← Κύπρος

KAPAGO HELLAS Α.Ε. ν. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18225/2010, 3/12/2013

KAPAGO HELLAS Α.Ε. ν. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18225/2010, 3/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18225/2010 Μεταξύ: KAPAGO HELLAS Α.Ε. Παραπονούμενων εναντίον

  1. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ
  2. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορούμενων ------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 3 Δεκεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Παραπονούμενη εταιρεία: κ. Γ. Ιωάννου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Κλεάνθους Κατηγορούμενος 2: Παρών ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τρείς κατηγορίες έκαστος που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία) και τρείς κατηγορίες έκαστος που αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις (τέταρτη, πέμπτη και έκτη κατηγορία). Πιο συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων στις κατηγορίες υπ. αρ. 1, 2 και 3, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 11.9.2009, 18.9.2009 και 10.10.2009 εξέδωσαν και παρέδωσαν στην παραπονούμενη εταιρεία έναντι νομίμου ανταλλάγματος τις επιταγές της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμούς 85189304, 85189307 και 85189308 για τα ποσά των €7.970,00, €2.027,22 και €5.046,00 αντίστοιχα οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη τους και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίασή τους. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες υπ. αρ. 4, 5 και 6, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά τις ημερομηνίες που καταγράφονται στις πιο πάνω κατηγορίες υπ. αρ. 1, 2 και 3 με δόλιο σκοπό και/ή με πρόθεση καταδολίευσης και ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι στο λογαριασμό με αριθμό 0140-11-009841 που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή, παρά ταύτα προκειμένου να εξασφαλίσουν από την παραπονούμενη εταιρεία αγαθά και εμπορεύματα αξίας ίσης με την αξία των επίδικων επιταγών, εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές διαβεβαιώνοντας την παραπονούμενη ότι στον εν λόγω λογαριασμό υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή των επίδικων επιταγών και απέσπασαν με τον τρόπο αυτό από την παραπονούμενη αγαθά αυτής της αξίας. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Για την υπόθεση της παραπονούμενης εταιρείας κατέθεσε ο κ. Ηλίας Δαπουλάκης, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της παραπονούμενης εταιρείας, ενώ μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και αφού επεξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο 2 τα δικαιώματά του σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός, ενώ ουδείς κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης. Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και πριν την κατάθεση του Μ.Κ. δηλώθηκαν από τους συνηγόρους των δυο πλευρών τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία παρατίθενται αυτούσια: «Οι επίδικες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με αριθμούς 85189304, 85189307 και 85189308 έχουν εκδοθεί από την πρώτη κατηγορούμενη με την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 ο οποίος είχε δικαίωμα υπογραφής και ήταν εξουσιοδοτημένος υπογραφέας στο λογαριασμό από τον οποίο έχουν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές. H επιταγή της πρώτης κατηγορίας με αριθμό 85179304 παρουσιάστηκε αρχικά στις 14.9.09 στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα και αργότερα στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία στις 17.9.09, είχε επιστραφεί στις 21.9.09 με σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα» και τελικά στις 23.9.09 και πάλι επιστράφηκε και πάλι με σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα». Η επιταγή της δεύτερης κατηγορίας με αριθμό 85179307 παρουσιάστηκε αρχικά στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα στις 18.9.09 και αργότερα στις 23.9.09 στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία και επιστράφηκε απλήρωτη με σφραγίδες ημερομηνίας αρχικά 25.9.09 και μετέπειτα 29.9.09 «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα». Η επιταγή στην οποία αφορά η τρίτη κατηγορία με αριθμό 85189308 παρουσιάστηκε αρχικά στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα στις 12.10.09 και ακολούθως στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία στις 14.10.09 επιστράφηκε απλήρωτη με σφραγίδα ημερομηνίας 16.10.09 με ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα», ενώ επιστράφηκε και πάλι απλήρωτη στις 20.10.09 με σφραγίδα με την ίδια ένδειξη. Στις 29.10.09 κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ και επιστράφηκε απλήρωτη στις 2.11.09 με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Οι επίδικες επιταγές έχουν επιστραφεί απλήρωτες για τους λόγους που φανερώνουν οι ενδείξεις των σφραγίδων που έχουν τεθεί σε αυτές. Οι επίδικες επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την μη πληρωμή της κάθε μιας ως πιο πάνω αναφέρεται.» Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας κατηγορίας στα πλαίσια της μαρτυρίας του είναι καταγραμμένα στα πρακτικά. Παρόλο που δεν κρίνεται αναγκαίο να καταγραφεί με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, παρατίθεται κατωτέρω μια σύνοψη αυτής. Η παραπονούμενη είναι ανώνυμη εταιρεία δεόντως συσταθείσα και εγγεγραμμένη στην Ελληνική Δημοκρατία με αριθμό μητρώου ανώνυμης εταιρείας 57885/70/Β/04/
  1. Διατηρεί την έδρα της στο Ηράκλειο Κρήτης και ασχολείται μεταξύ άλλων με την εμπορία τροφίμων, ποτών και συναφών προϊόντων (αντίγραφο του πιστοποιητικού σύστασης της παραπονούμενης εταιρείας κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2). Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία παρουσιάστηκε στην παραπονούμενη ως εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, συναλλασσόταν και ήταν οφειλέτης της παραπονούμενης. Ο δε κατηγορούμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσιαζόταν ως ένας εκ των διευθυντών της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ως νόμιμος και εξουσιοδοτημένος υπογραφέας των επίδικων επιταγών. Περί τον Μάρτιο του 2009 η κατηγορούμενη 1 κατέληξε σε συμφωνία με την παραπονούμενη για να προμηθεύεται από αυτήν σε τακτική βάση διάφορα εμπορεύματα, όπως ροφήματα καφέ, φρούτα σε σκόνη, παγωμένα ροφήματα, καφέ εσπρέσο και άλλα συναφή προϊόντα καθώς επίσης και τα μηχανήματα παρασκευής τους με τα εξαρτήματά τους. Στη βάση της συμφωνίας αυτής η παραπονούμενη εταιρεία προμήθευσε την κατηγορούμενη 1 σε διαφορετικές ημερομηνίες με προϊόντα και άλλα εμπορεύματα έναντι συγκεκριμένου χρηματικού ανταλλάγματος. Πιο συγκεκριμένα, στις 25.5.2009 η παραπονούμενη προμήθευσε την κατηγορούμενη 1 με μηχανήματα και άλλα προϊόντα συνολικής αξίας €9,997.22 ενώ στις 11.6.2009 την προμήθευσε με διάφορα εξαρτήματα για τέτοιου είδους μηχανήματα συνολικής αξίας €5,
  2. Η παραπονούμενη παρέδιδε τα εμπορεύματά της προς την κατηγορούμενη 1 μέσω φορτωτικής την οποία διεξήγαγε εκ μέρους της η εταιρεία μεταφορών Capocci Logistics Services Α.Ε., η οποία ήταν υπεύθυνη για τον εκτελωνισμό και την παράδοση των εμπορευμάτων που έστελνε η παραπονούμενη στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην Κύπρο. Μόλις η εταιρεία μεταφορών παρέδιδε τα εμπορεύματα στην κατηγορούμενη 1, ενημέρωνε την παραπονούμενη σχετικά με την παράδοση η οποία με την σειρά της μόλις ελάμβανε τη σχετική επιβεβαίωση εξέδιδε τα τιμολόγια πληρωμής. Αναφορικά με τις αγορές που διενεργήθηκαν από την κατηγορούμενη 1 εταιρεία, με την παράδοση των εμπορευμάτων της προς αυτήν η παραπονούμενη εξέδωσε τρία τιμολόγια, τα οποία και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 - 5, με ημερομηνίες 25.5.2009, 25.5.2009 και 11.6.2009 αντίστοιχα. Έναντι των εν λόγω τιμολογίων η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και υπέγραψε εις διαταγή και προς όφελος της παραπονούμενης εταιρείας τις επίδικες επιταγές πληρωτέες επί της Τράπεζας Κύπρου (οι επιταγές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6, 7 και 8), οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν από την παραπονούμενη εταιρεία προς πληρωμή στις ημερομηνίες κατά τις οποίες κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν και δεν εξαργυρώθηκαν από την τράπεζα λόγω μη επαρκούς υπολοίπου με αποτέλεσμα να επιστραφούν πίσω απλήρωτες. Πιο συγκεκριμένα, η επιταγή - Τεκμήριο 6 ημερομηνίας 11.9.2009 παρουσιάστηκε αρχικά στις 14.9.2009 στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα και αργότερα στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία στις 17.9.2009 και επιστράφηκε αρχικά στις 21.9.2009 με σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα» και μετέπειτα στις 23.9.2009 και πάλι με σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα». Η επιταγή - Τεκμήριο 7 με αριθμό 85179307 ημερομηνίας 18.9.2010 παρουσιάστηκε αρχικά στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα στις 18.9.2009 και αργότερα στις 23.9.2009 στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία και επιστράφηκε απλήρωτη με σφραγίδες ημερομηνίας αρχικά 25.9.2009 και μετέπειτα 29.9.2009 «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα». Η επιταγή - Τεκμήριο 8 με αριθμό 85189308 ημερομηνίας 10.10.2009 παρουσιάστηκε αρχικά στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα στις 12.10.2009 και ακολούθως στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία στις 14.10.2009 και επιστράφηκε απλήρωτη με σφραγίδα ημερομηνίας 16.10.2009 με ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα», ενώ το ίδιο συνέβηκε και πάλι στις 20.10.2009, οπότε και επιστράφηκε με την ίδια ένδειξη. Στις 29.10.2009 κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ και επιστράφηκε απλήρωτη στις 2.11.2009 με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Η παραπονούμενη ενημέρωνε την κατηγορούμενη 1 για την έκβαση της κάθε επιταγής ξεχωριστά και την καλούσε κάθε φορά που αυτές επιστρέφονταν να τις εξοφλήσει, πλην όμως, και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της παραπονούμενης και των δικηγόρων της, η κατηγορούμενη 1 αρνείται και αμελεί μέχρι και σήμερα να προβεί στην εξόφληση των εν λόγω επιταγών. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 αφού αυτός ερχόταν σε απευθείας συννενόηση με τους πωλητές της παραπονούμενης εταιρείας. Όσον αφορά στις επίδικες επιταγές, ο κ. Δαπουλάκης κατέθεσε ότι αυτές ήταν μεταχρονολογημένες αφού αποστέλλονταν από την Κύπρο ένα μήνα περίπου πρίν από την ημερομηνία κατά την οποία θα καθίσταντο πληρωτέες και κρατούνταν από την παραπονούμενη εταιρεία ώστε να κατατεθούν κατά ή μετά την ημερομηνία πληρωμής τους. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και Ευρήματα του Δικαστηρίου Έχοντας υπόψη τη στάση και συμπεριφορά του κ. Δαπουλάκη στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι αυτή θα πρέπει να γίνει αποδεκτή αφού ο μάρτυρας άφησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του ήταν σαφής και σταθερή. Ως εκ της θέσεώς του στην παραπονούμενη εταιρεία ο κ. Ηλίας Δαπουλάκης είχε την άμεση εποπτεία και παρακολούθηση των εργασιών και των λογαριασμών της εταιρείας. Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση αφού αφενός η αντεξέταση του ήταν περιορισμένη, προς το σκοπό, κυρίως, διευκρίνησης κάποιων στοιχείων που αφορούσαν το κατά πόσον οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες ή όχι, αφετέρου από την υπεράσπιση δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αντίκρουση των θέσεών του. Στη βάση, λοιπόν, της πιο πάνω αποδεκτής μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων εξάγονται τα ανάλογα ευρήματα, τα οποία έχουν συνοπτικά ως εξής: Στα πλαίσια συνεργασίας της κατηγορούμενης 1 εταιρείας με την παραπονούμενη εταιρεία κατά την περίοδο Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2009 η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη τις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6-8 προς εξόφληση των τιμολογίων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3-
  3. Οι επιταγές υπογράφθηκαν από τον κατηγορούμενο
  4. Οι επιταγές εστάληκαν ταχυδρομικώς στην παραπονούμενη εταιρεία ένα μήνα περίπου πριν από την ημερομηνία πληρωμής τους η κάθε μία. Η επιταγή Τεκμήριο 6 παρουσιάστηκε αρχικά στις 14.9.2009 στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα και αργότερα στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία στις 17.9.2009 και επιστράφηκε στις 21.9.2009 με σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα» και μετέπειτα στις 23.9.2009 και πάλι με σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα». Όσον αφορά στην επιταγή Τεκμήριο 7, αυτή παρουσιάστηκε αρχικά στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα στις 18.9.2009 και αργότερα στις 23.9.2009 στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία και επιστράφηκε απλήρωτη με σφραγίδες ημερομηνίας αρχικά 25.9.2009 και μετέπειτα 29.9.2009 «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα». Η επιταγή Τεκμήριο 8 παρουσιάστηκε αρχικά στην Marfin Egnatia Bank S.A. στην Ελλάδα στις 12.10.2009 και ακολούθως στην Marfin Popular Bank Public Company Ltd στη Λευκωσία στις 14.10.2009 με σφραγίδα ημερομηνίας 16.10.2009 και επιστράφηκε απλήρωτη με ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα», ενώ επιστράφηκε και πάλι απλήρωτη στις 20.10.2009 με σφραγίδα με την ίδια ένδειξη. Στις 29.10.2009 κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ και επιστράφηκε απλήρωτη στις 2.11.2009 με την ένδειξη «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Οι επίδικες επιταγές παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από την μη πληρωμή τους από την τράπεζα και εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. Συμπεράσματα - Κατάληξη Είναι νομολογημένο ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το φέρει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Charitonos v. The Republic
(1971)2 C.L.R.40 και Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε μεταξύ άλλων Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Κατηγορίες 1 - 3 Σε σχέση με τις κατηγορίες υπ. αρ. 1-3, παρατηρείται ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα που προνοείται στο άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο έχει ως εξής: «
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 εταιρεία στις κατηγορίες 1-3 έχουν αποδειχθεί. Αυτό προέκυψε από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία η οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, όπως επίσης από τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν από τις δυο πλευρές. Εξετάζοντας, τώρα, την υπόθεση σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 παρατηρούνται τα ακόλουθα: Όπως έχει ήδη αναφερθεί και στην εισαγωγή πιο πάνω ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1-3 επί το ότι εξέδωσε τις επίδικες επιταγές οι οποίες δεν είχαν αντίκρισμα. Τις ίδιες κατηγορίες αντιμετωπίζει και η κατηγορούμενη
  6. Εγείρεται καταρχήν από την πλευρά της υπεράσπισης ότι από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της πρώτης, δεύτερης και τρίτης κατηγορίας δεν παρέχονται οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να εξάγεται ότι ο κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας υπήρξε συνεργός ή με δικές του ενέργειες ή πράξεις είχε παρακινήσει ή παρείχε συνδρομή στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Περαιτέρω, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει καμία σύνδεση του κατηγορουμένου 2 με τις υπό εξέταση κατηγορίες. Απόλυτα κατατοπιστική επί του θέματος είναι η απόφαση Ευγένιος Ajini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319 όπου εγέρθηκαν παρόμοια ζητήματα. Στην εν λόγω υπόθεση οι εφεσείοντες βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δίκης σε δύο κατηγορίες για αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Oι εφεσείοντες υποστήριξαν στην έφεση ότι δεν ήταν εκδότες των επιταγών και ότι το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, κατέστη ανενεργό επειδή στις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι εφεσείοντες εμφανίζονταν ως αυτουργοί και όχι ως συνεργοί με αποτέλεσμα να επηρεασθεί το συνταγματικό τους δικαίωμα που κατοχυρώνεται με το άρθρο 125(α) του Συντάγματος και να παραβιασθεί το άρθρο 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση υποδεικνύοντας τα ακόλουθα στη σελίδα 332, τα οποία απαντούν σε όλες τις πιο πάνω εισηγήσεις του κ. Κλεάνθους: «Είναι προφανές και δεν χρειάζεται συζήτηση ότι οι εφεσείοντες δεν ήταν εκδότες των επιταγών. Ως προς το δεύτερο όμως, η εισήγηση του συνηγόρου είναι εσφαλμένη. Το άρθρο του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τη δυνατότητα να κατηγορηθεί ο συνεργός ως αυτουργός. Παραθέτουμε το μέρος που ενδιαφέρει: "
  2. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) ........................... (β) ........................... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) ........................... Από νομικής άποψης οι κατηγορίες ήταν λοιπόν ορθές. Ωστόσο είναι επιθυμητό, όπου η Κατηγορούσα Αρχή γνωρίζει εξ αρχής ότι ο ρόλος κατηγορουμένου ήταν ρόλος συνεργού να το εκθέτει αυτό για πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης. Δεν είναι όμως απαραίτητο. Η απόφαση στην υπόθεση Maxwell (ανωτέρω) υπογραμμίζει ότι παρόλον που η εξειδίκευση είναι επιθυμητή εκεί όπου είναι δυνατή, εντούτοις δεν είναι απαραίτητη και η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού: βλ. τις ομιλίες των δικαστών Dilhorne, Hailsham και Edmund-Davies στις σελ. 143, 147,149-150 αντίστοιχα. Με τον ίδιο τρόπο αντικρύστηκε το ζήτημα και στην R. v. Gaughan
(1990)Crim.L.R. 880 (C.A.). Το άρθρο 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, θέτει ως κατευθυντήρια γραμμή στο υπό αναφορά ζήτημα την παροχή στοιχείων που εύλογα επαρκούν προκειμένου να γνωρίζει ο κατηγορούμενος την υπόθεση που θα αντιμετωπίσει: βλ. ιδιαίτερα την παράγραφο (ζ). Το κατά πόσο αυτό επιτυγχάνεται, συναρτάται με την υφή και τις ανάγκες της κάθε περίπτωση». Οι ίδιες αρχές διατυπώθηκαν και στις υποθέσεις Μαρκιδης ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 Α.Α.Δ. 598, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρικκή
(2001)2 Α.Α.Δ. 279, Eminiyet ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 216 και Ιωάννου ν. Ναναιμο Λίμιτεδ κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555. Στην προκείμενη περίπτωση αν και δεν εξειδικεύεται ότι ο κατηγορούμενος 2 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του συνεργού ήταν από την αρχή της ακρόασης πρόδηλο τι ήταν εκείνο που στην πραγματικότητα αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 2 και σε αυτή τη βάση διεξήχθηκε και η ακροαματική διαδικασία, με τρόπο ώστε να μην μπορεί να ευσταθήσει η θέση του κ. Κλεάνθους. Το δε γεγονός της μη συμπερίληψης του άρθρου 20 στην έκθεση αδικημάτων των κατηγοριών 1-3 δεν συνιστά, σύμφωνα με την υπόθεση Κοιλιάρη ν. Δήμος Αγίου Δομετίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 350, παρατυπία που να έχει επιπτώσεις στο κύρος της κατηγορίας. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσον ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας παρείχε συνδρομή στην έκδοση των επίδικων επιταγών οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες, σύμφωνα με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Σχετικό επί του θέματος είναι το άρθρο 20(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «20 Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στην διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . (β) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . » Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α του Κεφ. 154 βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, υποδείχθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, η οποία και παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελίδα 70, παράγραφος Α. 5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτείται πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στη δε υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 αναφέρεται στη σελίδα 546 από τον Λόρδο Goddard C.J. πως πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Παρομοίως, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελίδα 20 ο Devlin J. αναφέρει πως η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, ήτοι πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 AAΔ 261 αναφέρθηκε στη σελίδα 268 ότι έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια, με την έννοια που καθορίζεται στην πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία και επίσης παρατηρήθηκε ότι η συνέργεια επιτελείται κατά τον χρόνο της υπογραφής της επιταγής. Τα όσα διατυπώθηκαν στην υπόθεση Παυλόπουλος (πιο πάνω) υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2012 στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009, Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Κλεάνθους εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι από τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί από την παραπονούμενη εταιρεία αν και η πράξη της έκδοσης έχει αποδεχθεί εντούτοις δεν έχει αποδεχθεί η ένοχη διάνοια του κατηγορούμενου 2 με την έννοια που επεξηγείται στην πιο πάνω νομολογία, ενώ αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η θέση του κ. Ιωάννου. Κρίνω ότι με βάση τις αρχές της νομολογίας που καταγράφονται πιο πάνω και έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου η παραπονούμενη εταιρεία δεν έχει αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορούμενου 2 στις κατηγορίες 1-3, αφού παρόλο που ως διαφάνηκε ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο που υπέγραψε και εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, εντούτοις δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία, αφενός ως προς τον χρόνο έκδοσης κάθε μιας από αυτές, αφετέρου ότι ο ίδιος γνώριζε κατά την εν λόγω ημερομηνία ότι δεν θα υπήρχαν στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας διαθέσιμα κεφάλαια για εξόφληση της εκάστοτε επιταγής ή ότι είχε πρόθεση ώστε η επιταγή αυτή να μην πληρωθεί. Αξιοσημείωτο είναι, μάλιστα, το γεγονός ότι δεν έχει προσκομισθεί από την πλευρά της παραπονούμενης εταιρείας οποιαδήποτε μαρτυρία από την τράπεζα στην οποία ετηρείτο ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ούτε παρουσιάστηκε κατάσταση του λογαριασμού αυτού κατά την περίοδο έκδοσης των επιταγών. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία (έστω και περιστατική) από την οποία να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της κάθε μιας επιταγής (στοιχείο που παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο) ο κατηγορούμενος 2 εγνώριζε ότι οι επιταγές δεν θα εξοφλούνταν λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων. Η δε θέση του κ. Ιωάννου ότι με την επιστροφή των επιταγών ως απλήρωτες ο κατηγορούμενος 2 συνέχιζε να εκδίδει επιταγές δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι οι επιταγές Τεκμήρια 7 και 8 εκδόθηκαν μετά την επιστροφή της επιταγής Τεκμήριο
  1. Ελλείψη αυτού του συστατικού στοιχείου, η υπόθεση δεν μπορεί να επιτύχει αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 σε σχέση με τις κατηγορίες 1-
  2. Στην υπόθεση Militos Trading (πιο πάνω ) η εφεσίβλητη ήταν Διευθύντρια της εταιρείας Thekona Graphic Arts Printers Ltd και κατηγορήθηκε ότι υπό την ιδιότητά της αυτή συνέδραμε στην έκδοση σωρείας επιταγών, οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη τους. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το κατηγορητήριο όσον αφορά την εταιρεία Thekona Graphic Arts Printers Ltd, αποσύρθηκε. Μετά από την ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχε κενό όσον αφορά το χρόνο κατά τον οποίο υπογράφηκε η κάθε μια από τις επίδικες επιταγές και δεδομένου ότι ο χρόνος υπογραφής επιταγών είναι κρίσιμος για τη διαπίστωση της ύπαρξης πρόθεσης εκ μέρους της κατηγορουμένης, αθώωσε την εφεσίβλητη. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα τα οποία είναι απόλυτα σχετικά με τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης: «Εφ΄ όσον ο χρόνος αυτός είναι άγνωστος, είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς της, ικανά να πείσουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πως η εφεσίβλητη γνώριζε τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση. Το γεγονός, κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο, της υπογραφής των επίδικων επιταγών εκ μέρους της εταιρείας, οι οποίες δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, δεν είναι αρκετό. Απαιτείται επιπλέον μαρτυρία για το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η υπογραφή κάθε επιταγής. Μόνο έτσι είναι δυνατή η αξιολόγηση άλλων γεγονότων και συμπεριφορών για να εξαχθεί η γνώση και η πρόθεση της εφεσίβλητης κατά το χρόνο της εκάστοτε συνέργειας, κατά το χρόνο της εκάστοτε κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγίας. Υποθέσεις ή υποψίες περί της γνώσης της εφεσίβλητης δεν είναι αρκετές. Ακόμα και η εύλογη υποψία δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16). ........................ Στην περίπτωση έκδοσης επιταγής από εταιρεία, εκδότης είναι η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος ενεργεί υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα. Είναι δυνατόν σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεσή του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σωστά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, η αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή υπέγραψε την επιταγή. Η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261). Δεν είναι ορθή η θέση των εφεσειόντων ότι η ημερομηνία υπογραφής των επιταγών είναι η 23.11.2006. Αυτή είναι η ημερομηνία η οποία εμφαίνεται στις επιταγές και αντιπροσωπεύει την ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέες, μια και ο ίδιος ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ότι η εφεσίβλητη του εξέδωσε νέες μεταχρονολογημένες επιταγές. Ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο υπογραφής των επιταγών, δεν αποδεικνύεται και η πρόθεση της εφεσίβλητης. Εν όψει όλων των πιο πάνω, η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί αφού ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι δεν έχει αποδειχθεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος.» Κατά συνέπεια, και με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, κρίνω ότι η πλευρά της παραπονούμενης εταιρείας απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της μόνο εναντίον της κατηγορούμενης 1 εταιρείας σε σχέση με τις κατηγορίες υπ. αρ. 1-3, πλην όμως με την διαφοροποίηση ότι η ημερομηνία έκδοσης των επιταγών θα είναι περί την 11.8.2009, περί την 18.8.2009 και περί την 10.9.2009 στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία αντίστοιχα, ώστε το κατηγορητήριο να συνάδει με την προσκομισθείσα μαρτυρία (βλέπε Sammy Imbrahim Imbahim Issa and another v. The Republic
(1989)2 C.L.R. 39 και Ανδρέας Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458). Κατηγορίες 4-6 Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος των κατηγοριών αυτών οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά τις ημερομηνίες που καταγράφονται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη κατηγορία με δόλιο σκοπό και /ή με πρόθεση καταδολίευσης και ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι στο λογαριασμό με αριθμό 0140-11-009841 που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή, παρά ταύτα προκειμένου να εξασφαλίσουν από την παραπονούμενη εταιρεία αγαθά και εμπορεύματα αξίας ίσης με την αξία των επίδικων επιταγών, εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές διαβεβαιώνοντας την παραπονούμενη ότι στον εν λόγω λογαριασμό υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για πληρωμή των επίδικων επιταγών και απέσπασαν με τον τρόπο αυτό από την παραπονούμενη αγαθά αυτής της αξίας. Το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις καθορίζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, τα οποία προβλέπουν τα ακόλουθα: «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Το άρθρο 297 προσδιορίζει την έννοια του όρου ψευδείς παραστάσεις ενώ το αδίκημα δημιουργείται από το άρθρο 298 και σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτού τα συστατικά στοιχεία είναι τα ακόλουθα: (α) H ύπαρξη ψευδών παραστάσεων. Οι παραστάσεις οι οποίες αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά, όπως προνοείται και από το άρθρο 297, ο Κατηγορούμενος όταν προέβαινε σ' αυτές να εγνώριζε το ψευδές τούτων ή να μην επίστευε στο αληθές τους. Περαιτέρω αυτές να αφορούσαν γεγονός (ή γεγονότα) του παρελθόντος ή του παρόντος. Απλώς έκθεση γνώμης ή υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδών παραστάσεων. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. (β) Η απόσπαση από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται κατά τρόπο ικανοποιητικό. (γ) Πέραν των δύο πρώτων συστατικών στοιχείων πρέπει να υπάρχει και η πρόθεση προς εξαπάτηση. Στο κατηγορητήριο πρέπει να υπάρχει ισχυρισμός και με την προσαγόμενη μαρτυρία απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση και η απόσπαση με αυτή περιουσιακών στοιχείων, έγινε ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε υπό το κράτος πρόθεσης προς εξαπάτηση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα τόσο σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία όσο και σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 και αυτό γιατί δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 ή κάποιο άλλο πρόσωπο που δέσμευε την κατηγορουμένη 1 εταιρεία (αυτό σε ότι αφορά την υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1) γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι επίδικες επιταγές δεν θα ετιμούνταν. Επιπρόσθετα, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι δόθηκαν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις προς την παραπονούμενη εταιρεία προς το σκοπό αυτό, ήτοι της εξόφλησης των επίδικων επιταγών. Τουναντίον, από την μαρτυρία του μοναδικού προσώπου που κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, προκύπτει ότι ο κ. Δαπουλάκης δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 ούτε και συνομίλησε ποτέ μαζί του σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, για την ημερομηνία έκδοσης των οποίων δεν μπορούσε να τοποθετηθεί. Τέλος, από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώιον του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί ούτε και πρόθεση εξαπάτησης της παραπονούμενης εταιρείας από τους κατηγορουμένους. Τελικό συμπέρασμα Όπως προκύπτει και από τα πιο πάνω, η μεν κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1-3 υπό την διευκρίνιση που καθορίζεται στη σελίδα 17 πιο πάνω και αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 4-6, ο δε κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα, ενόψει του ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο, η δε υπόθεση πέτυχε σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 στις τρείς κατηγορίες, και απορρίφθηκε για την κατηγορούμενη 1 στις υπόλοιπες κατηγορίες και σε όλες τις κατηγορίες για την Κατηγορούμενο 2, κρίνω ορθό όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Γ.Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.