Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Christie GABO, Αρ. Υπόθεσης: 15257/13, 4/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15257/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Christie GABO Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Νοεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για Κατηγορούμενη: κα Μ. Σουρουλλά με κα Μ. Σουρουλλά Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη μετά από τη δική της παραδοχή στην κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 255, 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί. Το αδίκημα έλαβε χώρα στις 28.8.2013 στον Αρχάγγελο της επαρχίας Λευκωσίας όταν η κατηγορούμενη η οποία εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο σπίτι του Πέτρου Φλωρίδη έκλεψε το ποσό των €11.500 περιουσία του εργοδότη της, δηλαδή του Πέτρου Φλωρίδη. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι στις 28.8.2013 ο παραπονούμενος κατήγγειλε στην Αστυνομία Αγίου Δομετίου ότι απώλεσε σημαντικό χρηματικό ποσό που είχε στην οικία του και το οποίο προερχόταν από εισπράξεις του πρακτορείου στοιχημάτων που διέθετε. Το ποσό δεν είχε εντοπιστεί παρά τις προσπάθειες του και ανέφερε ότι το ποσό αυτό βρισκόταν δίπλα από το πορτοφόλι του. Το ποσό είχε κλαπεί όταν ο ίδιος απουσίαζε με την οικογένεια του για διακοπές στον Πρωταρά και εξέφρασε υπόνοιες εναντίον της οικιακής βοηθού που εργαζόταν στην οικία του. Έγινε έρευνα στην παραπονούμενη όπου και εντοπίστηκε το ποσόν των €11.500 στην κατοχή της και η οποία ανακρινόμενη έδωσε θεληματική κατάθεση και παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη η οποία εργαζόταν για τέσσερα χρόνια στην οικία του παραπονούμενου είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου ανέφερε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα των μαρτύρων κατηγορίας ύψους €145 τα οποία ζήτησε όπως πληρωθούν από την κατηγορούμενη και ζήτησε επίσης όπως εκδοθεί διάταγμα επιστροφής του ποσού των €11.500 που εντοπίστηκε στην κατοχή της κατηγορούμενης και βρίσκεται τώρα στην κατοχή της Αστυνομίας στο δικαιούχο, δηλαδή τον εργοδότη της κατηγορούμενης Πέτρο Φλωρίδη. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη λυπάται βαθιά για τη διάπραξη του αδικήματος και έχει ειλικρινά μεταμεληθεί. Στην αγόρευση της ασχολήθηκε τόσο με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος αλλά και τις προσωπικές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορούμενης. Ενδιέτριψε, επίσης στις αρχές που διέπουν την επιβολή ποινής σε υποθέσεις όπως η παρούσα και παρέπεμψε σε νομολογία. Τόνισε το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης αλλά και την άμεση παραδοχή της στις αστυνομικές αρχές δίδοντας θεληματική κατάθεση αλλά και την παραδοχή της στο Δικαστήριο με την οποίαν έχει εξοικονομηθεί χρόνος και χρήμα και επίσης αποτελεί ένδειξη της μεταμέλειας της. Η κα Σουρουλλά ανέφερε επίσης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός από πλευράς της κατηγορουμένης για το αδίκημα αλλά και να λάβει υπόψη του την μεγάλη πρόκληση από πλευράς του παραπονούμενου. Η κατηγορούμενη συμφώνα με τα όσα ανέφερε η κα Σουρουλλά, ήρθε στην Κύπρο το 2009 και εργαζόταν αδιάλειπτα ως οικιακή βοηθός στον παραπονούμενο ο οποίος μάλιστα σχετικά πρόσφατα, τον Απρίλιο του 2013 ανανέωσε τη σύμβαση εργοδότησης της για ακόμα ένα χρόνο δηλαδή μέχρι τον Απρίλιο του 2014. Ήταν η θέση της ότι την επίδικη μέρα ο παραπονούμενος αμελώς, ίσως και προκλητικά, άφησε το εν λόγω ποσό στο σπίτι το οποίο βρήκε η κατηγορούμενη ενώ συγύριζε και από επιπολαιότητα και ή συναισθηματική φόρτιση και χωρίς οποιοδήποτε προσχεδιασμό το κατακράτησε και το οποίο ποσό έχει βρεθεί ολόκληρο στην κατοχή της και μπορεί να αποδοθεί στο δικαιούχο του, τον παραπονούμενο. Η κατηγορούμενη είναι διαζευγμένη μητέρα ανήλικης θυγατέρας ηλικίας 12 ετών η οποία διαμένει με τη γιαγιά της στις Φιλιππίνες ενώ η κατηγορούμενη ήρθε στη Κύπρο για να εργαστεί ενόψει της πολύ φτωχής οικονομικής κατάστασης της οικογένειας της και τα χρήματα που κέρδιζε τα έστειλε στην μητέρα της στις Φιλιππίνες για να φροντίζει την κόρη της. Ο μισθός που λάμβανε από τον παραπονούμενο ήταν €400 βασικός μισθός και άλλα €150 μηνιαίως για επιπρόσθετες υπηρεσίες τις Κυριακές και για τον καθαρισμό της οικίας της μητέρας του παραπονούμενου. Η μητέρα της αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα γι' αυτό και η κατηγορούμενη προγραμμάτιζε να επιστρέψει στις Φιλιππίνες για να αναλάβει την φροντίδα της κόρης της. Η κα Σουρουλλά ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης, το γεγονός ότι όλα τα χρήματα έχουν ανευρεθεί στην κατοχή της και θα επιστραφούν στο δικαιούχο και έτσι όχι μόνο ο δικαιούχος δεν έχει υποστεί καμιά ζημιά αλλά περαιτέρω η κατηγορούμενη δεν έχει αποκομίσει κανένα όφελος από την παράνομη πράξη της, τη συνεργασία της κατηγορούμενης με τις διωκτικές αρχές στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης, το γεγονός ότι η κατηγορούμενη έχει πλέον χάσει την εργασία της και πιθανότητα θα στερηθεί του δικαιώματος να εργαστεί ξανά στην Κύπρο όπως και την επιπολαιότητα με την οποία έδρασε η κατηγορούμενη και την έλλειψη προσχεδιασμού από πλευράς της. Ανέφερε επίσης το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι υπό κράτηση εδώ και δύο μήνες και ότι δεν έχει πληρωθεί το μισθό της για τον μήνα Αύγουστο που για την ίδια είναι μεγάλη χρηματική απώλεια. Ήταν η θέση της ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να επιβάλει στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης αφού η κατηγορούμενη δεν πρόκειται ποτέ να επαναλάβει το αδίκημα και πρόθεση της είναι να εγκαταλείψει την Κύπρο, εάν δε το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή τέτοιας ποινής κάλεσε το Δικαστήριο να την αναστείλει εν όψει των περιστατικών της υπόθεσης αλλά και του τρόπου ενέργειας της κατηγορουμένης στη συγκεκριμένη περίπτωση και να την αφήσει να πάει πίσω στην χώρα της και στο ανήλικο παιδί της. Ενώπιον του Δικαστηρίου είναι και η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Σε αυτήν αναφέρεται ότι έχει ένα παιδί ηλικίας 11 ετών που διαμένει στις Φιλιππίνες με την μητρική γιαγιά, η ίδια πριν να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί εργάστηκε για τέσσερα χρόνια στην Ιορδανία, από το 2009 που έφθασε νόμιμα στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας εργοδοτείτο έκτοτε ως οικιακή βοηθός στην οικογένεια του παραπονούμενου και δήλωσε επίσης την επιθυμία της να επιστρέψει στη χώρα της. Το αδίκημα για το οποίο έχει βρεθεί ένοχη η κατηγορούμενη είναι αρκετά σοβαρό, λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου ορίου ποινής, όπως προβλέπεται από τους νόμους, γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα διότι, με παράνομη ενέργεια, ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει το σκοπό του, το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπής η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως, στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε μ' αυτό το τρόπο, από απελπισία ή χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 5534, ημερ. 13.2.1992, όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης, στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει, με τις ενέργειες του, αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443, ημερ. 30.4.1991). Το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο είναι ακόμα πιο σοβαρό αδίκημα, πράγμα που αντανακλάται και στην προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 χρόνων. Το αδίκημα αυτό καταρρακώνει την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και υπαλλήλου, και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλιώτης
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.