← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλέξιος Καλογερίδης κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 32380/12, 4/10/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλέξιος Καλογερίδης κ.α., Aρ. Υπόθεσης: 32380/12, 4/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 32380/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας και

  1. Αλέξιος Καλογερίδης
  2. Xαράλαμπος Κεκτίδης i. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 4 Οκτωβρίου
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κακούρη. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Μ. Ιωάννου. Κατηγορούμενος: Παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος 1 έχει βρεθεί ένοχος, με δική του παραδοχή, σε συνολικά 5 Κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης (Πρώτη Κατηγορία), της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης (Δεύτερη Κατηγορία), της χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης έναντι τρίτου (Τρίτη Κατηγορία), της εγκατάλειψης τόπου δυστυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας (Έκτη Κατηγορία) και της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (Έβδομη Κατηγορία). Σημειωτέον ότι αρχικά ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε και κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της παράλειψης οδηγού μηχανοκινήτου οχήματος που είχε εμπλακεί σε δυστύχημα να σταματήσει στην οδό που συνέβηκε το δυστύχημα (Τέταρτη Κατηγορία) και της παράλειψης οδηγού που είχε εμπλακεί σε δυστύχημα να δώσει τα στοιχεία του (Πέμπτη Κατηγορία), οι οποίες, όμως, διακόπηκαν στην πορεία και ο Κατηγορούμενος 1 απαλλάχτηκε από αυτές. Επίσης, ο Κατηγορούμενος 2 είχε παραδεχθεί την Όγδοη Κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της παράλειψης λήψης από ιδιοκτήτη των απαραίτητων μέτρων για αποτροπή χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και του επιβλήθηκε ποινή από το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) στις 8/7/
  4. Τα γεγονότα που αφορούν της παρούσα υπόθεσης, όπως αυτά εκτέθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως εξής: Στις 19/11/2011 και περί ώρα 20:30, ο Κατηγορούμενος 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KPX800 (στο εξής «το Αυτοκίνητο») στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Καλλιπόλεως προς τη Λεωφόρο Λάρνακος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρέσυρε και τραυμάτισε τις πεζές Ευθυμία Τετριμηδά, Έλενα Τουμάζου και την Ελίστα Μπουρμπούτη, οι οποίες εκείνη την ώρα διασταύρωναν το δρόμο συνοδευόμενες από μέλη της οικογένειάς τους, ήτοι τον Νίκο Τουμάζου, Αλέξανδρο Μπαρμπούτη και από τη Σοφία Μπαρμπούτη, από τα δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του Αυτοκινήτου. Μετά το δυστύχημα, ο Κατηγορούμενος 1 εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος με το Αυτοκίνητο προς άγνωστη κατεύθυνση. Την σκηνή του δυστυχήματος επισκέφτηκε την ίδια ημέρα και ώρα 21:50 ο Αστυφύλακας 4028, Α. Ταβέλης (στο εξής «ο Εξεταστής»), ο οποίος βρήκε παρόντες όλους τους εμπλεκόμενους πεζούς. Το Αυτοκίνητο είχε εγκαταλείψει τη σκηνή. Ακολούθως, οι πεζές Ευθυμία Τετριμηδά και Έλενα Τουμάζου, οι οποίες είχαν τραυματιστεί, μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με ιδιωτικό όχημα, όπου έτυχαν των Α' Βοηθειών και απολύθηκαν. Στη συνέχεια επέστρεψαν στην σκηνή του δυστυχήματος. Στην παρουσία τους ο Εξεταστής έκανε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, όπου, μεταξύ άλλων, σημείωσε με τα γράμματα Χ, Χ1 και X2 τα σημεία, όπου το Αυτοκίνητο κτύπησε τις πεζές, σύμφωνα με την άμεση μαρτυρία της σκηνής. Με βάσει το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, ο Εξεταστής στην πορεία ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής, το οποίο κατατέθηκε ως Έγγραφο «Α». Σύμφωνα με τα ευρήματα του Εξεταστή, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός από κολώνες οδικού φωτισμού υψηλής τάσεως. Η Λεωφόρος Γρίβα Διγενή είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας και ο δρόμος είναι επίπεδος. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου 1 ως προς την πορεία του, ήταν γύρω στα 40 μέτρα ως η ακτίνα των φώτων του χωρίς να φράζεται από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνικό εμπόδιο. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 50 χ.α.ώ. Στη σκηνή δεν υπήρχαν οποιαδήποτε σημάδια που να αφορούσαν το δυστύχημα. Στις 19/11/2011 και περί ώρα 23:50, ο Εξεταστής εντόπισε τον ιδιοκτήτη του Αυτοκινήτου, Κατηγορούμενο 2, στην οικία του τελευταίου και το Αυτοκίνητο σταθμευμένο στο χώρο της πολυκατοικίας που διέμενε. Ο Εξεταστής επιθεώρησε το Αυτοκίνητο, το οποίο δεν είχε κάποια ζημιά παρά μόνο ίχνη επαφής στον μπροστινό προφυλακτήρα πάνω από την πινακίδα εγγραφής. Με τη συγκατάθεση του Κατηγορουμένου 2, ο Εξεταστής μετέφερε το Αυτοκίνητο στην Τροχαία Λευκωσίας για να εξεταστεί και ο Κατηγορούμενος 2 αρνείτο κάθε ανάμειξη με το δυστύχημα. Όπως ανέφερε, ο ίδιος δεν είχε μετακινήσει το Αυτοκίνητο και ισχυρίστηκε ότι ίσως το Αυτοκίνητο να είχε κλαπεί. Στις 20/11/2011, ο Κατηγορούμενος 2 συνελήφθηκε, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, και, αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Δεν το οδηγούσα εγώ». Στις 20/11/2011 και περί ώρα 16:40, ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος είναι συγγενικό πρόσωπο του Κατηγορουμένου 2, προσήλθε από μόνος του στην Τροχαία Λευκωσίας, όπου ανέφερε ότι αυτός οδηγούσε το Αυτοκίνητο και ενεπλάκη στο περί ου ο λόγος δυστύχημα χωρίς να το αναφέρει στον Κατηγορούμενο
  5. Αργότερα την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 1, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι συμφωνεί με το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής. Ο Κατηγορούμενος 1 ενημερώθηκε ότι υπήρχε μάρτυρας από το δυστύχημα και θα γινόταν αναγνωριστική παράταξη για αναγνώριση, αλλά ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει μέρος στην αναγνωριστική παράταξη και ζήτησε όπως ο μάρτυρας περάσει από τα γραφεία για να τον αναγνωρίσει. Αργότερα την ίδια ημέρα προσήλθε στην Τροχαία Λευκωσίας ο Νίκος Τουμάζου, ο οποίος αναγνώρισε και υπέδειξε τον Κατηγορούμενο 1 ως τον οδηγό του Αυτοκινήτου την ώρα του δυστυχήματος. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε «Αφού σου είπα ότι εγώ οδηγούσα.» Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορήθηκε γραπτώς για τα εναντίον του διερευνούμενα αδικήματα και απάντησε «Παραδέχομαι και ζητώ συγγνώμη.» Τέλος, η κα. Κακούρη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και υπάρχουν €30,00 έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής. Με την σειρά του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 κατ' αρχάς συμφώνησε με την έκθεση των γεγονότων από την Κατηγορούσα Αρχή, διευκρινίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος 1 αρχικά σταμάτησε, αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος επειδή φοβήθηκε. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμούς της ποινής, o κ. Ιωάννου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για σκοπούς επιβολής της ποινής σε σχέση με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου
  6. Σύμφωνα, λοιπόν, με την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας σήμερα 25 ετών, γεννήθηκε στη Γεωργία και σε ηλικία 5 ετών μετακόμισε με τους γονείς του, οι οποίοι κατάγονται από τη Γεωργία και προέρχονται από πολύτεκνες φτωχές οικογένειες, στην Ελλάδα. Παρέμειναν στην Ελλάδα για ένα χρόνο και ακολούθως εγκαταστάθηκαν στην χώρα μας με σκοπό την εξεύρεση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι απόφοιτος του Δημοτικού Σχολείου Παλλουριώτισσας και του Γυμνασίου Αγλαντζιάς. Στη συνέχεια φοίτησε στην Τεχνική Σχολή στον κλάδο της ηλεκτρολογίας. Στην Γ' Τάξη παρέμεινε στάσιμος λόγω υπέρβασης του επιτρεπτού ορίου απουσιών. Αρνούμενος να επανέλθει στην ίδια τάξη διέκοψε την φοίτησή του στην Τεχνική Σχολή. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 1 κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά, όπου εκτέλεσε 4 μήνες στρατιωτικής θητείας. Λόγω δυσκολιών που αντιμετώπιζε, ο Κατηγορούμενος 1 ζήτησε αναστολή και έκτοτε δεν επέστρεψε για να ολοκληρώσει την απαιτούμενη θητεία. Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος 1 εργάστηκε για μερικούς μήνες με τον πατέρα του στις οικοδομές. Τα τελευταία χρόνια δεν είχε σταθερή απασχόληση και απασχολήθηκε περιστασιακά σε διάφορες εργασίες. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν έχει εξασφαλίσει άδεια εργασίας και η άδεια διαμονής του στην Δημοκρατία έληξε στις 27/1/
  7. Ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος είναι επί του παρόντος άγαμος και άνεργος, διαμένει με τους γονείς του σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του πατέρα του στην περιοχή της Παλλουριώτισσας, οι συνθήκες διαβίωσης του οποίου είναι ικανοποιητικές. Ο πατέρας του Κατηγορουμένου 1 ανέκαθεν εργαζόταν στις οικοδομές, αλλά πριν από δύο μήνες περίπου απολύθηκε από την εργοληπτική εταιρεία στην οποία εργαζόταν λόγω έλλειψης εργασίας και επί του παρόντος είναι άνεργος προσπαθώντας να εξεύρει εργασία, υπέβαλε δε αίτηση για να του χορηγηθεί ανεργιακό επίδομα. Η μητέρα του Κατηγορουμένου 1 εργάζεται σε κάποια υπεραγορά και ο μηνιαίος μισθός της εξ €1.100,00 αποτελεί το μοναδικό εισόδημα της οικογένειας. Ο Κατηγορούμενος 1 έχει επίσης μία αδελφή, ηλικίας 24 ετών, η οποία φοιτά στον κλάδο της Νομικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τέλος, σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας του Κατηγορουμένου 1, στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καταγράφεται ότι δεν υπάρχει κάποια ακίνητη περιουσία πέραν του ιδιόκτητου διαμερίσματος του πατέρα του. Επίσης, καταγράφεται ότι οι γονείς του Κατηγορουμένου 1 είναι ιδιοκτήτες δύο αυτοκινήτων, δεν υπάρχουν αποταμιεύσεις και δεν υπάρχουν άλλα εισοδήματα πέραν του μηνιαίου μισθού της μητέρας του Κατηγορουμένου 1, ως ανωτέρω. Περαιτέρω, υπάρχει χρέος για την αγορά του αναφερθέντος διαμερίσματος, όπου καταβάλλεται μηνιαία δόση εξ €600,00, και αποστέλλονται €150,00 μηνιαίως στην αδελφή του Κατηγορουμένου 1 στη Θεσσαλονίκη για την κάλυψη διαφόρων εξόδων της. Πέραν των όσων καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κ. Ιωάννου ανέφερε ότι στην ηλικία των 17 ετών, ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ένας έφηβος με ανησυχίες, ενώ σήμερα σε ηλικία 25 ετών εργάζεται περιστασιακά στις οικοδομές με τον θείο του. Επίσης, ότι το 2007 διέκοψε τη φοίτησή του στην Τεχνική Σχολή λόγω οικονομικών δυσκολιών και την ημέρα που είχε τη συνάντηση με τη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας για την ετοιμασία της Έκθεσης, ο Κατηγορούμενος 1 επανεγράφηκε στο Εσπερινό Τμήμα της Α' Τεχνικής Λευκωσίας, φοίτηση που είχε διακόψει το 2007, και τώρα παρακολουθεί τις σπουδές του. Ανέφερε, επίσης, ότι σήμερα έχει αποκτήσει κανονική άδεια οδήγησης και ξεκίνησε μια καινούρια φοιτητική ζωή. Ζήτησε, επίσης, όπως ο Κατηγορούμενος 1 κριθεί με κάθε δυνατή επιείκια και, με αναφορά σε σχετικό σύγγραμμα, ζήτησε όπως η ποινή που θα επιβληθεί αρμόζει στο πρόσωπο του Κατηγορουμένου 1 και τα περιστατικά της υπόθεσης, εισηγούμενος ότι η ποινή φυλάκισης πρέπει να είναι η τελευταία επιλογή του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος 1 είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το νομοθέτη διά των ανωτάτων προβλεπομένων ορίων ποινής. Συγκεκριμένα για το αδίκημα της Έκτης Κατηγορίας, το οποίο είναι το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, το εδάφιο

(1)του Άρθρου 235Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο χρόνια ή χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τις Λ.Κ.1.000,00 (το αντίστοιχο σήμερα σε Ευρώ) ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, το εδάφιο
(3)του Άρθρου 235Α του Κεφ. 154 διαλαμβάνει ότι, «εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο που καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται της δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο.» Για το δε αδίκημα της Τρίτης Κατηγορίας, το Άρθρο 3
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96(Ι)/2000, προνοεί ποινή φυλάκισης που να μην υπερβαίνει το ένα έτος ή χρηματική ποινή που να μην υπερβαίνει τις Λ.Κ.1.000,00 (το αντίστοιχο σήμερα σε Ευρώ) ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, διαλαμβάνει ότι πρόσωπο που καταδικάζεται για αδίκημα βάσει του Άρθρου 3 θα στερείται του δικαιώματος να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης. Περαιτέρω, το εδάφιο
(5)του Άρθρου 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96(Ι)/2000, διαλαμβάνει ότι στέρηση βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(4), εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Για το αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας, ήτοι της αμελούς οδήγησης, το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν. 86/72, ως είχε τροποποιηθεί μέχρι την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.000,00 (το αντίστοιχο σήμερα σε Ευρώ) ή και τις δύο αυτές ποινές. Η ίδια ποινή προβλέπεται από το Άρθρο 11 του ιδίου Νόμου και σε σχέση με το αδίκημα της Έβδομης Κατηγορίας. Περαιτέρω, το αδίκημα της Δεύτερης Κατηγορίας, σύμφωνα με το Άρθρο 49 των περί Άδειας Οδήγησης Νόμων του 2001 έως 2010, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.000,00 (το αντίστοιχο σήμερα σε Ευρώ) ή και τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω, το Άρθρο 54
(1)δίδει περαιτέρω εξουσία στο Δικαστήριο όπως αποστερήσει από τον καταδικασθέντα της ικανότητας να κατέχει ή αποκτά άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που το Δικαστήριο ήθελε, κάτω υπό τις περιστάσεις, αποφασίσει. Σημειώνω, επίσης, ότι για τα αδικήματα της Πρώτης και της Έκτης Κατηγορίας, το Άρθρο 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, ως είχε τροποποιηθεί μέχρι την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, διαλαμβάνει ότι το Δικαστήριο, εκτός εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, επιβάλλει στον καταδικασθέντα τον κατώτατο αριθμό βαθμών ποινής που καταγράφεται στον εκεί συνημμένο πίνακα, και δύναται, επίσης, αν τα γεγονότα της υπόθεσης δικαιολογούν τούτο, να επιβάλει πρόσθετους βαθμούς ποινής πέραν του κατωτάτου, αλλά ουχί πέραν του ανώτατου αριθμού βαθμών ποινής που καταγράφεται στον εκεί συνημμένο πίνακα. Τέλος, το Άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72, ως είχε τροποποιηθεί μέχρι την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, δίδει περαιτέρω εξουσία στο Δικαστήριο όπως αποστερήσει από τον καταδικασθέντα την ικανότητα να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος για τέτοιο χρονικό διάστημα, ως το Δικαστήριο ήθελε κατά το δοκούν εκάστοτε αποφασίσει. Η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων έχει από πολύ νωρίς αναγνωρίσει την σοβαρότητα αδικημάτων που αφορούν παραβάσεις των διατάξεων των νόμων και κανονισμών της τροχαίας και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75, λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 77: «Η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των νόμων και κανονισμών της τροχαίας είναι επιτακτική και απαραίτητη. Η επιβολή δε αποτρεπτικών ποινών και ιδιαίτερα σε νεαρά άτομα που πριν ακόμα καταστούν προσοντούχα για την απόκτηση άδειας οδηγήσεως δείχνουν έλλειψη σεβασμού προς τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, είναι επιβεβλημένη. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Ενδεικτικό της θλιβερής διαπίστωσης των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με τις ανησυχητικές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στον τόπο μας είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.» Όπως λέχθηκε, επίσης, στην υπόθεση Ζυπίτης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, το αυτοκίνητο αποτελεί αντικείμενο ικανό να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρή βλάβη κατά πάντα χρόνο, όταν αυτό βρίσκεται σε κίνηση, γεγονός που προσδιορίζει και τις ευθύνες του οδηγού για τη χρήση και το καθήκον του για την προστασία της ασφάλειας τρίτων. Δεδομένων, λοιπόν, των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στον τόπο μας και των καταστροφικών συνεπειών που σχετίζονται με τις απώλειες ζωών και τραυματισμούς, η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων έχει σταθερά τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος της Έκτης Κατηγορίας και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, εφόσον μια τέτοια συμπεριφορά, ήτοι η εγκατάλειψη από εμπλεκόμενο οδηγό της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο προκαλεί βλάβη σε άλλο πρόσωπο, χωρίς την παροχή βοήθειας σε αυτόν, αποτελεί εγωϊστική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Ενδεικτικά παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ανδρέας Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1, 7: «Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η πιο πάνω διάταξη είναι προφανής και νομίζουμε πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εξειδίκευση. Ωστόσο, επιγραμματικά θα επαναλάβουμε το αυτονόητο, ότι δηλαδή κάθε οδηγός οχήματος που εμπλέκεται σε τροχαίο δυστύχημα έχει νομική και ηθική υποχρέωση να σταματά και να προσφέρει βοήθεια στο θύμα του δυστυχήματος. Η έγκαιρη παροχή βοήθειας μπορεί να σώσει τη ζωή του θύματος ενώ η εγκατέλειψή του μπορεί ακόμη να οδηγήσει και στο θάνατο. Συνιστά άκρως εγωϊστική συμπεριφορά η εγκατάλειψη θύματος τροχαίου δυστυχήματος χωρίς βοήθεια, όπου μάλιστα είναι τέτοιες οι συνθήκες ώστε να καθίσταται απομακρυσμένη η παροχή βοήθειας μέσα σε σύντομο χρόνο.» Πλούσια είναι, επίσης, η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με την σοβαρότητα που διαχρονικά προσδίδεται στο αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Πέραν της Παναγή (ανωτέρω) παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, όπου επαναδιατυπώθηκε το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια εποχή που τα ατυχήματα βρίσκονται σε ανησυχητική άνοδο. Στην εν λόγω υπόθεση, όπου ο εκεί κατηγορούμενος κρίθηκε, επίσης, ένοχος για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, η αφαίρεση της άδειας οδήγησής του για την ελάχιστη περίοδο των έξι μηνών που προβλέπει ο Νόμος, ελλείψει ειδικών λόγων, κρίθηκε επιβεβλημένη. Διαφωτιστικό τέλος της σταθερής και διαχρονικής προσέγγισης της Κυπριακής νομολογίας σε σχέση με την σοβαρότητα που προσδίδεται στη διάπραξη τροχαίων αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 242, στη σελ. 249: «Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία, με τον κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας, ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων.» Σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την στέρηση της άδειας οδήγησης καταδικασθέντα, όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Ελευθερίου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 300, σελ. 304: «Σε σειρά αποφάσεων το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ποινή της στέρησης της άδειας οδηγού βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν την σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης- (βλ. μεταξύ άλλων, Solomos Stylianou v. The Police
(1962)C.L.R. 152, Andreas Miltiadous v. The Police
(1970)2 C.L.R. 81, Μαρία Παναγίδου και άλλος ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 448, Μιχάλης Σαρίδης άλλως Μάικ ν. Της Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 465).» Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Τσιελεπής ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 401, σημαντικός παράγοντας στην επιβολή της ποινής στέρησης της άδειας οδήγησης είναι από την μια η ανάγκη για συνετισμό του κατηγορουμένου και από την άλλη η προστασία του κοινωνικού συνόλου. Η άδεια οδηγού αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο νόμος για την οδική ασφάλεια. Βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 299. Όπως υποδεικνύεται στην Louroutziatis v. Republic
(1983)2 C.L.R. 125: «... disqualification serves to emphasize that driving is not an inherent right but a right exercised on licence that may be withheld in the face of abuse of the qualified right. The continued exercise of the right is subject to the condition inherent in the licence to observe traffic rules and regulations as well as the rights of the other users of the road.» Στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη, όμως, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ.
  1. Για προσδιορισμό, λοιπόν, και εξατομίκευση της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας, αλλά και ενόψει του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται και διεκπεραιώνονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ένα άλλο στοιχείο που προσθέτει στη σοβαρότητα των αδικημάτων είναι το ότι ο Κατηγορούμενος 1 οδηγώντας αμελώς το Αυτοκίνητο παρέσυρε και τραυμάτισε τρεις ανυποψίαστους συνανθρώπους μας, οι οποίοι επιχειρούσαν να διασταυρώσουν τη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα από τα δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου 1, των πεζών έχοντας μάλιστα ήδη εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου
  2. Πέραν τούτου, και παρά το ότι προς στιγμής σταμάτησε στη σκηνή του δυστυχήματος, παραγνωρίζοντας πλήρως το ελάχιστο νομικό και ηθικό καθήκον προς τις τραυματισθείσες από την επιδειχθείσα αμέλειά του πεζές, ο Κατηγορούμενος 1 στη συνέχεια εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς να προσφέρει σε αυτές την όποια βοήθεια, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για την τύχη των τραυματιών. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, ότι μαζί με τις τρεις τραυματισθείσες πεζές βρίσκονταν και τρία άλλα μέλη της οικογένειάς τους, τα οποία προφανώς μερίμνησαν όπως αυτές μεταφερθούν εγκαίρως στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Δηλαδή, η εγκατάλειψη της σκηνής του δυστυχήματος από τον Κατηγορούμενο 1 δεν έγινε σε τέτοιες συνθήκες που να καθιστούσαν απομακρυσμένη την παροχή βοήθειας σε σύντομο χρόνο. Σημειώνω, επίσης, ότι δεν προκύπτει να τραυματίστηκαν σοβαρά τα θύματα της αμέλειας του Κατηγορουμένου
  3. Η συμπεριφορά, όμως, του Κατηγορουμένου 1 δεν παύει από του να είναι εγωϊστική, αδιάφορη και απαράδεκτη, ο οποίος υπενθυμίζω ότι κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο οδηγούσε το Αυτοκίνητο χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης που να αφορά ευθύνη έναντι τρίτου και χωρίς καν να γνωρίζει τούτο ο ιδιοκτήτης του Αυτοκινήτου, Κατηγορούμενος 2, παραγνωρίζοντας τοιουτοτρόπως πλήρως τις εκ των ων ουκ άνευ υποχρεώσεις του κώδικα οδικής συμπεριφοράς. Το ότι ο Κατηγορούμενος 1 φοβήθηκε και εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος ουδόλως δικαιολογεί την πράξη του ούτε και αφαιρεί ο,τιδήποτε από τη σοβαρότητα του αδικήματος. Συνεπώς, το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου 1 καταδεικνύει τέτοια εγωϊστική, αντικοινωνική και αδιάφορη συμπεριφορά που συνηγορεί υπέρ του ότι η επιβλητέα ποινή θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, όχι μόνο γενικά, αλλά και ως προς τον ίδιο. Μέσω της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να στείλει το μήνυμα τόσο στον Κατηγορούμενο 1 όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος 1 έχει υπέρ του το λευκό ποινικό μητρώο και δικαιούται να κριθεί με κάθε δυνατή επιείκεια. Έχει, επίσης, παραδεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά την αρχική μη παραδοχή του, πράγμα που διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με την υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 δικαιούνται σε σχετική έκπτωση στην ποινή. Όσον αφορά τη βοήθεια και συνεργασία προς τις διωκτικές αρχές, σύμφωνα με τη νομολογία μας (βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442), αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη όταν προσφέρεται αρκετά έγκαιρα για να είναι χρήσιμη. Στην παρούσα περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 1 μετέβη ο ίδιος στην Τροχαία Λευκωσίας την επομένη του δυστυχήματος όπου ομολόγησε τη διάπραξη των αδικημάτων. Συνεπώς, η βοήθεια και συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές ήταν και έγκαιρη και χρήσιμη και ως τέτοια λαμβάνεται υπόψη προς όφελός τους. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη και προς όφελός του Κατηγορουμένου 1 την μεταμέλεια που εξέφρασε στο Δικαστήριο, χωρίς ωστόσο να παραβλέπω ότι δεν αναφέρθηκε κατά πόσον υπήρξε από αυτόν προσφορά γνήσιας απολογίας στα θύματα της παρανομίας του και χρηματική αποζημίωση. Προς όφελος του Κατηγορουμένου 1 λαμβάνω, επίσης, υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, όπως αυτές καταγράφονται ανωτέρω. Κυρίως, λαμβάνω υπόψη ότι είναι ηλικίας 25 ετών, ότι εγκαταστάθηκε από την παιδική του ηλικία στη χώρα μας με τους γονείς του για ένα καλύτερο αύριο, το ότι αντιμετώπιζε τόσο στην εφηβική όσο και στην νεανική του ηλικία προβλήματα προοσαρμογής και ότι μέχρι σήμερα δεν έχει αποκατασταθεί επαγγελματικά, παρά μόνο εργάζεται περιστασιακά στις οικοδομές. Επίσης, τα χαμηλά εισοδήματα της οικογένειάς του, ως και ότι αυτός πολύ πρόσφατα έχει ξεκινήσει να φοιτά στο Εσπερινό Τμήμα της Α' Τεχνικής Λευκωσίας, φοίτηση που είχε διακόψει το 2007. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη ότι αυτός είναι πλέον κάτοχος κανονικής άδειας οδήγησης. Συνυπολογίζω, επίσης, προς όφελος του Κατηγορουμένου 1 το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα που επιβάλλεται ποινή, χωρίς ωστόσο να παραβλέπω ότι σημαντικό μέρος της καθυστέρησης οφείλεται στην αρχική μη παραδοχή του Κατηγορουμένου 1. Χωρίς να παραβλέπω ότι δεν επήλθε οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1 στο διάστημα που μεσολάβησε, πέραν βεβαίως της πρόσφατης επιλογής του να επανεγγραφεί στην Τεχνική Σχολή, αδιαμφισβήτητα η καθυστέρηση θεραπεύεται με επιείκεια στην ποινή. Βλ., μεταξύ άλλων, τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που προανέφερα και έλαβα υπόψη είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το ύψος της ποινής, αλλά όχι το είδος της αρμόζουσας ποινής που δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο 1 οι ακόλουθες ποινές: Ποινή φυλάκισης 15 ημερών στην Πρώτη Κατηγορία∙ Ποινή φυλάκισης 15 ημερών στην Δεύτερη Κατηγορία∙ Ποινή φυλάκισης 15 ημερών στην Τρίτη Κατηγορία∙ Ποινή φυλάκισης 30 ημερών στην Έκτη Κατηγορία∙ Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στην Έβδομη Κατηγορία. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχοντας περαιτέρω κατά νου ότι τα αδικήματα της Πρώτης και της Έκτης Κατηγορίας δεν απορρέουν από την ίδια πράξη ή παράλειψη, σε σχέση με την Πρώτη Κατηγορία επιβάλλονται 3 βαθμοί ποινής και σε σχέση με την Έκτη Κατηγορία επιβάλλονται 5 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου
  2. Όσον αφορά το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης του Κατηγορουμένου 1, κρίνω ότι οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης είναι αρκετές για σκοπούς αποτροπής και συνετισμού ώστε να μην απαιτείται η στέρηση της άδειας οδήγησής του σε σχέση με οποιαδήποτε Κατηγορία. Με έχει απασχολήσει το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, ως ετροποποιήθη από το Νόμο 186(Ι)/
  3. Κρίνω, όμως, ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1 (βλ. Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 663, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (Αρ.2)
(2005)2 Α.Α.Δ. 327, Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.2)
(2009)2 Α.Α.Δ. 579, Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 214/2009, ημερομηνίας 29/1/2010, Χρίστου ν. Αδάμου, Ποινική Έφεση Αρ. 135/2012, ημερομηνίας 19/11/2012, Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 221/2012, ημερομηνίας 19/12/2012 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χαράλαμπου Ττίγκη κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 171/2010, ημερομηνίας 25/1/2013), δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής έκτισης των ποινών φυλάκισης. Ως εκ τούτου, οι επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν αμέσως. Τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής εξ €30,00 να καταβληθούν από τα Δημόσια Ταμεία. (Υπ.) .......... Μ. ΜΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.