← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 717/12, 28/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 717/12, 28/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 717/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Χρίστος Χαραλάμπους Κατηγορουμένου ---------------------------- Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μαυρομμάτης Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των άρθρων 2, 4

(1), 15, 16, 22 και 23 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε, και συγκεκριμένα ότι την 7.12.2011 στο Τσέρι της επαρχίας Λευκωσίας επιτέθηκε εναντίον της συζύγου του Χριστίνας Χρίστου. Παραδέχθηκε επίσης ακόμα μια κατηγορία για κοινή επίθεση κατά παράβαση των ίδιων άρθρων του ίδιου Νόμου και η οποία αφορά την ημερ. 22.12.2011 όπου και πάλι η επίθεση ήταν εναντίον της συζύγου του Χριστίνας Χρίστου. Για την δεύτερη αυτή υπόθεση έχει καταχωρηθεί η υπόθεση 718/12 η οποία μετά από σχετική αίτηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου και της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής λαμβάνεται υπόψη στην υπόθεση 717/12 για να επιβληθεί μία ποινή στον κατηγορούμενο. Τα γεγονότα που πλαισιώνουν τις υπόθεσης όπως έχουν αναφερθεί από την Κατηγορούσα Αρχή έχουν ως ακολούθως: Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, η παραπονούμενη Χριστιάνα Χρίστου μαζί με τον γιο της μετέβηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας στις 7.12.2011 και κατήγγειλε ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 20.40 δέχτηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο μετά που του είχε ανακοινώσει την απόφαση της για να καταχωρίσει αίτηση διαζυγίου. Ήταν η θέση της ότι ο κατηγορούμενος προχώρησε προς το μέρος της και την έσπρωξε με τα χέρια του με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα. Ο κατηγορούμενος κλήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας, παραδέχθηκε το γεγονός σε κατάθεση του και στις 14.12.2011 κατηγορήθηκε γραπτώς και παραδέχθηκε αναφέροντας ότι ήταν μια κακιά στιγμή και δεν ήθελε να κάμει κακό στην παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και για την παρούσα υπόθεση έχουν δημιουργηθεί €80 έξοδα τα οποία η κα Ναθαναήλ ζήτησε όπως πληρωθούν από τον κατηγορούμενο. Σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης 718/12, όπως ανέφερε η κα Ναθαναήλ, στις 22.12.2011 η παραπονούμενη μαζί με τον κατηγορούμενο βρίσκονταν στην κουζίνα του σπιτιού τους όπου έγινε μια έντονη συζήτηση με αφορμή τη θέση της παραπονούμενης ότι την ημέρα των Χριστουγέννων η ίδια είχε προγραμματίσει κάποια έξοδο μαζί με τον γιο τους χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο κατηγορούμενος στα σχέδια τους. Ο κατηγορούμενος νευρίασε, πέταξε χάμω ένα δίσκο στον οποίον υπήρχαν ποτήρια με καφέ τα οποία και έσπασε και άρπαξε την παραπονούμενη από το δεξί χέρι και την έσπρωξε. Η παραπονούμενη προέβηκε σε καταγγελία την ίδια μέρα. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς επίσης την ίδια μέρα για το αδίκημα και απάντησε «δεν παραδέχομαι». Δεν έχουν δημιουργηθεί έξοδα στην υπόθεση αυτή. Ο κ. Μαυρομμάτης αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη ήταν παντρεμένοι για 21 χρόνια και από τον γάμο τους έχουν τρία παιδιά ηλικίας 22, 18 και 9 ετών σήμερα. Στις 6.12.2011 η παραπονούμενη είχε ανακοινώσει στον κατηγορούμενο ότι επιθυμεί να χωρίσουν και του ζήτησε να φύγει από το σπίτι. Εκείνος έφυγε για να σκεφτεί και την επόμενη μέρα, 7.12.2011, επέστρεψε στο σπίτι για να συζητήσουν, έγινε έντονη συζήτηση μεταξύ τους για αρκετή ώρα ενώ η παραπονούμενη πολλές φορές τον ειρωνευόταν και ήταν προκλητική. Τον ενημέρωσε δε, ότι είχε ήδη πάει σε δικηγόρο για να καταθέσει αίτηση διαζυγίου και ο κατηγορούμενος αφού θύμωσε όντως την έσπρωξε όπως έχει αναφερθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Όπως ανέφερε ο κ. Μαυρομμάτης μέχρι 22.12.11 ο κατηγορούμενος προσπαθούσε συνεχώς να τα βρει με την παραπονούμενη και να συνεχίσουν το γάμο τους. Στις 21.12.2011 ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη υπέγραψαν συμφωνία, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στο Δικαστήριο, με την οποία συμφώνησαν ότι όλη η ακίνητη περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους και/ή προηγουμένως δοθεί εξίσου στα τρία τους παιδιά σε ίσα μερίδια, ένα δάνειο το οποίο είχαν συνομολογήσει από κοινού θα πληρωνόταν από κοινού και η παραπονούμενη διατήρησε δικαίωμα επικαρπίας στα ακίνητα που συμφώνησαν να δοθούν στα παιδιά τους. Την επόμενη μέρα, δηλαδή 22.12.2011 η παραπονούμενη και πάλι κατά τη