Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ίκαρου Ορκονσέλι κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22555/2013, 4/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22555/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
- Ίκαρου Ορκονσέλι
- Waqas Mahmood Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Αβρααμίδου Για Κατηγορούμενο 1: κα. Τ. Μιλτιάδου Κατηγορούμενος 1 παρών ΠΟΙΝΗ για τον Κατηγορούμενο 1 O κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο «Κατηγορούμενος») κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στην πρώτη κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, ήτοι του δεύτερου κατηγορούμενου, χωρίς την απαιτούμενη άδεια από το Νόμο κατά παράβαση των άρθρων 2, 14Β και 20 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972, ΚΔΠ 242/
- Να σημειωθεί ότι η υπόθεση αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος αντιμετώπιζε την κατηγορία της αποδοχής απασχόλησης ενώ ήταν αλλοδαπός και χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την σχετική άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και της παραμονής στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού (δεύτερη και τρίτη κατηγορία αντίστοιχα), διακόπηκε στις 21.10.2013 και ο δεύτερος κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Την 10/10/2013 περί ώρα 22:05 ο Μ.Κ.1 μαζί με τον Αστ. 3465 και Αστ.889 της YAM Αρχηγείου μετέβηκαν στο ταχυφαγείο «Ο ΓΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ», στην οδό Ακροπόλεως 45Γ στο Στρόβολο, κατόπιν πληροφορίας ότι στο εν λόγω μέρος εργάζεται παράνομα αλλοδαπός. Μόλις έφτασαν παρακολούθησαν το μέρος διακριτικά για περίοδο 30 λεπτών περίπου και ο Μ.Κ.1 είδε ένα άτομο που εκ πρώτης όψεως φαινόταν αλλοδαπός να ετοιμάζει μια παραγγελία για να την διανέμει. Τότε ο Μ.Κ.1 τον πλησίασε και αφού του έδειξε την αστυνομική του ταυτότητα του ζήτησε τα στοιχεία του και διαπίστωσε ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος αφίχθηκε στην Κύπρο την 16/06/2010 ως μαθητής με ημερομηνία παραμονής μέχρι την 20/06/2012 και έκτοτε δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ανανέωση της άδειας παραμονής του. Στη συνέχεια και αφού ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι ο εν λόγω αλλοδαπός εργαζόταν παράνομα στο μέρος χωρίς την άδεια της Διευθύντριας Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διάπραττε δηλαδή της παράνομης παραμονής και παράνομης απασχόλησης και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός του απάντησε «ok, they give me 4 euros per hour». Μετά την παρέλευση 10 λεπτών έφτασε στο μέρος ο Κατηγορούμενος όπου ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε ότι με το να εργοδοτεί τον αλλοδαπό χωρίς την απαιτούμενη άδεια από την αρμόδια αρχή διαπράττει αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και αυτός απάντησε «μου είπε ότι είναι νόμιμος». Ακολούθως τον πληροφόρησε ότι θα πρέπει να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού για τα περαιτέρω. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 και οι Αστ. 3465 και Αστ. 889 μετέφεραν τον κατηγορούμενο 2 στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού όπου και τον παρέδωσαν στον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.3 για τα περαιτέρω. Στον κατηγορούμενο 2 εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το Νόμο. Την 10/10/2013 και μεταξύ των ωρών 23:10-23:30 στο σταθμό Λυκαβητού ο Μ.Κ.2 έλαβε θεληματική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο αφού τον πληροφόρησε για την υπόθεση που εξετάζει και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο. Σε αυτήν ανέφερε ότι εργοδοτεί τον κατηγορούμενο 2 για περίπου ένα μήνα και ότι του προσφέρει €4 την ώρα και τον απασχολεί για λίγες ώρες την βδομάδα. Στη συνέχεια και μεταξύ των ωρών 23:50-23:55 ο Μ.Κ.2 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης και αυτός απάντησε «απολογούμαι». Την ίδια μέρα, σε θεληματική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 2, αυτός δήλωσε ότι εργάζεται στο υποστατικό από την 05/09/2013 και εργοδότης του είναι ο Κατηγορούμενος. Επίσης δήλωσε ότι πληρώνεται €4 την ώρα και εργάζεται 15 ώρες περίπου την εβδομάδα. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής του, η συνήγορος του Κατηγορούμενου επεσήμανε την άμεση παραδοχή του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και το λευκό ποινικό μητρώο του. Ως προς τις συνθήκες εργοδότησης του κατηγορούμενου 2 η κα. Μιλτιάδου υποστήριξε ότι η εργοδότηση διήρκησε μόνο για ένα μήνα και επεσήμανε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν με την εντύπωση ότι ο αλλοδαπός βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο και ζήτησε για το σκοπό αυτό όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία και δεν του προσκομίστηκαν. Όπως δε υποστήριξε, ο Κατηγορούμενος δεν σκόπευε να εργοδοτήσει τον Κατηγορούμενο 2 για μεγάλο χρονικό διάστημα αφού όπως διεφάνηκε και στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο κατηγορούμενος 2 σκόπευε να αναχωρήσει από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως και έπραξε τελικά. Αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου υιοθετήθηκε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας από όπου προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, ενώ βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του με την οποία έχουν δυο παιδιά, ηλικίας 8 και 4 ετών. Δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου καταβάλλει σταθερά το ποσό των €350 ως διατροφή και έχει αρκετά καλές σχέσεις με την εν διαστάση σύζυγό του και τακτικές επαφές με τα παιδιά του. Κατάγεται από την Γεωργία και σε ηλικία 12 ετών μετέβηκε με την οικογένεια του στην Ελλάδα για σκοπούς εξεύρεσης καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Στην Ελλάδα δεν φοίτησε σε σχολείο και από νεαρή ηλικία εργάστηκε σε διάφορες εργασίες ως πελεκάνος, σερβιτόρος κ.λ.π. Στη συνέχεια, και μετά την έκτιση της στρατιωτικής του θητείας στην Τρίπολη, ήρθε στην Κύπρο όπου ήδη βρισκόταν η υπόλοιπη οικογένεια του. Οι γονείς του βρίσκονται ακόμα στην Κύπρο, ο μεν πατέρας του εργάζεται ως φρουρός ασφαλείας, η δε μητέρα του εργάζεται στο ταχυφαγείο που διατηρεί ο Κατηγορούμενος. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος διαμένει στο διαμέρισμα των γονιών του, εργάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα και τους τελευταίους οκτώ μήνες λειτουργεί ταχυφαγείο στην Ακρόπολη το οποίο ενοικιάζει για ποσό €350 μηνιαίως. Το μηνιαίο του εισόδημα ανέρχεται σε €
- Τέλος, η συνήγορος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των πράξεων του και εξέφρασε την υπόσχεσή του να είναι πιο συνεπής στο μέλλον. Αναμφίβολα το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι σοβαρό και αυτό διαφαίνεται τόσο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή όσο και από την ανησυχητική συχνότητα διάπραξής του έτσι ώστε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να το αντιμετωπίζει με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές και ειδικότερα ποινές φυλάκισης. Επί τούτου να σημειωθεί ότι για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι £5,000 ή και τα δυο. Μια απλή θεώρηση της πρόσφατης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς την άδεια του Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης επιβεβαιώνει ακριβώς τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, καθώς επίσης ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 283, στη σελίδα 297, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε τη χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο και την αντικατέστησε με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών: "H ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι αρκετός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Η ίδια ακριβώς προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Αθανασίου
(2001)2 ΑΑΔ 311, στην οποία αφού έγινε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κωνσταντινίδης (όπως ήταν τότε), υπέδειξε ότι το «μέγεθος της δημόσιας βλάβης που προκαλείται είναι τέτοιο που επιβάλλεται αυστηρή αντιμετώπιση από την οποία να εκπέμπεται το καθαρό μήνυμα πως κάθε ένας πρέπει να έχει στο μυαλό του πρώτα τον Νόμο και πως η αντίληψη ότι ενδεχομένως ένας μπορεί να δει πρώτα το συμφέρον της δουλειάς του, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.» Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 ΑΑΔ 467, γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψιν ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Υιοθετήθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553: «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει με απόλυτη σαφήνεια τη θέση της νομολογίας ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα, η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Αναφέρω χαρακτηριστικά τις πιο κάτω αποφάσεις: Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74 το Πρωτόδικο Δικαστήριο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης επέβαλε σε κατηγορούμενο εστιάτορα, που παραδέχθηκε ενοχή και είχε λευκό ποινικό μητρώο, ποινή προστίμου £350,00. Στην έφεση που ασκήθηκε, το πρόστιμο παραμερίστηκε και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 304 όπου σε κάτοχο μπυραρίας, ο οποίος ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, είχε παραδεχθεί ενοχή, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, χρηματική ποινή £400,00 που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 ΑΑΔ 311, ποινή προστίμου £500,00 που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κατηγορούμενο που εργοδότησε αλλοδαπό και παραδέχθηκε ενοχή με καθαρό ποινικό μητρώο, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Παρομοίως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 ΑΑΔ 438 όπου χρηματική ποινή £400,00 αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Να αναφερθεί εδώ ότι στην υπόθεση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα επικριτικό κατά της πρωτόδικης απόφασης χαρακτηρίζοντας την ποινή που επιβλήθηκε ανεξήγητη και αντινομική και ως μεγάλο σφάλμα αρχής. Η δε δικαιολογία που είχε αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν επέβαλλε χρηματική ποινή £400,00 ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είχε καθαρό ποινικό μητρώο και ήταν πατέρας τριών παιδιών, χαρακτηρίστηκε ως ισχνή. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος προέβαλε και ισχυρισμό ότι έπασχε από διαβήτη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γραμματικού (ανωτέρω) πρόστιμο £500,00 που επιβλήθηκε σε εργολάβο που παραδέχθηκε ενοχή και ήταν χωρίς εγκληματικό παρελθόν και που είχε εργοδοτήσει μόνο για λίγες μέρες ένα αλλοδαπό και μάλιστα κατόπιν παράκλησης του αλλοδαπού, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Είναι εμφανές, λοιπόν, από όλα τα πιο πάνω ότι σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η μόνη αρμόζουσα ποινή για τα υπό κρίση αδικήματα, είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης. Στην δε υπόθεση Gaby Toufic Atallah
(1992)2 ΑΑΔ 94 τονίστηκε ότι «οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορούμενων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές». Σε ότι αφορά τη σοβαρότητα του αδικήματος, τονίζω ότι αυτή προκύπτει και από την ίδια τη φύση της παράνομης εργοδότησης καθότι εμπεριέχει πάντοτε τον κίνδυνο εκμετάλλευσης του παρανόμως εργοδοτούμενου αλλοδαπού που κατά τεκμήριο είναι και το αδύνατο μέρος της παράνομης αυτής συμπεριφοράς. Όταν η εργοδότηση είναι παράνομη η πολιτεία δεν μπορεί να ελέγξει τις συνθήκες εργασίας, ούτε αν τηρούνται οι κανονισμοί περί ελάχιστου ορίου αμοιβής, ωρών εργασίας, παροχής κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων αδειών και ωφελημάτων που δικαιούνται οι εργαζόμενοι. Είναι καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία ότι οι περιστάσεις του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όπως, όμως, έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νικόλα Πάγκαλου (πιο πάνω), η σημασία των προσωπικών περιστάσεων και του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου αμβλύνεται όταν διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής (σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 245 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Είναι πρόδηλο από τις νομικές αρχές που εκτίθενται πιο πάνω, ότι εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο βαρύνει στην τιμωρία τόσο στην περίπτωση του εργοδότη όσο και του αλλοδαπού είναι η ίδια η πράξη, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες όπως η διάρκεια της απασχόλησης, οι όροι αυτής και οι συνθήκες εργοδότησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γ. Γραμματικού (πιο πάνω), Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στ. Αθανασίου (πιο πάνω) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στέφανου Μιχαήλ
