Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μελίνα Παύλου, Αρ. Υπόθεσης: 30578/11, 28/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30578/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Μελίνα Παύλου Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Νοεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για Κατηγορούμενη: κ. Κ. Ευσταθίου Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη μετά από τη δική της παραδοχή στα αδικήματα: - Της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 255, 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2009 και Μαΐου 2010 ενώ ήταν υπάλληλος του Κώστα Σκίτσα από τη Λευκωσία έκλεψε το χρηματικό ποσό των €5.873 περιουσία του Κώστα Σκίτσα, αριθμός κατηγορίας 1. - Της πλαστογραφίας επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)
(1), 336 και 29 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία συμπλήρωσε και υπέγραψε διά του ονόματος του Κώστα Σκίτσα κλοπιμαία επιταγή για το ποσό των €1.200 χωρίς την εξουσιοδότηση του Κώστα Σκίτσα, αριθμός κατηγορίας
- - Της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270(γ), 255 και 29 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι τον Οκτώβριο του 2009 έκλεψε το ποσό των €800 που παρέλαβε από την Vanya Vasileva για λογαριασμό του Κώστα Σκίτσα και αφορούσε την πληρωμή ενοικίου διαμερίσματος, αριθμός κατηγορίας
- - Της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270(γ), 255 και 29 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι τον Σεπτέμβριο του 2009 έκλεψε το ποσό των €780 που παρέλαβε από την Γεωργία Καρρή για λογαριασμό του Κώστα Σκίτσα και αφορούσε την πληρωμή ενοικίου διαμερίσματος, αριθμός κατηγορίας
- - Της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270(γ), 255 και 29 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι τον Μάρτιο του 2010 έκλεψε το ποσό των €800 που παρέλαβε από την Irina Ioneskou για λογαριασμό του Κώστα Σκίτσα και αφορούσε την πληρωμή ενοικίου διαμερίσματος, αριθμός κατηγορίας
- - Της απόσπασης χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297, 298
(1)και 29 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι τον Οκτώβριο του 2009 διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Κώστα Σκίτσα το ποσόν των €500 με σκοπό να βοηθήσει παραπληγικό πρόσωπο για να αγοράσει τροχοκάθισμα, πράγμα που δεν ίσχυε, αριθμός κατηγορίας 10. - Της απόσπασης χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297, 298
(1)και 29 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι τον Οκτώβριο του 2009 διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την Ηρώ Παναγίδου το ποσόν των €200 με σκοπό να βοηθήσει παραπληγικό πρόσωπο για να αγοράσει τροχοκάθισμα, πράγμα που δεν ίσχυε, αριθμός κατηγορίας
- Τα γεγονότα όπως αναφέρθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Την 15.04.2010 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λ/σίας από τον παραπονούμενο Κώστα Σκίτσα ότι η κατηγορούμενη, ενώ ήταν υπάλληλος του, μεταξύ των ημερομηνιών Σεπτέμβριου του 2009 μέχρι Μάιο του 2010 έκλεψε από τον ίδιο το χρηματικό ποσό των €9,588 ενώ σε συμπληρωματική του κατάθεση ανάφερε ότι το ακριβές ποσό που κλάπηκε είναι €3,
- Επίσης ανάφερε ότι ξεγέλασε και άλλους μεταξύ των οποίων και την αδερφή του οικειοποιώντας από αυτούς χρήματα. Ακόμη ανάφερε ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του σε μια επιταγή του. Το παράπονο του καταγράφηκε και ο παραπονούμενος έδωσε την συγκατάθεση του για να ληφθούν από τον ίδιο δείγματα γραφής/υπογραφής. Κατά τη διερεύνηση διαφάνηκε ότι η κατηγορούμενη η οποία ήταν υπάλληλος του παραπονούμενου είχε
(1)πλαστογραφήσει δική του επιταγή για το ποσό €1.200,
(2)είσπραξε διάφορα ποσά από ενοίκους υποστατικών που άνηκαν στον κατηγορούμενο, τα οποία οικειοποιήθηκε και
(3)επίσης ότι με ψευδείς παραστάσεις απέσπασε από τον παραπονούμενο και την αδερφή του το ποσόν των €700 δήθεν για αγορά τροχοκαθίσματος σε παραπληγικό πρόσωπο κάτι που δεν ίσχυε. Η κατηγορούμενη σε θεληματική κατάθεση της ενώ διερευνάτο εναντίον της το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου που φαίνεται στην 1η κατηγορία παραδέχτηκε την διάπραξη του αδικήματος όπως και άλλες υποθέσεις παρόμοιας φύσεως, εξήγησε στην Αστυνομία τον τρόπο ενέργειας της, και καταχωρήθηκε το παρόν κατηγορητήριο. Η κατηγορούμενη είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, όπως έχει αναφερθεί από την κα Ναθαναήλ, δεν έχουν δημιουργηθεί οποιαδήποτε έξοδα στην παρούσα υπόθεση ενώ ζήτησε όπως όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης καταστραφούν. Ο κ. Ευσταθίου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη παραδέχτηκε τα αδικήματα που της αποδίδονται ενώπιον των ανακριτικών αρχών και σε θεληματική κατάθεση εξήγησε τον τρόπο ενέργειας της, συνεργάστηκε πλήρως με την Αστυνομία και έτσι συνέβαλε καθοριστικά στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης αυτής. Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη πήγε από μόνη της και παραδέχτηκε στον εργοδότη της το αδίκημα της 1ης κατηγορίας και είναι μετά από τη δική της παραδοχή που ο εργοδότης της πήγε και έκαμε καταγγελία. Υιοθετώντας την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που έχει ετοιμαστεί για την κατηγορουμένη, ο κ. Ευσταθίου τόνισε ότι η κατηγορουμένη είναι τόσο σωματικά όσο και ψυχικά ασθενής. Είναι ηλικίας 38 ετών, άνεργη και διαμένει σε ενοικιαζόμενη κατοικία η οποία δεν πληροί τις απαραίτητες συνθήκες διαβίωσης. Είναι πτωχεύσασα και τα μοναδικά εισοδήματα της προέρχονται από το Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων. Είχε μεγάλο πρόβλημα παχυσαρκίας και είχε υποβληθεί σε εγχείριση στομάχου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Πάσχει από βαριά χρονιαία κατάθλιψη. Είναι απόφοιτος Λυκείου και μέχρι το 2008 εργαζόταν σε διάφορες ιδιωτικές εταιρείες. Το 2007 τέλεσε πολιτικό γάμο με Σύριο, Μουσουλμανικής καταγωγής ο οποίος ήταν βίαιος, την κακοποιούσε και σωματικά και συναισθηματικά με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε διαζύγιο που είχε ως αποτέλεσμα να τερματιστεί η άδεια παραμονής του στη Δημοκρατία. ΣΕ ότι αφορά τα υπό κρίση αδικήματα όπως ανέφερε διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα κατόπιν εξ αναγκασμού από τον πρώην σύζυγο της και από φόβο για τη ζωή της. Η Κοινωνική Λειτουργός αναφέρει στην έκθεση της ότι η κατηγορούμενη κατανοεί τη σοβαρότητα της πράξης της και δείχνει μεταμέλεια για τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κ. Ευσταθίου αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην κακομεταχείριση της κατηγορούμενης από τον τέως σύζυγο της και κατάθεσε ψυχιατρική έκθεση του Δρ. Ευάγγελου Αναστασίου ο οποίος την εξέτασε στις 8.1.2013. Είναι η θέση του Δρ. Αναστασίου ότι η κατηγορούμενη πάσχει από σοβαρά σωματικά και χρόνια ψυχιατρικά προβλήματα για τα οποία τυγχάνει συνεχούς ψυχιατρικής παρακολούθησης και ψυχοφαρμακοθεραπείας. Πάσχει από υπνική άπνοια και χρειάζεται να χρησιμοποιεί κάθε βράδυ ειδική συσκευή. Έχει επίσης πρόβλημα μετεγχειρητικής κοιλιοκήλης μετά από την επέμβαση που υπέστη στο στομάχι η οποία χρήζει άμεσα χειρουργικής αποκατάστασης. Έχει βιώσει σοβαρά και έντονα ψυχικά τραύματα που προήλθαν από τον Σύριο Μουσουλμάνο σύζυγο της που την πίεζε να γίνει Μουσουλμάνα και την κακοποιούσε συναισθηματικά και σωματικά και εκβιαστικά της αποσπούσε χρήματα. Ο Δρ. Αναστασίου διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη δεν έχει σοβαρού βαθμού ενεργώ ψυχοπαθολογία, έχει επίγνωση και ευθύνη για τις πράξεις της και τις συνέπειες τους. Η κατηγορούμενη έχει αναφέρει στο Δρ. Αναστασίου ότι τα χρήματα που απέσπασε από τον πρώην εργοδότη της τα απέσπασε σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια της να κερδίσει την εύνοια και επιείκεια του συζύγου της και υπό καθεστώς μεγάλης ψυχολογικής πίεσης. Ο Δρ. Αναστασίου έχει τη θέση ότι η ποινή φυλάκισης θα πρέπει να αποφευχθεί λόγω και των ιδιαίτερων αναγκών διαβίωσης της αλλά και λόγω των προβλημάτων που παρουσιάζει στη ψυχική σφαίρα, όπως χαρακτηριστικά έχει αναφέρει, «υπάρχει ιδιαίτερα υψηλός κίνδυνος υποτροπής με ψηλό ενδεχόμενο να προβεί σε αυτοκαταστροφική πράξη». Ο κ. Ευσταθίου ανέφερε επίσης ότι