← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ξένιας Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 31872/12, 4/12/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ξένιας Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 31872/12, 4/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31872/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Ξένιας Χριστοφόρου Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Δεκεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για Κατηγορούμενη: κ. Κ. Σαββίδης Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη μετά από τη δική της παραδοχή στην κατηγορία της κλοπής υπό υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 255, 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί. Το αδίκημα έλαβε χώρα στις 12.3.2011 στα Λατσιά της επαρχίας Λευκωσίας όταν η κατηγορούμενη η οποία εργαζόταν στην εταιρεία Magistro Gardens Ltd έκλεψε την επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ με αρ. 10953938, ημερ. 12.3.2011 για ποσό €887,87 με εκδότη τον Πιερή Πιερίδη, περιουσία της εταιρείας Magistro Gardens Ltd. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι στις 12.7.2011 προσήλθε στο ΤΑΕ ο εργοδότης της κατηγορουμένης και διευθυντής της εταιρείας Magistro Gardens Ltd και κατήγγειλε ότι πελάτης της εταιρείας και συγκεκριμένα ο κ. Πιερής Πιερίδης είχε εκδώσει στις 12.3.2011 προς εξόφληση χρέους του προς την εν λόγω εταιρεία, επιταγή για το ποσόν των €887,87, την οποία παρέδωσε στην υπάλληλο της εταιρείας Ξένια Χριστοφόρου, την κατηγορουμένη. Η εν λόγω επιταγή ήταν κενή στη θέση του ονόματος του δικαιούχου και όπως κατήγγειλε ο εργοδότης της κατηγορουμένης ουδέποτε την εξουσιοδότησε να την υπογράψει και να την εξαργυρώσει. Η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε γραπτώς και προέβαλε την θέση ότι ο εργοδότης της γνώριζε ότι θα υπέγραφε και εξαργύρωνε την επιταγή. Η κα Ναθαναήλ ανέφερε ότι η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και ζήτησε τα τεκμήρια που αφορά η παρούσα υπόθεση κατασχεθούν και καταστραφούν. Ο κ. Σαββίδης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η κατηγορουμένη έχει παραδεχθεί την παράνομη πράξη της απολογείται γι' αυτή και μετανοεί. Ήταν η θέση του ότι την δεδομένη χρονική περίοδο η κατηγορούμενη και ο εργοδότης της είχαν οικονομικές διαφορές σε σχέση με την αμοιβή/μισθό της και ότι η κατηγορούμενη του είχε αναφέρει ότι θα έπαιρνε την εν λόγω επιταγή και θα την εξαργύρωνε για δικούς της σκοπούς συγκεκριμένα για να λάβει μισθό που της χρωστούσε ο εργοδότης της, και ότι ο εργοδότης της ενώ αρχικά συμφώνησε για τα πιο πάνω, τρεις και πλέον μήνες μετά την ημέρα που έγιναν τα αδικήματα αποφάσισε να την καταγγείλει. Τόνισε το λευκό ποινικό της μητρώο της κατηγορουμένης, την έμπρακτη μεταμέλεια της αφού επέστρεψε το ποσόν των €887,87 το οποίο είχε οικειοποιηθεί, και προς τούτο κατέθεσε γραπτή βεβαίωση της εταιρείας Magistro Garnders Ltd ότι έχει λάβει το ποσόν €887,87 για πλήρη εξόφληση της επιταγής με αρ. 10953938 της Εθνικής Τράπεζας και ότι δεν έχει καμία απαίτηση από την πρώην υπάλληλο του, ζητά μάλιστα από το Δικαστήριο να επιδείξει επιείκεια απέναντι της και να μην συνεχίσει την δίωξη της ως συμμορφωθείσα προς τον Νόμο. Υιοθέτησε την έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και ανέφερε ότι η κατηγορουμένη είναι σήμερα διαζευγμένη, άνεργη και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας γι' αυτό και ζήτησε από το Δικαστήριο να την κρίνει με την μέγιστη δυνατή επιείκεια και σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει στην κατηγορουμένη ποινή φυλάκισης, να την αναστείλει δίδοντας στην κατηγορούμενη μια ευκαιρία. Ήταν η θέση του κ. Σάββίδη ότι όταν η κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα δεν είχε συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα του αφού πίστευε ότι είχε την έγκριση του εργοδότη της να εξαργυρώσει την επιταγή για οφειλόμενα σε αυτή δεδουλευμένα. Ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις της κατηγορούμενης. Σε αυτήν αναφέρεται ότι η κατηγορούμενη που κατάγεται από την Τεμβριά είναι σήμερα ηλικίας 48 ετών, διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στο Στρόβολο και είναι άνεργη. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Σολέας μέχρι την Γ' τάξη και στη συνέχεια διέκοψε την φοίτηση της. Το 1979 τέλεσε γάμο με τον κ. Χριστόφορο Χριστοφόρου και απέκτησαν δύο παιδιά τον Δώρο 34 ετών σήμερα και τον Πέτρο 29 ετών οι οποίοι είναι και οι δύο έγγαμοι. Το ζεύγος διέμενε μαζί για 26 χρόνια ενώ χώρισαν πριν από 9 χρόνια. Καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου της δεν εργαζόταν, ήταν οικοκυρά. Παρουσιάζει προβλήματα υγείας γυναικολογικής φύσης όπως και προβλήματα στο σπόνδυλο από τον Νοέμβριο του 2012 και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Λόγω των προβλημάτων υγείας της είναι δύσκολο να βρει εργασία γιατί μπορεί να εκτελέσει μόνο ελαφριάς φύση εργασία. Η οικονομική της κατάσταση είναι πολύ άσχημη, έχει σταματήσει το ανεργειακό επίδομα που λάμβανε εδώ και δύο μήνες και οι βασικές της ανάγκες καλύπτονται από φιλικό της άτομο. Το αδίκημα για το οποίο έχει βρεθεί ένοχη η κατηγορούμενη είναι αρκετά σοβαρό, λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου ορίου ποινής, όπως προβλέπεται από το Νόμο, γι' αυτό το αδίκημα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα διότι, με παράνομη ενέργεια, ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει το σκοπό του, το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπής η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως, στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε μ' αυτό το τρόπο, από απελπισία ή χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 5534, ημερ. 13.2.1992, όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης, στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει, με τις ενέργειες του, αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443, ημερ. 30.4.1991). Το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο είναι ακόμα πιο σοβαρό αδίκημα, πράγμα που αντανακλάται και στην προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Το αδίκημα αυτό καταρρακώνει την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και υπαλλήλου, και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλιώτης

(1967)2 C.L.R. 20 όπου τονίσθηκε πως «...τέτοια συμπεριφορά (κλοπή υπό υπαλλήλου) τείνει να υπονομεύσει τη βάση πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι διεξάγουν την εργασία τους ως εργοδότες ή κερδίζουν τα προς τον ζην ως εργοδοτούμενοι. Η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το Νόμο». Στην υπόθεση Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212 που αφορούσε στο ίδιο αδίκημα, και ενώ κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου ήταν 7 χρόνια, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 9 μηνών θεωρήθηκε ως επιεικής. Στην υπόθεση Πέτρος Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 2 ½ ετών μειώθηκε από το Εφετείο σε 18 μήνες. (Βλ. επίσης Ανδρέας Κωστάκη Στυλιανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 58/08, ημερ. 13.10.2008, και Suma Akter v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 1/2005, ημερ. 24.2.2005 και Μάριος Αδάμου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 199/11 ημερ. 9.8.2012). Στην παρούσα περίπτωση οι επιβαρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του είναι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη έκλεψε ποσό χρημάτων από τον εργοδότη της ο οποίος την εργοδοτούσε νόμιμα και κανονικά εξαργυρώνοντας στο όνομα της επιταγή που έλαβε από πελάτη της εταιρείας στην οποία εργαζόταν για να εξοφλήσει υπόλοιπο που είχε προς την εν λόγω εταιρεία χωρίς μάλιστα να συνειδητοποιήσει την μεγάλη σοβαρότητα της πράξης της. Η κατηγορούμενη δεν τίμησε την εμπιστοσύνη που είχε ο εργοδότης της προς την ίδια. Ο άλλος επιβαρυντικός παράγοντας όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι το γεγονός ότι η κατηγορούμενη ούσα υπάλληλος της παραπονούμενης εταιρείας και ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει την κλοπή ανενόχλητα και με ευκολία. Ενήργησε απερίσκεπτα και εξέθεσε τον εαυτό της σε περιπέτειες, αφού με τον τρόπο που ενήργησε ήταν θέμα χρόνου να γίνει αντιληπτό από τον παραπονούμενο, όπως και έγινε, ότι αυτή ήταν υπεύθυνη για την κλοπή. Η παραδοχή της κατηγορούμενης στο Δικαστήριο βεβαίως αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Οι προσωπικές της συνθήκες και το λευκό ποινικό της μητρώο επίσης θα προσμετρήσουν ευνοϊκά υπέρ της, και δη ότι είναι σήμερα άνεργη, ουσιαστικά χωρίς εισοδήματα και συντηρείται από φιλικό της πρόσωπο. Τα προβλήματα υγείας της τα οποία συντείνουν στο να μην μπορεί να βρει εύκολα εργασία επίσης θα ληφθούν υπόψη. Θα λάβω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι η κατηγορούμενη έχει αποζημιώσει τον εργοδότη της ο οποίος και ουσιαστικά έχει αναφέρει στο Δικαστήριο μέσω της βεβαίωσης που έχει καταθέσει ότι δεν έχει πλέον παράπονο από αυτή. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  1. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
  2. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  3. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους, πιθανόν, παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και τους τρεις του στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα, από το Aνώτατο Δικαστήριο, ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou 22 CLR 147). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιβληθεί αυστηρή ποινή σε σχέση με τον στόχο της τιμωρίας και της αποτροπής αλλά και με βάση τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Η κατηγορούμενη πρέπει μέσω της ποινής που θα της επιβληθεί να συνετιστεί και να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων της. Αυτά τα αδικήματα είναι από τη φύση τους σοβαρά διότι τέτοιες ενέργειες υπονομεύουν την αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου, και την αναγκαία εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ οικοδεσπότη και προσώπου που διαμένει και φιλοξενείται σε οικία για να φροντίζει μέλη της οικογένειας. (Βλ. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 219. Η ενέργεια της να καταχραστεί την εμπιστοσύνη του εργοδότης της είναι ιδιαίτερα απεχθής συμπεριφορά. Επομένως, πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρά, ως προειδοποίηση σε άλλα πρόσωπα που δυνατόν να συμπεριφερθούν με παρόμοιο τρόπο. Σε διαφορετική περίπτωση εκμηδενίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος και θα ενθαρρύνεται η παρανομία. Ενόψει των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη μου και τον τρόπο που συνέβηκε το αδίκημα έχω τη θέση ότι η μόνη ενδεδειγμένη ποινή, υπό τις περιστάσεις, είναι αυτή της φυλάκισης. Οι προσωπικές της συνθήκες αλλά και τα όσα περιβάλλουν την υπόθεση που έχουν αναφερθεί πιο πάνω λεπτομερώς δεν είναι τέτοια που να επιδρούν με καταλυτικό τρόπο στην επιλογή της ποινής που θα της επιβληθεί αλλά ενδεχομένως να επιδρούν στη διάρκεια της, αφού είναι η θέση μου ότι η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη ποινή που θα την τιμωρήσει επαρκώς για την παράνομη συμπεριφορά της έναντι προσώπων που την εμπιστεύονταν και που θα αποτρέψει την κατηγορούμενη και άλλους μελλοντικούς παραβάτες από τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον. Ενόψει των ανωτέρω επιβάλλεται στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Έχοντας επιβάλει τις εν λόγω ποινές θα εξετάσω το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης ο οποίος κάλεσε το Δικαστήριο να αναστείλει τυχόν ποινή φυλάκισης που έχει κρίνει ότι θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Η κατηγορούμενη είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, έχει παραδεχθεί τη διάπραξη του αδικήματος που έλαβε χώρα στις 12.3.2011 και στο διάστημα των 2½ ετών που έχουν μεσολαβήσει έκτοτε δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα γεγονός που αποδεικνύει το μεμονωμένο του υπό κρίσιν περιστατικού. Επίσης αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας που την δυσκολεύουν να βρει εργασία. Έχει αποζημιώσει πλήρως την παραπονούμενη εταιρεία και εργοδότη της και φαίνεται ότι έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα και το παράνομο της πράξης της. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά της κατηγορούμενης μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή των επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως, στην επιθυμία μου να δοθεί σε αυτήν μία δεύτερη ευκαιρία. Τούτων δεδομένων, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.