(2001)2 ΑΑΔ 74. Έχοντας τονίσει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, κρίνω ότι η διάρκεια της απασχόλησης του κατηγορούμενου 2 από τον Κατηγορούμενο είναι δευτερευούσης σημασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συνεκτιμάται ανάλογα (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Μονιάτη (πιο πάνω) και Γενικός Εισαγγελάς ν. Μιχαήλ (πιο πάνω)). Σημειώνω, επίσης, ότι η εισήγηση της κας Μιλτιάδους όπως ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε να εργοδοτήσει τον κατηγορούμενο 2 αφού έλαβε διαβεβαιώσεις από τον ίδιο ότι βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο, δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού ο Κατηγορούμενος όφειλε προτού εργοδοτήσει τον κατηγορούμενο 2 να βεβαιωθεί για το γεγονός αυτό προκειμένου να διασφαλίσει τη νομιμότητα του καθεστώτος με το οποίο αυτός διέμενε στην Κύπρο και των δικών του ενεργειών με την αποδοχή της εργοδότησης του. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι ούτε η θέση της κας Μιλτιάδους ότι ο Κατηγορούμενος πρόσφατα ενεργούσε υπό την ιδιότητα του εργοδότη, με τρόπο ώστε να μην γνωρίζει τη σχετική νομοθεσία, μπορεί να έχει έρεισμα καθότι αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις πράξεις του, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι λειτουργεί το συγκεκριμένο ταχυφαγείο εδώ και οκτώ μήνες. Σημειώνεται, επίσης, ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε στο παρελθόν εξασφαλίσει άδεια προσωρινής διαμονής, δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση γεγονότων, ούτε και μεταβάλλει την αυστηρότητα αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων. Σχετικά παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση ημερομηνίας 11.5.2010 στην Ποινική Έφεση αρ. 242/2009, Γιώργος Ιωάννου ν. Αστυνομίας και στο ακόλουθο απόσπασμα: "Σύμφωνα με τις θέσεις τις οποίες προώθησε ο συνήγορος του εφεσείοντα, το πιο πάνω γεγονός διαφοροποιεί προς το ευνοϊκότερο την περίπτωση του εφεσείοντα από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο εργοδοτεί αλλοδαπούς οι οποίοι εισήλθαν και διαμένουν παράνομα στην Κύπρο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε την πιο πάνω εισήγηση η οποία τέθηκε ενώπιον του αποδεχόμενο μόνο, και ορθά, ότι διαφοροποίηση μπορεί να γίνει με βάση τη νομολογία εκεί όπου ένας εργοδότης εργοδοτεί αλλοδαπό ο οποίος δεν είχε μεν δικαίωμα εργασίας, πλην όμως νόμιμα βρισκόταν στη Δημοκρατία (Lim Qinlong v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ. 488). Όπως δε επίσης ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η νομολογία δεν διαχωρίζει από άποψης σοβαρότητας την περίπτωση εργοδότησης αλλοδαπού εργοδοτούμενου που εισήλθε αρχικά νόμιμα και αργότερα κατέστη παράνομος (όπως εδώ), από την περίπτωση εργοδότησης αλλοδαπού ο οποίος εισήλθε εξ αρχής παράνομα στη Δημοκρατία. Και οι δύο περιπτώσεις αντιμετωπίζονται με την ίδια σοβαρότητα και αυστηρότητα και με γνώμονα την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο υιοθέτησε το Εφετείο στην υπόθεση Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 429 και στο οποίο παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης. «Αδικήματα που αφορούν την παράνομο είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσης αλλά και αδικήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα, έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορούμενου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον είτε από το ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε από άλλα πρόσωπα.» Για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και το λευκό ποινικό μητρώο του. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές του συνθήκες όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την συνήγορό του. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και με κύριο γνώμονα τη σοβαρότητα των αδικημάτων και έντονο το στοιχείο της αποτροπής, και χωρίς να παραγνωρίζω το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή στερητικής της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Με δεδομένη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή της εκτέλεσης της ενδεχόμενης ποινής φυλάκισης. Επί τούτου η κα. Μιλτιάδους υποστήριξε ότι η τυχόν επιβληθείσα ποινή φυλάκισης θα πρέπει να ανασταλεί με δεδομένο το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, το γεγονός ότι η εργοδότηση του κατηγορούμενου 2 ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό ενόψει και του ότι ο Κατηγορούμενος πρόσφατα απέκτησε την ιδιότητα του εργοδότη. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 186(Ι)/2003, και το οποίο προβλέπει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μην εκτελεστεί εκτός εάν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά αφού το Δικαστήριο αποφασίσει το ύψος της ποινής ακολούθως εξετάζει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 373). Σε σχέση με τις αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 CLR 45, Athanasiou v. Republic
(1978)2 CLR 17, Koukos v. Police
(1986)2 CLR 1, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 ΑΑΔ 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 ΑΑΔ 303, Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (αρ. 2)
(2005)2 ΑΑΔ 327. Όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος (πιο πάνω), οι ακόλουθοι είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν στην απόφαση του κατά πόσον θα ανασταλεί η ποινή φυλάκισης: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος. (β) Το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτη για την ανάγκη αποτροπής. (γ) Η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. (βλέπε επίσης Σκεύη Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 214/2009, απόφαση ημερομηνίας 29.1.2010 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161) Ακολουθώντας τις πιο πάνω νομικές αρχές λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όπως επίσης τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και το λευκό ποινικό του μητρώο και κρίνω ότι τα στοιχεία αυτά δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ειδικά σε ότι αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος παρατηρείται ότι σε αντίθεση με την εισήγηση και της κας. Μιλτιάδου ότι η εργοδότηση του κατηγορουμένου 2 ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, από τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στη θεληματική του κατάθεση, εργοδοτούσε τον κατηγορούμενο 2 εδώ και ένα μήνα περίπου. Το στοιχείο αυτό είναι σχετικό και αποδυναμώνει και τη θέση της συνηγόρου υπεράσπισης επί το ότι ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον εργοδοτούμενο/κατηγορούμενο 2 τα στοιχεία που επιβεβαίωναν το νόμιμο του καθεστώς παραμονής του στην Κύπρο, αφού μέσα σε διάστημα ενός μηνός ο Κατηγορούμενος δεν έπραξε οτιδήποτε ώστε να διαπιστώσει το καθεστώς παραμονής του αλλοδαπού στην Κύπρο και κατά πόσον αυτός είχε άδεια εργασίας και ακολούθως, εάν και εφόσον υπήρχαν οι σχετικές άδειες να προχωρήσει στην εγγραφή του αλλοδαπού ως εργοδοτούμενου του και να ενημερώσει το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων αναφορικά με την έναρξη της απασχόλησης του κατηγορούμενου 2. Έχω ήδη επισημάνει ότι το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό και έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Οι δε συνέπειες της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών είναι στις μέρες μας ακόμα πιο έντονες ενόψει των ιδιαίτερα αυξημένων ποσοστών ανεργίας Κυπρίων συμπολιτών μας που παρατηρούνται στη χώρα μας. Προβάλλει, συνεπώς, επιτακτική η ανάγκη για επιβολή παραδειγματικών ποινών. Χωρίς να παραγνωρίζω τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του και το λευκό ποινικό μητρώο του, κρίνω ότι για τους λόγους που έχω αναφέρει δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναστολή της έκτισης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο να εκτελεστεί άμεσα. .......................................... (Υπ.) Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο