Δημοκρατία ν. Χρίστου Μέτου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14500/13, 11/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2013:16 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14500/13 Δημοκρατία v.
- Χρίστου Μέτου
- Αντώνη Μαυρομμάτη
- Κυριάκου Δημητρίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Π. Ευθυβούλου, για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χ. Ιωαννίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Δαμιανού Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενοι παρόντες ------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, κατόπιν παραδοχής τους, κρίνονται ένοχοι στις 4 κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, ενώ ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε ενοχή μόνο στην τέταρτη κατηγορία καθότι οι υπόλοιπες 3 κατηγορίες εναντίον του έχουν διακοπεί. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες, κατά παράβαση των άρθρων 325, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, στις 15.6.2013, στον Στρόβολο, παράνομα και με σκοπό να προκαλέσουν ζημιά σε περιουσία, και συγκεκριμένα στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής CAJ 383 ιδιοκτησίας του Δημήτρη Γεωργιάδη από τον Στρόβολο, τοποθέτησαν σε αυτό εκρηκτική ύλη, δηλαδή τοποθέτησαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου αυτοσχέδιο μηχανισμό υψηλής ισχύος τον οποίο πυροδότησαν. Οι κατηγορίες 2 και 3 αφορούν τα αδικήματα της κατοχής και της μεταφοράς εκρηκτικών υλών αντίστοιχα, και συγκεκριμένα αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού υψηλής ισχύος ο οποίος αποτελείτο από πλαστικό δοχείο με εύφλεκτη ύλη και πυροδοτήθηκε με βραδύκαυστο πυραγωγό σχοινίο, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, όπως τροποποιήθηκε. Η τέταρτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Κεφ.
- Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, οι Κατηγορούμενοι, στις 15.6.2013, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσαν ζημιά στο αυτοκίνητο του Δημήτρη Γεωργιάδη ύψους €4,500 και στον χώρο στάθμευσης της κατοικίας του ύψους €1,
- Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως ακολούθως. Ο πρώτος Κατηγορούμενος σχετίζεται οικογενειακά με τον δεύτερο Κατηγορούμενο, ο οποίος είναι φίλος με τον τρίτο Κατηγορούμενο. Στις 15.6.2013, κατά την 01.00 πμ, εξερράγη αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής CAJ 383, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης της κατοικίας του Δημήτρη Γεωργιάδη (Μάρτυρα Κατηγορίας 1 επί του κατηγορητηρίου), ιδιοκτήτη του εν λόγω αυτοκινήτου. Από την έκρηξη προκλήθηκε πυρκαγιά στο πίσω μέρος του εν λόγω αυτοκινήτου, η οποία κατασβήστηκε από τον κ. Γεωργιάδη με τη βοήθεια γείτονα. Περαιτέρω, από την έκρηξη και την πυρκαγιά προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές στο αυτοκίνητο ύψους €4,500 και στο γκαράζ της κατοικίας ύψους €1,
- Αμέσως μετά την έκρηξη, οι γείτονες Τάσος Γεωργίου και Κωνσταντίνος Χαραλάμπους (Μάρτυρες Κατηγορίας 2 και 4 επί του κατηγορητηρίου αντίστοιχα), αντιλήφθηκαν δύο πρόσωπα τα οποία φορούσαν σκούρες κουκούλες να τρέχουν και να απομακρύνονται από την σκηνή της έκρηξης, προς την αντίθετη με την κατοικία κατεύθυνση. Έχοντας συνεχή οπτική επαφή με τα δύο πρόσωπα, τους καταδίωξαν και κατάφεραν να ακινητοποιήσουν τον ένα, σε απόσταση περίπου 500 μ. από τη σκηνή. Οι Μ.Κ.2 και 4, με τη βοήθεια και του Μάριου Χαραλάμπους (Μάρτυρα Κατηγορίας 5 επί του κατηγορητηρίου) οδήγησαν το εν λόγω πρόσωπο στο καφενείο της περιοχής όπου και ειδοποίησαν την Αστυνομία. Επρόκειτο για τον τρίτο Κατηγορούμενο. Από τις επιστημονικές εξετάσεις των πυροτεχνουργών διαπιστώθηκε ότι στο αυτοκίνητο τοποθετήθηκε αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός υψηλής ισχύος που αποτελείτο από δύο πλαστικά μπουκάλια, τα οποία περιείχαν εύφλεκτη ύλη, ποσότητα εκρηκτικής ύλης υψηλής ισχύος και μηχανισμό πυροδότησης, δηλαδή πυροκροτητή. Ο εκρηκτικός μηχανισμός πυροδοτήθηκε με τη χρήση βραδύκαυστου πυραγωγού σχοινίου, το οποίο αποτελεί μέρος του μηχανισμού πυροδότησης. Ο τρίτος Κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας και αρχικά αρνήθηκε κάθε ανάμιξη αναφέροντας ότι ήταν απλά περαστικός με τον δεύτερο Κατηγορούμενο, τον οποίο και κατονόμασε. Εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον και των δύο υπόπτων και στη συνέχεια της ίδιας μέρας, στα πλαίσια ανακριτικής κατάθεσης, ο τρίτος Κατηγορούμενος κατονόμασε τους Κατηγορούμενους 1 και 2 ως τα πρόσωπα που ήταν μαζί του, ισχυριζόμενος ότι ο δεύτερος Κατηγορούμενος κρατούσε στα χέρια του ένα αντικείμενο το οποίο τοποθέτησε κάπου και στη συνέχεια ακούστηκε η δυνατή έκρηξη. Ανέφερε περαιτέρω ότι άκουγε τον πρώτο Κατηγορούμενο να λέει ότι κάποιος του χρωστούσε λεφτά. Στα πλαίσια δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης που του λήφθηκε στις 18.6.2013, ο τρίτος Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι υποψιάστηκε ότι θα γινόταν κάτι και είδε τον πρώτο Κατηγορούμενο να κρατά το πλαστικό μπουκάλι ενώ ο ίδιος φορούσε γάντια. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο τρίτος Κατηγορούμενος, αυτός δεν είδε πού τοποθετήθηκε ο εκρηκτικός μηχανισμός, αλλά την ώρα που έφευγαν ο δεύτερος Κατηγορούμενος του είπε ότι τον τοποθέτησε στο καπό του αυτοκινήτου. Περαιτέρω παραδέχτηκε ότι κατάλαβε ότι ήταν «βόμβα» όταν είδε να κρέμεται κάτι σαν φυτίλι την ώρα που ο δεύτερος Κατηγορούμενος τοποθετούσε τον εκρηκτικό μηχανισμό στο αυτοκίνητο. Ο πρώτος Κατηγορούμενος συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο αυτός ανέφερε ότι δεν είχε σχέση με την υπόθεση. Στις 16.6.2013 συνελήφθηκε και ο δεύτερος Κατηγορούμενος ο οποίος παραδέχτηκε αμέσως την ενοχή του. Στα πλαίσια ανακριτικής κατάθεσης που του λήφθηκε, ανέφερε ότι τον εκρηκτικό μηχανισμό του τον είχε δώσει ο πρώτος Κατηγορούμενος με σκοπό να τον τοποθετήσει στο αυτοκίνητο του κ. Γεωργιάδη. Ο πρώτος Κατηγορούμενος προσπαθούσε να προμηθευτεί μέσω γνωστών του εκρηκτικό μηχανισμό για να τοποθετήσει στο αυτοκίνητο και τελικά, στις 13.6.2013 εξασφάλισε τον χρησιμοποιηθέντα μηχανισμό από κάποιο Τουρκοκύπριο. Ο πρώτος Κατηγορούμενος οδήγησε τον δεύτερο μαζί με τον τρίτο Κατηγορούμενο στην περιοχή όπου βρίσκεται η κατοικία του παραπονούμενου, παρέδωσε στον δεύτερο Κατηγορούμενο ένα αντικείμενο, το οποίο γνώριζαν και οι δύο από προηγουμένως ότι επρόκειτο για εκρηκτικό μηχανισμό, και στη συνέχεια ο δεύτερος Κατηγορούμενος τον τοποθέτησε στο καπό του αυτοκινήτου του παραπονούμενου, το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στην κατοικία του και ακολούθως τον πυροδότησε. Ο τρίτος Κατηγορούμενος βρισκόταν σε μικρή απόσταση. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 φορούσαν γάντια και κουκούλες κατά τη διάπραξη των αδικημάτων. Τα γάντια τους τα είχε προμηθεύσει ο πρώτος Κατηγορούμενος. Ο πρώτος Κατηγορούμενος, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον δεύτερο Κατηγορούμενο μισή ώρα πριν τη συνάντηση τους με σκοπό την τοποθέτηση του εκρηκτικού μηχανισμού, ζήτησε από τον δεύτερο Κατηγορούμενο να πάρει δύο κουκούλες τις οποίες ο πρώτος Κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε ο δεύτερος. Στη σκηνή, ο πρώτος Κατηγορούμενος έδωσε τις κουκούλες στους Κατηγορούμενους 2 και
- Την 16.6.2013, στα πλαίσια εξετάσεων πλησίον της σκηνής, εντοπίστηκε μετά από υπόδειξη του δεύτερου Κατηγορούμενου, στην αυλή του Γυμνασίου Κωνσταντινουπόλεως, το φούτερ που φορούσε και πέταξε εκεί αφού τοποθέτησε τον εκρηκτικό μηχανισμό, καθώς και τα πλαστικά γάντια που φορούσαν τόσο ο ίδιος όσο και ο τρίτος Κατηγορούμενος. Την ίδια μέρα στα πλαίσια ανάκρισης του, ο πρώτος Κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση, στα πλαίσια της οποίας παραδέχτηκε ότι ο ίδιος οδήγησε με το ιδιωτικό του όχημα τους Κατηγορούμενους 2 και 3 στη σκηνή, τους προμήθευσε με τον εκρηκτικό μηχανισμό, τους υπέδειξε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, τους είπε να τοποθετήσουν στο αυτοκίνητο τον εκρηκτικό μηχανισμό και τους προμήθευσε με γάντια και κουκούλες. Το κίνητρο του ήταν το ποσό των €1,500 που ο παραπονούμενος χρωστούσε στον πρώτο Κατηγορούμενο. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι και οι τρεις Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Κατά τις αγορεύσεις τους και οι τρεις συνήγοροι υπεράσπισης αναφέρθηκαν τόσο στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και στις προσωπικές περιστάσεις του καθενός των Κατηγορουμένων. Ειδικότερα, ο συνήγορος του πρώτου Κατηγορούμενου αναφέρθηκε στον λόγο που ώθησε τον πρώτο Κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων, και τόνισε την άμεση παραδοχή του η οποία φαίνεται και εμπράκτως μέσα από την πλήρη αποζημίωση του παραπονούμενου και την αποκατάσταση των φιλικών τους σχέσεων. Ακόμα ο κ. Ιωαννίδης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι λόγω αυτής της εγκληματικής συμπεριφοράς του ο πρώτος Κατηγορούμενος θα απολέσει την εργασία του, τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει στην εξεύρεση άλλης εργασίας καθώς επίσης ότι τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης εδώ και 5 ½ μήνες. Η συνήγορος του δεύτερου Κατηγορούμενου έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον περιορισμένο ρόλο αυτού στη διάπραξη των αδικημάτων, στη συμμετοχή του όσον αφορά την αποζημίωση του παραπονούμενου ανά 1/2 και κυρίως στο νεαρό της ηλικίας του και στην πρόθεση του να δώσει Πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή του σε Πανεπιστήμιο. Ο συνήγορος του τρίτου Κατηγορούμενου τόνισε την ακόμα πιο μικρή συμμετοχή αυτού στη διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς και στον καλό χαρακτήρα του. Οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων εισηγήθηκαν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ενδεχόμενη αναστολή της ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί σε αυτούς, ενώ όλοι οι συνήγοροι ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι πολύ σοβαρά και αυτό φαίνεται από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές. Για το αδίκημα της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες κατά παράβαση των Άρθρων 325 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 ετών κατ' ανώτατο όριο ενώ για τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατά παράβαση του Άρθρου 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 10 ετών και/ή πρόστιμο €2562 κατ΄ ανώτατο όριο. Τέλος, για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς προβλέπεται ποινή φυλάκισης 2 χρόνια κατ΄ ανώτατο όριο και/ή πρόστιμο €2562. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν προκύπτει μόνο από την προβλεπόμενη ποινή αλλά και από την ίδια τη φύση των αδικημάτων και των προεκτάσεων τους. Οι κίνδυνοι οι οποίοι ελλοχεύουν από την παράνομη κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών και γενικά πράξεις που έχουν σχέση με την παράνομη ενασχόληση με εκρηκτικές ύλες είναι πασιφανείς. Ο τόπος μας έχει γνωρίσει και βιώσει πολλά κακά και τραγωδίες από την κατοχή και χρησιμοποίηση όπλων και εκρηκτικών ως τρόπου επίλυσης διαφορών προώθησης απαιτήσεων, εκδίκησης και επιβολής της παρανομίας ενάντια στην έννομη τάξη. Αυτό το γεγονός καθώς και η αναγκαιότητα καταστολής τέτοιων αδικημάτων μέσω της επιβολής αποτρεπτικών ποινών τονίσθηκε επανειλημμένα σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Στην υπόθεση Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ 143, ο Δικαστής Γ. Μ. Πικής, όπως ήταν τότε, ανέφερε ότι «η παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών υπονομεύει το αίσθημα ασφάλειας του κοινού και εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την έννομη τάξη». Στην υπόθεση εκείνη η ποινή της 5ετούς φυλάκισης η οποία είχε επιβληθεί για κατοχή εκρηκτικών υλών μειώθηκε σε 4 χρόνια από τη στιγμή που η καταδίκη για την κατηγορία απόπειρας φόνου με την οποία συνδεόταν είχε ακυρωθεί. Στην υπόθεση Ψωμάς ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ 312 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή 6ετούς φυλάκισης σε κατηγορία απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτική ύλη κατά παράβαση του Άρθρου 325 του Ποινικού Κώδικα και 4ετούς φυλάκισης σε κατηγορία κατοχής εκρηκτικών υλών. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε την τοποθέτηση αυτοσχέδιας βόμβας στην οροφή βοηθητικού υποστατικού Αστυνομικού Σταθμού η οποία πυροδοτήθηκε αλλά δεν εκράγηκε κάτι το οποίο αν συνέβαινε θα προκαλούσε εκτεταμένες ζημιές στο υποστατικό του Αστυνομικού Σταθμού, τα δε βλήματα της θα εκσφενδονίζοντο σε απόσταση 100 εώς 150μ με πιθανότητα να προκαλέσουν ακόμη και το θάνατο σε κάποιο που θα βρισκόταν μέσα στην ακτίνα αυτή. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑ.Α.Δ 746 η οποία αφορούσε έκρηξη έξω από οικία οφειλόμενη στη ρίψη αμυντικής θραυσματικής χειροβομβίδας στην οποία οικία προκλήθηκαν ζημιές ύψους Λ.Κ.120 επιβλήθηκαν στις κατηγορίες της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες και στην κατηγορία της μεταφοράς εκρηκτικών υλών συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 και 2½ ετών αντίστοιχα. Στην εν λόγω οικία διέμενε ζεύγος και ο πατέρας του εφεσείοντος είχε οικονομική διαφορά ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης επαγγελματικής συναλλαγής με τον άντρα του ζεύγους. Να σημειώσουμε ότι κατ' έφεση αμφισβητήθηκε η ορθότητα της καταδικαστικής απόφασης όχι, όμως, και της επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Η υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 41 αφορούσε περίπτωση όπου βρέθηκε σε αυτοκίνητο εκρηκτική ύλη και μηχανισμός πυροδοτήσεως της σε περίπτωση ανοίγματος της θύρας του οδηγού. Η εκρηκτική ουσία της συσκευής που βρέθηκε ήταν μεγάλης ισχύος η δε ποσότητα που χρησιμοποιήθηκε ήταν τέτοια που θα μπορούσε να σκοτώσει οποιονδήποτε πρόσωπο σε ακτίνα 10 μέτρων από αυτήν, ενώ κομμάτια από το αυτοκίνητο θα εκσφενδονίζονταν σε απόσταση μέχρι 50 μέτρα. Όπως επισημάνθηκε η ισχύς της εκρηκτικής ύλης και η μέθοδος έκρηξης οδηγούσε στο μόνο συμπέρασμα πως πρόθεση του κατηγορούμενου ήταν να φονεύσει το πρόσωπο που θα προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου του και όχι μόνο να καταστρέψει το αυτοκίνητο. Στις κατηγορίες της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες και κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 και 4 ετών αντιστοίχως οι οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατ' έφεση. Στην υπόθεση Γεώργιος Μαύρος άλλως Χατζής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 466 η οποία αφορούσε την κατηγορία της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες η πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 3½ ετών δεν κρίθηκε κατ' έφεση ως έκδηλα υπερβολική. Η εν λόγω περίπτωση αφορούσε, όπως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεμονωμένη ενέργεια μη συνδεόμενη με οργανωμένο έγκλημα η οποία δεν ήταν δυνατό να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές λόγω της χαμηλής ισχύος της εκρηκτικής ύλης που χρησιμοποιήθηκε. Ο δε στόχος της τοποθέτησης της βόμβας σε ταχυδρομείο σ' εκείνη την περίπτωση ήταν η απόσπαση της προσοχής της Αστυνομίας στη διερεύνηση άλλων σοβαρών αδικημάτων ώστε αυτή να παύσει να ασκεί έλεγχο σε νυχτερινό κέντρο με το οποίο ο εφεσείων είχε κάποιες σχέσεις. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582, ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες για τα αδικήματα της κατοχής εκρηκτικών υλών, δηλαδή μίας αμυντικής χειροβομβίδας, της απόπειρας καταστροφής περιουσίας, της κατοχής δύο πυροκροτητών χωρίς άδεια, της κατοχής 3 αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών τύπου υδροσωλήνα, της κατοχής μίας χειροβομβίδας άγνωστου τύπου και της κατοχής αεροβόλου όπλου χωρίς πιστοποιητικό εγγραφής. Ο εφεσείων παραδέχθηκε όλες τις κατηγορίες. Οικειοθελώς απεκάλυψε στην αστυνομία τη διάπραξη των αδικημάτων στα πλαίσια δήλωσης του για την απαρχή μίας νέας ζωής, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν πριν από μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε τις ποινές των 3, 2 ½ και 2 ετών που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως έκδηλα υπερβολικές, και μείωσε αυτές σε ποινές φυλάκισης 18 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας καταστροφής περιουσίας με αμυντική χειροβομβίδα, 16 μηνών για τα αδικήματα κατοχής των εκρηκτικών, 12 μηνών για το αδίκημα της κατοχής πυροκροτητών και 2 μηνών για το αδίκημα της κατοχής αεροβόλου όπλου χωρίς πιστοποιητικό εγγραφής. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία στο είδος και στην έκταση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το είδος των εκρηκτικών υλών που κατέχονται και χρησιμοποιούνται παράνομα, η δυνατότητά τους να προκαλέσουν απώλεια ζωής, τραυματισμούς και καταστροφή ή ζημιά σε περιουσίες. Χρήσιμη καθοδήγηση για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς προσφέρει η υπόθεση Γρηγορίου v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 158, η οποία αφορά τη διάπραξη των αδικημάτων της κακόβουλης ζημιάς σε κατοικία με εκρηκτικές ύλες και της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, συνεργάστηκε με την αστυνομία και παραδέχθηκε ενοχή αποδεικνύοντας και τη μεταμέλεια του. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 και 4 χρόνων αντίστοιχα, και παρόλο που είχε υποδειγματική συμπεριφορά από την καταδίκη του μέχρι την ακρόαση της έφεσης και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, εν τούτοις η ποινή δεν μειώθηκε από το Εφετείο. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση Byrne v. R.
(1976)62 Cr. App. R. 159, στην οποία καθιερώθηκαν οι αρχές οι οποίες διέπουν την επιμέτρηση της ποινής σε παρόμοιες υποθέσεις, ως ακολούθως: (α) Ποιός ο πρωταρχικός σκοπός της επίθεσης; Να τεθούν σε κίνδυνο ζωές ή να προκληθεί υλική ζημιά, (β) Η έκταση των ζημιών, και (γ) Κατά πόσο η βομβιστική επίθεση ενεργείται από οργανωμένη ομάδα εγκληματιών ή από στοιχεία ανεξάρτητα. Στην προαναφερόμενη υπόθεση Byrne υποδεικνύεται ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της περίπτωσης όπου ο σκοπός της έκρηξης είναι να τεθεί σε κίνδυνο η ανθρώπινη ζωή και αυτής που σκοπό έχει την πρόκληση ζημιάς σε περιουσία και ότι η διαφορά στην ποινή πρέπει να είναι αισθητή ("appreciable"). Στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής το καθήκον του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στην επιμέτρηση της σοβαρότητας των υπό αναφορά αδικημάτων και στην αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες συμπεριλαμβανομένων και των προσωπικών συνθηκών ενός κατηγορούμενου και γενικά όλων των ελαφρυντικών στοιχείων που έχουν τεθεί από πλευράς της Υπεράσπισης και των 3 Κατηγορουμένων. Το καθήκον του Δικαστηρίου να εξατομικεύσει την ποινή δεν ατονεί ακόμη και εκεί όπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη πρόσδοσης στην ποινή του στοιχείου της αποτρεπτικότητας, όπως είναι η προκείμενη περίπτωση, φτάνει να μην οδηγεί στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής ή της αποτελεσματικότητας του Νόμου[2]. Στρεφόμενοι τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λέμε ευθύς εξαρχής ότι οι ενέργειες των Κατηγορουμένων υπήρξαν άκρως επικίνδυνες και δεν έχουν θέση σε μια ευνομούμενη κοινωνία. Η δε απόφαση του Κατηγορουμένου 1 να οδηγήσει τον Κατηγορούμενο 2 μαζί με τον Κατηγορούμενο 3 στην περιοχή όπου βρισκόταν η οικία του Παραπονούμενου παραδίδοντάς στον Κατηγορούμενο 2, σε γνώση του τελευταίου, εκρηκτικό μηχανισμό για να τον τοποθετήσει ο Κατηγορούμενος 2 στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου με κίνητρο τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ του Κατηγορούμενου 1 και παραπονούμενου λόγω της μη επιστροφής από τον παραπονούμενο του ποσού που είχε δανειστεί από τον Κατηγορούμενο 1 είναι ασφαλώς πράξη εξ ολοκλήρου κατακριτέα και εκτός του πλαισίου μιας ευνομούμενης κοινωνίας. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα ένεκα οποιασδήποτε φύσεως διαφοράς του με άλλο πρόσωπο να διαταράσσει με τον απαράδεκτο αυτό τρόπο το αίσθημα ασφάλειας το οποίο πρέπει να βιώνει ένα οργανωμένο κοινωνικό σύνολο και κανένας πολίτης δεν πρέπει κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις να αισθάνεται ότι μπορεί αυτός ή η περιουσία του να είναι στόχος τέτοιων ενεργειών. Αντιλαμβανόμαστε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε κάθε δικαίωμα να διεκδικεί το δανεισθέν ποσόν, πλην όμως ήταν εντελώς απαράδεκτη η αυτοδικία, την οποία επιχείρησε υπό το κράτος θυμού και αισθημάτων εκδίκησης. Δεν μας διαφεύγει της προσοχής ότι πρωταρχικός στόχος της επίθεσης από τον Κατηγορούμενο 1 ήταν να προκληθούν υλικές και μόνο ζημιές στο όχημα του Παραπονούμενου ως επίσης και το γεγονός ότι ως εκ του αποτελέσματος περιορίστηκαν σ΄ αυτές οι συνέπειες της πράξης του. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι εμφανές ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος είχε τον πρωταρχικό ρόλο τόσο στη σύλληψη του σχεδίου της επίδικης εγκληματικής ενέργειας του, όσο και στην οργάνωση και εκτέλεση αυτής. Ειδικότερα, ο πρώτος Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που είχε οικονομική διαφορά με τον παραπονούμενο, αυτός κατάστρωσε το σχέδιο καταστροφής της περιουσίας του παραπονούμενου, αυτός προέβη στις ενέργειες για την εξασφάλιση των εκρηκτικών υλών και του μηχανισμού που θα χρησιμοποιείτο για την υλοποίηση του παρανόμου σκοπού του, και αυτός παρότρυνε τον δεύτερο Κατηγορούμενο στη συμμετοχή του στο εν λόγω σχέδιο. Επίσης, αυτός οδήγησε τους Κατηγορούμενους 2 και 3 στη σκηνή, τους εφοδίασε με γάντια, ενώ προηγουμένως είχε ζητήσει από τον δεύτερο Κατηγορούμενο να φέρει κουκούλες, τις οποίες και πάλι ο πρώτος Κατηγορούμενος τους παρείχε στη σκηνή. Ακόμα, ο πρώτος Κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες στον δεύτερο Κατηγορούμενο για την τοποθέτηση του εκρηκτικού μηχανισμού και ταυτόχρονα έδωσε οδηγίες στον τρίτο Κατηγορούμενο να παραμείνει λίγο πιο κάτω και να εκτελεί χρέη φύλακα. Είναι πρόδηλο ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος ήταν ο ιθύνων νους της όλης εγκληματικής δραστηριότητας η οποία εξυπηρετούσε βασικά τον δικό του σκοπό που δεν ήταν άλλος από τον εκφοβισμό και την πίεση προς τον παραπονούμενο για την επιστροφή των χρημάτων που του όφειλε. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος ενήργησε υπό το καθεστώς θυμού και απελπισίας που του προκάλεσε η στάση του παραπονούμενου, νιώθοντας ξεγελασμένος, όμως, όπως επισημαίνουμε και πιο πάνω, αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για τη στάση του και την ενέργεια του έναντι στην περιουσία του παραπονούμενου. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για την πρόθεση του πρώτου Κατηγορούμενου λίγο πριν τη δράση τους, και δίνουμε σημασία στη σχέση που είχαν μεταξύ τους και στους λόγους που ο δεύτερος Κατηγορούμενος αποφάσισε να εμπλακεί στο σχέδιο του πρώτου. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος, στη νεαρή ηλικία που βρίσκεται, είχε βρει το πρότυπο του πατέρα που του έλειπε πάντοτε από τη ζωή του, εν όψει του γεγονότος ότι ο πρώτος Κατηγορούμενος διατηρούσε δεσμό με τη μητέρα του. Διέμεναν δε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι, οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν άριστες και, υπό το φως αυτής της εξάρτησης και αδυναμίας που ο δεύτερος Κατηγορούμενος είχε προς τον πρώτο, ο δεύτερος Κατηγορούμενος δεν δίστασε να ακολουθήσει την προτροπή του πρώτου στη συμμετοχή του στην εγκληματική αυτή ενέργεια. Μάλιστα, λαμβάνουμε υπόψη ότι ήταν ο δεύτερος Κατηγορούμενος που προμήθευσε τον πρώτο Κατηγορούμενο με τις κουκούλες, και αυτός που κρατούσε και τοποθέτησε τον εκρηκτικό μηχανισμό στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Ακόμα δεν μας διαφεύγει το γεγονός και του ενδεχόμενου κινδύνου στην πράξη του δεύτερου Κατηγορούμενου να κρατά τον μηχανισμό, ως η εισήγηση της συνηγόρου του κατά την αγόρευση της, όμως θεωρούμε ότι δεν θα αποδώσουμε ιδιαίτερη σημασία σε αυτό. Ο δεύτερος Κατηγορούμενος, εντελώς παρορμητικά και απερίσκεπτα, και χωρίς οποιοδήποτε όφελος, αψηφώντας τους κινδύνους που η ενέργεια του αυτή ενείχε, δέχθηκε πρόθυμα την πρόταση του πρώτου και ακόμα έλαβε το ρίσκο με την αξιόποινη πράξη του να τοποθετήσει ο ίδιος τον εκρηκτικό μηχανισμό, συμμετέχοντας ενεργά στην όλη εγκληματική ενέργεια. Βέβαια, με τα πιο πάνω δεδομένα, ο ρόλος του δεύτερου Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τον ρόλο του πρώτου Κατηγορούμενου ως μικρότερος του τελευταίου, και έτσι ο βαθμός συμμετοχής του καθενός θα αντανακλάται κατά την επιβολή ποινής. Ο τρίτος Κατηγορούμενος με τη σειρά του ενήργησε ακόμα σε πιο περιορισμένο βαθμό. Ήταν φίλος του δεύτερου Κατηγορούμενου και έτσι ενεπλάκη στην παρούσα υπόθεση. Ο ίδιος δεν είχε πλήρη αντίληψη και γνώση του τι ακριβώς θα γινόταν και με ποιον τρόπο, είχε ακούσει τον πρώτο Κατηγορούμενο να λέει ότι κάποιος του χρωστούσε χρήματα και υποψιάστηκε ότι κάτι θα γινόταν επειδή είχε δει τα δύο μπουκάλια. Όμως αυτός δεν αντιλήφθηκε εξ αρχής το είδος του εκρηκτικού μηχανισμού ούτε υπολόγισε την έκταση της προτιθέμενης ζημιάς, ούτε καν είδε πού τοποθετήθηκε ο εκρηκτικός μηχανισμός. Ουσιαστικά παρέμεινε σε κοντινή απόσταση από την σκηνή για να εκτελεί χρέη φύλακα. Επίσης λαμβάνουμε υπόψη ότι ο τρίτος Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που ακινητοποιήθηκε από πολίτες κοντά στη σκηνή, και ότι υπέστη ξυλοδαρμό από τους γείτονες οι οποίοι πίστευαν ότι η εγκληματική ενέργεια προοριζόταν γι΄ αυτούς. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα και των ενεργειών του τρίτου Κατηγορούμενου, ο οποίος αναμφίβολα είχε αντιληφθεί ότι εμπλεκόταν σε μία παράνομη ενέργεια, εν τούτοις ο ρόλος αυτού είναι πιο περιορισμένος από τους άλλους δύο Κατηγορούμενους. Άλλωστε αυτό αντανακλάται και στην κατηγορία που ο τρίτος Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, σε αντίθεση με τους άλλους δύο Κατηγορούμενους οι οποίοι παραδέχθηκαν όλες τις κατηγορίες που επιφέρουν πολύ σοβαρότερες ποινές. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η συμμετοχή του κάθε Κατηγορούμενου ενέχει τη σημασία της κατά την επιβολή ποινής, όσον αφορά το είδος και το ύψος της, και έτσι θεωρούμε ότι οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με την ίδια σειρά όσον αφορά τη σοβαρότητα της ποινής που θα τους επιβληθεί. Ειδικότερα, ο πρώτος Κατηγορούμενος θα πρέπει να τύχει αυστηρότερης μεταχείρισης από τους άλλους δύο, λόγω ακριβώς του πρωταρχικού του ρόλου, ο δεύτερος Κατηγορούμενος θα αντιμετωπιστεί με πιο μικρή ποινή από τον πρώτο, ενώ ο τρίτος Κατηγορούμενος δικαιούται να τύχει της πιο μικρής ποινής λόγω του περιορισμένου ρόλου του στην όλη υπόθεση. Σε ό,τι αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων έχουμε λάβει υπόψη μας όλα όσα αναφέρθηκαν από τους ευπαίδευτους συνήγορους τους αλλά και τα όσα προέκυψαν από τις Εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκαν γι΄ αυτούς. Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 σημειώσαμε ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 34 ετών, έγγαμο και πατέρα δύο ανηλίκων παιδιών του οποίου η οικογένεια διαμένει στην Ελλάδα. Ακόμη το γεγονός ότι το ένα από τα παιδιά του αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία χρήζουν θεραπείας. Όσον αφορά δε την οικονομική του κατάσταση, προκύπτει απ' όλα τα τεθέντα ενώπιον μας στοιχεία ότι είναι δεινή εφόσον η σύζυγος του σήμερα είναι άνεργη, ενώ ο Κατηγορούμενος έχει διάφορα δάνεια στην αποπληρωμή των οποίων δεν είναι σε θέση να προβεί. Επιπλέον έχουμε λάβει υπόψη μας τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για το οικογενειακό του ιστορικό υπογραμμίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος είχε άσχημες αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία λόγω της σωματικής κακοποίησης που ασκούσε ο πατέρας του σε όλα τα μέλη της οικογένειας του. Επίσης λάβαμε υπόψη και το γεγονός ότι από ηλικίας 12 ετών ο Κατηγορούμενος 1 έχασε τον πατέρα του κάτι που οδήγησε τη μητέρα του να αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα αυτού και της αδελφής του. Πέραν των πιο πάνω λαμβάνουμε υπόψη τα ακόλουθα: (i) Το γεγονός της παραδοχής του Κατηγορούμενου 1 τόσο στους ανακριτές κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης όσο και μετέπειτα ενώπιον του Δικαστηρίου. Επισημαίνεται ότι, ενώ αρχικά κατά το στάδιο της σύλληψης του ο Κατηγορούμενος 1 είχε αρνηθεί ανάμιξη στην υπόθεση, την ίδια ημέρα στα πλαίσια της ανάκρισης του έδωσε θεληματική κατάθεση παραδεχόμενος ότι ο ίδιος είχε οδηγήσει με το ιδιωτικό του όχημα τους Κατηγορουμένους 2 και 3 στη σκηνή προμηθεύοντας τους με τον εκρηκτικό μηχανισμό και, αφού τους υπέδειξε το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, ζήτησε να τοποθετήσουν τον εκρηκτικό μηχανισμό δίδοντας και στους δύο γάντια και κουκούλες. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης». (ii) Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου[3]. (iii) Το γεγονός της αποζημίωσης του παραπονούμενου με την καταβολή εξ ημισείας από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 του συνολικού ποσού των €6000 προς αποκατάσταση των υλικών ζημιών που του προκλήθηκαν αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα - αν και δεν συνιστά βαρυσήμαντο στοιχείο[4] - που λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ταυτόχρονα δε συνιστά και στοιχείο της μεταμέλειας του δράστη για την αξιόποινη πράξη του. Όπως έχει υπογραμμισθεί στην υπόθεση Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλεια του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων.» (
- iv)Η συμφιλίωση του Κατηγορούμενου 1 με τον παραπονούμενο και η αποκατάσταση ως αποτέλεσμα της φιλίας τους λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος με σχετική δήλωσή του αναφέρει ότι έχει συγχωρέσει τον κατηγορούμενο 1 λαμβάνεται και αυτή σε κάποιο βαθμό ως ελαφρυντικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί η συμφιλίωση του δράστη με το θύμα μπορεί να δικαιολογήσει επέμβαση στο ύψος αλλά όχι στο είδος της ποινής[5]. (
- v)Ένας άλλος μετριαστικός παράγοντας που αναφέρθηκε και θα ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής είναι και οι παρεμφερείς συνέπειες της τιμωρίας του Κατηγορουμένου 1 με ποινή φυλάκισης στην επαγγελματική του σταδιοδρομία και συγκεκριμένα ο οριστικός αποκλεισμός του από το στρατιωτικό επάγγελμα και οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα συναφές με θέματα ασφάλειας όπως κι άλλες επιπτώσεις που ενδέχεται να προκύψουν καθ' όσον αφορά τη σχέση του με τη σύζυγο του και τις άμεσες, ακόμα, επιπτώσεις στην οικονομική του κατάσταση. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στις παρεμφερείς συνέπειες της τιμωρίας ενός κατηγορουμένου με ποινή φυλάκισης διαφαίνεται σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[6]. Η απώλεια σταδιοδρομίας ως συνέπεια της ποινής έχει αναγνωριστεί ως μετριαστικός παράγοντας στην υπόθεση Ηλίας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 και είναι κάτι που θα έχουμε υπόψιν κατά την επιμέτρηση. Θα πρέπει όμως να παρατηρήσουμε πως τα αδικήματα που διέπραξε δεν είναι εντελώς άσχετα και με την εμπιστοσύνη που αναμένει κάθε πολιτεία από μέλη των Δυνάμεων Ασφαλείας και δη του Στρατού, όπως ο Κατηγορούμενος 1 ο οποίος ανελίχθηκε μέχρι τη θέση του Μόνιμου Επιλοχία. Όπως έχει αναφερθεί στο Σύγγραμμα Principles of Sentencing, D.Α. Thomas, εκ. 1970 σελ. 192 με αναφορά στην υπ. Fell
(1963)Crim.L.R. 207 «. όσο ψηλότερη η θέση κάποιου τόσο μεγαλύτερες και οι υποχρεώσεις του και περισσότερα αυτά που αναμένονται από αυτόν.» Οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται επίσης μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως ούτε αυτές είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής[7]. Επειδή υπήρξε ισχυρισμός για «πλήρη συνεργασία» του Κατηγορούμενου 1 με τις αστυνομικές αρχές για τη διαλεύκανση των αδικημάτων θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτό δεν αποδίδει ακριβώς τα γεγονότα εφόσον αφενός το νήμα άρχισε να ξετυλίγεται αρχικά με την κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 και αργότερα του Κατηγορούμενου 2 και αφετέρου όταν ο Κατηγορούμενος 1 συνελήφθη απάντησε ότι δεν είχε καμιά σχέση με την υπόθεση. Θέλουμε να πούμε ότι η συνεργασία του με την Αστυνομία έγινε μετά τη σύλληψη και την αρχική άρνηση του και όταν είχε ήδη αποκαλυφθεί η εμπλοκή του μέσα από άλλη μαρτυρία. Έτσι η συνεργασία του που επέδειξε στην κατάθεση του έχει κάπως μειωμένη σημασία[8]. Εξετάζοντας στη συνέχεια τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος είναι νεαρό άτομο ηλικίας 20 ετών, σημειώνουμε ότι προέρχεται από οικογένεια στην οποία οι γονείς του χώρισαν και ο πατέρας του συνήψε δεύτερο γάμο δημιουργώντας νέα οικογένεια με την απόκτηση τριών θυγατέρων και ότι ο Κατηγορούμενος 2 μεγάλωσε ουσιαστικά μόνο με τη μητέρα του. Υπογραμμίζουμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι παρόλες τις καταστάσεις αυτές και τα προβλήματα που βίωσε ο Κατηγορούμενος 2 κατάφερε να έχει άριστη επίδοση στις Λυκειακές του σπουδές αλλά και καλό χαρακτήρα και ήθος. Μάλιστα, δε, ο Κατηγορούμενος 2 επιθυμεί να συνεχίσει τις σπουδές του σε Πανεπιστημιακό επίπεδο. Στο σημείο αυτό να πούμε ότι τέθηκε υπόψη μας και σχετική συστατική επιστολή από τον Αρχιμανδρίτη Ιωάννη Ιωάννου η οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και σε αυτά τα στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο και το χαρακτήρα του Κατηγορούμενου
- Σε ό,τι αφορά τους ελαφρυντικούς παράγοντες λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή του στην Αστυνομία μετά τη σύλληψή του και τη συνεργασία που επέδειξε δίδοντας σχετική κατάθεση όπου περιέγραψε τα γεγονότα όπως είχαν εκτυλιχθεί κατονομάζοντας ταυτόχρονα και τους συνεργούς του στην όλη υπόθεση. Επιπλέον βοήθησε την Αστυνομία μέσω σχετικών υποδείξεων στις οποίες προέβη κατά τις οποίες εντοπίστηκαν και περισυνελέγησαν τεκμήρια της υπόθεσης όπως το φούτερ που φορούσε καθώς και τα πλαστικά γάντια που φορούσε τόσο ο ίδιος όσο και ο Κατηγορούμενος
- Ελαφρυντικό στοιχείο αποτελεί, βεβαίως, και η παραδοχή του μετέπειτα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ένα ζήτημα που τέθηκε από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου 2 ήταν αυτό της διακοπής από το Γενικό Εισαγγελέα των κατηγοριών 1,2 και 3 εναντίον του Κατηγορούμενου
- Ήταν η εισήγηση της κας Δαμιανού ότι αυτό το γεγονός θα πρέπει να προσμετρήσει ως ελαφρυντικό στοιχείο προς όφελος του Κατηγορούμενου 2 εφόσον άπτεται της μεταχείρισης των παραβατών. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι ενώ η απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να διακόψει την ποινική δίωξη σε βάρος του Κατηγορούμενου 3 καθόσον αφορά τις κατηγορίες 1,2 και 3 δεν ελέγχεται, εντούτοις δεν στερεί από το Δικαστήριο το δικαίωμα αποτίμησης των συνεπειών της άσκησης αυτής της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα στο δικό του έργο. Η τιμωρία των παραβατών αποτελεί αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών επιβάλλει τη συνεκτίμηση κάθε παράγοντα που άπτεται της τιμωρίας τους. Όπως δε έχει νομολογηθεί η αναστολή δίωξης ενός ή περισσοτέρων από τους συνεργούς σ' ένα έγκλημα λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ποινής εκείνων που διώκονται ως παράγοντας που άπτεται της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. Η ισονομία και ισοπολιτεία που κατοχυρώνουν το Άρθρο 28 του Συντάγματος καθιστούν αυτό υποχρέωση και καθήκον του Δικαστηρίου[9]. Στην προκειμένη, ωστόσο, περίπτωση η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, δικαιολογώντας την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα για τη διακοπή των κατηγοριών 1,2 και 3 εναντίον του Κατηγορούμενου 3, ανέφερε ότι αυτό έγινε λόγω μη ύπαρξης ικανοποιητικής μαρτυρίας εναντίον του. Τούτου λεχθέντος δεν μπορεί, συνεπώς, να τίθεται θέμα δυσμενούς διάκρισης σε βάρος του Κατηγορούμενου 2 με τη διακοπή των εν λόγω κατηγοριών εναντίον του Κατηγορούμενου 3[10]. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 3 λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη μας ότι πρόκειται για νεαρό πρόσωπο ηλικίας 22 ετών που προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια και ότι οι σχέσεις του με τους γονείς του με τους οποίους διαμένει είναι πολύ καλές και στενές. Λάβαμε επίσης υπόψη και σχετική συστατική επιστολή του εξομολόγου του Πατρός Αναστάσιου Τελεβάντου με την οποία αναδεικνύονται πτυχές του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του Κατηγορούμενου
- Ως μετριαστικούς παράγοντες θα λάβουμε υπόψη μας την παραδοχή του Κατηγορούμενου 3 στην Αστυνομία μετά τη σύλληψή του ως και τη συνεργασία του εφόσον προχώρησε στη συνέχεια αναφέροντας αυτά που γνώριζε για την υπόθεση και κατονόμασε και τους άλλους δύο συνεργούς του, τους Κατηγορούμενους 1 και
- Με τη στάση του αυτή αναμφίβολα ο Κατηγορούμενος 3 βοήθησε την Αστυνομία στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Δεν μας διαφεύγει, βεβαίως, της προσοχής ότι στα αρχικά στάδια όταν ο Κατηγορούμενος 3 οδηγήθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας είχε αρνηθεί οποιαδήποτε ανάμειξη όμως δεν παραβλέπουμε ότι είχε προηγηθεί ο ξυλοδαρμός του από τρίτα άτομα που τον καταδίωξαν στη σκηνή και το ότι την ίδια μέρα παραδέχτηκε τη συμμετοχή του. Η σημασία και οι προεκτάσεις της συνεργασίας των ατόμων που εμπλέκονται σε εγκληματικές ενέργειες πιστεύουμε ότι τονίζεται ιδιαίτερα στο ακόλουθο απόσπασμα στην υπόθεση Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ 582 στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Στεφάνου: «Όμως η θεληματική ομολογία του εφεσείοντος μέσα στα πλαίσια της δήλωσης του για την απαρχή μιας νέας ζωής δεν μπορεί παρά να έχει τον ανάλογο αντίκτυπο στην έκταση της ποινής. Η ενθάρρυνση προσώπων που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματικές πράξεις να προβαίνουν σε ομολογίες βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση εγκλημάτων, εμπίπτει μέσα στα πλαίσια του δημόσιου συμφέροντος. Έτσι μπορεί να λεχθεί ότι η επίδειξη επιείκειας αποτελεί μια πρακτική αμοιβή για την ενθάρρυνση αποκάλυψης πληροφοριών που οδηγούν στην εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων. (Βλ. "Sentencing in Cyprus" του Γ. Πική, σελ. 28).» Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την ποινή φυλάκισης αναπόφευκτη. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα πρέπει να αντανακλά κατά τρόπο όσο το δυνατόν ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Ως αποτέλεσμα επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1: Πρώτη κατηγορία 2 χρόνια φυλάκιση Δεύτερη κατηγορία καμία ποινή Τρίτη κατηγορία 18 μήνες φυλάκιση Τέταρτη κατηγορία 12 μήνες φυλάκιση Στον κατηγορούμενο 2: Πρώτη κατηγορία 15 μήνες φυλάκιση Δεύτερη κατηγορία καμία ποινή Τρίτη κατηγορία 12 μήνες φυλάκιση Τέταρτη κατηγορία 10 μήνες φυλάκιση Στον κατηγορούμενο 3: Τέταρτη κατηγορία 6 μήνες φυλάκιση Οι ποινές να συντρέχουν. Όλοι οι συνήγοροι αναγνωρίζοντας αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων και αφετέρου επικαλούμενοι το λευκό μητρώο, την παραδοχή, τις περιστάσεις του καθενός, τις παρεπόμενες συνέπειες και γενικά τις περιστάσεις της υπόθεσης, προχώρησαν να εισηγηθούν ότι πρέπει να ανασταλούν οι τυχόν ποινές φυλάκισης. Είναι γεγονός πως το Δικαστήριο διατηρεί τέτοια διακριτική ευχέρεια, βάσει του Ν.95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.186
(1)/03, «αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορούμενου». Είναι φανερό πως μετά την κατάργηση των αυστηρών κριτηρίων που είχε θέσει ο Ν.43
(1)/97, οι αποφάσεις προ του 1997 επανήλθαν στο προσκήνιο και μαζί με τις μεταγενέστερες (από το 2003), καθορίζουν πλέον το πλαίσιο χορήγησης αναστολής. Η τελευταία αυτή τροποποίηση, όπως έχει νομολογηθεί, διευρύνει την ευχέρεια του Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης[11]. Αναφορά πρέπει να γίνει στην υπόθεση Γούμενος v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 10, όπου ως σχετικοί παράγοντες αναφέρθηκαν η σοβαρότητα των περιστατικών της υπόθεσης, το κίνητρο, το μητρώο, η διαγωγή μετά το αδίκημα και η μεταμέλεια, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, όπου λέχθηκε πως η αναστολή δεν αντανακλούσε τη σοβαρότητα του αδικήματος και των περιστατικών που το περιστοίχιζαν και στη Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, όπου λέχθηκε πως «το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης πρέπει να αντιμετωπίζεται με πολλή προσοχή και φειδώ». Αμέσως μετά την τροποποίηση του Νόμου, ο νυν Προέδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χ"Χαμπής εξήγησε στην υπόθεση Κώστας Χαραλάμπους Τραλαλάς v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323, πως «η αναστολή όμως δεν παύει να είναι έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου στη βάση όλων των περιστάσεων που αφορούν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα». Ο ίδιος Δικαστής στην υπόθεση Λεωνίδου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663, είπε πως η τροποποίηση αν και αποδεσμεύει το Δικαστήριο από τους προηγούμενους περιορισμούς, εντούτοις «δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη, αν και στην κατάλληλη περίπτωση η αναστολή θα ήταν ενδεικνυόμενη αναλόγως του συνόλου των παραγόντων αυτών και άλλων ...». Ο Δικαστής Κραμβής στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χαραλαμπίδη
(2009)2 Α.Α.Δ. 537, έκρινε πως «οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα είχαν ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής» και πως εντασσόμενες στο σύνολο των περιστάσεων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αρκετές ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της ποινής. Η εγγενής σοβαρότητα, οι συνέπειες που προέκυψαν καθώς και η ανάγκη για αποτροπή, καθιστούσαν αναπόφευκτη την άμεση εκτέλεσή της. Στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 221/12 ημερ. 19.12.12 λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα ήταν κατά πόσον οι προσωπικές περιστάσεις ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε κατ΄ έφεσιν πως η επιείκεια του δικαστηρίου για βαρειά σωματική βλάβη με πυροβολισμούς είχε εξαντληθεί στο ύψος της επιβληθείσας ποινής, τυχόν δε αναστολή θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα γι΄ αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Από το σύνολο της νομολογίας είναι προφανές πως γίνεται μια συνεκτίμηση ξανά όλων των παραγόντων και ότι ισοζυγίζεται το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου. Πολλές φορές ένας από τους παράγοντες είναι τέτοιας σημασίας που μπορεί από μόνος του να οδηγήσει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, όπως π.χ. στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, όπου το μητρώο οδήγησε στην άμεση φυλάκιση και στην Athanasiou v. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, όπου τα ψυχολογικά προβλήματα υποδείκνυαν την επιλογή της αναστολής. Στην παρούσα περίπτωση, σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων, έχουμε ήδη αναφερθεί στη συμμετοχή των κατηγορουμένων και στο διαφορετικό ρόλο που επιτέλεσε ο καθένας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος 1 υπήρξε ο ιθύνων νους της όλης εγκληματικής δράσης. Αυτός συνέλαβε την ιδέα έχοντας το κίνητρο, κατέβαλε προσπάθειες και τελικά βρήκε τον εκρηκτικό μηχανισμό, οδήγησε τους άλλους δύο νεαρούς συνεργούς του στη σκηνή και καθοδηγούσε λεπτομερώς τις ενέργειες τους. Οι πιο πάνω ενέργειες του, προσδίδουν στον ίδιο την ιδιότητα του ηθικού αυτουργού, του οργανωτή και του προμηθευτή όλων των αναγκαίων υλικών και παροχής των συνθηκών για διάπραξη του βασικού αδικήματος. Για τον Κατηγορούμενο 2 έχουμε ήδη εξηγήσει τη σχέση του με τον Κατηγορούμενο 1, από την οποία προκύπτει σαφώς ότι επηρεάστηκε και παρασύρθηκε σε βαθμό που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς αυτή τη σχέση δεν θα εμπλέκετο σε τέτοια συμπεριφορά. Κατ΄ ανάλογο τρόπο φαίνεται ότι επηρεάστηκε και ο Κατηγορούμενος 3 από τη φιλία του με τον Κατηγορούμενο
- Επιπλέον να υπογραμμίσουμε ότι τόσον ο Κατηγορούμενος 2 όσον και ο Κατηγορούμενος 3 δεν είχαν οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Περαιτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 σημειώνουμε το γεγονός ότι αποζημίωσε εξ ημισείας με τον Κατηγορούμενο 1 τον παραπονούμενο. Ένα άλλο στοιχείο που λάβαμε υπόψη και υπογραμμίζουμε εκ νέου καθόσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 είναι και το γεγονός ότι, όντας άριστος μαθητής, σκοπεύει να προχωρήσει σε σπουδές στην Ελλάδα αφού προηγουμένως παρακαθίσει στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, τονίζουμε ξανά ότι η υπόθεση στην ουσία εξιχνιάστηκε λόγω της βοήθειας που ο Κατηγορούμενος 3 και ο Κατηγορούμενος 2 παρείχαν αρχικά στην Αστυνομία. Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι η παραδοχή και η μεταμέλεια είναι στοιχεία που πρέπει να ενθαρρύνονται από τα Δικαστήρια στην επιβολή της ποινής αλλά και της παροχής μιας δεύτερης ευκαιρίας στον Κατηγορούμενο[12], ιδιαίτερα όταν αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου όπως στην παρούσα υπόθεση[13]. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται περισσότερο να προσδοκεί σε αναστολή[14]. Έχουμε ήδη επίσης αναφερθεί και στο σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων όλων των κατηγορουμένων, τις οποίες έχουμε υπόψιν, χωρίς να είναι ανάγκη να τις επαναλάβουμε. Τονίζουμε τέλος και το ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι νεαρά πρόσωπα 20 και 22 ετών αντίστοιχα επισημαίνοντας ότι νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας χρήζουν ιδιαίτερα του μέτρου της αναστολής που θα μπορούσε να έχει καλύτερες πιθανότητες αναμόρφωσης τους[15]. Χωρίς να υποβιβάζουμε τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων συνεκτιμώντας όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων καταλήγουμε ότι δικαιολογείται αναστολή των ποινών φυλάκισης για τους Κατηγορούμενους 2 και 3, αλλά όχι για τον Κατηγορούμενο
- Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης για τους Κατηγορούμενους 2 και 3 αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Επεξηγούνται στους Κατηγορούμενους 2 και 3 οι συνέπειες της αναστολής) Η έκτιση της ποινής του Κατηγορούμενου 1 θα ξεκινά από 21.6.
- (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Γ.Ε ν. Λεωνίδου
(1997)2 Α.Α.Δ 300, Athinis v. Republic
(1982)2 C.L.R 145, Kyta v. Republic
(1984)2 C.L.R 468, Gasteratos v. Republic
(1986)2 C.L.R 170 στις σελ. 175-176, Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 206. [2] Δέστε Φιλιππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245, Μάριος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 540, και Γ.Ε ν. Τσαπατσάρης κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ 304. [3] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14, Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252. [4] Δέστε Μενελέαου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 248 και Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 46. [5] Δέστε Γ.Ε. ν. Παύλου
(1997)2 Α.Α.Δ 170, Κάττος ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ 195 και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 327. [6] Δέστε Zak & Others v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 6, David Riley v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 335, Sac Makolm Brian Harduran Jenkinson and another v. The Police
(1983)2 C.L.R 295 και Andrew John Yeates v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 30. [7] Δέστε Domotov κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 328. [8] Δέστε Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 442 και Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 424. [9] Δέστε Κάττου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 498 και Ιάκωβος Χριστοδούλου Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 141. [10] Δέστε Γεώργιος Π. Μαύρος άλλως «Χατζής» ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 466. [11] Δέστε Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 39 και Κυριάκος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 583. [12] Δέστε, μεταξύ άλλων, Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 22. [13] Δέστε, μεταξύ άλλων, Loizou v. Republic
(1971)2 C.L.R 196. [14] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ 161. [15] Δέστε Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. 64-69/13 ημερ. 21.6.13 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο