Δημοκρατία ν. Costel Viorel Moca κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14493/13, 3/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2013:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 14493/13 Δημοκρατία V
- Costel Viorel Moca, από τη Ρουμανία
- Andrei Tarita, από τη Ρουμανία Κατηγορούμενων ------------------------------------ Ημερομηνία 3 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου Ευθυμίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χρ. Δημητρίου Κατηγορούμενος Παρών ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ ΑΡ. 1) Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα του βιασμού κατά παράβαση των Άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα, ως επίσης το αδίκημα της απαγωγής προσώπου με σκοπό την παράνομη συνουσία κατά παράβαση του Άρθρου 148 του Ποινικού Κώδικα. Τα αδικήματα σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή έλαβαν χώρα στις 2.6.2013 στην Αλάμπρα της Επαρχίας Λευκωσίας με θύμα την Tran Thi Nghi από το Βιετνάμ. Κατά το στάδιο της μαρτυρίας της Μ.Κ.1 (Αστ. 4916 Θάλεια Νεοφύτου) όταν η εν λόγω μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει στο Δικαστήριο την κατάθεση του Κατηγορουμένου 2 (εφεξής «Κατηγορούμενος») ως τεκμήριο ηγέρθη ένσταση από το συνήγορο του επί τη βάσει ότι αυτή δεν ήταν θεληματική. Μετά από σχετικές διευκρινίσεις ο συνήγορος Υπεράσπισης εξειδίκευσε τους λόγους ένστασης του ως ακολούθως: · Η κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε κάτω από συνθήκες πίεσης, εξαναγκασμού, απρεπούς συμπεριφοράς, απειλών και άσκησης σωματικής βίας από τη Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα η Μ.Κ.1 κτυπούσε με ξύλινη ράβδο στο τραπέζι και στα χέρια του Κατηγορούμενου, απειλώντας τον ότι αν δεν μιλούσε θα πήγαινε φυλακή 20 χρόνια. · Υπήρξε παραβίαση Δικαστικών Κανόνων και δεν τέθηκε σε εφαρμογή, ως θα έπρεπε με βάση τη μαρτυρία που είχε κατ΄ εκείνο το στάδιο η Αστυνομία στα χέρια της, ο Δικαστικός Κανόνας
- · Ο Κατηγορούμενος δεν είχε υποστήριξη και βοήθεια δικηγόρου και βρισκόταν σε άδικη και μειονεκτική θέση έναντι της Αστυνομίας και υπήρξε κατάχρηση εξουσίας από πλευράς της Αστυνομίας. · Παραβιάστηκε η Αρχή της αυτοενοχοποίησης γιατί ο Κατηγορούμενος εξαναγκάστηκε να προβεί στην κατάθεση αισθανόμενος ότι ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει. Η Κατηγορούσα Αρχή συναίνεσε στη διεξαγωγή Δίκης εντός Δίκης την οποία στη συνέχεια το Δικαστήριο διέταξε όπως διενεργηθεί για να διευκρινιστούν οι συνθήκες λήψης της ως άνω κατάθεσης. Κατά τη διάρκεια της Δίκης εντός Δίκης κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής η Αστ. 4916 Θάλεια Νεοφύτου (Μ.Κ.1) και η Κλαούντια Παρπή (Μ.Κ.2). Δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς της Υπεράσπισης. Προχωρούμε στη συνέχεια να συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία. Η Μ.Κ.1 είναι αυτή που έλαβε την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου στις 3.6.13, τις πρωϊνές ώρες. Αναφερόμενη στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήλθε ο Κατηγορούμενος στον Αστυνομικό Σταθμό είπε ότι προηγήθηκε έλεγχος και εντοπίστηκε ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, οι αριθμοί εγγραφής του οποίου είχαν δοθεί από την παραπονούμενη. Επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο
- Στη συνέχεια μέλη της Αστυνομίας πήγαν στη διεύθυνση της οικίας του και εντοπίσθηκαν οι δύο Κατηγορούμενοι οι οποίοι κλήθηκαν να προσέλθουν στο Σταθμό. Η μαρτυρία που υπήρχε στις 3.6.13 προήρχετο από την κατάθεση της παραπονουμένης και συνίστατο στους αριθμούς εγγραφής του ενεχόμενου οχήματος ως, επίσης, το ότι δράστες ήσαν αλλοδαποί. Η Μ.Κ.1 δεν είχε επαφή με την παραπονούμενη. Είχε, απλώς, διαβάσει την κατάθεση της. Η παραπονούμενη είχε προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία την προηγούμενη μέρα. Ο Κατηγορούμενος είχε κληθεί και προσήλθε στον Αστυνομικό Σταθμό. Δεν ήταν υπό σύλληψη. Η λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης από την Μ.Κ.1 έγινε στην παρουσία της διερμηνέως Κλαούντιας Παρπή (Μ.Κ.2). Πριν ληφθεί η γραπτή κατάθεση του η Μ.Κ.1 του εξήγησε με απλά λόγια για ποια υπόθεση είχε κληθεί και ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει, αν δεν ήθελε. Όπως πρόσθεσε η Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε αυτά που η Μ.Κ.1 του εξήγησε. Ερωτηθείσα η Μ.Κ.1 αν ο Κατηγορούμενος είχε ζητήσει να συμβουλευθεί δικηγόρο και του αρνήθηκε, απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε σε καμιά περίπτωση. Η Μ.Κ.1 χαρακτήρισε τον Κατηγορούμενο ως συνεργάσιμο προσθέτοντας ότι απαντούσε κάθε ερώτηση που εκείνη του υπέβαλλε. Ερωτηθείσα κατά πόσο κρατούσε μια ράβδο και τον απειλούσε να τον χτυπήσει, η Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν χρησιμοποίησε, ούτε απείλησε να χρησιμοποιήσει βία. Ανέφερε ότι δεν υποχρέωσε τον Κατηγορούμενο να της δώσει κατάθεση. Σε άλλη ερώτηση σχετικά με το από πού είχε αντλήσει πληροφόρηση για να υποβάλει ερωτήσεις στον Κατηγορούμενο, η Μ.Κ.1 απάντησε ότι οι ερωτήσεις προέκυψαν από την κατάθεση της παραπονουμένης την οποία είχε διαβάσει. Είχε προβεί σε κάποια προεργασία, ενώ κάποιες περαιτέρω ερωτήσεις προέκυψαν από τις απαντήσεις που ο Κατηγορούμενος της έδωσε. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.1, αφού επισήμανε ότι δεν ήταν η ίδια η οποία είχε αναλάβει να ειδοποιήσει τους Κατηγορούμενους, επανέλαβε ότι αυτοί δεν ήλθαν κατόπιν έκδοσης εντάλματος σύλληψης αλλά ειδοποιήθηκαν και προσήλθαν στο Σταθμό. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι όταν ήλθε ο Κατηγορούμενος στο Σταθμό τον ανέκρινε προφορικά αναφορικά με το τι γνώριζε και μετά του έλαβε την κατάθεση. Ό,τι της είπε στην κατάθεση του, το είπε και προφορικά. Διευκρίνισε ότι σ΄ εκείνο το στάδιο δεν είχε τελειώσει το ανακριτικό έργο, προσθέτοντας ότι δεν ενέχετο μόνο ο Κατηγορούμενος αλλά και ο Κατηγορούμενος 1 και ότι δεν είχε τέτοια μαρτυρία για να προχωρήσει σε διατύπωση γραπτών κατηγοριών. Σ' άλλη ερώτηση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι μαρτυρικό υλικό μαζεύτηκε στη συνέχεια γιατί το έργο της είχε τελειώσει με τη λήψη των καταθέσεων των Κατηγορουμένων. Δεν ήλεγξε κατά πόσο η παραπονούμενη είχε πάρει λεφτά επειδή η Μ.Κ.1 δεν είχε επαφή με την παραπονούμενη. Ερωτηθείσα κατά ποσό με τις ερωτήσεις της ήθελε να δώσει το δικαίωμα στον Κατηγορούμενο να αντικρούσει όσα είχε πει η παραπονούμενη, απάντησε ότι από μόνος του ο Κατηγορούμενος είπε πώς έλαβαν χώρα τα γεγονότα και παρέπεμψε στην ερώτηση 6 όπου ο Κατηγορούμενος στην απάντηση που έδωσε μιλά για τα λεφτά και την επαφή. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι όταν ήρθε ο Κατηγορούμενος στο Σταθμό είχε μεταφερθεί στο δικό της γραφείο. Σε ερώτηση κατά πόσο συνηθίζεται να λαμβάνεται κατάθεση από άντρες χωρίς την παρουσία άνδρα Αστυνομικού, απάντησε καταφατικά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο ήταν κατόπιν φόβου και εκφοβισμού και απειλών ότι αν δε έλεγε τι έγινε θα πήγαινε 20 χρόνια φυλακή. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα δικηγόρου η Μ.Κ.1 ξεκαθάρισε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε να έχει υπηρεσίες δικηγόρου και ότι αυτός δεν ήταν υπό σύλληψη, προσθέτοντας ότι, σε τέτοια περίπτωση, θα τον ενημέρωναν και αν ζητούσε δικηγόρο θα του έδιδαν και σχετικό κατάλογο δικηγόρων. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι ασκήθηκε σωματική βία στον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 είναι διερμηνέας από τη Ρουμανική γλώσσα, που είναι η μητρική της γλώσσα, στην Ελληνική γλώσσα και αντίστροφα και καλείται συχνά από την Αστυνομία για λήψη καταθέσεων. Στις 3.6.13 κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου Νήσου και βοήθησε στη λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο. Εξήγησε ότι η ανακρίτρια υπέβαλλε ερωτήσεις στα ελληνικά, η ίδια μετέφραζε στα Ρουμάνικα και στη συνέχεια μετέφραζε τις απαντήσεις που λαμβάνονταν από τον Κατηγορούμενο από τα Ρουμανικά στα Ελληνικά και η ανακρίτρια κατέγραφε χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Πριν ξεκινήσει η ανάκριση ο Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για το δικαίωμα του να μην απαντήσει. Η Μ.Κ.2 μετέφρασε στη Ρουμανική γλώσσα την πληροφόρηση και επίστηση που έγινε αρχικά στον Κατηγορούμενο την οποία αυτός υπέγραψε. Στο τέλος της κατάθεσης ρωτήθηκε, επίσης, ο Κατηγορούμενος αν είχε καταλάβει όλες τις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί και απάντησε καταφατικά. Πρόκειται για την ερώτηση αρ. 13 στην κατάθεση. Στο τέλος της κατάθεσης ο Κατηγορούμενος ιδιοχείρως κατέγραψε ότι διάβασε την κατάθεση και την υπέγραψε ξανά. Η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος απαντούσε τις ερωτήσεις άμεσα και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ερώτηση που ήταν διστακτικός, ούτε υπήρξε παρέμβαση από την ανακρίτρια. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εξαναγκάστηκε να απαντήσει τις ερωτήσεις και αν η ανακρίτρια κρατούσε ξύλινη ράβδο την οποία κτυπούσε στο τραπέζι, απάντησε αρνητικά. Αρνητική ήταν η απάντηση της και στην ερώτηση κατά πόσο η ανακρίτρια τον απείλησε ότι θα έπρεπε να πει την αλήθεια διαφορετικά θα πήγαινε φυλακή. Σ΄ άλλο σημείο η Μ.Κ.2 ανέφερε ότι της λήψης της κατάθεσης προηγήθηκε η υποβολή προφορικά κάποιων ερωτήσεων από την ανακρίτρια που διήρκεσαν 1-2 λεπτά. Ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε σε οποιοδήποτε στάδιο πριν ή μετά την κατάθεση τη βοήθεια δικηγόρου. Στο τέλος δε της κατάθεσης του ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή και ζήτησε συγνώμη. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι προφορικά είχε παραδεχθεί ενοχή στο τέλος της κατάθεσης του χωρίς να προηγηθεί η υποβολή ερώτησης. Από μόνος του, πρόσθεσε, το είπε και δεν καταγράφτηκε επειδή λέχθηκε προφορικά. Προχωρούμε στη συνέχεια να συνοψίσουμε τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα θεληματικότητας κατάθεσης Κατηγορούμενου. Αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι πριν επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης Κατηγορούμενου που λήφθηκε στο στάδιο διερεύνησης μιας ποινικής υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, δηλαδή, μεταξύ άλλων, ότι δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου που ασκούσε εξουσία σε σχέση με την ανάκριση ή δίωξη η οποία να προκάλεσε στον Κατηγορούμενο είτε ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος, είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις, είτε που να συνιστά καταπίεση, δηλ. μεταχείριση που να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει συγκεκριμένα ότι η κατάθεση πάνω στην οποία προσπαθεί να στηριχθεί ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του Κατηγορουμένου. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε μέσα σε συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του Κατηγορουμένου, και ιδιαίτερα ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση βία ή απειλή ή δεν δόθηκε στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υπόσχεση. Όπως λέχθηκε στην Ιbrahim v. R. (1914-15) All E.R. Rep.874, 877: «Ιt has long been established as a positive rule of English Criminal law, that no statement by an accused is admissible in evidence against him unless it is shown by the prosecution to have been a voluntary statement, in the sense that it has not been obtained from him either by fear of prejudice or hope of advantage exercised or held out by a person in authority." Στην υπόθεση Fournides v. R.
(1986)2 C.L.R. 73, 86-87 συνοψίζονται οι αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της θεληματικότητας μίας κατάθεσης. Τονίζεται στην εν λόγω απόφαση η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίψει μία κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, σημειώνοντας ταυτόχρονα τη βασική αρχή ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Το όλο θέμα αντίκρισης πιθανόν ύποπτων συνθηκών λήψης μίας κατάθεσης εξετάζεται πάντοτε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο ύποπτος στο στάδιο της ανάκρισης και κατάθεσης. Η θεληματικότητα μίας κατάθεσης προϋποθέτει και το στοιχείο της έλλειψης καταπίεσης. Μία κατάθεση για να κριθεί ως θεληματική πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν πάρθηκε κάτω από περιστάσεις που έκδηλα θέτουν τον Κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου.[1] Κατά την εξέταση του θέματος αν μία κατάθεση είναι ή όχι αποτέλεσμα καταπίεσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλά στοιχεία, όπως η διάρκεια της ανάκρισης, η κατάσταση υγείας και ο χαρακτήρας του υπόπτου, αν προκλήθηκε σ΄ αυτόν φόβος ή ελπίδα, ως επίσης ο τρόπος που γίνεται, αν δηλ. δόθηκε στον ύποπτο η ευκαιρία να ανασάνει ή γίνεται με τέτοιο τρόπο που επηρεάζει το μυαλό του ώστε η ελεύθερη βούληση του να τσακίζεται με αποτέλεσμα να μιλά εκεί όπου υπό διαφορετικές συνθήκες θα έμενε σιωπηλός.[2] Η έννοια της λέξης «καταπίεση» (oppression) στο πλαίσιο που εξετάζουμε περιγράφηκε από τον Δικαστή Sachs J. στην αγγλική υπόθεση R v. Priestley
(1965)51 Cr.App.Rep.1 ως εξής: «...to my mind this word, in the context of the principles under consideration imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world.» Αναπόφευκτα, η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση, όμως, μαρτυρίας σε μια Δίκη εντός Δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο στο βαθμό που κρίνεται απολύτως απαραίτητο για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα της Δίκης εντός Δίκης. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως για παράδειγμα, γενικά συμπεράσματα αξιοπιστίας του Κατηγορούμενου. Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας μαρτύρων και ιδιαίτερα του Κατηγορούμενου.[3] Είχαμε την ευκαιρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσουμε προσεκτικά τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας για τους σκοπούς της Δίκης εντός Δίκης. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προσεγγίσαμε τη μαρτυρία έχοντας κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων. Θα διατυπώσουμε μόνο τα απολύτως απαραίτητα ευρήματα μας και στο βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας και χωρίς να υπεισέλθουμε σε ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ουσία της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου. Οι μάρτυρες Νεοφύτου (Μ.Κ.1) και Παρπή (Μ.Κ.2) ήταν σαφείς και θετικές στη μαρτυρία τους. Η Μ.Κ1 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν από τη στιγμή που η ίδια μέσα στα πλαίσια των ενεργειών της ως ανακρίτρια στην παρούσα υπόθεση, ανέλαβε την λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 υπό την ιδιότητα της διερμηνέως η οποία κλήθηκε να βοηθήσει στη λήψη της κατάθεσης εξήγησε με σαφήνεια τον τρόπο και τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης και την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων κατηγορίας αναφορικά με τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου υπήρξε σταθερή και άμεση χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη προσυνεννόησης ή προσχεδιασμού, ενώ δεν κλονίσθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι τα ουσιαστικά για τα υπό κρίση θέματα, γεγονότα, εκτυλίχθηκαν όπως οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν και ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε κάτω από τις περιστάσεις τις οποίες περιέγραψαν και οι δύο μάρτυρες κατηγορίας που κατέθεσαν. Είναι εύρημα μας ότι κανένας εκφοβισμός ή απειλή ή άσκηση σωματικής βίας ή οποιαδήποτε ενέργεια που να συνιστά κατάχρηση εξουσίας από πλευράς της Αστυνομίας ή οτιδήποτε μεμπτό μεσολάβησαν σε οποιοδήποτε στάδιο πριν ή κατά τη λήψη της υπό κρίση κατάθεσης. Οι συνθήκες που επικρατούσαν πριν και κατά τη διάρκεια της λήψης της κατάθεσης ήταν τέτοιες που δεν επηρέασαν σε οποιοδήποτε βαθμό τη θεληματικότητα της. Με βάση τα γεγονότα αυτά βρίσκουμε ότι η συμπεριφορά της Μ.Κ.1 δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει στον Κατηγορούμενο οποιοδήποτε φόβο ή εκφοβισμό ή να τον θέσει σε άδικη και μειονεκτική θέση έναντι της Αστυνομίας και ούτε υπήρξαν από μέρους της οποιεσδήποτε απειλές ή χρήση σωματικής βίας σε βάρος του. Ο Κατηγορούμενος, αφού προηγήθηκε η σχετική επίστηση της προσοχής του στο Νόμο, επέλεξε αυτοβούλως και ανεπηρέαστα να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Σε κανένα δε στάδιο ο ίδιος δεν ζήτησε δικηγόρο. Παραμένει ένα ακόμα ζήτημα που πρέπει να εξετάσουμε. Αφορά στο κατά πόσο υπάρχει παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων με τη μη εφαρμογή του Δικαστικού Κανόνα III. Το ζήτημα, όπως ετέθη από την Υπεράσπιση, ήταν ότι με βάση τη μαρτυρία που είχε η Αστυνομία στο στάδιο της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας III και όχι ο Δικαστικός Κανόνας II. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι Δικαστικοί Κανόνες προβλέπουν τρία στάδια στις ανακρίσεις που καταλήγουν στην προσαγωγή ενός προσώπου ενώπιον Δικαστηρίου σε σχέση με ποινικό αδίκημα. Το πρώτο είναι το στάδιο συλλογής πληροφοριών όπου τυγχάνει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας I, το δεύτερο το στάδιο κατά το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία οπόταν τυγχάνει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας II και το τελικό στάδιο κατά το οποίο προσάπτεται η κατηγορία και έχει εφαρμογή ο Δικαστικός Κανόνας III. Επισημαίνεται ότι τα περιθώρια μέσα στα οποία μπορεί να κινείται ο ανακριτής περιορίζονται δραστικά κατά το τελικό στάδιο των ανακρίσεων, όταν δηλ. ο ύποπτος έχει κατηγορηθεί ή έχει πληροφορηθεί ότι θα κατηγορηθεί. Ο Δικαστικός Κανόνας II[4] εφαρμόζεται στο στάδιο των ανακρίσεων κατά το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία που παρέχει εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον συγκεκριμένου προσώπου. Σε σχέση με το πότε χρησιμοποιείται ο Κανόνας II χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Osborne and Virtue [1973] Q.B. 678 στην σελ. 688 του Λόρδου Lawton: But a police officer when carrying out an investigation meets a stage in between the mere gathering of information and the getting of enough evidence to prefer the charge. He reaches a stage where he has got the beginnings of evidence. It is at that stage that he must caution. ..... he is not bound to caution until he has got some information which he can put before the Court as the beginnings of a case.» Και σε μετάφραση: "Ένας αστυνομικός όταν διενεργεί μια ανάκριση φτάνει σε κάποιο στάδιο που είναι ενδιάμεσο ανάμεσα στην απλή συλλογή στοιχείων (Βλ. Κανόνα Ι) και τη λήψη αρκετής μαρτυρίας για να προσάψει κατηγορία. Φτάνει σε στάδιο που έχει εξασφαλίσει την απαρχή της μαρτυρίας. Είναι σ' αυτό το στάδιο που οφείλει να δώσει την προειδοποίηση (δυνάμει του Κανόνα ΙΙ) ... δεν έχει υποχρέωση να δώσει την προειδοποίηση ως την ώρα που θα έχει τέτοια στοιχεία που να μπορεί να θέσει μπροστά σ' ένα δικαστήριο για το ξεκίνημα μιας υπόθεσης". Μαρτυρία για τους σκοπούς του Δικαστικού Κανόνα II σημαίνει πληροφορίες και στοιχεία που μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου[5]. Σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής του Δικαστικού Κανόνα III σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R 181, Koutrouzas v. Republic
(1972)2 C.L.R 9 και Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R
- Εκείνο που προκύπτει από τις εν λόγω υποθέσεις είναι ότι εδώ στην Κύπρο τα Δικαστήρια δίδουν μια πιο ελεύθερη ερμηνεία στον Δικαστικό Κανόνα III(α) παρά στην Αγγλία[6], ούτως ώστε εκεί που αντικειμενικά υπάρχει επαρκής μαρτυρία για να εφαρμοστεί ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙΙ τότε η Αστυνομία θα πρέπει να εφαρμόζει τον Κανόνα αυτό, δηλαδή είτε να κατηγορεί τον κατηγορούμενο, είτε να τον πληροφορεί ότι δυνατόν να διωχθεί ποινικά ούτως ώστε να μην επιτρέπεται η υποβολή περαιτέρω ερωτήσεων αλλά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως διαλαμβάνει ο Κανόνας ΙΙΙ(β)[7]. Στην προκειμένη περίπτωση προέκυψε ότι κατά το στάδιο πριν τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου υπήρχε μόνο η κατάθεση της παραπονούμενης στην οποία αναφέρετο ο αριθμός εγγραφής ενός αυτοκινήτου και υπήρχε η περιγραφή δύο αλλοδαπών προσώπων. Η Αστυνομία, κατόπιν σχετικής έρευνας, εντόπισε τον ιδιοκτήτη του εν λόγω οχήματος όπως και τον Κατηγορούμενο ο οποίος ήταν συγκάτοικος και ξάδελφος του ιδιοκτήτη και Κατηγορούμενου
- Κατ΄ εκείνο το στάδιο υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να κληθούν τα άτομα αυτά να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις και αν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την υπό διερεύνηση υπόθεση που κατήγγειλε η παραπονούμενη. Επρόκειτο, επομένως, για ένα στάδιο όπου είχε αρχίσει να εμφανίζεται μαρτυρία που παρείχε εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον του συγκεκριμένου προσώπου δηλ. του Κατηγορούμενου. Ορθώς, λοιπόν, εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση ο Δικαστικός Κανόνας II. Κατ΄ εκείνο το στάδιο πριν τη λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου το ανακριτικό έργο βρισκόταν στα αρχικά στάδια και δεν είχε ολοκληρωθεί για να μπορεί η Αστυνομία να προχωρήσει με τη διατύπωση κατηγορίας στη βάση του Δικαστικού Κανόνα III. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος το οποίο επωμίζεται, να αποδείξει δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου έγινε θεληματικά, ενώ δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση ή παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες. Η Ένσταση, επομένως, της Υπεράσπισης απορρίπτεται και η κατάθεση μπορεί να κατατεθεί ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/apofasis-endiameses ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 14493/13 Δημοκρατία v.
- Costel Viorel Moca, από τη Ρουμανία
- Andrei Tarita, από τη Ρουμανία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου 2013 ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ Σημειώστε παρακαλώ ότι στην πιο πάνω υπόθεση
- Δόθηκε ενδιάμεση απόφαση σε Δίκη Εντος Δίκης την 03.10.2013
- Να περαστεί η υπόθεση για σκοπούς στατιστικών (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Π.Ε.Δ [1] Δέστε Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40. [2] Δέστε R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App.Rep. 1, R. v. Prager
(1972)56 Cr. App.Rep.151, R. v. Houghton
(1978)68 Cr. App.Rep. 197, το Σύγγραμμα Criminal Prodedure in Cyprus των κ.κ. Λοίζου και Πική σελ. 142 και το Σύγγραμμα Κακογιάννη Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ
(1983)σελ.513. [3] Δέστε Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 Και Ioannides v. Police
(1968)2 C.L.R
- [4] «Μόλις το αστυνομικό όργανο αποκτήσει μαρτυρία που θα παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, θα επιστήσει την προσοχή του, πριν του υποβάλει οποιαδήποτε ερώτηση ή περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το αδίκημα αυτό». [5] Δέστε Azinas v. The Police [1981] 2 C.L.R.
- [6] Δέστε R v. Collier and Stennng
(1965)1 W.L.R
- [7] Δέστε, επίσης, το Σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοίζου και Πική σελ. 148-
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο