← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστα Χαραλάμπους Ζαμανή, Αρ. Υπόθεσης: 30571/2011, 8/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κώστα Χαραλάμπους Ζαμανή, Αρ. Υπόθεσης: 30571/2011, 8/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30571/2011 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Κώστα Χαραλάμπους Ζαμανή Κατηγορουμένου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Νοεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κα Ε. Γεωργίου με κ. Κ. Θεοχαρίδη Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι στις 24.3.2011 στο Παλιομέτοχο έκλεψε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής JF860 μάρκας Toyota αξίας €500 περιουσία του Χαράλαμπου Αντωνίου Ψημολοφίτη από το Στρόβολο. Παραδέχθηκε επίσης μια κατηγορία για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298

(1)και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι την ίδια ημέρα, δηλαδή 24.3.2011, διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Νικόλα Επιφανείου ιδιοκτήτη της εταιρείας "Epiphaniou Sgrap Metals Ltd" το ποσό των €130,90 αφού του πώλησε το εν λόγω αυτοκίνητο για το πιο πάνω ποσό ενώ γνώριζε ότι το αυτοκίνητο ήταν προϊόν κλοπής. Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ο παραπονούμενος Χαράλαμπος Αντωνίου Ψημολοφίτης κατάγγειλε διάρρηξη και κλοπή της πίστας για αγώνες ταχύτητας που διατηρούσε στο Παλιομέτοχο και μεταξύ των αντικειμένων που ανέφερε ότι κλάπηκαν ήταν και ένα παλιό αυτοκίνητο κτυπημένο στο μπροστινό του μέρος αξίας περίπου €500 το οποίο δεν ήταν μέσα στη πίστα, βρισκόταν παρακείμενα. Ο κατηγορούμενος ανέλαβε ευθύνη για την κλοπή του αυτοκινήτου το οποίο είχε πωλήσει στην εταιρεία "Epiphaniou" ως παλιοσιδερικά και έλαβε το ποσό των €130,90 αναφέροντας ότι το όχημα ήταν δικό του. Έχουν δημιουργηθεί έξοδα μαρτύρων κατηγορίας €135 και η κα Χ' Κωνσταντή ζήτησε επίσης όπως το Δικαστήριο διατάξει την επιστροφή του οχήματος στο δικαιούχο του. Όπως περαιτέρω ανέφερε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ο κατηγορούμενος έχει ακόμη μία καταδίκη, αρ. υπόθεσης 14302/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνία αδικήματος 3.1.2008, ημερομηνία καταδίκης 18.5.2011 ενώ η αποκατάσταση του κατηγορούμενου σε σχέση με την εν λόγω καταδίκη είναι 17.5.
  1. Στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών η οποία αναστάληκε για 3 έτη και πρόστιμο €
  2. Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αδιαμφισβήτητα τα δύο αδικήματα που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά και το Δικαστήριο πρέπει να επιβάλει αποτρεπτικές ποινές. Συμφώνησε με τα γεγονότα όπως αναφέρθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με την προηγούμενη καταδίκη που έχει αναφέρει η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και επικεντρώθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις. Όπως ανέφερε η κα Γεωργίου ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 60 ετών, είναι απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου, προσπάθησε να μάθει κάποια τέχνη χωρίς να τα καταφέρει και μεγάλωσε σε άσχημες συνθήκες. Έχει άλλα οχτώ αδέρφια. Σε ηλικία 19 ετών ασθένησε ψυχικά και νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο. Έκτοτε τον παρακολουθούν συνεχώς ψυχίατροι και έχει επανειλημμένες εισδοχές στη ψυχιατρική κλινική. Το 1974 μετέβη στην Ελλάδα, όπου παντρεύτηκε τη σύζυγο του και απέκτησαν δύο παιδιά. Σε μεταγενέστερο στάδιο πάλι έπαθε υποτροπή της ψυχικής του υγείας, έμεινε άνεργος και το 1985 επέστρεψε στην Κύπρο. Εργάστηκε αρχικά σε βενζινάδικο και για οκτώ περίπου χρόνια ως καθαριστής στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Επειδή λόγω της ψυχικής του κατάστασης χρειάζεται συνεχώς να λαμβάνει ψυχοφάρμακα τα οποία μεταξύ άλλων του προκαλούν υπνηλία συνελήφθη επανειλημμένα να κοιμάται κατά τις ώρες εργασίας του και απολύθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Έκτοτε είναι άνεργος. Για να βοηθήσει την οικογένεια του οικονομικά δοκίμασε να ασχοληθεί με την πώληση παλιοσίδερων, στα πλαίσια της προσπάθειας του αυτής ήταν και η εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης, αλλά πλέον τόσο η σύζυγος του όσο και τα παιδιά του τον έχουν θέσει υπό στενή παρακολούθηση και δεν τον αφήνουν να ασχοληθεί με το εν λόγω επάγγελμα. Είναι σε πτώχευση, συντηρείται εξ ολοκλήρου από τη σύζυγο του η οποία εργάζεται ως καθαρίστρια με πενιχρό μισθό και έχει κάνει απόπειρες αυτοκτονίας. Δεν λαμβάνει κανένα βοήθημα από το κράτος. Η κα Γεωργίου κατέθεσε προς ενίσχυση των όσων έχει αναφέρει ιατρικό πιστοποιητικό του Ειδικού Ψυχίατρου Δρ. Δημήτριου Θεοκλήτου σύμφωνα με το οποίο: «..Κατά την γνώμην μου ο Κώστας Χαραλάμπους πάσχει από χρόνιο Ψυχιατρικό νόσημα. Βαρειά κατάθλιψη με σχιζοφρενικά στοιχεία. Το βεβαρημένο κληρονομικό ψυχιατρικό ιστορικό, η ασθένεια η οποία άρχισε σε πολύ νεαρά ηλικία με αρκετές εξάρσεις και υφέσεις, η συνεχής λήψις ψυχοφαρμάκων τον έχουν καταστήσει ανίκανον να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και τις συνέπειες των πράξεων του. Είναι σε άθλια οικονομικά κατάσταση, δεν έχει σύνταξη ανικανότητος και νοιώθει άχρηστος. Χρειάζεται συνεχή ψυχιατρική παρακολούθηση και φροντίδα.» Σημειώνω εδώ ότι η κα Γεωργίου επιβεβαίωσε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ικανός να αντιληφθεί τη Δικαστική διαδικασία και η αδυναμία του να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του όπως σημειώνει ο θεράπων ιατρός του δεν τον καθιστούν ανίκανο να παρακολουθήσει και να αντιληφθεί την παρούσα διαδικασία. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην οικογένεια του κατηγορούμενου υπάρχει ιστορικό ψυχικής διαταραχής, ο πατέρας του πέθανε στο ψυχιατρείο και μια αδερφή του μπαινοβγαίνει επίσης στο ψυχιατρείο. Η κα Γεωργίου ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εξαντλήσει κάθε επιείκεια που μπορεί να επιδείξει στην περίπτωση του κατηγορούμενου, ήταν η θέση της ότι εάν ο κατηγορούμενος σταλεί στις Κεντρικές Φυλακές αυτό θα αποβεί μοιραίο για την μετέπειτα εξέλιξη του και επαναλαμβάνοντας το γεγονός ότι η οικογένεια του τον έχει πλέον θέσει υπό αυστηρή παρακολούθηση και περιορισμό και εκδηλώνει συνεχώς το ενδιαφέρον της για την πορεία της υγείας του δεν υπάρχει περίπτωση για επανάληψη οποιουδήποτε αδικήματος από πλευράς του. Επίσης ενόψει του ότι στην προηγούμενη υπόθεση που έχει αναφερθεί του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης η οποία αναστάληκε, κάλεσε το Δικαστήριο όπως μη ενεργοποιήσει την εν λόγω ποινή δίδοντας μια τελευταία ευκαιρία στον κατηγορούμενο να διατηρήσει τις ήδη λεπτές ισορροπίες του. Ενώπιον μου βρίσκεται τη έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στην οποίαν επιβεβαιώνονται τα όσα έχουν αναφερθεί από την ευπαίδευτο συνήγορο του και δη τα θέματα που αφορούν την ψυχική υγεία του κατηγορούμενου και την αδυναμία του να εργαστεί. Αναφέρεται επίσης ότι οι συνθήκες διαβίωσης του κατηγορουμένου και της συζύγου του είναι πολύ δύσκολες και ότι η σύζυγος του έχει ουσιαστικά επωμισθεί τα οικονομικά βάρη της οικογένειας. Τα δύο παιδιά τους εργάζονται και δεν διαμένουν μαζί τους, κάποιες φορές συμβάλλουν στα τρέχοντα έξοδα της οικογένειας. Το άρθρο 262 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι πρόσωπο το οποίο κλέβει οτιδήποτε δύναται να κλαπεί είναι ένοχο του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Η σοβαρότητα του αδικήματος είναι δεδομένη και φαίνεται από την προβλεπόμενη από τον Ποινικό Κώδικα ποινή. Το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ότι ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. Το άρθρο 298
(1)του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης αποκτά από άλλον οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή αποτελεί αντικείμενο κλοπής είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Σε σχέση με τη σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος πέραν της ίδιας της ποινής που προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα που είναι η αφετηρία της ένδειξης της σοβαρότητας, στην πρόσφατη απόφαση Φίλιππος Τάσου Δρουρσιώτης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 110/12, ημερ. 18.7.2013 το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας μεταξύ άλλων ποινή φυλάκισης δύο ετών για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις ανέφερε τα εξής: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, όπως δε πολύ εύστοχα σημειώνεται και από το πρωτόδικο δικαστήριο αυτή κατοπτρίζεται από το ύψος της ποινής που ο νομοθέτης έχει προνοήσει. Ιδιαίτερα, για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, που αποτελεί και το πλέον σοβαρό από τα αδικήματα στα οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος, ο νομοθέτης προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε ετών. Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί, η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων, καθότι αυτά ενέχουν, σε έντονο βαθμό, το στοιχείο της απάτης, διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές μεταξύ πολιτών, στοιχείο που επιβάλλει την επιβολή ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα βέβαια του αδικήματος δεν εξουδετερώνει, όπως ορθά και το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει, την αναγκαιότητα εξατομίκευσης της ποινής. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν επιτρέπεται στο βωμό της εξατομίκευσης να θυσιάζεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. (Βλ. Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.286). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο εφεσείων δεν δίστασε με κίνητρο του αποκλειστικά την ιδιοτέλεια, να προβεί στις συγκεκριμένες εγκληματικές ενέργειες με στόχο την επίτευξη ευτελούς σκοπού· να κυκλοφορεί δηλαδή με πολυτελές αυτοκίνητο, ανεξάρτητα των συνεπειών των ενεργειών του για την οικογένεια του, μη διστάζοντας μάλιστα να εμπλέξει στην όλη διαδικασία και τον γιο του, ο οποίος παρά την ανεργία που τον μαστίζει, βρέθηκε εκτεθειμένος για ένα ποσό της τάξης των €.23.000,00, ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί». Στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, 2η έκδοση σελ. 149 αναφέρεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος καθορίζεται με βάση τη φύση της εξαπάτησης και την αξία της περιουσίας που αποκτήθηκε δι' αυτής. Το αδίκημα της κλοπής που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό λαμβανομένου υπόψη του ανωτάτου ορίου ποινής που προβλέπεται γι' αυτό και το οποίο είναι η βάση από την οποίαν ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και την έκταση της. Το αδίκημα της κλοπής είναι επίσης σοβαρό αδίκημα διότι με παράνομη ενέργεια ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει τον σκοπό του το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπή η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε μ' αυτόν τον τρόπο από απελπισία ή χωρίς να σκεφθεί τις συνέπειες των πράξεων του το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή την θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 5534 ημερ. 13.2.1992 όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει με τις ενέργειες του αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443 ημερ. 30.4.1991). Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι το αδίκημα της κλοπής παρουσιάζει έξαρση, με αποτέλεσμα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου να προκύπτει η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, η δε συνήθης ποινή είναι αυτή της φυλάκισης (βλ. ενδεικτικά Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ.430 και Hassan ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.71). Στην υπόθεση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη». Η σοβαρότητα επομένως των αδικημάτων που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί σε καμία περίπτωση, ούτε και στην παρούσα. Οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της κλοπής στην παρούσα περίπτωση δεν είναι επιβαρυντικές. Το αυτοκίνητο που έκλεψε ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε ανοικτό χώρο στον οποίο στον οποίο εισήλθε χωρίς την χρήση οποιασδήποτε βίας ή απειλής και χωρίς να προκαλέσει είτε τραυματισμό είτε φόβο σε οποιονδήποτε πρόσωπο. Επίσης η αξία του αυτοκινήτου που έχει κλέψει, δηλαδή €500, συνηγορεί υπέρ της κατάταξης της παρούσας υπόθεσης όχι στις σοβαρότατες του είδους. Βεβαίως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πώλησε το εν λόγω όχημα χωρίς να ήταν δικό του παρουσιάζοντας ψευδώς ότι ήταν δικό του και απεκόμισε το ποσόν των €130,90 από την εταιρεία "EPIPHANIOU" προσδίδει στο αδίκημα επιβαρυντικά στοιχεία. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι το αυτοκίνητο μπορεί αποδοθεί στο νόμιμο δικαιούχο του και ότι το ποσό των €130,90 έχει ήδη αποδοθεί στην εταιρεία "EPIPHANIOU" όπως και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου και δη την κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι το αδίκημα έχει γίνει 2 ½ χρόνια προηγουμένως και στο μεσοδιάστημα η οικογένεια του κατηγορούμενου έχει αναλάβει δραστικά μέτρα για τον περιορισμό του και την παρακολούθηση του κατά τρόπο που να μην θεωρείται προβλεπτή η επανάληψη οποιουδήποτε αδικήματος από τον ίδιο. Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι το είδος της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο δεν μπορεί να είναι άλλη από στερητική της ελευθερίας του, οι προσωπικές του συνθήκες θα μετρήσουν σε ότι αφορά το εύρος της ποινής και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στον κατηγορούμενο επιβάλλονται οι πιο κάτω ποινές: - Στην κατηγορία αρ. 1 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. - Στην Κατηγορία αρ. 2 ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
  1. Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί τα αδικήματα, δεν υπάρχει ουσιαστική ζημιά στους παραπονούμενους και είναι πρόσωπο που ζει κάτω από συνθήκες μεγάλης φτώχειας και οικονομικής ανάγκης. Δεν παραβλέπω την κατάσταση της ψυχικής του υγείας όπως έχει εκφραστεί από τον θεράποντα ιατρό του και δη τη θέση του ότι το βεβαρημένο κληρονομικό ψυχιατρικό ιστορικό του και η συνεχής λήψης ψυχοφαρμάκων τον έχουν καταστήσει ανίκανο να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεων του. Αυτό με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή στην επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως. Τούτων δεδομένων, οι επιβληθείσες ποινές φυλακίσεως αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Όπως έχει ήδη τεθεί ο κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη στην οποίαν του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης με αναστολή. Επομένως απομένει το ζήτημα της εξέτασης του κατά πόσον θα ενεργοποιηθεί μέρος της ποινής φυλάκισης που επεβλήθηκε στον κατηγορούμενο στα πλαίσια της υπόθεσης 14302/
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 4.1 του «Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου» Ν.95/72όπως τροποποιήθηκε, όταν ο κατηγορούμενος διαπράξει αδίκημα ενώ βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα αναστολής προηγούμενης ποινής φυλάκισης, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος για αναστολή ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Λουκά ν. Αστυνομίας,
(1986)2 ΑΑΔ 141 λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση όρων της αναστολής το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιπτώσεων. Τονίστηκε δε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί. Επίσης η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα του πρώτου και του δεύτερου αδικήματος. Εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών, διατάσσεται κατά κανόνα η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής. (Βλ. επίσης Ευαγγέλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 52). Στην υπόθεση Λοίζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546, λέχθηκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τους λόγους αναστολής της ποινής. Αυτό που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του είναι όπως η συνολική τιμωρία, ήτοι η ποινή επί του κυρίως αδικήματος και η ενεργοποιημένη ποινή, να μην είναι υπερβολική. Έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, και ιδιαίτερα και καθοριστικά την κατάσταση της ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου και τις επιπτώσεις που θα έχει η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης κρίνω ότι η συνολική τιμωρία του κατηγορουμένου θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση οιασδήποτε ποινής από την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης. Ασκώ ως εκ τούτου την διακριτική μου ευχέρεια με την μη ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπόθεση 14302/08. Σε ότι αφορά τα τεκμήρια που κατακρατούνται, αυτά να επιστραφούν στο νόμιμο δικαιούχο τους. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.