διάρκεια συζήτησης μεταξύ τους, του ανέφερε ότι την ημέρα των Χριστουγέννων δεν θα την περνούσαν μαζί σαν οικογένεια αλλά ότι η ίδια είχε διευθετήσει να βγει έξω με κάποιο άλλο πρόσωπο και ο κατηγορούμενος, και πάλι συναισθηματικά φορτισμένος, την έπιασε από το χέρι και την έσπρωξε. Από τις 22.12.2011 αποχώρησε οικειοθελώς από την συζυγική εστία, απολογήθηκε στην κατηγορούμενη για την συμπεριφορά του και υπήρξε έκτοτε μεταξύ τους πολύ καλή συνεργασία, ο κατηγορούμενος συγκεκριμένα συνεργάστηκε πλήρως με την παραπονούμενη και τον δικηγόρο της και έχει εκδοθεί διαζύγιο και έχει διευθετηθεί η καταβολή διατροφής για την ανήλικη θυγατέρα τους όπως και συμφωνήθηκε και η επικοινωνία του κατηγορουμένου με την ανήλικη θυγατέρα του, Αντριανή. Όπως ανέφερε ο κ. Μαυρομμάτης το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου αλλά και το γεγονός ότι στα 21 χρόνια που ήταν παντρεμένος με την παραπονούμενη ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε θέμα βίας ή απειλής καταδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά ήταν μεμονωμένα και ότι έγιναν λόγω της έντονης συναισθηματικής φόρτισης του κατηγορουμένου που έβλεπε τον γάμο του να καταρρέει. Τόνισε επίσης την συνεργασία κατηγορουμένου και παραπονούμενης μετά τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα, και υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης που έχει γίνει από το Γραφείο Ευημερίας για τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος από τον Μάρτιο του 2013 είναι άνεργος όμως καταβάλλει προσπάθειες και είναι τυπικός με τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την διατροφή της ανήλικης θυγατέρας του και την επικοινωνία του μαζί της και συμβάλει επίσης στα έξοδα της δεύτερης του κόρης, η οποία είναι σήμερα φοιτήτρια. Όπως ανέφερε ο κ. Μαυρομμάτης, ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει και το λάθος του και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει, έχει μεταμεληθεί και τα περιστατικά αυτά μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μεμονωμένα. Ο κ. Μαυρομμάτης κάλεσε το Δικαστήριο να διαφοροποιήσει την παρούσα υπόθεση από τις υποθέσεις βίας στην οικογένεια για τις οποίες έχει θεσπιστεί ο σχετικός Νόμος που σκοπός του είναι για να προστατεύσει θύματα επανειλημμένης και έντονης ενδοοικογενειακής βίας, και χωρίς να υποσκελίζει την σοβαρότητα των συγκεκριμένων αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ο κατηγορούμενος, ζήτησε όπως μη επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του αφού κάτι τέτοιο θα προκαλούσε και ανυπέρβλητα εμπόδια και στην ανάγκη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του για την διατροφή της ανήλικης Αντριανής αλλά και θα διατάρασσε τα δικαιώματα επικοινωνίας που έχει μαζί της και την καλή τους σχέση. Αν όμως το Δικαστήριο, ανέφερε ο κ. Μαυρομμάτης, προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας του στον κατηγορούμενο, ζήτησε όπως αυτή ανασταλεί. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 43 ετών, άνεργος και πατέρας τριών παιδιών, διαμένει προσωρινά σε πρόχειρο κατάλυμα σε φάρμα που του ανήκει και μέχρι τις 10.10.2013 λάμβανε ανεργειακό επίδομα. Ήταν νυμφευμένος με την παραπονούμενη Χριστίνα Χρίστου από το 1990 ενώ το διαζύγιο τους εκδόθηκε τον Σεπτέμβρη του 2012. Έχει καλή σχέση με τα δύο ενήλικα παιδιά του, αλλά και με την ανήλικη κόρη του την οποίαν βλέπει τακτικά. Σύμφωνα με το άρθρο 242 Ποινικού Κώδικα όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.1.000 ή και στις δύο αυτές ποινές εκτός εάν η επίθεση διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις προνοείται σοβαρότερη ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, όταν τα αδικήματα που αναφέρονται στην 1η στήλη διαπράττονται από το ένα μέλος της οικογένειας εις βάρος άλλου μέλους θεωρούνται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει τις αυξημένες ποινές που προβλέπονται αντί τις ποινές που προβλέπονται στα αντίστοιχα άρθρα του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(φ) για το αδίκημα της κοινής επίθεσης που σύμφωνα με το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα η φυλάκιση αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Προκύπτει λοιπόν ότι το αδίκημα υπό εξέταση, ακριβώς γιατί αφορά πρόσωπα μεταξύ οικογένειας, είναι αυξημένης σοβαρότητας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέσει στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για την γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζήνωνα Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας στην οικογένεια κατέστησε αναγκαία την θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, στον οποίο προβλέπονται αυξημένες ποινές για εγκλήματα βίας στην οικογένεια, σε σύγκριση με τα ανάλογα αδικήματα στον Ποινικό Κώδικα. Χαρακτηριστικά λέχθηκε σε σχέση με αυτό: «Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής». Στην υπόθεση Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, αναφέρθηκε ότι η σοβαρότητα αυτής της φύσης αδικημάτων έγκειται στο γεγονός ότι η βία στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας. Χαρακτηριστικό θεωρώ και το απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2003)2 Α.Α.Δ. 534, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η ιδιαίτερη αυστηρότητα με την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η άσκηση βίας σε μέλος της οικογένειας κατηγορουμένου, τονίστηκε και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου, Ποιν. Εφ. 7012 ημερ. 11.4.2001. Είναι αδιανόητο κάποιος να κακοποιείται στο οικογενειακό σπίτι που αποτελεί το καταφύγιο του και όπου θα έπρεπε να βρίσκει προστασία και στοργή». (βλ. επίσης Κωνσταντίνος Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 28/2010 ημερ. 7.5.2010 και Αιμίλιος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αναστάσιου Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464 ανέφερε τα εξής: «Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων - (βλ. Κούλλουρος ν. Κούλλουρου & Άλλου
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 50). Η άσκηση βίας από το σύζυγο εις βάρος της συζύγου του αποτελεί ανάθεμα για τις συζυγικές σχέσεις και πλήττει τον πυρήνα της οικογένειας. Τέτοια συμπεριφορά δε γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από την μία, και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη. Προς μετριασμό της ποινής λαμβάνω υπ' όψιν μου το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, την παραδοχή του και στις δύο υποθέσεις, το γεγονός ότι οι δύο κατηγορίες συνέβηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα η μια από την άλλη και μέσα στο πλαίσιο γεγονότων που έχει αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και τον συνήγορο του κατηγορούμενου που μπορούν να θεωρηθούν ως ένα περιστατικό αλλά και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε υπό συνθήκες έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου την μετέπειτα συμπεριφορά του, την απολογία του προς την παραπονούμενη και την συνεργασία του μαζί της για όλα τα θέματα που αφορούσαν την έκδοση του διαζυγίου τους, την επικοινωνία του με το ανήλικο παιδί τους και τα θέματα της διατροφής. Από την άλλη καμία εκδήλωση βίας και ειδικά ενδοοικογενειακής δεν μπορεί να διαγραφεί και να δικαιολογηθεί. Όπως αναφέρθηκε και στις διάφορες υποθέσεις στις οποίες γίνεται πλήρης αναφορά πιο πάνω η βία δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου ότι δεν επήλθε τραυματισμός στην παραπονούμενη, η επίθεση η οποία έγινε δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα σφοδρή ούτε λέχθηκε οτιδήποτε για επιπτώσεις στην προσωπικότητα της παραπονούμενης. Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά διαπράχθηκαν σε μια περίοδο λίγων ημερών το ένα από το άλλο και της έντονης συναισθηματικής του φόρτισης λόγω της διάλυσης του γάμου του που ήταν επιλογή της παραπονούμενης, και έχοντας κατά νου τη νομολογία και τις αρχές που διέπουν τα σχετικά αδικήματα θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να διαχωριστεί από εκείνες που έχει κριθεί ότι αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα αυτής της φύσης των αδικημάτων έγκειται στο γεγονός ότι η βία στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιτότητας. Όμως η επιλογή ποινής στερητικής της ελευθερίας ενός ατόμου επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη κρίνεται ακατάλληλη. Η ποινή της φυλάκισης θα πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και η ένταση διάπραξης του σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Σχετική είναι η απόφαση Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας στην οποίαν έχει γίνει αναφορά ανωτέρω. Είναι η θέση μου ότι στην παρούσα περίπτωση μπορεί να επιβληθεί ποινή προστίμου χωρίς σε καμία περίπτωση να υποβαθμιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος. Εν όψει των ανωτέρω επιβάλλω στον κατηγορούμενο ποινή προστίμου €850 στην κατηγορία που έχει παραδεχθεί. Ο κατηγορούμενος θα πληρώσει επίσης €80 έξοδα των μαρτύρων Κατηγορούσας Αρχής Στην παρούσα υπόθεση λήφθηκε υπ' όψιν για σκοπούς επιβολής ποινής η υπόθεση αρ. 718/12. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.