← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Christie GABO, Αρ. Υπόθεσης: 15257/13, 4/11/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Christie GABO, Αρ. Υπόθεσης: 15257/13, 4/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15257/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Christie GABO Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Νοεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για Κατηγορούμενη: κα Μ. Σουρουλλά με κα Μ. Σουρουλλά Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη μετά από τη δική της παραδοχή στην κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 255, 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί. Το αδίκημα έλαβε χώρα στις 28.8.2013 στον Αρχάγγελο της επαρχίας Λευκωσίας όταν η κατηγορούμενη η οποία εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο σπίτι του Πέτρου Φλωρίδη έκλεψε το ποσό των €11.500 περιουσία του εργοδότη της, δηλαδή του Πέτρου Φλωρίδη. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι στις 28.8.2013 ο παραπονούμενος κατήγγειλε στην Αστυνομία Αγίου Δομετίου ότι απώλεσε σημαντικό χρηματικό ποσό που είχε στην οικία του και το οποίο προερχόταν από εισπράξεις του πρακτορείου στοιχημάτων που διέθετε. Το ποσό δεν είχε εντοπιστεί παρά τις προσπάθειες του και ανέφερε ότι το ποσό αυτό βρισκόταν δίπλα από το πορτοφόλι του. Το ποσό είχε κλαπεί όταν ο ίδιος απουσίαζε με την οικογένεια του για διακοπές στον Πρωταρά και εξέφρασε υπόνοιες εναντίον της οικιακής βοηθού που εργαζόταν στην οικία του. Έγινε έρευνα στην παραπονούμενη όπου και εντοπίστηκε το ποσόν των €11.500 στην κατοχή της και η οποία ανακρινόμενη έδωσε θεληματική κατάθεση και παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε επίσης ότι η κατηγορούμενη η οποία εργαζόταν για τέσσερα χρόνια στην οικία του παραπονούμενου είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου ανέφερε ότι έχουν δημιουργηθεί έξοδα των μαρτύρων κατηγορίας ύψους €145 τα οποία ζήτησε όπως πληρωθούν από την κατηγορούμενη και ζήτησε επίσης όπως εκδοθεί διάταγμα επιστροφής του ποσού των €11.500 που εντοπίστηκε στην κατοχή της κατηγορούμενης και βρίσκεται τώρα στην κατοχή της Αστυνομίας στο δικαιούχο, δηλαδή τον εργοδότη της κατηγορούμενης Πέτρο Φλωρίδη. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη λυπάται βαθιά για τη διάπραξη του αδικήματος και έχει ειλικρινά μεταμεληθεί. Στην αγόρευση της ασχολήθηκε τόσο με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος αλλά και τις προσωπικές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορούμενης. Ενδιέτριψε, επίσης στις αρχές που διέπουν την επιβολή ποινής σε υποθέσεις όπως η παρούσα και παρέπεμψε σε νομολογία. Τόνισε το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης αλλά και την άμεση παραδοχή της στις αστυνομικές αρχές δίδοντας θεληματική κατάθεση αλλά και την παραδοχή της στο Δικαστήριο με την οποίαν έχει εξοικονομηθεί χρόνος και χρήμα και επίσης αποτελεί ένδειξη της μεταμέλειας της. Η κα Σουρουλλά ανέφερε επίσης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός από πλευράς της κατηγορουμένης για το αδίκημα αλλά και να λάβει υπόψη του την μεγάλη πρόκληση από πλευράς του παραπονούμενου. Η κατηγορούμενη συμφώνα με τα όσα ανέφερε η κα Σουρουλλά, ήρθε στην Κύπρο το 2009 και εργαζόταν αδιάλειπτα ως οικιακή βοηθός στον παραπονούμενο ο οποίος μάλιστα σχετικά πρόσφατα, τον Απρίλιο του 2013 ανανέωσε τη σύμβαση εργοδότησης της για ακόμα ένα χρόνο δηλαδή μέχρι τον Απρίλιο του 2014. Ήταν η θέση της ότι την επίδικη μέρα ο παραπονούμενος αμελώς, ίσως και προκλητικά, άφησε το εν λόγω ποσό στο σπίτι το οποίο βρήκε η κατηγορούμενη ενώ συγύριζε και από επιπολαιότητα και ή συναισθηματική φόρτιση και χωρίς οποιοδήποτε προσχεδιασμό το κατακράτησε και το οποίο ποσό έχει βρεθεί ολόκληρο στην κατοχή της και μπορεί να αποδοθεί στο δικαιούχο του, τον παραπονούμενο. Η κατηγορούμενη είναι διαζευγμένη μητέρα ανήλικης θυγατέρας ηλικίας 12 ετών η οποία διαμένει με τη γιαγιά της στις Φιλιππίνες ενώ η κατηγορούμενη ήρθε στη Κύπρο για να εργαστεί ενόψει της πολύ φτωχής οικονομικής κατάστασης της οικογένειας της και τα χρήματα που κέρδιζε τα έστειλε στην μητέρα της στις Φιλιππίνες για να φροντίζει την κόρη της. Ο μισθός που λάμβανε από τον παραπονούμενο ήταν €400 βασικός μισθός και άλλα €150 μηνιαίως για επιπρόσθετες υπηρεσίες τις Κυριακές και για τον καθαρισμό της οικίας της μητέρας του παραπονούμενου. Η μητέρα της αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα γι' αυτό και η κατηγορούμενη προγραμμάτιζε να επιστρέψει στις Φιλιππίνες για να αναλάβει την φροντίδα της κόρης της. Η κα Σουρουλλά ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης, το γεγονός ότι όλα τα χρήματα έχουν ανευρεθεί στην κατοχή της και θα επιστραφούν στο δικαιούχο και έτσι όχι μόνο ο δικαιούχος δεν έχει υποστεί καμιά ζημιά αλλά περαιτέρω η κατηγορούμενη δεν έχει αποκομίσει κανένα όφελος από την παράνομη πράξη της, τη συνεργασία της κατηγορούμενης με τις διωκτικές αρχές στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης, το γεγονός ότι η κατηγορούμενη έχει πλέον χάσει την εργασία της και πιθανότητα θα στερηθεί του δικαιώματος να εργαστεί ξανά στην Κύπρο όπως και την επιπολαιότητα με την οποία έδρασε η κατηγορούμενη και την έλλειψη προσχεδιασμού από πλευράς της. Ανέφερε επίσης το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι υπό κράτηση εδώ και δύο μήνες και ότι δεν έχει πληρωθεί το μισθό της για τον μήνα Αύγουστο που για την ίδια είναι μεγάλη χρηματική απώλεια. Ήταν η θέση της ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφύγει να επιβάλει στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης αφού η κατηγορούμενη δεν πρόκειται ποτέ να επαναλάβει το αδίκημα και πρόθεση της είναι να εγκαταλείψει την Κύπρο, εάν δε το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή τέτοιας ποινής κάλεσε το Δικαστήριο να την αναστείλει εν όψει των περιστατικών της υπόθεσης αλλά και του τρόπου ενέργειας της κατηγορουμένης στη συγκεκριμένη περίπτωση και να την αφήσει να πάει πίσω στην χώρα της και στο ανήλικο παιδί της. Ενώπιον του Δικαστηρίου είναι και η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Σε αυτήν αναφέρεται ότι έχει ένα παιδί ηλικίας 11 ετών που διαμένει στις Φιλιππίνες με την μητρική γιαγιά, η ίδια πριν να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί εργάστηκε για τέσσερα χρόνια στην Ιορδανία, από το 2009 που έφθασε νόμιμα στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας εργοδοτείτο έκτοτε ως οικιακή βοηθός στην οικογένεια του παραπονούμενου και δήλωσε επίσης την επιθυμία της να επιστρέψει στη χώρα της. Το αδίκημα για το οποίο έχει βρεθεί ένοχη η κατηγορούμενη είναι αρκετά σοβαρό, λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου ορίου ποινής, όπως προβλέπεται από τους νόμους, γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα διότι, με παράνομη ενέργεια, ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει το σκοπό του, το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπής η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως, στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε μ' αυτό το τρόπο, από απελπισία ή χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 5534, ημερ. 13.2.1992, όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης, στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει, με τις ενέργειες του, αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443, ημερ. 30.4.1991). Το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο είναι ακόμα πιο σοβαρό αδίκημα, πράγμα που αντανακλάται και στην προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 χρόνων. Το αδίκημα αυτό καταρρακώνει την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και υπαλλήλου, και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλιώτης

(1967)2 C.L.R. 20 όπου τονίσθηκε πως, «...τέτοια συμπεριφορά (κλοπή υπό υπαλλήλου) τείνει να υπονομεύσει τη βάση πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι διεξάγουν την εργασία τους ως εργοδότες ή κερδίζουν τα προς τον ζην ως εργοδοτούμενοι. Η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το Νόμο». Στην υπόθεση Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212 που αφορούσε στο ίδιο αδίκημα, και ενώ κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου ήταν 7 χρόνια, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 9 μηνών θεωρήθηκε ως επιεικής. Στην υπόθεση Πέτρος Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 2 ½ ετών μειώθηκε από το Εφετείο σε 18 μήνες. (Βλ. επίσης Ανδρέας Κωστάκη Στυλιανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 58/08, ημερ. 13.10.2008, και Suma Akter v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 1/2005, ημερ. 24.2.2005 και Μάριος Αδάμου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 199/11 ημερ. 9.8.2012). Στην παρούσα περίπτωση οι επιβαρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του είναι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη έκλεψε ένα πολύ μεγάλο ποσό χρημάτων από τον εργοδότη της ο οποίος την εργοδοτούσε νόμιμα και κανονικά για περίοδο τεσσάρων ετών και ο οποίος, προφανώς λόγω της εμπιστοσύνης που της είχε, ανανέωσε μόλις πρόσφατα την σύμβαση εργοδότησης της για ακόμη ένα χρόνο. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο εργοδότης της κατηγορουμένης εκπλήρωνε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του προς την ίδια όχι μόνο καταβάλλοντας της τον μισθό που προνοείται από το Νόμο, αλλά και πληρώνοντας την για οποιεσδήποτε υπερωρίες και έξτρα εργασίες κατά τη διάρκεια του μήνα χρειαζόταν να κάνει καταβάλλοντας της πέραν του μισθού της που ήταν €400 το ποσόν των €150 μηνιαίως. Η οποιαδήποτε «αμέλεια» του παραπονούμενου να αφήσει τέτοιο ποσό χρημάτων στο σπίτι και να απουσιάζει κατά την άποψη μου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως πρόκληση του παραπονούμενου προς την κατηγορούμενη όπως εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της, τουναντίον θα μπορούσε να λεχθεί ότι καταδεικνύει και την εμπιστοσύνη που είχε ο παραπονούμενος προς το πρόσωπο της κατηγορουμένης. Θα αναμενόταν από την κατηγορούμενη υπό τις συνθήκες εργοδότησης και τα περιστατικά της υπόθεσης που έχουν αναφερθεί, ότι αφού ανηύρε το μεγάλο αυτό χρηματικό ποσόν συγυρίζοντας το δωμάτιο του εργοδότη της στα πλαίσια των καθηκόντων της, θα το φύλαττε σε ασφαλές μέρος μέχρι να γυρίσει ο εργοδότης της και να τον ειδοποιούσε μάλιστα πάραυτα γι' αυτό το γεγονός και όχι να κλέψει το εν λόγο ποσό έστω από επιπολαιότητα και μόνο. Η κατηγορούμενη δεν τίμησε την εμπιστοσύνη που είχε ο εργοδότης της προς την ίδια, ούτε το γεγονός ότι στα τέσσερα και πλέον χρόνια που εργαζόταν κοντά του ο εργοδότης της εκπλήρωσε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του προς αυτήν. Ο άλλος επιβαρυντικός παράγοντας όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ήταν υπάλληλος της παραπονούμενου και πρόσωπο που ζούσε στην οικία του και ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει την κλοπή ανενόχλητα και με ευκολία. Ενήργησε απερίσκεπτα και εξέθεσε τον εαυτό της σε περιπέτειες, αφού με τον τρόπο που ενήργησε ήταν θέμα χρόνου να γίνει αντιληπτό από τον παραπονούμενο, όπως και έγινε, ότι αυτή ήταν υπεύθυνη για την κλοπή. Η παραδοχή της κατηγορούμενης στο Δικαστήριο βεβαίως αποτελεί μετριαστικό παράγοντα αλλά αναφέρω ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα χρήματα βρέθηκαν στην κατοχή της κατηγορουμένης και αμέσως μετά προέβηκε σε θεληματική κατάθεση. Οι προσωπικές της συνθήκες και το λευκό ποινικό της μητρώο επίσης θα προσμετρήσουν ευνοϊκά υπέρ της, και δη ότι είναι μητέρα ενός ανήλικου παιδιού, ότι είναι μονογονιός, ότι έχει από τις ίδιες τις πράξεις της αποστερήσει ουσιαστικά το παιδί της από τα αναγκαία χρήματα για το μεγάλωμα, την φροντίδα και την μόρφωση του. Θα λάβω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι η κατηγορούμενη προέρχεται από μια φτωχιά χώρα, ότι οι συνθήκες διαβίωσης στην εν λόγω χώρα την ανάγκασαν να ξενιτευτεί μακριά από το παιδί της για να εργαστεί αλλα και το γεγονός ότι στα τεσσεράμισι χρόνια που εργάστηκε με τον παραπονούμενο φαίνεται να ήταν τυπική και σωστή στις υποχρεώσεις της γεγονός που οδήγησε τον παραπονούμενο στη ανανέωση της σύμβαση της για ένα ακόμα χρόνο. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής: 1. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά. 2. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη. 3. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους, πιθανόν, παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και τους τρεις του στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα, από το Aνώτατο Δικαστήριο, ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou 22 CLR 147). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιβληθεί αυστηρή ποινή σε σχέση με τον στόχο της τιμωρίας και της αποτροπής αλλά και με βάση τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Η κατηγορούμενη πρέπει μέσω της ποινής που θα της επιβληθεί να συνετιστεί και να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων της. Αυτά τα αδικήματα είναι από τη φύση τους σοβαρά διότι τέτοιες ενέργειες υπονομεύουν την αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου, και την αναγκαία εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ οικοδεσπότη και προσώπου που διαμένει και φιλοξενείται σε οικία για να φροντίζει μέλη της οικογένειας. (Βλ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ
  1. Η ενέργεια της να καταχραστεί την εμπιστοσύνη του εργοδότης της είναι ιδιαίτερα απεχθής συμπεριφορά. Επομένως, πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρά, ως προειδοποίηση σε άλλα πρόσωπα που δυνατόν να συμπεριφερθούν με παρόμοιο τρόπο. Σε διαφορετική περίπτωση εκμηδενίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος και θα ενθαρρύνεται η παρανομία. Ενόψει των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι το ποσόν των €11.500 έχει ανευρεθεί στην κατοχή της και θα επιστραφεί στον παραπονούμενο, έχω τη θέση ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή, υπό τις περιστάσεις, είναι αυτή της φυλάκισης. Οι προσωπικές της συνθήκες αλλά και τα όσα περιβάλλουν την υπόθεση που έχουν αναφερθεί πιο πάνω λεπτομερώς δεν είναι τέτοια που να επιδρούν με καταλυτικό τρόπο στην επιλογή της ποινής που θα της επιβληθεί αλλά ενδεχομένως να επιδρούν στη διάρκεια της, αφού είναι η θέση μου ότι η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη ποινή που θα την τιμωρήσει επαρκώς για την παράνομη συμπεριφορά της έναντι προσώπων που την εμπιστευόνταν και την είχαν απόλυτα ανάγκη και που θα αποτρέψει την κατηγορούμενη και άλλους μελλοντικούς παραβάτες από τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον. Ενόψει των ανωτέρω επιβάλλεται στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Δεν δικαιολογείται αναστολή της ποινής ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος. Τα ελαφρυντικά στοιχεία και προσωπικές περιστάσεις της κατηγορουμένης έχουν ληφθεί υπόψη στο ύψος της ποινής. Η ποινή θα αρχίσει από την ημέρα κράτησης της, 5.9.
  2. Έξοδα €145 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το ποσό των €11.500 που κατακρατείται ως τεκμήριο να επιστραφεί στον παραπονούμενο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.