← Κύπρος

S. K. TWENTY ONE INVESTMENTS & SERVICES LTD ν. V.M.K. IKOTECHNIKI DEVELOPMENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2271/2013, 8/11/2013

S. K. TWENTY ONE INVESTMENTS & SERVICES LTD ν. V.M.K. IKOTECHNIKI DEVELOPMENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2271/2013, 8/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2271/2013 Μεταξύ: S. K. TWENTY ONE INVESTMENTS & SERVICES LTD Εναγόντων και V.M.K. IKOTECHNIKI DEVELOPMENTS LIMITED Εναγoμένων ------------------- Αίτηση ημερ. 9 Απριλίου 2013 για Προσωρινό Διάταγμα και Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 10 Απριλίου 2013 8 Νοεμβρίου,

  1. Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: κ. Μ. Φλωρίδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους: κ. Κουρουπίδης για Ε. Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, ως αυτή διατυπώνεται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο (O.2 r.6) ημερ. 9.4.2013, είναι για την επιστροφή του ποσού των €432.000, το οποίο οι Ενάγοντες κατέβαλαν στους Εναγόμενους δυνάμει συμφωνίας χρηματοδότησης ημερ. 28.1.2011, πλέον τόκους και αποζημιώσεις ύψους €142.287 για απώλεια προσδοκώμενου κέρδους από την πώληση κάποιων κατοικιών δυνάμει των μεταξύ των συμφωνιών. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι Αιτητές-Ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή Αίτηση (η Αίτηση) εναντίον των Εναγομένων στη βάση της οποίας εξασφάλισαν, στις 10.4.2013, προσωρινό διάταγμα απαγορεύον και/ή εμποδίζον τους Εναγόμενους από του να αποξενώσουν και/ή καθοιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν το μερίδιό τους επί συγκεκριμένου ακινήτου στο Δήμο Ιδαλίου, μέχρι ακροάσεως και τελείας αποπερατώσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση (η Ένσταση) στη διατήρηση σε ισχύ του εν λόγω διατάγματος. Σε αυτή προβάλλονται, συνοπτικά, οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης.
  2. Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/
  3. Το διάταγμα είναι άδικο και καταπιεστικό σε βάρος των Εναγομένων και δημιουργεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους, δυσανάλογη της ζημιάς που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υφίστανται.
  4. Οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αν γνώριζε το Δικαστήριο πιθανόν να μην εξέδιδε το διάταγμα και η Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή εκδικητικά και/ή περιέχει ανακρίβειες.
  5. Η αξία της δεσμευμένης διά του διατάγματος περιουσίας των Εναγομένων είναι μεγαλύτερη από την αξίωση των Εναγόντων.
  6. Δεν είναι εύλογη και/ή δίκαιη η έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Την Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Saffa Kanz, μιας εκ των διευθυντών των Εναγόντων. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση έχουν επισυναφθεί διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1-
  7. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Κλεάνθη Μιχαήλ, διευθυντή των Εναγομένων, στην οποία επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται, ουσιαστικά, οι λόγοι Ένστασης. Κατόπιν σχετικής αδείας του Δικαστηρίου και με τη σύμφωνο γνώμη του δικηγόρου των Εναγομένων, καταχωρήθηκε, στις 14.10.2013, απαντητική ένορκη δήλωση με επισυνημμένα τεκμήρια, από τη Saffa Kanz στην ένορκη δήλωση του Κλεάνθη Μιχαήλ. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, η Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 21 και 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Κεφ. 6, στη Δ.48, θθ. 2, 4, 8 και 9 και Δ.39, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Στις γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες καταχωρήθηκαν με οδηγίες του Δικαστηρίου και με τη σύμφωνο γνώμη των δικηγόρων, γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν τόσο την Αίτηση όσο και την Ένσταση, καθώς και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατωτέρω στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.

(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Acropol Shipping Co. Ltd. & Others v. Rossis
(1976)1 CLR 38, Constantinides v. Makriyiorgou and Another
(1978)1 CLR 585 και Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Ο σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι κυρίως η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά και η διατήρηση της επίδικης περιουσίας εκκρεμούσης της ακρόασης και της εκδίκασης της αγωγής [Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R. 578]. Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται [Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1(Α) Α.Α.Δ 169, Κούνουνα v. C & A Simonοs Ltd
(2002)1(Β) Α.Α.Δ 1361 και Κίτσιου ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 228]. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα [Odysseos (ανωτέρω)]. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (Jonitexo Ltd ν. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται τόσο στο Άρθρο 4 όσο και στο Άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς τα άρθρα αυτά κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Παναγίδου κ.ά. ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 396). Επομένως όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται [Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 520 και Papastratis v. Petrides (ανωτέρω)]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε επιτύχει ο ενάγων και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στο εδάφιο 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:
(1)Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής
(2)Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί, όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Διεξήλθα προσεκτικά τόσο την Αίτηση όσο και την Ένσταση καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις και τα διάφορα τεκμήρια που τις συνοδεύουν. Παράλληλα εξέτασα την Αίτηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της νομολογίας έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Δεν θα επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού κρίνω πως κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1980). Θα σκιαγραφήσω, εκεί που χρειάζεται, τα ουσιώδη γεγονότα, για να διαφανεί καλύτερα η ουσία της διαφοράς. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Με βάση τα όσα καταγράφονται τόσο στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, όσο και στις δύο ένορκες δηλώσεις της Saffa Kanz ημερ. 9.4.2013 και 11.10.2013, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή συζητήσιμη υπόθεση. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες κατέβαλαν στους Εναγόμενους το ποσό των €432.000 σε διάφορες ημερομηνίες δυνάμει συμφωνίας χρηματοδότησης ημερ. 28.1.2011 (Τεκμήριο 2). Το ύψος του χρηματοδοτηθέντος και καταβληθέντος ποσού γίνεται παραδεκτό από τον ενόρκως δηλούντα και διευθυντή των Εναγομένων Κλεάνθη Μιχαήλ σε τηλεμήνυμά του ημερ. 5.12.2012 προς το Mohamed Kazem Behbehani, μέτοχο των Εναγόντων, με κοινοποίηση στη Saffa Kanz, με το οποίο, ανάμεσα σε άλλα, προέτεινε τη μεταβίβαση στους Ενάγοντες κτήματος στη Βουλγαρία και εξόφληση του ποσού, πράγμα το οποίο, μετά από διερεύνηση της πρότασης, απορρίφθηκε. Το κέρδος το οποίο οι Ενάγοντες θα λάμβαναν από την υλοποίηση της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, καθορίζεται και συνάγεται σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 3 που ετοίμασε ο διευθυντής των Εναγομένων Κλεάνθης Μιχαήλ, ως ακολούθως: 1. €53.665 από την πώληση της κατοικίας C1. 2. €45.602 από την πώληση της κατοικίας C2. 3. €48.730 από την πώληση της κατοικίας C3. 4. €43.020 από την πώληση της κατοικίας Β2, πλέον ΦΠΑ. Τον Μάιο του 2012 οι Εναγόμενοι προέβησαν σε πώληση της κατοικίας Β2 κατά παράβαση του όρου
(7)της συμφωνίας Τεκμήριο 1, χωρίς συνεννόηση με τους Ενάγοντες και χωρίς να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Η εν λόγω κατοικία πωλήθηκε για €345.428, πλέον ΦΠΑ, ενώ η προϋπολογισθείσα αξία της ήταν €330.000 και το προϋπολογισθέν κόστος της €286.
  1. Οι Ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για την παράλειψη των Εναγομένων να καταβάλουν σε αυτούς το ποσό της κερδοφορίας, όπως επίσης και το χρηματοδοτηθέν, στην κατοικία Β2, ποσό το οποίο τουλάχιστον ανήλθε μέχρι την 31.8.2011 σε €171.950, όπως προκύπτει από την παράγρ. 14 της ενόρκου δηλώσεως της Saffa Kanz ημερ. 9.4.2013 και το συνημμένο σε αυτή Τεκμήριο 4, το οποίο είναι υπογεγραμμένο από τον Κλεάνθη Μιχαήλ, διευθυντή τότε των Εναγόντων αλλά ταυτόχρονα και των Εναγομένων. Αντί της καταβολής του πιο πάνω ποσού στους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι δήλωσαν ότι θα χρησιμοποιούσαν το εν λόγω ποσό για αποπληρωμή δικών τους υποχρεώσεων. Μετά από την πιο πάνω εξέλιξη, ηγέρθη θέμα τερματισμού της μεταξύ των μερών συμφωνίας και λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον των Εναγομένων. Προέκυψε όμως θέμα λήψης απόφασης από το διοικητικό συμβούλιο των Εναγόντων, στο οποίο όμως ο Κλεάνθης Μιχαήλ, μέτοχος και διευθυντής των Εναγομένων, ήταν επίσης διευθυντής και δεν συνεργάζετο προς το σκοπό αυτό. Ακολούθησε χρονοβόρα διαδικασία για την αλλαγή των αξιωματούχων των Εναγόντων, η οποία καθυστέρησε να ολοκληρωθεί καθότι ο Κλεάνθης Μιχαήλ κρυβόταν και δεν εμφανίζετο για να καταστούν δυνατές οι επιδόσεις των σχετικών ειδοποιήσεων. Τελικά, η γενική συνέλευση συνεκλήθη μόλις την 8.1.2013 και νομότυπα λήφθηκε απόφαση από τους παρόντες ή αντιπροσωπευόμενους μετόχους για παύση του Κλεάνθη Μιχαήλ από τη θέση του Διευθυντού και Γραμματέα των Εναγόντων. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε τελικά την 5.2.2013 με την έκδοση από τον Έφορο Εταιρειών του σχετικού πιστοποιητικού αξιωματούχων, Τεκμήριο
  2. Μετά την απόφαση του νέου διοικητικού συμβουλίου των Εναγόντων, δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να προχωρήσουν σε τερματισμό των μεταξύ των μερών συμφωνιών, πράγμα το οποίο εγένετο την 1.3.2013 με σχετική επιστολή η οποία επιδόθηκε στο διευθυντή των Εναγομένων Σταύρο Λοϊζίδη (βλ. Τεκμήρια 7 και 8 της ενόρκου δηλώσεως της Saffa Kanz ημερ. 9.4.2013). Στο μεταξύ οι Εναγόμενοι την 6.3.2013 πώλησαν και μεταβίβασαν σε τρίτους, ήτοι το Σταύρο Σταύρου και Κυπρούλλα Χρυσάνθου 25074 μερίδια από το σύνολο των 1285341 μεριδίων που κατείχαν στο επίδικο ακίνητο (βλ. Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της Saffa Kanz, ημερ. 9.4.2013). Μετά τα πιο πάνω συμβάντα, παρέστη η ανάγκη για άμεση αντίδραση των Εναγόντων, πράγμα το οποίο εγένετο με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και Αίτησης. Η Αίτηση στηρίζεται, ουσιαστικά, στα άρθρα 5 και 9 του Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Ν. 14/
  3. Από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των δύο ενόρκων δηλώσεων της Saffa Kanz, και την οποία έχω συνοψίσει πιο πάνω, θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 του Κεφ. 6, και συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας των Εναγομένων σε τρίτους, πιθανό να εμποδιστούν οι Ενάγοντες στην ικανοποίηση της τυχόν υπέρ των εκδοθεισομένης απόφασης. Η θέση των Εναγομένων είναι ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, καθότι, ως ισχυρίζονται, το Τεκμήριο 1 είναι αόριστο. Διαφωνώ με αυτή τη θέση καθότι τους διαφεύγει ότι το Τεκμήριο 1 έχει σχέση με την αξίωση των Εναγόντων για αποζημιώσεις μόνο και ότι αυτό συμπληρώνεται από τα Τεκμήρια 2, 3 και
  4. Η αξίωση των Εναγόντων είναι για ποσό €432.000 που δάνεισαν και χρηματοδότησαν τους Εναγόμενους δυνάμει του Τεκμηρίου 2 και για αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1, ως επίσης και προφορικών τοιαύτων. Οι Εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση δεν αρνούνται ότι έλαβαν το ποσό των €432.000 από τους Ενάγοντες. Επίσης, θεωρώ ότι από την όλη μαρτυρία έχει προκύψει το κατεπείγον του ζητήματος καθότι οι Εναγόμενοι, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της Saffa Kanz ημερ. 9.4.2013, συνέχιζαν να πωλούν μέρος της περιουσίας στην οποία επένδυσαν οι Ενάγοντες χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την αξίωση των Εναγόντων και τη διαφορά τους με αυτούς. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την παράγρ. 16 της ενόρκου δηλώσεως του Κλεάνθη Μιχαήλ, όπου αναφέρεται ότι η συνέχιση του διατάγματος προκαλεί βλάβη και ταλαιπωρία στις δραστηριότητες των Εναγομένων, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα πώλησης ακινήτων. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, γενικά και αόριστα, ότι το διάταγμα επηρεάζει και τρίτα πρόσωπα, χωρίς να καθορίζουν το πώς και ποία πρόσωπα επηρεάζονται από αυτό. Οι Εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι με το διάταγμα δεσμεύθηκε περιουσία δυσανάλογης αξίας με την απαίτηση και τα έξοδα των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι όμως, οι οποίοι είναι σε καλύτερη θέση να γνωρίζουν, δεν δηλώνουν και ούτε αποκαλύπτουν ποία είναι η αξία της περιουσίας αυτής. Όπως επίσης το τι υποχρεώσεις και εμπράγματα βάρη επιβαρύνουν την περιουσία αυτή, αλλά ούτε και αν αυτοί είναι ιδιοκτήτες άλλης τυχόν ακίνητης περιουσίας. Επίσης δεν αναφέρουν κατά πόσο η περιουσία αυτή, λαμβανομένων υπόψη τυχόν εμπραγμάτων ή άλλων βαρών, είναι ικανοποιητική σε περίπτωση εκποίησης για ικανοποίηση του λαβείν των Εναγόντων. Όμως, όπως προκύπτει από την παράγρ. 7 της απαντητικής ενόρκου δηλώσεως της Saffa Kanz ημερ. 11.10.2013 και το Τεκμήριο ΣΤ, η ολική αξία του ακινήτου και των επ΄ αυτώ κτηρίων ανέρχεται μόλις σε €1.953.000, ενώ, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Ε, το ακίνητο επιβαρύνεται με υποθήκες συνολικού ύψους €1.896.864,20, εκ των οποίων η τελευταία για €800.000 συνήφθη μόλις την 28.9.2012, ήτοι μετά που προέκυψε η διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Επίσης, υπάρχουν πωλητήρια έγγραφα συνολικής αξίας €2.138.
  5. Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν έγινε δέσμευση περιουσίας δυσανάλογη προς την αξίωση των Εναγόντων. Να σημειωθεί επίσης ότι οι Ενάγοντες αιτήθηκαν τη δέσμευση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου των Εναγομένων επί του ακινήτου στο οποίο επενδύθηκαν τα χρήματα που κατέβαλαν στους Εναγόμενους. Το ακίνητο, ως μερίδιο εξ αδιαιρέτου, δεν θα μπορούσε να διαχωριστεί για σκοπούς του διατάγματος. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές Saffa Kanz, αναφέρεται σε πληροφορίες ως προς την πρόθεση των Εναγομένων να αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία τους χωρίς να αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησής της. Έχοντας διεξέλθει την ενώπιόν μου μαρτυρία, θεωρώ ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Στις παραγρ. 27 και 28 της ενόρκου δηλώσεώς της ημερ. 9.4.2013 η Saffa Kanz αναφέρει από πού αντλεί την πληροφόρησή της. Εξάλλου δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για να καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι προτίθενται να αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία τους. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων [βλ. μεταξύ άλλων τις υποθέσεις C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785, Lakatamitis v. Theodorou (ανωτέρω), Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) ΑΑΔ 1237, Φετοκάκης v. Χριστοφή κ.ά.
(2006)1(Β) ΑΑΔ 800 και Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη (ανωτέρω)]. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, δηλαδή τις δύο ενόρκους δηλώσεις της Saffa Kanz και τα συνημμένα σε αυτές τεκμήρια, αλλά και την ένορκη δήλωση του διευθυντή των Εναγομένων Κλεάνθη Μιχαήλ, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε θεραπεία με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, ενόψει και της μη αμφισβήτησης καταβολής στους Εναγόμενους του ποσού των €432.
  1. Η καταβολή του πιο πάνω ποσού επιβεβαιούται από την ένορκη δήλωση του Κλεάνθη Μιχαήλ. Όσον αφορά την ανεπανόρθωτη ζημιά την οποία οι Ενάγοντες θα υποστούν σε περίπτωση μη συνέχισης του επίδικου διατάγματος, θεωρώ, συγκλίνοντας με τη θέση τους, ότι αυτή συνίσταται τουλάχιστο στο μεγάλο ποσό των €432.000, πλέον τόκοι, που αντιπροσωπεύει το χρηματοδοτηθέν και καταβληθέν στους Εναγόμενους ποσό και επιπρόσθετα οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις επιδικασθούν στους Ενάγοντες για απώλεια προσδοκώμενου κέρδους από την πώληση κάποιων κατοικιών δυνάμει της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Συνακόλουθα, θεωρώ ότι πληρούνται και όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
  2. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι αν πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί σε ισχύ σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η φράση «status quo» επεξηγήθηκε στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788 με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571. To Δικαστήριο κατά την εξέταση προσωρινού διατάγματος πρέπει να προσπαθεί να διατηρήσει το status quo ante bellum, δηλαδή την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli. Στην προκειμένη περίπτωση ο κίνδυνος πώλησης του ακινήτου είναι εμφανέστατος και έχω την εντύπωση ότι το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται καν από τους Εναγόμενους. Στην προκειμένη περίπτωση δεν βλέπω συνεπώς λόγο γιατί αυτό το status quo ante bellum να μην διατηρηθεί υπέρ των Εναγόντων. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών, ότι δηλαδή είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η αίτηση και να οριστικοποιηθεί το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε. Αν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους εναντίον των Εναγομένων υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους αν δεν διατηρηθεί η προγενέστερη κατάσταση πραγμάτων (status quo ante) με την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος. Από την άλλη, δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ουσιαστική ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος των Εναγομένων με την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Στη συνέχεια θα εξετάσω άλλα επί μέρους θέματα τα οποία ηγέρθησαν στην Ένσταση. ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΚΑΙ/ Ή ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται για σκοπούς ακύρωσης του επίδικου διατάγματος, είναι αυτός που αφορά την από πλευράς Αιτητών-Εναγόντων απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που οι τελευταίοι αιτούνταν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Συγκεκριμένα, οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν ολοκληρώσει καμιά συμφωνία με τους Μάριο Τζιωρτζή και Μαρία Χαραλάμπους και ότι αυτό είναι γνωστό στην ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές Saffa Kanz. Γι΄ αυτό ισχυρίζονται ότι η Saffa Kanz δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης ενόψει του ότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας, η δε μονομερής αίτηση θεωρείται υψίστης πίστεως («uberrima fides») [Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω) και Zein κ.ά ν. Π. Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ 606]. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση και παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος εξαπάτησης του με αποτέλεσμα το Δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει την ουσία, προχωρεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του αιτητή είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την αίτηση. Σχετικό με το ζήτημα αυτό είναι το εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Gee & Andrews "Mareva Injunction: Law and Practice": «Even if a plaintiff acts with the utmost good faith if he has omitted to disclose material which objectively would or reasonably could be regarded as relevant it is no excuse for him to say that he was genuinely unaware or did not believe that the facts were relevant or important.» Από μια απλή ανάγνωση των δύο ενόρκων δηλώσεων της Saffa Kanz, και ειδικότερα της παραγρ. 16 της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 9.4.2013 και της παραγρ. 5 της απαντητικής ενόρκου δηλώσεως ημερ. 11.10.2013 και του συνημμένου σε αυτή Τεκμηρίου Ε, δεν φαίνεται ότι η Saffa Kanz έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο λανθασμένα στην έκδοση του διατάγματος. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η συμφωνία με το Μάριο Τζιωρτζή και τη Μαρία Χαραλάμπους ολοκληρώθηκε για ποσό €345.429 και κατατέθηκε μάλιστα στο Κτηματολόγιο στις 25.5.2012 με αρ. ΠΩΕ 814/2012 και όχι για ποσό €310.000 όπως είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα για τους Καθ΄ ων η Αίτηση Κλεάνθη Μιχαήλ. Σε σχέση με την πιο πάνω συμφωνία, είναι η θέση του Κλεάνθη Μιχαήλ ότι οι διαπραγματεύσεις έγιναν στην παρουσία της Saffa Kanz. Η θέση όμως της Saffa Kanz (βλ. παράγρ. 5 της απαντητικής ένορκης δήλωσής της ημερ. 11.10.2013), είναι ότι δεν γνωρίζει τους πιο πάνω δύο αγοραστές τους οποίους μπορεί να συνάντησε τυχαία στην οικοδομή μια μόνο φορά. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων όταν οι Αιτητές δεν το είχαν υπόψη τους [βλ. Parico Aluminium etc. (ανωτέρω)]. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, απαντούν σε όλους τους λόγους Ένστασης και δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με τον κάθε λόγο Ένστασης ξεχωριστά. Ενόψει όλων των πιο πάνω, το προσωρινό διάταγμα ημερ. 10.4.2013 οριστικοποιείται. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών-Εναγόντων και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της δίκης. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.