η οικογένεια της κατηγορουμένης βρίσκεται τώρα στο πλάι της και έχουν καταφέρει να μαζέψουν το ποσό χρημάτων που η κατηγορούμενη έχει κλέψει και οικειοποιηθεί από τον παραπονούμενο και την αδερφή τους και να του το επιστρέψουν. Ο δε παραπονούμενος έχει υπογράψει γραπτή δήλωση η οποία έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο στην οποία αναφέρει ότι έχει αποζημιωθεί πλήρως από την οικογένεια της κατηγορουμένης, δεν έχει πλέον κανένα παράπονο εναντίον της ούτε και επιθυμεί την τιμωρία της. Την έχει συγχωρήσει για τις ανόητες πράξεις της και γνωρίζει τους λόγους που την οδήγησαν να πράξει ότι έπραξε όπως και την καταπιεστική συμπεριφορά του συμβίου της έναντι της αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Ήταν καταληκτικά η εισήγηση του κ. Ευσταθίου όπως το Δικαστήριο δει την περίπτωση της κατηγορουμένης με μεγάλη επιείκεια αφού λάβει υπόψη του και τα ελαφρυντικά στοιχεία που υπάρχουν αλλά και την θέση του ψυχίατρου που την εξέτασε, αλλά και του παραπονούμενου ο οποίος έχει δηλώσει ότι δεν έχει κανένα παράπονο. Σημείωσε επίσης ότι από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων έχουν παρέλθει πέραν των τεσσάρων ετών, τον ερασιτεχνικό τρόπο με τον οποίον ενήργησε η κατηγορουμένη χωρίς προσχεδιασμό όπως και τους λόγους που την ώθησαν να διαπράξει αδικήματα οι οποίοι σήμερα ευτυχώς έχουν εκλείψει μετά το χωρισμό της και την φυγή του πρώην συζύγου της από την Κύπρο. Χωρίς σε καμία περίπτωση να υποσκελίζει την σοβαρότητα των αδικημάτων ζήτησε από το Δικαστήριο όπως σε περίπτωση που προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, που είναι η ποινή που συνήθως επιβάλλεται σε αδικήματα όπως αυτά παραδέχθηκε η κατηγορουμένη, να αναστείλει την ποινή αποφεύγοντας έτσι την δημιουργία περαιτέρω προβλημάτων στην παραπονούμενη ακόμα και κίνδυνο για τη ζωή της. Τα αδικήματα για τα οποία έχει βρεθεί ένοχη η κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρά, λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου ορίου ποινής, όπως προβλέπεται από τους νόμους, γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα διότι, με παράνομη ενέργεια, ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει το σκοπό του, το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπής η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως, στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε μ' αυτό το τρόπο, από απελπισία ή χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 5534, ημερ. 13.2.1992, όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης, στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει, με τις ενέργειες του, αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443, ημερ. 30.4.1991). Το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο είναι ακόμα πιο σοβαρό αδίκημα, πράγμα που αντανακλάται και στην προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 χρόνων. Το αδίκημα αυτό καταρρακώνει την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και υπαλλήλου, και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλιώτης
(1967)2 C.L.R. 20 όπου τονίσθηκε πως, «...τέτοια συμπεριφορά (κλοπή υπό υπαλλήλου) τείνει να υπονομεύσει τη βάση πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι διεξάγουν την εργασία τους ως εργοδότες ή κερδίζουν τα προς τον ζην ως εργοδοτούμενοι. Η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το Νόμο». Στην υπόθεση Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212 που αφορούσε στο ίδιο αδίκημα, και ενώ κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου ήταν 7 χρόνια, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 9 μηνών θεωρήθηκε ως επιεικής. Στην υπόθεση Πέτρος Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 2 ½ ετών μειώθηκε από το Εφετείο σε 18 μήνες. (Βλ. επίσης Ανδρέας Κωστάκη Στυλιανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 58/08, ημερ. 13.10.2008, και Suma Akter v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 1/2005, ημερ. 24.2.2005 και Μάριος Αδάμου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 199/11 ημερ. 9.8.2012). Όπως έχει αναφερθεί στην Νομολογία η οποία κατά κύριο λόγο αφορά υποθέσεις πλαστογραφίας πιστωτικών καρτών, πληρεξουσίων και επιταγών, εν' όψει και των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει αδικήματα τέτοιας μορφής, επιβάλλεται και η επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Καθοριστικός παράγοντας είναι η αποτροπή (βλ. Mohamed El Fedy v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 16, Arman Ayvazian v. Αστυνομία (Π.Ε. 183/2011 ημερ. 25.4.2012). Η παρούσα υπόθεση όμως η οποία αφορά πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού επίσημου εγγράφου είναι ακόμη πιο σοβαρή και αυτό διαφαίνεται και από την αυξημένη ποινή φυλάκισης των 10 χρόνων που προνοείται σε σχέση με το αδίκημα της απλής πλαστογραφίας. Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομία
(1999)2 Α.Α.Δ. 286 η οποία αφορούσε πλαστογραφία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» (βλέπε σχετικά και Φίλιππος Τάσου Δρουσιώτη ν. Αστυνομία (ΠΕ 110/2012 ημερ. 18.7.2013) Στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 οι κατηγορούμενοι διέπραξαν μεταξύ άλλων το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της πλαστοπροσωπίας και της συγκάλυψης στα πλαίσια εγκληματικής δραστηριότητας που είχε σαν αποτέλεσμα την πώληση μετοχών ανυποψίαστου πολίτη και την απόσπαση χρηματικού ποσού £134,
- Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε και αποζημίωσε τον παραπονούμενο. Για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου η ποινή κατ' έφεση μειώθηκε σε 3 ½ χρόνια, και για την συγκάλυψη στα 3 χρόνια, ενώ επικυρώθηκαν οι ποινές φυλακίσεως 2 ετών σε κάθε Κατηγορία που αφορούσε σε απόσπαση δια ψευδών παραστάσεων, πλαστοπροσωπεία και συνομωσία. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομία (ΠΕ 214/09 ημερ. 29.1.2010) η οποία αφορούσε πλαστογραφία επίσημων εγγράφων η ποινή των 18 μηνών φυλάκισης αν και κρίθηκε αυστηρή δεν θεωρήθηκε υπερβολική. Στην Θεόδωρος Κωνσταντίνου ν Αστυνομία (ΠΕ 227/09 ημερ. 19.3.2010) η ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε Κοινοτάρχη και Γραμματέα Συνεργατικής για πλαστογραφία εγγράφων μειώθηκε σε 6 μήνες ενόψει του ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος όπως επίσης και λόγω των ψυχολογικών και άλλων προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Έλενα Κουμίδου ν. Αστυνομίας, (Ποιν. Εφ. 55/11, ημερ. 24.5.2011), η οποία αφορούσε αδικήματα όπως και η παρούσα κάτω από το άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα, ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, για αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, θεωρήθηκε ορθή κατ' έφεση ως προς το ύψος της. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
- Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
- Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
- Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους, πιθανόν, παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και τους τρεις του στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα, από το Aνώτατο Δικαστήριο, ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou 22 CLR 147). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιβληθεί αυστηρή ποινή σε σχέση με τον στόχο της τιμωρίας και της αποτροπής αλλά και με βάση τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Η κατηγορούμενη πρέπει μέσω της ποινής που θα της επιβληθεί να συνετιστεί και να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων της. Τα αδικήματα που αφορούν την κλοπή υπό υπαλλήλου και υπό αντιπροσώπου είναι από τη φύση τους σοβαρά διότι τέτοιες ενέργειες υπονομεύουν την αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. (Βλ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 219. Η ενέργεια της κατηγορουμένης να καταχραστεί την εμπιστοσύνη του εργοδότη της είναι ιδιαίτερα απεχθής συμπεριφορά. Η ενέργεια της αυτή έστω και αν ήταν ερασιτεχνική όπως την έχει χαρακτηρίσει ο κ. Ευσταθίου, εντούτοις εκδηλώθηκε ποικιλοτρόπως και είχε ως αποτέλεσμα την οικειοποίηση μεγάλου ποσού χρημάτων. Δεν έφτανε την κατηγορούμενη ότι έκλεψε από τον εργοδότη της ποσό χρημάτων και οικειοποιήθηκε ποσά που της πλήρωναν ενοικιαστές του υπό την ιδιότητα της ως αντιπροσώπου της, πλαστογράφησε την επιταγή του και προέβηκε και σε ψευδείς παραστάσεις προς αυτόν αποσπώντας και από τον ίδιο και από την αδερφή του χρηματικό ποσό κάνοντας έκκληση στα φιλάνθρωπα αισθήματα τους, δήθεν για αγορά τροχοκαθίσματος για ανάπηρο πρόσωπο. Επομένως, πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρά, ως προειδοποίηση σε άλλα πρόσωπα που δυνατόν να συμπεριφερθούν με παρόμοιο τρόπο. Σε διαφορετική περίπτωση εκμηδενίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος και θα ενθαρρύνεται η παρανομία. Προς όφελος της κατηγορουμένης λαμβάνω υπ' όψιν μου το λευκό ποινικό της μητρώο, την άμεση παραδοχή της προς τον εργοδότη της, τις διωκτικές αρχές όπως και την παραδοχή της στο Δικαστήριο αλλά και τη θεληματική κατάθεση που έδωσε με την οποία βοήθησε την Αστυνομία στην εξιχνίαση των αδικημάτων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την κατάσταση της υγείας της, τόσο σωματική όσο και ψυχική, αλλά και τις περιστάσεις στην προσωπική της ζωή που την είχαν οδηγήσει σε αυτή την εγκληματική συμπεριφορά. Υπέρ της θα προσμετρήσει επίσης το γεγονός της αποζημίωσης του παραπονούμενου και η σχετική βεβαίωση του στο Δικαστήριο, αλλά και ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Ενόψει όμως των επιβαρυντικών στοιχείων στα οποία έχει γίνει ήδη αναφορά και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι το συνολικό ποσό των χρημάτων που έχει οικειοποιηθεί, έχω την θέση ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή, υπό τις περιστάσεις, είναι αυτή της φυλάκισης. Οι προσωπικές της συνθήκες αλλά και τα όσα περιβάλλουν την υπόθεση που έχουν αναφερθεί πιο πάνω λεπτομερώς δεν είναι τέτοια που να επιδρούν με καταλυτικό τρόπο στην επιλογή της ποινής που θα της επιβληθεί αλλά ενδεχομένως να επιδρούν στη διάρκεια της, αφού είναι η θέση μου ότι η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη ποινή που θα την τιμωρήσει επαρκώς για την παράνομη συμπεριφορά της έναντι προσώπων που την εμπιστεύονταν και την είχαν απόλυτα ανάγκη και που θα αποτρέψει την κατηγορούμενη και άλλους μελλοντικούς παραβάτες από τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον. Ενόψει των ανωτέρω επιβάλλονται στην κατηγορούμενη οι εξής ποινές: - Κατηγορία αρ. 1 ποινή φυλάκισης 8 μηνών. - Κατηγορία αρ. 3 ποινή φυλάκισης 4 μηνών. - Κατηγορία αρ. 5 ποινή φυλάκισης 7 μηνών. - Κατηγορία αρ. 7 ποινή φυλάκισης 7 μηνών. - Κατηγορία αρ. 8 ποινή φυλάκισης 7 μηνών. - Κατηγορία αρ. 10 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. - Κατηγορίας αρ. 11 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Έχοντας επιβάλει τις εν λόγω ποινές θα εξετάσω το αίτημα του ευπαίδευτου συνήγορου της κατηγορούμενης ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να αναστείλει τυχόν ποινή φυλάκισης που έχει κρίνει ότι θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Η κατηγορούμενη είναι πρόσωπο με βεβαρημένο ιστορικό σωματικής και ψυχικής υγείας που την καθιστά ανίκανη για εργασία, λευκού ποινικού μητρώου, έχει παραδεχθεί τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία έγιναν πριν από 4 χρόνια και υπό τις περιστάσεις και τα δεδομένα στην προσωπική της ζωή που έχουν αναφερθεί τα οποία σήμερα έχουν αλλάξει, και στο διάστημα των 4 ετών που έχουν μεσολαβήσει έκτοτε δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα. Έχει αποζημιωθεί ο παραπονούμενος από την οικογένεια της κατηγορουμένης και έχει δηλώσει στο Δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί την τιμωρία της. Η σύσταση του ψυχιάτρου σε ότι αφορά τον εγκλεισμό της στη φυλακή και τις τυχόν επιπτώσεις που αυτός μπορεί να έχει επίσης λαμβάνονται υπόψη. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά της κατηγορούμενης μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή των επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως, στην επιθυμία μου να δοθεί σε αυτήν μία τελευταία ευκαιρία. Τούτων δεδομένων, οι επιβληθείσες ποινές φυλακίσεως αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο