← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Άννας Επιφανίου, Αρ. Υπόθεσης: 25673/2010, 2/12/2013

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Άννας Επιφανίου, Αρ. Υπόθεσης: 25673/2010, 2/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25673/2010 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Άννας Επιφανίου Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Δεκεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για την Κατηγορούμενη: κ. Μ. Ιωάννου Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Π Ο Ι Ν Η H κατηγορούμενη ήταν μεταξύ των ετών 2003 και 2007 η μοναδική υπάλληλος και γραμματέας του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Ρ.Ι.Κ. Λτδ (Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ) η οποία για την αντίστοιχη μεγάλη χρονική περίοδο και σε αντίθεση με τα καθήκοντα της και τη σχέση εμπιστοσύνης ως εκ της θέσης της που θα έπρεπε να τιμά και να έχει τόσο προς τους εργοδότες της αλλά και προς τους υπαλλήλους του ΡΙΚ και πελάτες του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Ρ.Ι.Κ. Λτδ (Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ) ενήργησε με παράνομο τρόπο, εντελώς εκτός των καθηκόντων της, και δόλια με αποτέλεσμα να υπεξαιρέσει μεγάλο ποσό χρημάτων. Για την υπεξαίρεση των χρημάτων έγινε ποινική διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία αλλά και ορίσθηκαν Ερευνώντες Λειτουργοί από την Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρείων. Η έρευνα που έγινε, κατέδειξε ότι η κατηγορουμένη μεταξύ των ετών 2003 και 2006 υπεξαίρεσε από εφτά λογαριασμούς πελάτών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Ρ.Ι.Κ. Λτδ (Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ) το συνολικό ποσό των Λ.Κ.203.526,

  1. Από το εν λόγω ποσό, ποσόν Λ.Κ. 75.585,95 πιστώθηκε στον προσωπικό λογαριασμό όψεως που διατηρούσε με αρ. 032, ποσό Λ.Κ.58.000 πιστώθηκε στο λογαριασμό δανείου της με αρ. 323 ενώ το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.69.941 δεν εντοπίστηκε να έχει πιστωθεί σε προσωπικό λογαριασμό της. Κατά την έρευνα της υπόθεσης διαφάνηκε ότι η κατηγορουμένη αρχικά έκανε παρέμβαση σε κάποιους λογαριασμούς με οικειοποίηση ποσών και στη συνέχεια προέβαινε στην αποκατάσταση τους με υπεξαίρεση από άλλους λογαριασμούς. Οι λογαριασμοί ομαδοποιήθηκαν σε τέσσερεις κατηγορίες: 1) Λογαριασμοί Δανείων από τους οποίους υπεξαιρέθηκαν ποσά και παρουσίαζαν υπόλοιπα την 31.12.2006, 2) Λογαριασμοί Δανείων από τους οποίους υπεξαιρέθηκαν ποσά και κατά την 31.12.2006 παρουσιάζονται εξοφλημένοι, 3) Λογαριασμοί (Δανείων, Μονίμων, Όψεως) με ατεκμηρίωτες εγγραφές ή διαφορά μεταξύ αποδεικτικών στοιχείων και εγγράφων και 4) Λογαριασμοί Δανείων των οποίων το υπόλοιπο στις 31.12.2005 παρουσίαζε διαφορά με το αρχικό υπόλοιπο ημερ. 1.1.
  2. Αυτό που στην ουσία γινόταν ήταν ότι πρόσωπα έδιναν χρήματα (επιταγές) προς εξόφληση των δανείων που είχαν στο Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ. Τα χρήματα αυτά ορθώς κατέληγαν/κατατίθονταν στον τρεχούμενο λογαριασμό που τηρούσε το Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Όμως στα σχετικά βιβλία, έγγραφα και λογαριασμούς του Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ εγίνονταν ψευδείς καταχωρήσεις, αλλοιώσεις ή παραλείψεις με τις οποίες φαινόταν ότι τα χρήματα/ επιταγές είχαν κατατεθεί εις όφελος της κατηγορούμενης. Δηλαδή από την μια εμφανίζονταν ως πίστωση είτε στο λογαριασμό δανείου της είτε στο λογαριασμό όψεως της και από την άλλη οι λογαριασμοί των πελατών δεν πιστώνονταν με το αντίστοιχο ποσό με αποτέλεσμα να φαίνονται ότι, είχαν χρεωστικό υπόλοιπο. Στην ουσία η κλοπή εσυντελείτο με την έκδοση και εξαργύρωση επιταγών που εκδίδονταν από το τρεχούμενο λογαριασμό του Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ που τηρείτο στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, για λογαριασμό ή προς όφελος της κατηγορούμενης ή με την ανάληψη μετρητών από την ίδια . Το παράνομο δικαίωμα για έκδοση των επιταγών ή και ανάληψη μετρητών το αποκτούσε από την στιγμή που πίστωνε τα ποσά που έδιδαν οι πελάτες στους δικούς της λογαριασμούς. Οι σχετικές καταχωρήσεις που έκανε στα βιβλία, έγγραφα και λογαριασμούς παραπλανούσαν κάθε λογιστικό έλεγχο που θα μπορούσε να γίνει. Ακολούθως συνεχίζοντας την πρόθεση παραπλάνησης κάθε ελέγχου προέβαινε σε καταχωρήσεις-χρεώσεις των λογαριασμών των πελατών με δόσεις επί των δανείων έτσι ώστε να φαίνονται εκκρεμή και με κίνηση. Στο τέλος του 2006 στα βιβλία του Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ από τους εφτά πελάτες που έχουν αναφερθεί πιο πάνω μόνο οι τρεις παρουσίαζαν χρεωστικό υπόλοιπο. Για τους άλλους τέσσερεις φαινόταν ότι, τα δάνεια τους είχαν εξοφληθεί. Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι περιπτώσεις αφορούσαν τους λογαριασμούς εφτά υπαλλήλων του Ρ.Ι.Κ. Οι τέσσερεις περιπτώσεις αφορούσαν τους υπάλληλους του ΡΙΚ Αντρέα Κωνσταντινίδη, Αντρέα Δυμιώτη, Ήρα Γενακρίτου και Χριστόδουλο Χριστοδούλου οι οποίοι έδωσαν αντίστοιχα στην κατηγορούμενη επιταγές στις 31.8.2003 για ποσό Λ.Κ.26.375,53, στις 19.3.2004 ποσό Λ.Κ.6.089,08, 29.4.2004 ποσό Λ.Κ.13.760,49 και στις 4.10.2005 ποσού Λ.Κ.2.260,
  3. Και στις τέσσερεις περιπτώσεις τα ποσά δεν καταχωρήθηκαν σε πίστωση των λογαριασμών τους αλλά στο λογαριασμό όψεως της κατηγορούμενης με αρ.
  4. Στους λογαριασμούς των προσώπων αυτών δεν έγινε από την κατηγορούμενη η ανάλογη πίστωση για να εξοφληθούν και να κλείσουν αλλά συνέχιζαν να παρουσιάζουν χρεωστικό υπόλοιπο για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι της 31.12.2006 οπόταν και το υπόλοιπο τους έγινε μηδέν. Η κατηγορουμένη για την οικειοποίηση των πιο πάνω επιταγών προέβηκε σε παραποιήσεις στις σχετικές αποδείξεις είσπραξης, σε ψευδείς καταχωρήσεις στο βιβλίο ταμείου του Ταμιευτηρίου και σε ψευδείς καταχωρήσεις στους λογαριασμούς των πιο πάνω προσώπων που τηρούνταν από την ίδια στο λογισμικό πρόγραμμα. Η κατηγορουμένη επέστρεψε όλα τα χρήματα που οικειοποιήθηκε σε σχέση με τα πρόσωπα αυτά με αποτέλεσμα στις 31.12.2006 οι λογαριασμοί και των τεσσάρων πιο πάνω προσώπων να παρουσιάζουν μηδενικό υπόλοιπο. Φάνηκε ότι η κατηγορουμένη καταχώρισε στο λογαριασμό όψεως της ως πίστωση τα πιο πάνω ποσά για να αυξήσει το διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό της από τον οποίο εξέδωσε μεγάλο αριθμό επιταγών για προσωπικούς της σκοπούς από αγορά ειδών ένδυσης μέχρι υπηρεσίες αισθητικών, ψώνισμα από υπεραγορές αλλά και διάφορα είδη και έπιπλα για το σπίτι. Σε σχέση με τρεις άλλες περιπτώσεις υπαλλήλων του Ρ.Ι.Κ. συγκεκριμένα τους Θεοφάνη Λαγό, Μιχαήλ Χρυσάνθου και Θέμις Θεοχάρους, τα πρόσωπα αυτά είχαν λογαριασμούς δανείων οι οποίοι ενώ είχαν εξοφληθεί από τους χρεώστες τους, από την περίοδο 2004 μέχρι 2006 δεν έγινε σε αυτούς η ανάλογη πίστωση και συνέχιζαν να παρουσιάζουν χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι τις 31.12.
  5. Συγκριμένα ο κ. Θεοφάνης Λαγός εξέδωσε στο Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ την επιταγή της ΣΠΕ Ιδαλίου 60499671 ημερ. 23.3.2004 για ποσόν Λ.Κ.27.091,55 για εξόφληση του δανείου του αντί όμως το ποσό αυτό να καταχωρηθεί/πιστωθεί στο λογαριασμό δανείου του, να εξοφληθεί και να κλείσει, καταχωρήθηκε/πιστώθηκε στο λογαριασμό όψεως με αρ. 032 ο οποίος ανήκει στην κατηγορούμενη με αποτέλεσμα ο λογαριασμός δανείου του Θεοφάνη Λαγού να συνεχίζει να παρουσιάζει υπόλοιπο και να φαίνεται ανοικτός. Και από αυτά τα χρήματα εκδόθηκε από την κατηγορουμένη μεγάλος αριθμός επιταγών από το δικό της λογαριασμό με τις οποίες αγοράστηκαν διάφορες υπηρεσίες και εμπορεύματα. Ο Μιχαήλ Χρυσάνθου παρέδωσε στην κατηγορούμενη την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 00500442 για Λ.Κ.58.000 ημερ. 29.6.2005 για εξόφληση του ενυπόθηκου δανείου του. Το ποσόν αυτό αντί να καταχωρηθεί/πιστωθεί στον λογαριασμό δανείου του, καταχωρήθηκε πιστώθηκε στο λογαριασμό δανείου της Άννας Επιφανίου με αρ. 0323 στις 30.6.2005 με αποτέλεσμα ο λογαριασμός δανείου του Μιχαήλ Χρυσάνθου να παρουσιάζει στις 30.6.2005 υπόλοιπο αντί να εξοφληθεί και να κλείσει. Το ποσόν των Λ.Κ.58.000 κατατέθηκε στο λογαριασμό δανείου της κατηγορούμενης δημιουργώντας μια αύξηση στο διαθέσιμο υπόλοιπο του λογαριασμού της όπου και προέβαινε σε έκδοση επιταγών για το αντίστοιχο ποσόν και πάλι αγοράζοντας διάφορες υπηρεσίες και προϊόντα. Η Θέμις Θεοχάρους στις 9.11.2006 παρέδωσε στην κατηγορουμένη την επιταγή με αριθμό 086902 του Οργανισμού Χρηματοδότησης Στέγης για ποσό Λ.Κ.85.300 ημερ. 9.11.06 για εξόφληση του ενυπόθηκου δανείου που διατηρούσε. Το ποσό που προοριζόταν για την εξόφληση του δανείου της αυτό δεν πιστώθηκε στο λογαριασμό αυτό. Η κατηγορούμενη και σε αυτή την περίπτωση όπως και στις δύο αμέσως προηγούμενες εξέδωσε στα πρόσωπα αυτά απόδειξη για παραλαβή των χρημάτων. Το ποσό αυτό η κατηγορούμενη το χρησιμοποίησε για να εξοφλήσει υπεξαιρέσεις σε λογαριασμούς που πραγματοποίησε προγενέστερα. Η κατηγορουμένη προσκόμισε στο Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ σε τέσσερεις διαφορετικές ημερομηνίες μεγάλο ποσό χρημάτων έναντι του ποσού της υπεξαίρεσης. Τελικά πλήρωσε όλα τα ποσά τα οποία είχε υπεξαιρέσει. Νοείται βεβαίως ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ακολούθως έχασε την εργασία της λόγω της συμπεριφοράς της αυτής. Σε σχέση με όλη αυτή την συμπεριφορά της για την περίοδο 30.8.2003 μέχρι 12.9.2007 καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο η Ποινική Υπόθεση αρ. 25673/10 στις 27.9.
  6. Το κατηγορητήριο περιέχει 178 κατηγορίες. Στις 15.10.2013 η κατηγορούμενη παραδέχτηκε όλες τις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου και συνεπώς κρίθηκε ένοχη με τη δική της παραδοχή σε: - 12 κατηγορίες αναφορικά με το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331 333(β),335 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  7. - 12 κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (β), 335, 339 και 29 του Ποινικού Κώδικα. - 148 κατηγορίες για το αδίκημα της ψευδούς καταχώρισης σε έγγραφο κατά παράβαση των άρθρων 313(β) και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  8. - 3 κατηγορίες αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής από γραμματέα κατά παράβαση των άρθρων 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα. - 3 κατηγορίες για το αδίκημα συγκάλυψης κατά παράβαση άρθρων του Περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου 61

(1)/96 όπως τροποποιήθηκε. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υιοθέτησε τα γεγονότα που έχουν προκύψει από την έρευνα των Ερευνώντων Λειτουργών που είχαν διοριστεί σε σχέση με το θέμα αυτό και είναι αυτά που έχουν αναφερθεί στην αρχή της παρούσας απόφασης. Όπως ανέφερε, η κατηγορούμενη είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και έχει αποζημιώσει, υπό την έννοια του ότι έχει επιστρέψει όλα τα χρήματα τα οποία υπεξαίρεσε, πριν καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση και ουσιαστικά πριν να ξεκινήσουν οι έρευνες και οι ανακρίσεις. Ζήτησε δε όπως όλα τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση να κατασχεθούν και να καταστραφούν εκτός από τις επιταγές για τις οποίες ζήτησε όπως παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση για μετριασμό της ποινής. Σε αυτή υιοθετεί πρώτα απ' όλα το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που έχει γίνει σε σχέση με την κατηγορουμένη, τονίζει το λευκό ποινικό μητρώο και τον καλό χαρακτήρα της κατηγορουμένης αλλά και την παραδοχή της ενώπιον του Δικαστηρίου και την μεταμέλεια της. Ανέφερε ότι όλα τα αδικήματα είναι πανομοιότυπα και έχουν διαπραχθεί την περίοδο μεταξύ 2003 και 2007 δηλαδή ξεκίνησαν πριν από 10 χρόνια και τερματίστηκαν πριν από 6 χρόνια. Τόνισε επίσης το γεγονός ότι είναι η ίδια η κατηγορουμένη που ομολόγησε τις πράξεις της στον Πρόεδρο του Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ το 2007 και ότι ενώ ξεκίνησαν έρευνες τόσο από Ερευνώντες Λειτουργούς αλλά και από την Αστυνομία από την ίδια περίοδο εντούτοις το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε το Σεπτέμβριο του 2010. Ήταν μάλιστα η θέση του ότι οι έρευνες είχαν ολοκληρωθεί το 2009 και η συνεργασία των ανακριτικών αρχών αλλά και των Ερευνώντων Λειτουργών με την κατηγορούμενη ήταν συνεχής και πλήρης. Θέση του είναι ότι το μακρύ χρονικό διάσημα που παρήλθε για την καταχώρηση της υπόθεσης είναι αδικαιολόγητα μεγάλο και αντίκειται στο άρθρο 30 του Συντάγματος για την δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Πέραν του θέματος του διαρρεύσαντος χρόνου που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του και να δώσει τη δέουσα βαρύτητα, ο κ. Ιωάννου ανέφερε ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη δύο άλλοι μετριαστικοί παράγοντες, ότι δηλαδή είναι η ίδια η κατηγορούμενη που έφερε στο φως τις πράξεις της αναφέροντας τις στον ανώτερο της στην υπηρεσία και ότι αμέσως αποζημίωσε το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Ρ.Ι.Κ. Λτδ (Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ) ένα μήνα μετά την ομολογία της το 2007 ούτως ώστε να μην οφείλει κανένα ποσό έκτοτε. Ο κ. Ιωάννου ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του κατά την επιμέτρηση της ποινής ότι η κατηγορουμένη αμέσως μετά την ομολογία της το 2007 απελύθη από την υπηρεσία της και συνεπώς έχει ήδη τιμωρηθεί για τα αδικήματα που διέπραξε και ότι παρά το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή είχε απολυθεί, υπάκουσε στις εντολές των ανωτέρων της και συνέχισε να πηγαίνει στην εργασία της για ένα μήνα μετά ούτως ώστε να βοηθά τους αρμόδιους λειτουργούς που είχαν οριστεί από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών στη πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Ήταν καταληκτικά η εισήγηση του κ. Ιωάννου ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει παραδεχθεί η κατηγορούμενη είναι δεδομένη όπως και το γεγονός ότι η αρμόζουσα ποινή που τα Δικαστήριο συνήθως επιβάλλουν σε τέτοιες υποθέσεις είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης. Κάλεσε όμως το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση όπως αποφύγει να επιβάλει στην κατηγορούμενη τέτοια ποινή ενόψει των περιστατικών που πλαισιώνουν την υπόθεση και δη του μακρού χρόνου που έχει μεσολαβήσει, ζήτησε δε από το Δικαστήριο εάν επιβάλει ποινή φυλάκισης στην κατηγορούμενη να την αναστείλει παραπέμποντας σχετικά στο Νόμο περί Αναστολής Ποινών Φυλάκισης. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η κατηγορούμενη είναι σήμερα ηλικίας 51 ετών. Προέρχεται από οικογένεια μέτριου μορφωτικού επιπέδου. Ο πατέρας της εργαζόταν ως Καθηγητής Οικονομικών και η μητέρα της ήταν οικοκυρά. Στο παρόν στάδιο οι γονείς της είναι συνταξιούχοι και διαμένουν στο Άγιο Δομέτιο. Η κατηγορούμενη έχει ακόμη δύο αδέλφια που διαμένουν Λευκωσία. Το 1983 σύναψε τον πρώτο γάμο της με τον κ. Νίκο Αντωνίου από τον οποίο απέκτησε και το μοναδικό παιδί της, τον Αντώνη Αντωνίου ο οποίος είναι σήμερα 29 ετών, άγαμος και πτυχιούχος της Αγγλίας στους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές. Στο παρόν στάδιο εργάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών. Το 1986 χώρισε με το σύζυγο της Ν. Αντωνίου λόγω διαπροσωπικών προβλημάτων που είχαν στη σχέση τους, ανέλαβε τη φροντίδα του ανήλικου τότε γιου τους ο οποίος έκτοτε διαμένει μαζί της. Περί το 1993 τέλεσε τον δεύτερο γάμο της, με τον κο Σωτήρη Επιφανίου, 58 ετών από την Λευκωσία με τον οποίο δεν απέκτησαν παιδιά. Ο κος Σωτήρης Επιφανίου έχει ένα γιο με τη προηγούμενη σύζυγο του, ο οποίος σπουδάζει Αγγλία και διαμένει με την μητέρα του. Με τον γιο του νυν συζύγου της, η κατηγορουμένη διατηρεί πολύ καλές σχέσεις και τους επισκέπτεται όταν βρίσκεται Κύπρο. Να σημειωθεί ότι ο κος Επιφανίου παρουσιάζει προβλήματα υγείας (υπέστη έμφραγμα καρδίας). Η σχέση του ζεύγους όπως αναφέρθηκε είναι πολύ καλή και χαρακτηρίζεται από στήριξη και συμπαράσταση. Η κατηγορούμενη αποφοίτησε κανονικά από το σχολείο και στη συνέχεια ακολούθησε δυο χρόνια γραμματειακές σπουδές στο English Tutorial Center. Ξεκίνησε την πρώτη επαγγελματική της εργασία ως γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο για έξι χρόνια. Μετέπειτα εργοδοτήθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Υπαλλήλων Ρ.Ι.Κ. Λτδ (Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ) ως γραμματέας όπου και εργάστηκε για δεκατρία περίπου χρόνια. Απολύθηκε από την εργασία αυτή λόγω των ατασθαλιών που είχαν ως αποτέλεσμα την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Στη συνέχεια εργοδοτήθηκε στη εταιρεία Βάσος Ηλιάδης στο Λογιστήριο για τέσσερα χρόνια περίπου. Διακόπηκε η εργασία της από την εταιρεία αυτή λόγω μείωσης των εργασιών της εταιρείας και έκτοτε η αναφερόμενη παραμένει άνεργη. Στο παρόν στάδιο ασχολείται με τη χειροτεχνία (κατασκευή κοσμημάτων, διακόσμηση διάφορων αντικειμένων) και καλύπτει με αυτόν τον τρόπο μέρος των προσωπικών της εξόδων. Αδιαμφισβήτητα όλες οι κατηγορίες που έχει παραδεχθεί η κατηγορουμένη είναι πάρα πολύ σοβαρές λαμβανομένου υπόψη του ανωτάτου ορίου ποινής όπως προβλέπεται από το Νόμο γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο μέρος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσον για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και γι την έκταση της. Το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου σύμφωνα με το άρθρο 335 του Ποινικού Κώδικα είναι κακούργημα και ο ένοχος του αδικήματος αυτού υπόκειται σε φυλάκιση 3 ετών. Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και πάλι τιμωρείται με βάση το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης 3 ετών, ενώ η ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα της ψευδούς καταχώρισης σε έγγραφο με βάση το άρθρο 313(β) του Ποινικού Κώδικα που είναι κακούργημα, είναι φυλάκιση 7 χρόνων. Σε ότι αφορά το αδίκημα της κλοπής από γραμματέα ο Ποινικός Κώδικας διά του άρθρου 268 προνοεί ποινή φυλάκισης 14 ετών ενώ αναφορικά με τα αδικήματα Συγκάλυψης επίσης η ποινή που προνοείται είναι 14 χρόνια φυλάκιση. Επειδή βεβαίως η κατηγορούμενη εκδικάζεται συνοπτικά το ανώτατο όριο ποινής που μπορεί να της επιβληθεί είναι 5 χρόνια φυλάκισης. Πέραν των ποινών που προβλέπονται και που καθιστούν όπως έχω ήδη αναφέρει τα αδικήματα που έχει παραδεχθεί η κατηγορούμενη πολύ σοβαρά, τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία έχουν εκτεθεί με λεπτομέρεια ανωτέρω, καταδεικνύουν επίσης ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να καταταγεί στις σοβαρότερες του είδους. Η κατηγορουμένη ούσα η μοναδική υπάλληλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Ρ.Ι.Κ. Λτδ (Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ) και συνεπώς το μοναδικό πρόσωπο που είχε την ευθύνη, τον έλεγχο, την εποπτεία του τρόπου λειτουργίας αλλά και της εύρυθμης λειτουργίας του εν λόγω τραπεζικού ιδρύματος, συστηματικά, για περίοδο τεσσάρων ετών καταχρώμενη όχι μόνο την εμπιστοσύνη που της έδειξαν τα πρόσωπα που την διόρισαν σε αυτή την ευαίσθητη και υπεύθυνη θέση αλλά και την εμπιστοσύνη των υπαλλήλων και συνεργατών του ΡΙΚ, χωρίς κανένα ενδοιασμό, εσκεμμένα, προμελετημένα και τεχνηέντως καταχράστηκε μεγάλο ποσό χρημάτων με ποικίλους τρόπους δράσης οι οποίοι έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Επαναλαμβάνω ότι κάποια ποσά χρημάτων τα κατέθετε κατευθείαν σε δικούς της λογαριασμούς είτε όψεως είτε δανείων, άλλα ποσά χρησιμοποίησε για να καλύψει υπεξαιρέσεις και ελλείμματα σε λογαριασμούς από τους οποίους είχε υπεξαιρέσει χρήματα σε προγενέστερες ημερομηνίες χρήματα, παραποίησε αποδείξεις και τα βιβλία του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Ρ.Ι.Κ. Λτδ (Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ) για να αποφύγει τον εσωτερικό έλεγχο για όλη αυτή την χρονική περίοδο και διαφάνηκε ότι όλο αυτό το ποσό χρημάτων που οικειοποιήθηκε το ξόδεψε για προσωπικά της θέματα, πληθώρα αγορών υπηρεσιών και προϊόντων. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα διότι, με παράνομη ενέργεια, ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει το σκοπό του, το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπής η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως, στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε μ' αυτό το τρόπο, από απελπισία ή χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 5534, ημερ. 13.2.1992, όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης, στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει, με τις ενέργειες του, αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443, ημερ. 30.4.1991). Το αδίκημα της κλοπής από γραμματέα είναι ακόμα πιο σοβαρό αδίκημα, πράγμα που αντανακλάται και στην προβλεπόμενη ποινή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Το αδίκημα αυτό καταρρακώνει την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και υπαλλήλου, και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Βασιλιώτης
(1967)2 C.L.R. 20 όπου τονίσθηκε πως, «...τέτοια συμπεριφορά (κλοπή υπό υπαλλήλου) τείνει να υπονομεύσει τη βάση πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι διεξάγουν την εργασία τους ως εργοδότες ή κερδίζουν τα προς τον ζην ως εργοδοτούμενοι. Η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το Νόμο». Στην υπόθεση Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212 που αφορούσε στο ίδιο αδίκημα, και ενώ κατά τον χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου ήταν 7 χρόνια, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 9 μηνών θεωρήθηκε ως επιεικής. Στην υπόθεση Πέτρος Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως 2 ½ ετών μειώθηκε από το Εφετείο σε 18 μήνες. (Βλ. επίσης Ανδρέας Κωστάκη Στυλιανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 58/08, ημερ. 13.10.2008, και Suma Akter v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 1/2005, ημερ. 24.2.2005 και Μάριος Αδάμου ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 199/11 ημερ. 9.8.2012). Σε ότι αφορά τα αδικήματα της πλαστογραφίας, όπως έχει αναφερθεί στην Νομολογία η οποία κατά κύριο λόγο αφορά υποθέσεις πλαστογραφίας πιστωτικών καρτών, πληρεξουσίων και επιταγών, εν' όψει και των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει αδικήματα τέτοιας μορφής, επιβάλλεται και η επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Καθοριστικός παράγοντας είναι η αποτροπή (βλ. Mohamed El Fedy v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 16, Arman Ayvazian v. Αστυνομία (Π.Ε. 183/2011 ημερ. 25.4.2012). Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομία
(1999)2 Α.Α.Δ. 286 η οποία αφορούσε πλαστογραφία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» (βλέπε σχετικά και Φίλιππος Τάσου Δρουσιώτη ν. Αστυνομία (ΠΕ 110/2012 ημερ. 18.7.2013). Στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 οι κατηγορούμενοι διέπραξαν μεταξύ άλλων το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της πλαστοπροσωπίας και της συγκάλυψης στα πλαίσια εγκληματικής δραστηριότητας που είχε σαν αποτέλεσμα την πώληση μετοχών ανυποψίαστου πολίτη και την απόσπαση χρηματικού ποσού £134,
  1. Ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχτηκε και αποζημίωσε τον παραπονούμενο. Για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου η ποινή κατ' έφεση μειώθηκε σε 3 ½ χρόνια, και για την συγκάλυψη στα 3 χρόνια, ενώ επικυρώθηκαν οι ποινές φυλακίσεως 2 ετών σε κάθε Κατηγορία που αφορούσε σε απόσπαση δια ψευδών παραστάσεων, πλαστοπροσωπεία και συνομωσία. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομία (ΠΕ 214/09 ημερ. 29.1.2010) η οποία αφορούσε πλαστογραφία επίσημων εγγράφων η ποινή των 18 μηνών φυλάκισης αν και κρίθηκε αυστηρή δεν θεωρήθηκε υπερβολική. Στην Θεόδωρος Κωνσταντίνου ν Αστυνομία (ΠΕ 227/09 ημερ. 19.3.2010) η ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε Κοινοτάρχη και Γραμματέα Συνεργατικής για πλαστογραφία εγγράφων μειώθηκε σε 6 μήνες ενόψει του ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος όπως επίσης και λόγω των ψυχολογικών και άλλων προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Έλενα Κουμίδου ν. Αστυνομίας, (Ποιν. Εφ. 55/11, ημερ. 24.5.2011), η οποία αφορούσε αδικήματα όπως και η παρούσα κάτω από το άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα, ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, για αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, θεωρήθηκε ορθή κατ' έφεση ως προς το ύψος της. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  2. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
  3. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  4. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους, πιθανόν, παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και τους τρεις του στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα, από το Aνώτατο Δικαστήριο, ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou 22 CLR 147). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιβληθεί αυστηρή ποινή σε σχέση με τον στόχο της τιμωρίας και της αποτροπής αλλά και με βάση τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Η κατηγορούμενη πρέπει μέσω της ποινής που θα της επιβληθεί να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων της, πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρά, ως προειδοποίηση σε άλλα πρόσωπα που δυνατόν να συμπεριφερθούν με παρόμοιο τρόπο. Σε διαφορετική περίπτωση εκμηδενίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος και θα ενθαρρύνεται η παρανομία. Προτού αναφερθώ στους μετριαστικούς παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής θεωρώ ορθό στο στάδιο αυτό να σχολιάσω το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης ότι υπήρξε μακρά καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Αδιαμφισβήτητα από απλή ανάγνωση του κατηγορητηρίου προκύπτει ότι τα αδικήματα που έχει παραδεχτεί η κατηγορούμενη έλαβαν χώρα μεταξύ 30.8.2003 και 12.9.2007, το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 27.9.2010, παρόλο που η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για συνοπτική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης φέρει ημερ. 23.6.2010 και ορίσθηκε για πρώτη φορά για επίδοση στις 8.2.2011, ημερομηνία κατά την οποίαν η κατηγορουμένη ήταν παρούσα. Από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι σήμερα που επιβάλλεται σε αυτή ποινή έχουν περάσει σχεδόν άλλα τρία χρόνια. Προκύπτει επομένως αβίαστα το γεγονός ότι η διαπίστωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορουμένης γίνεται πολλά χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000 το Ανώτατο Δικαστήριο επεξήγησε ότι δεν εξετάζεται το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση ποινής. Σχετική είναι η υπόθεση Τσιολής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7461 ημερ. 8.3.
  5. Από τα γεγονότα όπως έχουν κατατεθεί, προκύπτει ότι οι οδηγίες για τη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης δόθηκαν στις 31.10.
  6. Εν τω μεταξύ συνεχιζόταν ο έλεγχος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων Ρ.Ι.Κ. Λτδ (Σ.Τ.Υ. ΡΙΚ Λτδ) από το Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και ο οποίος τελείωσε στις 27.11.
  7. Μετά από την ολοκλήρωση του εν λόγω ελέγχου στάληκε νέα επιστολή-καταγγελία στην Αστυνομία, οπόταν και ουσιαστικά η ποινική διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε μετέπειτα. Σίγουρα από τον τρόπο ενέργειας της κατηγορουμένης για τόσο μεγάλη χρονική περίοδο, των ποσών που υπεξαιρέθηκαν και των εγγράφων που χρειάστηκαν για την διερεύνηση της υπόθεσης η οποία σίγουρα είναι πολύπλοκη αναλώθηκε αρκετός χρόνος. Επομένως υπάρχει μεν καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης, όχι όμως υπέρμετρη. Για το τι επεσυνέβηκε από την ημερομηνία που η κατηγορουμένη παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και απάντησε στο κατηγορητήριο, υπάρχουν σχετικά πρακτικά στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κάποιες αναβολές είχαν δοθεί λόγω του ότι δεν είχαν δοθεί οι καταθέσεις στην πλευρά της Υπεράσπισης, άλλες επειδή το Δικαστήριο ήταν απασχολημένο με συνεχιζόμενες ακροάσεις, την υπόθεση ανέλαβε το παρόν Δικαστήριο με την ανάληψη της παρούσας δικαιοδοσίας στις 20.9.2013, προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 15.10.2013 αφού είχε ζητηθεί αναβολή λόγω επικείμενης διαβούλευσης μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και συνηγόρου κατηγορουμένης για να γίνει παραδοχή σε κάποιες κατηγορίες. Στις 15.10.2013 η κατηγορούμενη άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, η υπόθεση ορίστηκε στις 20.11.2013 για αγορεύσεις προς μετριασμό της ποινής και δόθηκαν ταυτόχρονα και οδηγίες στο Γραφείο Ευημερίας για να γίνει κοινωνική έκθεση για την κατηγορουμένη. Την εν λόγω ημερομηνία 20.11.2013 εκτέθηκαν τα γεγονότα από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του σε ότι αφορά την ποινή για σήμερα 2.12.
  8. Το ερώτημα επομένως που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η καθυστέρηση είναι τέτοια που να δικαιολογεί μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό από τις ποινές που όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω με λεπτομέρεια συνήθως επιβάλλουν τα Δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις. Η καθυστέρηση σίγουρα είναι σημαντική, όπως ανέφερε και ο συνήγορος της κατηγορουμένης, είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα. Όμως, οι ποινικά κολάσιμες πράξεις της κατηγορουμένης στο χρονικό διάστημα που αφορά το κατηγορητήριο είναι της σοβαρότητας και έκτασης που αυτά τα χρόνια που έχουν περάσει δεν έχουν εξαλείψει την ανάγκη επιβολής της εσχάτης των ποινών. Εν όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, του γεγονότος πρόκειται ουσιαστικά για υπόθεση απάτης με σοβαρές διαστάσεις δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων είναι τέτοιος που να ατονεί ανάγκη επιβολής αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής που αρμόζει ως ορθή τιμωρία για την συμπεριφορά της κατηγορουμένης. Η καθυστέρηση είναι σημαντική αλλά δεν θεωρώ ότι επιδρά καταλυτικά στο είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη αλλά στη διάρκεια ποινής. Προς όφελος της κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου πρώτα απ' όλα το λευκό ποινικό της μητρώο και την παραδοχή της στο Δικαστήριο. Συνυφασμένη με την παραδοχή της στο Δικαστήριο είναι και η παραδοχή που η ίδια είχε κάμει στον προϊστάμενο της συνεπεία της οποίας και ξεκίνησε η έρευνα. Υπέρ της κατηγορουμένης θα προσμετρήσει επίσης ευνοϊκά το γεγονός ότι έχει επιστρέψει όλο το ποσό των χρημάτων που έχει υπεξαιρέσει μέρος του ποσού πριν καν τα αδικήματα έρθουν στην επιφάνεια με την δική της παραδοχή αλλά και ολόκληρου του ποσού μετά την παραδοχή της στον προϊστάμενο της και πριν καν αρχίσει η διερεύνηση της υπόθεσης από πλευράς Αστυνομίας. Το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία που το Δικαστήριο της επιβάλει ποινή θα προσμετρήσει ευνοϊκά υπέρ της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι σε όλο αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα δεν έχει διαπράξει κανένα άλλο αδίκημα. Ενόψει των ανωτέρω επιβάλλονται στην κατηγορουμένη οι πιο κάτω ποινές: - Σε όλες τις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας δηλαδή αρ. κατηγορίας 1, 3, 40, 42, 48, 50, 90, 92, 116, 118, 133 και 137, ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια κατηγορία. - Σε όλες τις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, δηλαδή αριθμός κατηγορίας 2, 4, 41, 43, 49, 51, 91, 93, 117, 119, 136 και 138, ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια κατηγορία. - Σε όλες τις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της ψευδούς καταχώρισης σε έγγραφο, δηλαδή κατηγόριες 5-16, 39, 44-47, 52-89, 94-115, 120-134 και 139-172, ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε μια κατηγορία. - Στα αδικήματα κλοπής από γραμματέα δηλαδή κατηγορίες 173, 175 και 177 ποινή φυλάκισης 22 μηνών σε κάθε μια κατηγορία. - Στα αδικήματα συγκάλυψης δηλαδή κατηγορίες 174, 176 και 178 ποινή φυλάκισης 20 μηνών σε κάθε μια κατηγορία. Οι ποινές να συντρέχουν. Το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η νομολογία που διέπει το θέμα καταδεικνύει ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί ενδεικτικά στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Έχω την άποψη ότι, εξαιτίας της καθυστέρησης που έχει παρατηρηθεί, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στα 6 χρόνια που έχουν περάσει από το τέλος της περιόδου της παράνομης πράξης της κατηγορουμένης αυτή δεν περιέπεσε σε κανένα άλλο αδίκημα ούτε και επανέλαβε αυτή την λανθασμένη συμπεριφορά, αλλά και λόγω των διορθωτικών κινήσεων της κατηγορουμένης, δηλαδή της επιστροφής όλων των χρημάτων που είχε υπεξαιρέσει αμέσως μετά την παραδοχή της στον προϊστάμενο της και πολύ πριν την καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, δικαιολογείται η αναστολή της ποινής. Δεν υπάρχει κανένας νομικός κανόνας που αποκλείει την επιβολή προστίμου εκεί που έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης που έχει ανασταλεί. Εκείνο που είναι ανεπίτρεπτο είναι το Δικαστήριο να εξαντλήσει την αυστηρότητα του σε σχέση με τη διάρκεια της προτεινόμενης ποινής φυλάκισης και το ύψος της ποινής προστίμου. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα του G.M. Pikis Sentencing in Cypus 2nd edition σελ. 28 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «As already indicated a suspended sentence of imprisonment may be combined with a fine. However the fine should not be such as to defeat the purpose of suspension that lies in the avoidance of the immediacy of a prison sentence...it is objectionable and therefore impermisssble to impose two separate, exhaustive in their range, sentences.» Δεν θεωρώ ότι συνιστά υπέρμετρη τιμωρία για τα σοβαρά αδικήματα της Συγκάλυψης με βάση τον Νόμο 61
(1)/1996 να συνοδεύεται η ποινή φυλάκισης με αναστολή με ποινή προστίμου, αντιθέτως ο συνδυασμός των ποινών αυτών σε αυτή την περίπτωση, που προέρχεται και από τον ίδιο το Νόμο, τονίζει την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης της ανεύθυνης συμπεριφοράς της κατηγορουμένης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό έστω και αν γι' αυτή επανόρθωσε. Επομένως σε κάθε μια από τις κατηγορίες 174, 176 και 178 που έχει παραδεχθεί η κατηγορούμενη επιβάλλεται πέραν της ποινής φυλάκισης που έχει ανασταλεί, ποινή προστίμου €500. Τα έξοδα των μαρτύρων κατηγορίας που είναι €65 να καταβληθούν από την κατηγορούμενη. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν, εκτός από τις επιταγές, οι οποίες να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.