FP MARINE LIMITED ν. PRIMA GENERAL INSURANCE LIMITED κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 1068/2010, 24/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 1068/2010 FP MARINE LIMITED Παραπονούμενων ν.
- PRIMA GENERAL INSURANCE LIMITED
- ΣΑΒΒΑ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ Κατηγορουμένων ------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Παραπονούμενη Εταιρεία: Ο κ. Σαβεριάδης Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: Ο κ. Λ. Ιωάννου Κατηγορούμενος 2: Παρών ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες για την έκδοση ισάριθμων επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (πρώτη, τρίτη, πέμπτη και έβδομη κατηγορία), ενώ ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορουμένης 1 εταιρείας και/ή ως πρόσωπο δικαιούμενο να υπογράφει τις επιταγές της παρείχε συνδρομή στην εν λόγω εταιρεία στην έκδοση των τεσσάρων επίδικων επιταγών (δεύτερη, τέταρτη, έκτη και όγδοη κατηγορία). Πρόκειται, ουσιαστικά, για τις επιταγές της Alpha Bank Limited ημερομηνίας 30.6.2005, 30.9.2005, 31.10.2005 και 30.11.2005 με αριθμούς 11878636, 11878643, 11878642 και 11878644, οι οποίες στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1-4 αντίστοιχα. Πιο συγκεκριμένα, και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατηγορείται ότι με την συνδρομή του κατηγορούμενου 2 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές οι οποίες όταν εμφανίστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και/ή για λόγους οφειλόμενους στους εκδότες τους και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Ο υπογράφων την επιταγή είναι καταχωρημένος στο ΚΑΠ» και παραμένουν απλήρωτες για περίοδο πέραν των δεκαπέντε ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η πλευρά της Παραπονούμενης εταιρείας κάλεσε 4 μάρτυρες και κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κ. Φρίξος Γαβριήλ ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας και κατέθεσε όλα τα σχετικά με την γνωριμία και συνεργασία τους με τον κ. Σάββα Ζαχαριάδη (κατηγορούμενο 2) και την εταιρεία SVA Practice Hellas Ltd της οποίας ήταν διευθυντής. Όπως ανέφερε, περί τις αρχές του 2005 ο κατηγορούμενος 2 άρχισε να καθυστερεί τις πληρωμές του προς την Παραπονούμενη εταιρεία και μετά από πιέσεις εξέδωσε έναντι των οφειλών του, και ουσιαστικά της εταιρείας SVA Practice Hellas Ltd, προς την Παραπονούμενη εταιρεία τις τέσσερις επίδικες επιταγές (τρείς επιταγές για ποσό £3,000 η κάθε μία και μία επιταγή για ποσό £5,000). Οι επιταγές είχαν εκδοθεί από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία η οποία δεν είχε σχέση με την παραπονούμενη εταιρεία αλλά όπως τους είχε αναφερθεί από τον κατηγορούμενο 2 ήταν και πάλι δική του εταιρεία. Ο κατηγορούμενος 2 τους είχε παρακαλέσει να μην καταθέσουν τις επιταγές μέχρι να τους πεί ο ίδιος. Λόγω, όμως, του ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση, οι επιταγές κατατέθηκαν στις 13.12.2005 στην Bank of Cyprus Public Company Ltd και τελικά επιστράφηκαν απλήρωτες στις 15.12.2005 με την ένδειξη «Ο υπογράφων της επιταγής είναι καταχωρημένος στο ΚΑΠ». Έκτοτε οι επιταγές παρέμειναν και παραμένουν απλήρωτες. Ο Μ.Κ. 1 πρόσθεσε ότι σε σχέση με τις επίδικες επιταγές είχε αρχικά καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του Σάββα Ζαχαριάδη η ποινική υπόθεση με αριθμό 31429/2007, πλην όμως μετά από αίτημα των συνηγόρων της Παραπονούμενης εταιρείας προς τον Γενικό Εισαγγελέα, ο τελευταίος καταχώρησε αναστολή της ποινικής δίωξης και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες. Ο Λειτουργός Εξυπηρέτησης της Τράπεζας Κύπρου κ. Βάσος Χρυσοστόμου κατέθεσε ως Μ.Κ.
- Όπως ανέφερε, οι επίδικες επιταγές είχαν κατατεθεί στις 13.12.2005 στον τρεχούμενο λογαριασμό της Παραπονούμενης εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ΚΑΠ και συνεπεία τούτου έγιναν οι σχετικές χρεώσεις στον λογαριασμό της Παραπονούμενης. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του ο κ. Χρυσοστόμου ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσον κατά τον χρόνο παρουσίασης των επιταγών για πληρωμή ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν κλειστός ή παγοποιημένος ούτε έαν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αρκετά για την εξόφλησή τους. Η Μ.Κ. 3 κα. Άντρη Μακρή, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, Υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος, παρέθεσε στο Δικαστήριο τις λεπτομέρειες και το ιστορικό της υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 31429/2007 η οποία καταχωρήθηκε από την εταιρεία FP Marine Ltd εναντίον του Σάββα Ζαχαριάδη σε σχέση με τις επίδικες επιταγές. Όπως ανέφερε η κα. Μακρή, η ποινική δίωξη αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε δυνάμει του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Ως τελευταία μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ. 4) κατέθεσε η κα. Μαρία Βιολάρη, Διευθύντρια στο Κεντρικό Κατάστημα της Alpha Bank στη Λευκωσία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν προϊστάμενη στο εν λόγω υποκατάστημα και είχε άμεση σχέση με τον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ο οποίος ετηρείτο στο κατάστημα και τον οποίο χειριζόταν η ίδια μαζί με άλλα άτομα. Η κα. Βιολάρη κατέθεσε ότι οι επίδικες επιταγές δεν ετιμήθηκαν λόγω του ότι ο υπογράφων τις επιταγές κ. Σάββας Ζαχαριάδης/κατηγορούμενος 2 ήταν καταχωρημένος στο ΚΑΠ. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ως προς τη χρονική στιγμή κατά την οποία το όνομα του κατηγορούμενου 2 καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ, ενώ συμφώνησε με την υποβολή του κ. Ιωάννου ότι αυτό έγινε κατά το έτος
- Όπως επίσης ανέφερε η κα. Βιολάρη, το όνομα της κατηγορούμενης 1 εταιρεία δεν ήταν καταχωρημένο στο ΚΑΠ ούτε καταχωρήθηκε ποτέ, ούτε είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Στο ΚΑΠ είχε καταχωρηθεί μόνο το όνομα του κατηγορούμενου 2, ενώ δικαίωμα υπογραφής στον εν λόγω λογαριασμό είχε και κάποιο άλλο άτομο πέραν αυτού. Με το κλείσιμο της υπόθεσης της Παραπονούμενης εταιρείας ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αναφορικά με όλες τις κατηγορίες και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Ο κ. Ιωάννου επικέντρωσε την εισήγησή του στα ακόλουθα σημεία:
- Οι επίδικες επιταγές έχουν επιστραφεί απλήρωτες για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 305Α
(1), με τρόπο ώστε να μην έχει αποδειχθεί ένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία.
- Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στην τράπεζα για πληρωμή χωρίς να ειδοποιηθεί σχετικά ο κατηγορούμενος 2 και παρά το ότι η μεταξύ τους συνεννόηση ήταν όπως αυτές κατατεθούν αφού ο ίδιος έδιδε τη συγκατάθεσή του.
- Όπως φαίνεται και από την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, από την πλευρά των κατηγορουμένων έγιναν διάφορες πληρωμές μετά τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων.
- Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στα πλαίσια παράνομης συναλλαγής αφού δόθηκαν έναντι τιμολογίων που δεν έφεραν αριθμό μητρώου Φ.Π.Α. κατά παράβαση του σχετικού Νόμου, με τρόπο ώστε να μην τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται από το εδάφιο
(5)του ίδιου άρθρου. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους, αφού μέσα από τη μαρτυρία των Μ.Κ. 1, 2 και 4 προκύπτει μαρτυρία για όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Σε σχέση με την υπό
(1)πιο πάνω θέση του κ. Ιωάννου, ο κ. Σαβεριάδης υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι το όνομά του ήταν καταχωρημένο στο ΚΑΠ και συνεπώς ήταν εις γνώση του ότι οι επιταγές δεν θα μπορούσαν να εξοφληθούν. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, η υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δικαιολογείται μόνο όταν:
- Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable) ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω κριτήρια αναφέρονται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, στις σελίδες 51-57. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9,16 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. " Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση Στέφανος Χριστοδούλου (πιο πάνω), δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Ουσιαστικά, μόνο όπου η όλη μαρτυρία που δόθηκε με την συμπλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μία εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Χρήσιμη στο ζήτημα που εξετάσουμε είναι και η αγγλική απόφαση στην υπόθεση R. -v- Galbraith [1981] 2 All ER 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ας σημειωθεί ότι η υπόθεση αυτή αναλύθηκε εκτεταμένα στην Azinas (πιο πάνω) στις σελίδες 55-57. Έχω ακούσει τις θέσεις των δύο πλευρών αναφορικά με το θέμα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα παρατηρώ τα εξής: Όπως έχει λεχθεί και πιο πάνω, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που κατά τον χρόνο της κατ' ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων είχε ως εξής: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία αυτή κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Αναφορικά με τις εισηγήσεις
(2),
(3)και
(4)του κ. Ιωάννου, ως καταγράφονται στη σελίδα 5 πιο πάνω, παρατηρείται ότι δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο ώστε οι κατηγορούμενοι 1 και 2 να μην καλούνταν σε απολογία. Εξετάζοντας, τώρα, κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, σημειώνεται καταρχήν ότι σε ότι αφορά τα συστατικά στοιχεία υπό
(1),
(2),
(3)και
(5)αμέσως πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία. Δεν ισχύει, ωστόσο, το ίδιο και σε σχέση με το συστατικό στοιχείο υπό
(4)πιο πάνω και τους λόγους της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών για τους ακόλουθους λόγους: Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 305Α
(1), για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα θα πρέπει η επιταγή να επιστραφεί απλήρωτη είτε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του είτε λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη είναι κλειστός κατά τον χρόνο της παρουσίασης της επιταγής. Όπως, όμως, προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία οι επίδικες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες για άλλους λόγους και πιο συγκεκριμένα λόγω του ότι ο υπογράφων τις επιταγές/κατηγορούμενος 2 ήταν καταχωρημένος στο ΚΑΠ. Σύμφωνα δε με την Μ.Κ. 4, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας δεν ήταν κλειστός ή παγοποιημένος ούτε το όνομα της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ήταν καταχωρημένο στο ΚΑΠ, ενώ δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο παρουσίασης των επιταγών για πληρωμή, ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή τους ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε κατάσταση του λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Σε σχέση, τώρα, με την τοποθέτηση του κ. Σαβεριάδη ότι η Μ.Κ. 4 κατέθεσε ότι κατά τον χρόνο παρουσίασης των επιταγών για πληρωμή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή τους, παρατηρείται ότι η Μ.Κ. 4 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στην μαρτυρία της αφού αφενός κατά την κυρίως εξέτασή της δεν ερωτήθηκε περί τούτου, αφετέρου κατά την αντεξέτασή της η μάρτυρας ανέφερε ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 εταιρείας δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Παρατίθενται πιο κάτω σχετικά αποσπάσματα από τη μαρτυρία της Μ.Κ. 4: Από την κυρίως εξέταση: «E. Θα σας δείξω αυτές τις επιταγές. Τις αναγνωρίζετε; (Επιδεικνύονται στη μάρτυρα τα έγγραφα) A. Μάλιστα. E. Είναι επιταγές της τράπεζα σας; A. Μάλιστα. E. Μπορείτε να μας πείτε εάν αυτές οι επιταγές έχουν τιμηθεί; A. Όχι δεν έχουν τιμηθεί. E. Για ποιο λόγο; A. Για το λόγο ότι ο υπογράφων της επιταγής ήταν καταχωρημένος στο ΚΑΠ τη δεδομένη περίοδο. E. Από τα αρχεία σας ποιος ήταν ο υπογράφων των επιταγών γνωρίζετε; A. Ο κύριος Σάββας Ζαχαριάδης.» Από την αντεξέταση: «E. Στη δεδομένη στιγμή που παρουσιάστηκαν αυτές οι επιταγές, ο λογαριασμός του εκδότη της εταιρίας συμφωνείτε μαζί μου ότι δεν ήταν ούτε κλειστός, ούτε παγοποιημένος; A. Συμφωνώ. E. Συμφωνείτε ακόμα μαζί μου ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά; A. Λειτουργούσε ναι. ............................................................ E. Έχετε υπόψη σας πότε ο κύριος Ζαχαριάδης μπήκε στο ΚΑΠ; A. Δε γνωρίζω ακριβώς. E. Σας υποβάλλω ότι ο κύριος Ζαχαριάδης μπήκε στο ΚΑΠ το
- A. Μάλιστα. ............................................................. E. Και συμφωνείτε μαζί μου ότι στο ΚΑΠ ήταν μόνο ο κύριος Ζαχαριάδης. A. Μάλιστα. E. Η εταιρεία η ίδια δεν είχε κανένα πρόβλημα. A. Όχι. E. Γνωρίζετε αν μπαίνουν και οι εταιρίες τα νομικά πρόσωπα στο ΚΑΠ; A. Φυσικά μπορεί να μπουν. E. Αλλά αυτή η εταιρεία δεν ήταν έτσι; A. Όχι. E. Δεν εμπήκε ποτέ σωστά; A. Ναι.» Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για ένα από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, με τρόπο ώστε η υπόθεση αναπόφευκτα να οδηγείται σε απόρριψη. Να παρατηρήρω, μάλιστα, στο στάδιο αυτό, ότι από μόνο του το γεγονός της μη πληρωμής της επιταγής δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το υπό κρίση αδίκημα, εκτός εάν υπάρχει μαρτυρία ότι η μη πληρωμή οφείλεται είτε στην μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της είτε λόγω του ότι κατά τον χρόνο της παρουσίασης ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν έχει δοθεί μαρτυρία ότι οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες για ένας από τους πιο πάνω λόγους. Τελειώνοντας να σημειωθεί ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στις λεπτομέρειες των αδικημάτων στο κατηγορητήριο αναφέρεται διαζευκτικά ότι οι επίδικες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες για λόγους οφειλόμενους στους εκδότες τους. Ωστόσο, η κατάσταση δεν μπορεί να διαφοροποηθεί αφ' ης στιγμής από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει οποιαδήποτε ενέργεια των εκδοτών των επιταγών, ήτοι της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (βλέπε Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517 και Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, απόφαση ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009), η οποία να προκάλεσε την μη εξόφλησή τους. Η πιο πάνω κατάληξή μου σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία σφραγίζει και την τύχη της υπόθεσης αναφορικά με τον κατηγορούμενο
- Το δε γεγονός ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι το όνομά του ήταν καταχωρημένο στο ΚΑΠ και οι επιταγές δεν θα μπορούσαν να πληρωθούν για το λόγο αυτό, ως ήταν η θέση του κ. Σαβεριάδη, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κρίση μου σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ενδεχόμενα, ωστόσο, να προκύπτουν άλλα ποινικά αδικήματα, πλην όμως το θέμα αυτό δεν είναι της παρούσας. Στη βάση όλων των πιο πάνω, λοιπόν, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............. Γ.Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο