Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Κασιουλής, Αρ. Υπόθεσης: 781/2012, 25/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 781/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Χρίστος Κασιουλής Κατηγορουμένου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Νοεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος με τη δική του παραδοχή ότι έκλεψε υλικό που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς κατά παράβαση των άρθρων 255, 264 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 1ης και της 9ης Ιουλίου 2010, στη Λακατάμεια, έκλεψε υλικό που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς δηλαδή την επιταγή της Κεντρική Τράπεζας ημερομηνίας 06/07/2010, ποσού €452 που αποτελούσε δημόσιο βοήθημα του Κυριάκου Κασιουλή, από τη Λακατάμεια και αποστάληκε ταχυδρομικώς στη διεύθυνση διαμονής του προαναφερθέντος στην οδό Ακάνθους 4 Διαμ.9 Συν. Αγίου Μάμα, κατηγορία αρ. 1 και ότι κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)(ι), 336 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 πλαστογράφησε την εν λόγω επιταγή, συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 1ης και της 9ης Ιουλίου 2010, υπέγραψε την κλοπιμαία επιταγή που περιγράφεται στην 1η κατηγορία, διά του ονόματος του Κυριάκου Κασιουλή, από τη Λακατάμεια δικαιούχου της επιταγής, άνευ της εξουσιοδοτήσεως του, κατηγορία αρ. 2 Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή αρχικά, ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία και αφού ακούστηκε η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης Αστ. 374 ο κατηγορούμενος άλλαξε την απάντηση του και παραδέχθηκε τις δύο κατηγορίες που έχει αναφερθεί. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι τα αδικήματα διαφάνηκαν όταν ο παραπονούμενος, ο οποίος τυγχάνει να είναι αδερφός του κατηγορούμενου και λήπτης δημοσίου βοηθήματος, κατήγγειλε στο Γραφείο Ευημερίας ότι δεν είχε παραλάβει την επιταγή του για τον μήνα Ιούλιο. Η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας τον ενημέρωσε ότι αρχές Ιουλίου 2010 είχε εκδοθεί στο όνομα του και αποστάληκε στη διεύθυνση του επιταγή για το ποσό των €452, η οποία είχε εξαργυρωθεί στις 10.7.2010. Ακολούθως ο παραπονούμενος κατάγγειλε στην Αστυνομία κλοπή της εν λόγω επιταγής και μετά από έρευνες διαφάνηκε ότι η επιταγή είχε πλαστογραφηθεί και κυκλοφορήσει στο χωριό Μιτσερό, σε πρακτορείο στοιχημάτων. Από τις έρευνες προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος πήρε την επιταγή και την υπέγραψε για να πληρώσει όπως είχε αναφέρει οφειλές του παραπονούμενου ο οποιος την δεδομένη περίοδο βρισκόταν στην φυλακή. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Έχουν δημιουργηθεί έξοδα €40 για τους μάρτυρες κατηγορίας που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και η κα Ναθαναήλ ζήτησε όπως τα τεκμήρια που κατακρατούνται για την υπόθεση κατασχεθούν και καταστραφούν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος 45 χρονών σήμερα, είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος και ζει στο χωριό Μιτσερό. Ήταν νυμφευμένος δύο φορές με γυναίκες από τη Ρουμανία και έχει από τους γάμους του δύο παιδιά τον Αλέξανδρο ηλικίας 14 ετών που διαμένει με την πρώτη πρώην σύζυγο του στη Λακατάμεια και την Άννα Μαρία 6 ετών η οποία διαμένει με τη δεύτερη πρώην σύζυγο του. Ο κατηγορούμενος κατάγεται από 14μελή οικογένεια χαμηλού μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου. Είναι το έκτο σε σειρά παιδί της οικογένειας. Φοίτησε μέχρι τη Δευτέρα τάξη του Δημοτικού και είναι αναλφάβητος. Από μικρός εργαζόταν για να συνεισφέρει στην οικογένεια του αφού ο πατέρας του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Από το 2006 παρουσίασε και ο ίδιος σοβαρά προβλήματα υγείας και είναι ανίκανος να εργαστεί. Ο κ. Κυριακίδης ανέφερε ότι το πολύ χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του κατηγορουμένου δεν τον βοήθησε να καταλάβει τα αδικήματα που διέπραττε ούτε τη σοβαρότητα τους αφού πήρε την εν λόγω επιταγή που είχε σταλεί στον αδερφό του ο οποίος τη δεδομένη χρονική περίοδο ήταν στις φυλακές, την πλαστογράφησε και την κατέθεσε σε πρακτορείο στοιχημάτων για να πληρώσει οφειλές του αδερφού του χωρίς να αντιληφθεί ότι οι πράξεις του αυτές είχαν ως αποτέλεσμα τη διάπραξη δύο σοβαρότατων αδικημάτων. Τόνισε την πολύ δύσκολη κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου για την οποία κατέθεσε αριθμό ιατρικών πιστοποιητικών και αναφερόμενος στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που δυστυχώς παρουσιάζουν και με αναφορά στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που καταδεικνύει ότι η αρμόζουσα ποινή για τα εξεταζόμενα αδικήματα είναι αυτής της άμεσης φυλάκισης, κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει μια ευκαιρία στον κατηγορούμενο αναστέλλοντας τυχόν επιβληθείσα ποινή φυλάκισης τόσο λόγω της πολύ βεβαρημένης κατάστασης της υγείας του επιχειρηματολογώντας ότι τυχόν εγκλεισμός του στις Κεντρικές Φυλακές θα επιδεινώσει την ήδη πολύ κακή κατάσταση του αλλά και ενόψει της παραδοχής του έστω και στο στάδιο αυτό που έγινε, αλλά και της έμπρακτης μεταμέλειας του η οποία εκφράζεται μέσω του από τον κατηγορούμενο. Τόνισε επίσης το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, ότι από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει πέραν των 3½ ετών και επανέλαβε ότι ενόψει της στενής συγγένειας που υφίσταται μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονούμενου, όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι αδέρφια, και του πολύ χαμηλού του μορφωτικού επιπέδου ο κατηγορούμενος άργησε πολύ να καταλάβει το λάθος του. Με βάση τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 264 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αν αυτό που κλάπηκε είναι υλικό που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση 7 χρόνων. Από την ποινή λοιπόν που προβλέπεται, εξάγεται αβίαστα η σοβαρότητα του αδικήματος που αφορά η 1η κατηγορία. Σε ότι αφορά το αδίκημα της 2ης κατηγορίας δηλαδή πλαστογραφία επιταγής και πάλι με βάσει το άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα είναι κακούργημα και υπόκειται σε φυλάκιση 14 ετών. Βεβαίως δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι ο κατηγορούμενος εκδικάζεται συνοπτικά. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα γιατί με παράνομη ενέργεια ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου που κατοχυρώνεται από το σύνταγμα και από τη Ευρωπαϊκή Συνθήκη Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν το αδίκημα και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Το αδίκημα της κλοπής παρουσιάζει έξαρση με αποτέλεσμα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου να προκύπτει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, η δε συνήθης ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Παραπέμπω ενδεικτικά στις αποφάσεις Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, Ηassan ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71. Αναφέρω το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 για να διαφανεί και η προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί στις περιπτώσεις κλοπής: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη». Σε ότι αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, η σοβαρότητα επίσης είναι δεδομένη. Όπως έχει αναφερθεί στην Νομολογία η οποία κατά κύριο λόγο αφορά υποθέσεις πλαστογραφίας πιστωτικών καρτών, πληρεξουσίων και επιταγών, εν' όψει και των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει αδικήματα τέτοιας μορφής, επιβάλλεται και η επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Καθοριστικός παράγοντας είναι η αποτροπή (βλ. Mohamed El Fedy v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 16, Arman Ayvazian v. Αστυνομία (Π.Ε. 183/2011 ημερ. 25.4.2012). Η παρούσα υπόθεση όμως η οποία αφορά πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού επίσημου εγγράφου είναι ακόμη πιο σοβαρή και αυτό διαφαίνεται και από την αυξημένη ποινή φυλάκισης των 10 χρόνων που προνοείται σε σχέση με το αδίκημα της απλής πλαστογραφίας. Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομία
(1999)2 Α.Α.Δ. 286 η οποία αφορούσε πλαστογραφία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» (βλέπε σχετικά και Φίλιππος Τάσου Δρουσιώτη ν. Αστυνομία (ΠΕ 110/2012 ημερ. 18.7.2013) Στην Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 οι κατηγορούμενοι διέπραξαν μεταξύ άλλων το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της πλαστοπροσωπίας και της συγκάλυψης στα πλαίσια εγκληματικής δραστηριότητας που είχε σαν αποτέλεσμα την πώληση μετοχών ανυποψίαστου πολίτη και την απόσπαση χρηματικού ποσού £134,000. Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε και αποζημίωσε τον παραπονούμενο. Για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου η ποινή κατ' έφεση μειώθηκε σε 3 ½ χρόνια, και για την συγκάλυψη στα 3 χρόνια, ενώ επικυρώθηκαν οι ποινές φυλακίσεως 2 ετών σε κάθε Κατηγορία που αφορούσε σε απόσπαση δια ψευδών παραστάσεων, πλαστοπροσωπεία και συνομωσία. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομία (Π.Ε. 214/09 ημερ. 29.1.2010) η οποία αφορούσε πλαστογραφία επίσημων εγγράφων η ποινή των 18 μηνών φυλάκισης αν και κρίθηκε αυστηρή δεν θεωρήθηκε υπερβολική. Στην Θεόδωρος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομία (Π.Ε. 227/09 ημερ. 19.3.2010) η ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε Κοινοτάρχη και Γραμματέα Συνεργατικής για πλαστογραφία εγγράφων μειώθηκε σε 6 μήνες ενόψει του ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος όπως επίσης και λόγω των ψυχολογικών και άλλων προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Έλενα Κουμίδου ν. Αστυνομίας, (Ποιν. Εφ. 55/11, ημερ. 24.5.2011), η οποία αφορούσε αδικήματα όπως και η παρούσα κάτω από το άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα, ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, για αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, θεωρήθηκε ορθή κατ' έφεση ως προς το ύψος της. Λαμβάνω υπ' όψιν μου την παραδοχή του κατηγορουμένου με την οποία έχει εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος και χρήμα, το λευκό ποινικό του μητρώο, αλλά και το χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων που ήταν ο Ιούλιος του 2010, μέχρι σήμερα που έχουν παρέλθει 3½ χρόνια και σε αυτό το διάστημα ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν μου ότι ο κατηγορούμενος δεν απεκόμισε οποιονδήποτε όφελος από την εν λόγω επιταγή, αλλά την πλαστογράφησε και την εξαργύρωσε για να πληρώσει χρέη του αδερφού του που ήταν και δικαιούχος της επιταγής. Επίσης το μορφωτικό επίπεδο του κατηγορούμενου και η κατάσταση της υγείας του θα ληφθούν υπόψη κατά την επιβολή ποινής. Είναι η θέση μου ότι τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δεν δικαιολογούν την επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής από αυτή της φυλάκισης. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω θα προσμετρήσουν ευνοϊκά υπέρ του κατηγορουμένου σε ότι αφορά το εύρος της ποινής αλλά σίγουρα δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της. Εν όψει όλων των ανωτέρω επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι πιο κάτω ποινές: - Κατηγορία αρ. 1 ποινή φυλάκισης 4 μηνών. - Κατηγορία αρ. 2 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Έχοντας επιβάλει τις εν λόγω ποινές θα εξετάσω το αίτημα του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να αναστείλει τυχόν ποινή φυλάκισης που έχει κρίνει ότι θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
- Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, έχει παραδεχθεί τη διάπραξη του αδικήματος και στο διάστημα των 3½ ετών που έχουν μεσολαβήσει έκτοτε δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα γεγονός που αποδεικνύει το μεμονωμένο του υπό κρίσιν περιστατικού. Επίσης αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και είναι ανίκανος για εργασία. Το μορφωτικό του επίπεδο είναι ιδιαίτερα χαμηλό, είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων και λαμβάνω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν αποκόμισε οποιονδήποτε όφελος από τις παράνομες αυτές του πράξεις. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή των επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως, στην επιθυμία μου να δοθεί σε αυτόν μία τελευταία ευκαιρία. Τούτων δεδομένων, οι επιβληθείσες ποινές φυλακίσεως αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Ο κατηγορούμενος θα πληρώσει τα έξοδα μαρτύρων κατηγορίας που ανέρχονται στο ποσόν των €
- Το τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο