. Το Δικαστήριο έχει, με ιδιαίτερη προσοχή, αναλογιστεί την όλη μαρτυρία ενώπιον του και δεν διατηρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα ουσιαστικά για τα υπό κρίση θέματα, γεγονότα, εκτυλίχθηκαν όπως οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν και ότι ο τρόπος, οι συνθήκες και η διαδικασία λήψης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου ήταν όπως τις περιέγραψαν οι δύο μάρτυρες κατηγορίας που κατέθεσαν. Είναι εύρημα μας ότι κανένας εξαναγκασμός ή άσκηση ψυχολογικής βίας ή οποιαδήποτε ενέργεια που να συνιστά αθέμιτη ή επιλήψιμη συμπεριφορά από πλευράς της Αστυνομίας μεσολάβησαν σε οποιοδήποτε στάδιο πριν ή κατά τη λήψη της υπό κρίση κατάθεσης. Οι συνθήκες που επικρατούσαν πριν και κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης ήταν τέτοιες που δεν επηρέασαν σε οποιοδήποτε βαθμό τη θεληματικότητα της. Με βάση τα γεγονότα αυτά βρίσκουμε ότι δεν υπήρξε τέτοια συμπεριφορά από το Μ.Κ.1 η οποία θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει στον Κατηγορούμενο οποιοδήποτε εξαναγκασμό και ούτε υπήρξε από μέρους της οποιαδήποτε άσκηση ψυχολογικής βίας ή οποιασδήποτε άλλης μορφής επιλήψιμη συμπεριφορά σε βάρος του. Ο Κατηγορούμενος, αφού προηγήθηκε η σχετική επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, επέλεξε από μόνος του και με την ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση του να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Καταλήγουμε δε ότι η επίμαχη κατάθεση αντικατοπτρίζει το τι ακριβώς έλαβε χώρα και περιέχει τις ερωτήσεις της ανακρίτριας όπως αυτές είχαν υποβληθεί από την ίδια, όπως και τις απαντήσεις του Κατηγορούμενου όπως αυτές είχαν δοθεί από τον ίδιο. Θα προσθέταμε δε ότι η προσπάθεια προσβολής της ορθότητας της μετάφρασης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου μέσα στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης κρίνεται απρόσφορη. Το αν ορθά μεταφράστηκαν τα λεγόμενα και οι ερωτήσεις της ανακρίτριας Μ.Κ.1 στον Κατηγορούμενο μέσω της διερμηνέως Μ.Κ.2, ή αν ορθά μεταφράστηκαν στα Ρουμάνικα οι απαντήσεις του Κατηγορούμενου είναι ζήτημα που θα εξετασθεί, αν εγερθεί, σε μεταγενέστερο στάδιο. Παραμένει ένα ακόμα ζήτημα που πρέπει να εξετάσουμε. Αφορά στο κατά πόσο υπάρχει παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων με τη μη εφαρμογή του Δικαστικού Κανόνα III. Το ζήτημα, όπως ετέθη από την Υπεράσπιση, ήταν ότι με βάση τη μαρτυρία που είχε η Αστυνομία στο στάδιο της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας III και όχι ο Δικαστικός Κανόνας II. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι Δικαστικοί Κανόνες προβλέπουν τρία στάδια στις ανακρίσεις που καταλήγουν στην προσαγωγή ενός προσώπου ενώπιον Δικαστηρίου σε σχέση με ποινικό αδίκημα. Το πρώτο είναι το στάδιο συλλογής πληροφοριών όπου τυγχάνει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας I, το δεύτερο το στάδιο κατά το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία οπόταν τυγχάνει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας II και το τελικό στάδιο κατά το οποίο προσάπτεται η κατηγορία και έχει εφαρμογή ο Δικαστικός Κανόνας III. Επισημαίνεται ότι τα περιθώρια μέσα στα οποία μπορεί να κινείται ο ανακριτής περιορίζονται δραστικά κατά το τελικό στάδιο των ανακρίσεων, όταν δηλ. ο ύποπτος έχει κατηγορηθεί ή έχει πληροφορηθεί ότι θα κατηγορηθεί. Ο Δικαστικός Κανόνας II[5] εφαρμόζεται στο στάδιο των ανακρίσεων κατά το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία που παρέχει εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον συγκεκριμένου προσώπου. Σε σχέση με το πότε χρησιμοποιείται ο Κανόνας II χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Osborne and Virtue [1973] Q.B. 678 στην σελ. 688 του Λόρδου Lawton: But a police officer when carrying out an investigation meets a stage in between the mere gathering of information and the getting of enough evidence to prefer the charge. He reaches a stage where he has got the beginnings of evidence. It is at that stage that he must caution. ..... he is not bound to caution until he has got some information which he can put before the Court as the beginnings of a case.» Και σε μετάφραση: "Ένας αστυνομικός όταν διενεργεί μια ανάκριση φτάνει σε κάποιο στάδιο που είναι ενδιάμεσο ανάμεσα στην απλή συλλογή στοιχείων (Βλ. Κανόνα Ι) και τη λήψη αρκετής μαρτυρίας για να προσάψει κατηγορία. Φτάνει σε στάδιο που έχει εξασφαλίσει την απαρχή της μαρτυρίας. Είναι σ' αυτό το στάδιο που οφείλει να δώσει την προειδοποίηση (δυνάμει του Κανόνα ΙΙ) ... δεν έχει υποχρέωση να δώσει την προειδοποίηση ως την ώρα που θα έχει τέτοια στοιχεία που να μπορεί να θέσει μπροστά σ' ένα δικαστήριο για το ξεκίνημα μιας υπόθεσης". Μαρτυρία για τους σκοπούς του Δικαστικού Κανόνα II σημαίνει πληροφορίες και στοιχεία που μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου[6]. Σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής του Δικαστικού Κανόνα III σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R 181, Koutrouzas v. Republic
(1972)2 C.L.R 9 και Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R
  1. Εκείνο που προκύπτει από τις εν λόγω υποθέσεις είναι ότι εδώ στην Κύπρο τα Δικαστήρια δίδουν μια πιο ελεύθερη ερμηνεία στον Δικαστικό Κανόνα III(α) παρά στην Αγγλία[7], ούτως ώστε εκεί που αντικειμενικά υπάρχει επαρκής μαρτυρία για να εφαρμοστεί ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙΙ τότε η Αστυνομία θα πρέπει να εφαρμόζει τον Κανόνα αυτό, δηλαδή είτε να κατηγορεί τον Κατηγορούμενο, είτε να τον πληροφορεί ότι δυνατόν να διωχθεί ποινικά ούτως ώστε να μην επιτρέπεται η υποβολή περαιτέρω ερωτήσεων αλλά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως διαλαμβάνει ο Κανόνας ΙΙΙ(β)[8]. Στην προκειμένη περίπτωση προέκυψε ότι κατά το στάδιο πριν τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου υπήρχε η κατάθεση της παραπονούμενης στην οποία αναφέρετο ο αριθμός εγγραφής ενός αυτοκινήτου και υπήρχε η περιγραφή δύο αλλοδαπών προσώπων. Η Αστυνομία, κατόπιν σχετικής έρευνας, εντόπισε τον ιδιοκτήτη του εν λόγω οχήματος που ήταν ο Κατηγορούμενος όπως και τον Κατηγορούμενο 2 που ήταν συνοδηγός και ξάδελφος του Κατηγορούμενου. Ακολούθησε δε η λήψη της κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο 2, σύμφωνα με την οποία αυτός τοποθέτησε τόσον τον ίδιο όσο και τον Κατηγορούμενο στην σκηνή του επεισοδίου. Κατ΄ εκείνο το στάδιο υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να κληθούν τα άτομα αυτά να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις και να διακριβωθεί αν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την υπό διερεύνηση υπόθεση που κατήγγειλε η παραπονούμενη. Επρόκειτο, επομένως, για ένα στάδιο όπου είχε αρχίσει να εμφανίζεται μαρτυρία που παρείχε εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον του συγκεκριμένου προσώπου δηλ. του Κατηγορούμενου. Ορθώς, λοιπόν, εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση ο Δικαστικός Κανόνας II. Κατ΄ εκείνο το στάδιο πριν τη λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου το ανακριτικό έργο βρισκόταν στα αρχικά στάδια και δεν είχε ολοκληρωθεί ώστε να προκύπτει επαρκής μαρτυρία για να μπορεί η Αστυνομία να προχωρήσει με τη διατύπωση κατηγορίας στη βάση του Δικαστικού Κανόνα III. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος το οποίο επωμίζεται, να αποδείξει δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου έγινε θεληματικά, ενώ δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση ή παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες. Η Ένσταση, επομένως, της Υπεράσπισης απορρίπτεται και η κατάθεση μπορεί να κατατεθεί ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/apofasis-endiameses ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 14493/13 Δημοκρατία v.
  2. Costel Viorel Moca, από τη Ρουμανία
  3. Andrei Tarita, από τη Ρουμανία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου 2013 ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ Σημειώστε παρακαλώ ότι στην πιο πάνω υπόθεση
  4. Δόθηκε ενδιάμεση απόφαση σε Δίκη Εντος Δίκης την 22.10.2013
  5. Να περαστεί η υπόθεση για σκοπούς στατιστικών (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Π.Ε.Δ [1] Δέστε Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40. [2] Δέστε R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App.Rep. 1, R. v. Prager
(1972)56 Cr. App.Rep.151, R. v. Houghton
(1978)68 Cr. App.Rep. 197, το Σύγγραμμα Criminal Prodedure in Cyprus των κ.κ. Λοίζου και Πική σελ. 142 και το Σύγγραμμα Κακογιάννη Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ
(1983)σελ.513. [3] Δέστε Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 Και Ioannides v. Police
(1968)2 C.L.R 169. [4] Δέστε Hunter v. Chief Constable
(1981)3 All E.R 727 (HL) στη σελ.
  1. [5] «Μόλις το αστυνομικό όργανο αποκτήσει μαρτυρία που θα παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, θα επιστήσει την προσοχή του, πριν του υποβάλει οποιαδήποτε ερώτηση ή περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το αδίκημα αυτό». [6] Δέστε Azinas v. The Police [1981] 2 C.L.R.
  2. [7] Δέστε R v. Co lier and Stenning
(1965)1 W.L.R
  1. [8] Δέστε, επίσης, το Σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοίζου και Πική σελ. 148-
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.